Τάσος Κόρφης, Η θάλασσα γίνεται κήπος

Τάσος Κόρφης & Σταύρος Κουγιουμτζής, Μικραίνει ο κόσμος
(τραγούδι: Αντώνης Καλογιάννης / δίσκος: Μικραίνει ο κόσμος (1982))

Η θάλασσα γίνεται κήπος

Μικραίνει ο κόσμος κι η θάλασσα γίνεται κήπος.
Στερεύει το φως στις γυμνές αποβάθρες. Μ’ ασβέστη
σκεπάζουν τα δάκρυα. Σεντόνι λευκό χειρουργείου
σκεπάζει τ’ ανήσυχα χέρια.

Μικραίνει ο κόσμος μα εσύ, ματωμένη καρδιά μου, πολύκαρπο ρόδι,
και πάλι μαζί σου με πας ταξιδιώτη για ναυάγιο και πάλι
και πάλι σκιρτάς σαν πουλί μες στο χιόνι, σαν ελπίδα αιχμαλώτου.

Από τη συλλογή Εργόχειρα (1983) του Τάσου Κόρφη

Πηγή: ανθολογία Η δεύτερη μεταπολεμική ποιητική γενιά (1950-1970) του Ανέστη Ευαγγέλου (εκδ. Παρατηρητής, 1994)

Τάσος Κόρφης, Το μανταρίνι

Το μανταρίνι

Όμορφη σα μανταρίνι
Ξεφλουδίζοντας τον καρπό σου
μ’ άρπαξε τ’ άρωμα
πριν απ’ τη γεύση!

Από τη συλλογή Εργόχειρα (1983) του Τάσου Κόρφη

Πηγή: ανθολογία Η δεύτερη μεταπολεμική ποιητική γενιά (1950-1970) του Ανέστη Ευαγγέλου (εκδ. Παρατηρητής, 1994)

Τάσος Κόρφης, Αποστολή διασώσεως

Κώστας Καλδάρας, Απ’ τα κρυμμένα να σωθείς
(τραγούδι: Μελίνα Κανά / δίσκος: Τραγούδια από το παράθυρο (1998))

Αποστολή διασώσεως

[Ενότητα Ημερολόγιο 4]

Πρέπει να πλεύσουμε στη νύχτα και να διασώσουμε κάποιον, κάποιον που κάνει το σταυρό του, παίρνει τη θεία μετάληψη και περιμένει ένα καράβι, ένα γιατρό, ένα χέρι να του κλείσει τα μάτια.

Τα σήματα μας ξεσήκωσαν από τον ύπνο, από τον απογευματινό μας καφέ, από το σώμα της γυναίκας μας. Τα χέρια χούφτωναν το τιμόνι. Τα μάτια επαγρυπνούν. Όλα τίθενται εν επιφυλακή.

Πρέπει να πλεύσουμε στη νύχτα και να διασώσουμε κάποιον, κάποιον –ίσως τον εαυτό μας– που κινδυνεύει, ανάμεσα σ’ αγγίγματα φτηνά, αισθήματα ξεπερασμένα, κύκλους ομόκεντρους, ένα δεσμώτη των μορφών, των διαγραμμάτων που δεν μπορεί ν’ αυτοσχεδιάσει πια.

Από τη συγκεντρωτική έκδοση Ημερολόγιο (1971) του Τάσου Κόρφη

Πηγή: ανθολογία Η δεύτερη μεταπολεμική ποιητική γενιά (1950-1970) του Ανέστη Ευαγγέλου (εκδ. Παρατηρητής, 1994)

Τάσος Κόρφης, Αυτά που είδαμε ήταν πολλά

Αυτά που είδαμε ήταν πολλά

Όχι άλλα θεάματα – μας φτάνουν
τα όσα είδαμε, τα όσα ποθήσαμε,
τα όσα, λησμονημένα, μας καταδυναστεύουν.
Η παρέλαση με τους εστεμμένους και τους πρίγκιπες
ας σταματήσει πια.
Ας σταματήσει κι η διαδήλωση
με τους ρακένδυτους και τους πεινασμένους.
Αυτά που είδαμε ήταν πολλά, μας κούρασαν.
Γυναίκα,
στρώσε για φαΐ, στρώσε για ύπνο.

Από τη συλλογή Ημερολόγιο 2 (1964) του Τάσου Κόρφη

Πηγή: ανθολογία Η δεύτερη μεταπολεμική ποιητική γενιά (1950-1970) του Ανέστη Ευαγγέλου (εκδ. Παρατηρητής, 1994)

Τάσος Κόρφης, Διαζύγιο

Διαζύγιο

Τα βγάλαν όλα στο σφυρί:
τα έπιπλα, τα κάδρα, τα χαλιά.
Είπαν να μην αφήσουν τίποτα που να θυμίζει
τα είκοσι χρόνια που έζησαν μαζί
κάτω από την ίδια στέγη.
Απόφαση πικρή, απεγνωσμένη
–παρά τον κάποιο της ηρωισμό– προσπάθεια
εκ των προτέρων καταδικασμένη, μια και γνώριζαν
ότι στο τέλος
θα κέρδιζε η μνήμη, εκείνη θα πλειοδοτούσε.

Από τη συλλογή Ημερολόγιο 2 (1964) του Τάσου Κόρφη

Πηγή: ανθολογία Η δεύτερη μεταπολεμική ποιητική γενιά (1950-1970) του Ανέστη Ευαγγέλου (εκδ. Παρατηρητής, 1994)

Τάσος Κόρφης, Σαν τα πουλιά

Σαν τα πουλιά

Σαν τα πουλιά που αναζητούν μια πλώρη καραβιού για να κουρνιάσουν,
χαμένα μεσοπέλαγα, με κόντρα καιρό, χωρίς ελπίδες ξηράς,
ψάχνω να βρω ένα κορμί να ξαποστάσω,
μιαν αγκαλιά, για να ζεστάνω τη γύμνια μου.

Από τη συλλογή Ημερολόγιο 2 (1964) του Τάσου Κόρφη

Πηγή: ανθολογία Η δεύτερη μεταπολεμική ποιητική γενιά (1950-1970) του Ανέστη Ευαγγέλου (εκδ. Παρατηρητής, 1994)

Τάσος Κόρφης, Scrap iron

Scrap iron

Αλήθεια, πώς δεν μπόρεσες να διακρίνεις την αλλαγή
τα φορτία που, κάθε μέρα, σκόρπιζες στη θάλασσα, για να ελαφρώσεις
και κείνες τις ραγισματιές στις λαμαρίνες, αδιόρατες σχεδόν,
κι όμως βαθιές, υπολογισμένες να βρούνε, κάποτε, την καρδιά σου;
Χρώμα πάνω στο χρώμα πώς να διακρίνεις τη σκουριά
που δάγκανε, τόσον καιρό, επιδέξια το κορμί σου,
παγιδεύοντας με σιγουριά τις τελευταίες του αντιδράσεις;
Αλήθεια πόσο ξαφνικά έφθασες εδώ, στο νεκροταφείο των πλοίων,
χωρίς καπετάνιο, χωρίς ναύλο, χωρίς ανησυχίες,
άχρηστο παλιοσιδερικό για εκποίηση…

Από τη συλλογή Ημερολόγιο 2 (1964) του Τάσου Κόρφη

Πηγή: ανθολογία Η δεύτερη μεταπολεμική ποιητική γενιά (1950-1970) του Ανέστη Ευαγγέλου (εκδ. Παρατηρητής, 1994)

Τάσος Κόρφης, Δεν ωφελεί να περιορίζεις τα πουλιά

Δεν ωφελεί να περιορίζεις τα πουλιά

Δεν ωφελεί να περιορίζεις τα πουλιά
με ξόβεργες, με σκιάχτρα, με κλουβιά,
να περιμένεις στις διαβάσεις των αποδημητικών
μερόνυχτα, να ρίχνεις τουφεκιές.
Ό,τι μπορεί να φτερουγίσει δε σκλαβώνεται∙
προετοιμάζεται στα θερμοκήπια των στερήσεων
προσμένοντας αργά ή γρήγορα την ώρα του.

Από τη συλλογή Ημερολόγιο 2 (1964) του Τάσου Κόρφη

Πηγή: ανθολογία Η δεύτερη μεταπολεμική ποιητική γενιά (1950-1970) του Ανέστη Ευαγγέλου (εκδ. Παρατηρητής, 1994)

Τάσος Κόρφης, Της Άρτας το γεφύρι

Γιώργος Ανδρέου & Θοδωρής Γκόνης, Γεφύρι ξεχασμένο
(τραγούδι: Τάνια Τσανακλίδου / δίσκος: Τραγούδια του παράξενου κόσμου (1995))

Της Άρτας το γεφύρι

Ως πότε λοιπόν θα προσπαθούμε να γεμίσουμε
αυτό το βάραθρο που χρόνια στέκει απέναντί μας
ζητώντας ελπίδες, όνειρα, νύχτες, κορμιά,
πίνοντας αίμα, πνίγοντας τις κραυγές μας στα βράχια του,
ατίθασο να υποταχτεί σ’ ένα γεφύρι;
Κι η κόρη του πρωτομάστορη, που κάτι μπορούσε να κάνει για μας:
Να καρφώσει τα μάτια της στα μάτια του δράκου για να ηρεμήσουν,
ν’ ακουμπήσει στις όχθες τα χείλη της για να ησυχάσουν τα νερά,
να προσφέρει το κορμί της, θεμέλιο, στο πρώτο δοκάρι,
φτηνή, τιποτένια, γυρίζει από μαγαζί σε μαγαζί,
πίνοντας ούζα, παίζοντας την αγωνία μας στα ζάρια,
τραγουδώντας σε ρεμπέτικους σκοπούς την προδοσία της.

Από τη συλλογή Ημερολόγιο 2 (1964) του Τάσου Κόρφη

Πηγή: ανθολογία Η δεύτερη μεταπολεμική ποιητική γενιά (1950-1970) του Ανέστη Ευαγγέλου (εκδ. Παρατηρητής, 1994)

Τάσος Κόρφης, Το παράθυρο

Το παράθυρο

Πίσω απ’ το παράθυρο το ίδιο πάντα δέντρο.
Κάποτε ξεμπλέκαμε τους χαρταετούς μας
από τους κλώνους του.
Αργότερα χαράζαμε στον κορμό του
το αλφαβητάριο των ενθουσιασμών.
Τώρα
ξεκουραζόμαστε στη ρίζα του.

Από τη συλλογή Ημερολόγιο (1963) του Τάσου Κόρφη

Πηγή: ανθολογία Η δεύτερη μεταπολεμική ποιητική γενιά (1950-1970) του Ανέστη Ευαγγέλου (εκδ. Παρατηρητής, 1994)

Ευτυχία Γερ. Μάστορα (Παπαγεράσιμου), Παξινές εικόνες

Παξινές εικόνες

Πλήθος κι ακαταμέτρητες οι παξινές οι μνήμες
που δεν τις στέρεψε ο καιρός, δεν τις πειράζει ο χρόνος
κι όποτε ο νόστος ξεχειλά στα πίσω βηματίζει,
στην ακριβή μου, τη μικρή κι αλαργινή πατρίδα
και ταξιδεύω στους Παξούς με το σκαρί του νόστου.

Εκεί μυριάδες λιόφυτα θάλλουν κι ανθοβολούνε
πεντάψηλα, πλατύκλαδα που ακάματα καρπίζουν
κι όπως στη γη την πέτρινη τα λιόφυλλα σκορπάνε,
ριζώνουν σπόροι και καρποί, βλασταίνουν τα λιθάρια.
Εκεί παλιές ξερολιθιές κρατούν νερό και χώμα
στεριώνοντας, ποτίζοντας των λιόδεντρων τις ρίζες
και πέτρα πέτρα ανιστορούν πανάρχαια ιστορία,
που γράφτηκε με υπομονή από αργασμένα χέρια,
με αγάπη την τραχιά τη γη, με ποταμούς ιδρώτα.
Εκεί εκκλησιές και σπιτικά λιτά, πετροχτισμένα
κι ευγενικά αρχοντόσπιτα με μόντζους* και με βόλτα*,
που κρύβουν λύπες και χαρές και προσευχές αγιάζουν,
όπου σκεπάζουν κι ευλογούν τις παξινές φαμίλιες,
και νιάτα και γεράματα και κορασιές κι αγόρια.
Εκεί σχολειά περίτεχνα, σεμνά, ηλιολουσμένα,
κάστρα, ντρουβειά*, ανεμόμυλοι και στέρνες και κηπάρια
για να χορταίνουνε το νου με γράμματα και γνώση
και να δαμάζουν τον εχθρό, την πείνα και τη δίψα.

Εκεί στρατόνια και στενά, τράφοι, γκρεμά και ράχες,
να βόσκουνε τα πρόβατα, να ροβολάν τα γίδια
και να φυλάνε οι κυνηγοί ψάχνοντας για τρυγόνια
κι οι πατεράδες στο χωριό καβάλα να γυρνάνε.
Λιμάνια εκεί κι ακρογιαλιές, κάβοι και βραχονήσια,
που τα χτυπάει η όστρια, τα δέρνει η τραμουντάνα
και το χειμώνα η θάλασσα βογγομανά στα βράχια
και του πελάγου η βουή αντιλαλεί στις γράβες*
κι ανοίγουν ήμερη αγκαλιά το καλοκαίρι οι σπιάντζες*
και του μαΐστρου οι ριπές τις κάψες τις νικάνε.

Αχ ακριβή μου και μικρή κι αλαργινή πατρίδα,
σου τάζω και σ’ τ’ ορκίζομαι να μη σε λησμονήσω!

_____________________________
* Γλωσσάρι
μόντζος = εξώστης
βόλτα = καμάρες
ντρουβειό = ελαιοτριβείο
γράβες = θαλάσσια σπήλαια
σπιάντζες = παραλίες

Από τη συλλογή Παξινοί Δεκαπεντασύλλαβοι (2005) της Ευτυχίας Μάστορα

Translatum: Favourite Poetry / Ευτυχία Γερ. Μάστορα (Παπαγεράσιμου)

Ευτυχία Γερ. Μάστορα (Παπαγεράσιμου), Παξινό καλοκαίρι

Παξινό καλοκαίρι

Πήρα και συλλογίζομαι πως έφυγε ο χειμώνας
κι άλλη χαρά δε γεύτηκα κι άλλη χαρά δε νιώθω
απ’ τη χαρά της προσμονής, νά ’ρθει το καλοκαίρι
και να περάσω στους Παξούς τους θερινούς τους μήνες,
μα να ’ναι απαράλλαχτοι σαν τα παλιά τα χρόνια,
που σμίγαμε όλοι οι χωριανοί συχνά στα πανηγύρια,
του Αϊ-Γιαννιού της ρίγανης, που ανάβαμε λαμπάτες*
και σβέλτα τις πηδούσαμε και βάναμε κληδόνους
να μάθουνε την τύχη τους οι όμορφες κοπέλες.
Στον Άγιο Παντελεήμονα, που γιατρειά χαρίζει,
όλοι μαζί χορεύαμε στη σκάλα* τη μεγάλη
συρτό και καλαματιανό και σταυρωτό και μπάλο,
καθώς επαίζαν τα βιολιά κι ηχούσαν τα λαούτα
και γλυκοτραγουδούσαμε τα παξινά τραγούδια.

Που τρέχαμε κάθε πρωί για μπάνιο στη Γλυφάδα,
αδέρφια, πρωτοξάδερφα και θειάδες και μανάδες
κι οργώναμε τη θάλασσα όμοια με τα δελφίνια
κι από την Πλάκα ρίχναμε βουτιές και μακροβούτια
κι ούτε τη λογαριάζαμε που έκραζε τη μάνα
πως στο νερό γρουδιάναμε* κι όξω να βγούμε ρίτα*.
Κι απάνω στ’ άσπρα τα γουλιά* μάς έκαιγε ο ήλιος
καθώς εκολατσίζαμε μιαν αγκωνή* με λάδι
κι από μια χούφτα νερολιές ή τούτσιο* λαδοτύρι
μαζί με καμιά πάτελα* που βρίσκαμε στις ξέρες.
Κι ύστερα ξεκινούσαμε για το χωριό πετώντας
κι ας ήτανε ανηφοριά και ας ήταν μεσημέρι.

Κι ως έφτανε το απόγιομα, το παξινό βραδάκι,
ένα βραδάκι όλο φως, όλο δροσιά και γλύκα,
μας έπαιρνε η μάνα μας στην ταχτική μας βόλτα,
να πάμε τον κατήφορο, στη Λένη και τη Δώρα.
Στην αφοδιά* καθόμαστε που έραβε η Τίνα,
που ήτανε το καμάρι μας, η πιο καλή μοδίστρα
κι είχε πολλές μαθήτριες να μάθουν το βελόνι.
Ολόγυρα οι γειτόνισσες, που ερχόνταν για κουβέντα,
η Πράξω και η Νίκολη, η Λόπη κι η θεια Αγάπη.
Λίγο πιο κει, στο ξάφοδο*, εμείς το παιδομάνι
επαίζαμε μονά-ζυγά με ζερβελοκουκούτσια*.

Μα πια δε θα χορέψουμε στα πανηγύρια εκείνα
κι ούτε θα σμίξουμε ξανά στο μπάνιο, στη Γλυφάδα
κι ούτε ξανά στην αφοδιά θα συναχτούμε όλοι
και το παιχνίδι τέλειωσε… και δε θα ξαναρχίσει…

_____________________________
* Γλωσσάρι
λαμπάτες = φωτιές
σκάλα = επίπεδη επιφάνεια εδάφους
γρουδιάναμε = ζαρώσαμε
ρίτα = αμέσως
γουλιά = χαλίκια
αγκωνή = άκρη ψωμιού
πάτελα = πεταλίδα
τούτσιο = λίγο
αφοδιά = αυλή
ξάφοδο = έξω από την αυλή
ζέρβελα = βερίκοκα
σκάλα = επίπεδη επιφάνεια εδάφους

Από τη συλλογή Παξινοί Δεκαπεντασύλλαβοι (2005) της Ευτυχίας Μάστορα

Translatum: Favourite Poetry / Ευτυχία Γερ. Μάστορα (Παπαγεράσιμου)

Ευτυχία Γερ. Μάστορα (Παπαγεράσιμου), Το θάμα το χαμένο

Το θάμα το χαμένο

Να είναι απομεσήμερο μουντό του φθινοπώρου,
νεφέλες να ’χει ο ουρανός, να ’ναι βροχή γεμάτες
και να σπαθίζουνε ψηλά σμήνη τα χελιδόνια
κι αλαργινά αστραπόβροντα ν’ αστράφτουν, να βροντάνε
κι απ’ τα πεσμένα λιόφυλλα, σύρριζα στο λιθάρια,
καρτερικά κυκλάμινα ν’ ανθοβολούν στο χώμα.
Κι εγώ να σιγοπερπατώ στα λιόδεντρα από κάτω,
να ψάχνω τα παμπάλαια που ήξερα μονοπάτια,
να προχωρώ, ν’ αντιδρομώ κι η γη να μην πατιέται,
ν’ αποζητώ τα σπιτικά που είχε το χωριό μας
κι άλλα να ’ναι χαλάσματα, πέτρινα απομεινάρια
κι άλλα έρημα και σιωπηλά και διπλοσφαλισμένα
και μόνο κάποια εδώ κι εκεί καινούρια να τα βλέπω,
μα δε μου μοιάζουν παξινά, δεν είναι απ’ τα δικά μας
κι ακούω κουβέντες και φωνές, μα παξινές δεν είναι.

Και τότε κοντοζύγωσα σε γνώριμο πορτόνι
και το ’σπρωξα… κι αφήνοντας δυο στεναγμούς ανοίγει
κι ως μπήκα μες στην αφοδιά* εγίνηκε ένα θάμα
και του πατέρα οι αδελφές, η Λένη και η Δώρα,
λες και δε λείψανε ποτέ απ’ το παλιό τους σπίτι
κι η μια με πέτρα παξινή γρέμπα* ψηλή να χτίζει
κι η άλλη νερό να κουβαλεί με λάτα* στο κεφάλι,
η μια να πηγαινόρχεται, να φέρει πελεκούδες*
κι η άλλη ν’ ανάβει στη γωνιά κούτσουρα κι αντιδαύλια
και ν’ αποθώνει* στη φωτιά νερό ένα καζάνι,
η μια να ρίχνει στο νερό τη στάχτη και τη δάφνη
κι η άλλη με καυτό νερό να πλένει στη μαστέλα*
και με σαπούνι σπιτικό τα ρούχα να τα τρίβει
και να ευωδιάζει το νερό, ν’ αστράφτουνε τα ρούχα.
Κι οι δυο να ζμώνουν κάθε οχτώ ψωμί σαράντα λίτρες*
κι όσο να γίνει το ψωμί το φούρνο να πυρώνουν,
να ψήνουνε ξαπεταχτές*, να πλάθουνε κουλούρια
για να γευτούνε τα παιδιά που παραστέκουν γύρω.
Και φτάνοντας τ’ απόγιομα, κει στην ελιά από κάτω,
να κάθονται στα ξύλινα, τα χαμηλά παγκούλια*
κι η μια να γνέθει το μαλλί με ρόκα και μ’ αδράχτι
κι η άλλη να πλέκει το τρικό ή μάλλινες φανέλες.

Κι ήθελα κάτι να τους πω, μα τρέμω και σωπαίνω,
μη χάσω του παλιού καιρού τις ακριβές εικόνες
και τότε ορμάει η βροχή κι όλα τα συνεπαίρνει,
και κλαίει η βροχή… κλαίω κι εγώ… το θάμα το χαμένο.

_____________________________
* Γλωσσάρι
αφοδιά = αυλή
γρέμπα = μάντρα
λάτα = τενεκές
αποθώνει = βάζει
πελεκούδες = ξύλα
μαστέλα = κάδος
λίτρα = μονάδα βάρους
ξαπεταχτή = ψωμί αγίνωτο που του προσθέτουν και λάδι
παγκούλι = σκαμνί
τρικό = πουλόβερ

Από τη συλλογή Παξινοί Δεκαπεντασύλλαβοι (2005) της Ευτυχίας Μάστορα

Translatum: Favourite Poetry / Ευτυχία Γερ. Μάστορα (Παπαγεράσιμου)

Ευτυχία Γερ. Μάστορα (Παπαγεράσιμου), Οι Κυριακές εκείνες

Οι Κυριακές εκείνες

Στην εξαδέλφη μου Τίνα

Καθώς περνάς για το Λογγό ή για να πας στη Λάκκα,
εκεί στα Μαστοράτικα, στο τρίστρατο του Κάμπου,
μην προσπεράσεις βιαστικά, στάσου να χαιρετήσεις
το Χάνι απ’ τ’ αριστερά, τη στέρνα στα δεξιά σου
κι ας είν’ το Χάνι έρημο, κλειστό, μανταλωμένο
και για νερό δεν πάει κανείς κι η στέρνα έχει στερέψει.

Κι αν προχωρήσεις στο στρατί, μαζί σου εγώ δε θά ’ρθω,
θα βρω μια ελιά βαθύσκιωτη να κάτσω από κάτω,
να ’χω το Χάνι δίπλα μου κι αντίκρυ μου τη στέρνα,
να μου φανεί πως γύρισαν οι εποχές εκείνες
με την απλή μας τη ζωή και τις μικρές ανάγκες,
που με δουλειά, σκληρή δουλειά, περνούσε η βδομάδα
και Κυριακή τ’ απόγιομα μας μάζευε το Χάνι.

Κανένας δεν κατάλαβε πώς μες στο Χάνι μπήκα
κι ήτανε όλοι τους εκεί της γειτονιάς οι άντρες
στα τραπεζάκια συντροφιές κι όλοι σε μια παρέα
να περιμένουμε σειρά κι ο Νιάχας να σερβίρει
κι άλλοι να πίνουνε καφέ, να κάνουνε τσιγάρο
κι άλλοι να δοκιμάζουνε το πατρικό το ούζο
που το καΐκι του Κουτσού το ’φερε αυτές τις μέρες.
Κι άκουσα τις κουβέντες τους και τους συλλογισμούς τους,
πως φέτος έχουμε σοδειά κι ο κάθαρος* θ’ αρχίσει
και πρέπει να ραντίσουνε, το δάκο να προλάβουν.
Κατά την πόρτα κοίταξα κι η μάνα μέσα μπαίνει
κρατώντας απ’ το χέρι της τον πιο μικρό το γιο της
να τον φιλέψει θέλοντας πεντέξι καραμέλες
και βιαστικά έξω να βγει, μην την παρεξηγήσουν.

Κι εγώ την ακολούθησα, να της μιλήσω θέλω,
μα η μάνα μπαίνει στο χορό, στης στέρνας το αλώνι
οπού βαρούνε τα βιολιά στο χεροστόμι* γύρω
και όλες οι γειτόνισσες, γυναίκες και κορίτσια,
χορεύουν καλαματιανό και γλυκοτραγουδάνε
με μπαλαδόρα* τη Λενιώ, του Νιάχα τη γυναίκα,
που απ’ αυτή καλύτερα καμιά τους δε χορεύει.
Και συναλλάζουνε μπροστά κι οι άλλες οι κοπέλες
και φέρνουνε γυροβολιές κουνώντας το μαντίλι
κι όλα τα μάτια αστράφτουνε, τα στόματα γελούνε
και ξεχειλίζουν οι καρδιές από χαρά κι αγάπη.

Και βράδιασε και νύχτωσε και βγήκε το φεγγάρι
και χύνει το χλωμό του φως στο τρίστρατο του Κάμπου
κι αναθυμήθηκε κι αυτό και δάκρυσε μαζί μου,
γιατί είν’ το Χάνι έρημο, κλειστό, μανταλωμένο
κι ούτε χορός ούτε βιολιά στης στέρνας το αλώνι
και σβήσανε και χάθηκαν οι Κυριακές εκείνες…

_____________________________
* Γλωσσάρι
κάθαρος = καθαρισμός του εδάφους κάτω από τα ελαιόδεντρα
χεροστόμι = το άνοιγμα της στέρνας
μπαλαδόρα = η γυναίκα που σέρνει το χορό

Από τη συλλογή Παξινοί Δεκαπεντασύλλαβοι (2005) της Ευτυχίας Μάστορα

Translatum: Favourite Poetry / Ευτυχία Γερ. Μάστορα (Παπαγεράσιμου)

Ευτυχία Γερ. Μάστορα (Παπαγεράσιμου), Ήρθε μια νύχτα

Ήρθε μια νύχτα

Της μάνας μας της άρεσε χάραμα να ξυπνάει,
μπονώρα* να σηκώνεται και στη δουλειά να μπαίνει.
Και σαν ο ήλιος έβγαινε και φώτιζεν η μέρα,
στο παιδικό μου τ’ όνειρο, λίγο προτού ξυπνήσω,
άκουγα που μας έκραζε τ’ αδέλφια μου και μένα:
«Αστάτε* και ξημέρωσε και μεσημέρι φτάνει
κι είναι δουλειές να κάνουμε για μπάνιο πριν να πάμε».
Κι αφού τελειώναμε γοργά τις πρωινές φροντίδες
και τα δυο αγόρια τα μικρά το ρίχναν στο παιχνίδι,
να κάνω μια νυχιά* δουλειά με πρόσταζε η μάνα
κι απ’ την ψηλή την καρυδιά, στο κάτω το κηπάρι,
να κόψη καρυδόφυλλα να βράσει για να πιούμε.

Κι εκεί στο ξεκεράμωτο*, με τη γωνιά στην άκρη,
τσάκιζε τσάκνα* κι έβανε στη στια* καλά ν’ ανάψει
κι απόθωνε* στην πυροστιά το μαύρο κατσαρόλι,
που από την κάπνα την πολλή γινότανε πιο μαύρο.
Κι όλοι καλοχορταίναμε μ’ ελιές, ψωμί και λάδι
κι από μια πίντα καρυδιά που μύριζε καπνίλα.

Κι άκουγα τότε βέλασμα κυματιστό, καθάριο
κι έτρεχα ευθύς στην αφοδιά* κι έβρισκα στην πεζούλα
ελόου της* να κάθεται η νόνα η Κατσάρω*
κρατώντας την απ’ το σκοινί τη γίδα τη Ριρίκα
που είχε το χρώμα της λευκό με ολόμαυρα στολίδια
και κρεμασμένα στο λαιμό δυο άσπρα σκουλαρίκια.
Κι ενώ την εκαμάρωνα και τη χαϊδολογούσα,
με τον καλό τον τρόπο της με πρόσταζε η Κατσάρω:
«Την άρμεξα, τη σπέδισα* κι είν’ ώρα για να φύγει
και σύρε, κατσαρέλι μου, ν’ ανοίξεις το πορτόνι».
Και το πορτόνι τ’ άνοιγα και την ξεπροβοδούσα,
που πήγαινε να βρει βοσκή στις σκάλες* και στους τράφους.
Και στην κουζίνα ανέβαινε με κόπο η Κατσάρω
κι ανοίγοντας το κασετί* έβγαζε την τσαντίλα*
κι έπαιρνε μια νυχιά* πιτιά μέσα από τη μοσκέρα*
κι ύστερα το ’πηζε τυρί το γάλα της Ριρίκας,
να το ’χουμε τις Κυριακές προσφάι στο τραπέζι.
Ωστόσο εγώ να φροκαλώ* εκειόξω την αυλή μας
με μια αλιπίτσα* φουντωτή στο χέρι το δεξί μου
κι απ’ τους αρμούς ανάμεσα στης αφοδιάς τις πλάκες
να τα πετώ τα λιόφυλλα κρατώντας ένα τσάκνο.

Κι η μάνα που της άρεσε μπονώρα* να ξυπνάει,
ήρθε μια νύχτα κι έγειρε, πλάγιασε και κοιμήθη
και δεν μας έκραξε ξανά τ’ αδέλφια μου κι εμένα
κι ας βγαίνει ο ήλιος το πρωί κι ας φτάνει μεσημέρι.

_____________________________
* Γλωσσάρι
μπονώρα = νωρίς
μια νυχιά = λίγο
ξεκεράμωτο = μικρή αυλή
τσάκνα = ξερόκλαδα
στια = φωτιά
απόθωνε = έβαζε
πίντα = κύπελο από αλουμίνιο
αφοδιά = αυλή
ελόου της = του λόγου της
Κατσάρω = προσωνύμιο της νόνας μας, γιατί αποκαλούσε χαϊδευτικά τα παιδιά «κατσαρέλια»
σπεδίζω = δένω τα δύο πόδια της γίδας
σκάλες = κλιμακωτές επιφάνειες του εδάφους
κασετί = συρτάρι
τσαντίλα = τουλουπάνι
μοσκέρα = κλούβα για τα τρόφιμα
φροκαλώ = σκουπίζω
αλιπίτσα = αγκαθωτός θάμνος
τσαντίλα = τουλουπάνι

Από τη συλλογή Παξινοί Δεκαπεντασύλλαβοι (2005) της Ευτυχίας Μάστορα

Translatum: Favourite Poetry / Ευτυχία Γερ. Μάστορα (Παπαγεράσιμου)

Ευτυχία Γερ. Μάστορα (Παπαγεράσιμου), Μακάρι…

Μακάρι…

Αν τύχει νά ’ρθω στους Παξούς και να ’ναι καλοκαίρι
και να ’ναι μήνας Αύγουστος που τόσες χάρες έχει,
μακάρι να με πρόσμενε στο ελιόδασος κρυμμένο
ένα παλιό κι απέριττο λιθοχτισμένο σπίτι
με ξύλινα πορτόφυλλα και πράσινες φανέστρες*
και με κεραμιδιά σκεπή κι ασβεστωμένους τοίχους.
Να ’χει μισόφωτη μπασιά* κι ηλιόφωτη τη σάλα
και να ’χει και δυο κάμαρες με φτωχικά κρεβάτια
και στο μικρό μου κουζινί να ’χει γωνιά και φούρνο,
να ψήνω ζυμωτό ψωμί, στη στια* να μαγειρεύω.
Να ’ναι τα πιάτα στη σκατζιά*, τρόφιμα στη φερίδα*
και σε κασέλα ξύλινη να βάνω χώρια χώρια
τα διάφορα γεννήματα στα ζωντανά να δίνω.
Και πλάι στα δυο πελεκητά ξύλινα σκαλοπάτια
να βρίσκεται αυλακωτή, παμπάλαια καπάσα*
που απ’ της σκεπής την κάναλη*, σα βρέχει το χειμώνα,
να πιάνει βρόχινο νερό, να έχουμε για τη λάτρα.
Κι απόξω να ’χει αφοδιά* με μιαν ελιά στη μέση,
μ’ ένα τραπέζι πέτρινο κι ολόγυρα πεζούλες
και παρακεί πορτοκαλιά και λεμονιά πιο πέρα
και γλάστρες με γαρίφαλα μοσχοβολιά να στέλνουν.

Και να πηγαίνω το πρωί στου Χαραμή τη σπιάντζα,
που έχει σμαράγδινα νερά, ήμερα και καθάρια,
να κολυμπάω και να τραβώ ίσια κατά την μπούκα,
να ξεχωρίζω στο βυθό ν’ ασημολάμπει ο άμμος,
να καμαρώνω το σχολειό, στο Μαϊστράτο πέρα
και παραδώ ειρηνικό της Λάκκας το λιμάνι,
που έχει πολλές ψαρόβαρκες και λιγοστά καΐκια.

Και σα με πάρει η κούραση απ’ το πολιό κολύμπι
κι αλλάξω ρότα γρήγορα πίσω για να γυρίσω
ολομεμιάς στο γύρισμα ν’ αγάλλεται η καρδιά μου
καθώς θωρώ την Παπαντή με το καμπαναριό της
μες στα πυκνά τα λιόδεντρα στ’ αντικρινά τα πλάγια.

Να κάθομαι στη αφοδιά, ζεστό καφέ να πίνω
με συντροφή το λιόγερμα, τη δειλινή την ώρα.
Και σα νυχτώνει για καλά, να γέρνω να πλαγιάζω
και να ’χω το παράθυρο της κάμαρας λιμπρέτο*,
για να τρυπώνουν λεύτερα του φεγγαριού οι αχτίδες
και το άσμα το μονότονο που ψέλνει το τριζόνι
και το αλαφρό, νυχτιάτικο και δροσισμένο αγέρι.
Κι ύστερα ν’ αποκοιμηθώ κι έτσι να λησμονήσω
πως όλα αυτά είν’ αληθινά, μα πέρασαν για πάντα…

_____________________________
* Γλωσσάρι
φανέστρα = παράθυρο
μπασιά = είσοδος
στια = φωτιά
σκατζιά = ράφι
φερίδα = ντουλάπι
καπάσα = κιούπι
κάναλη = λούκι
αφοδιά = αυλή
μπούκα = είσοδος του λιμανιού
λιμπρέτο = μισάνοιχτο

Από τη συλλογή Παξινοί Δεκαπεντασύλλαβοι (2005) της Ευτυχίας Μάστορα

Translatum: Favourite Poetry / Ευτυχία Γερ. Μάστορα (Παπαγεράσιμου)

Ευτυχία Γερ. Μάστορα (Παπαγεράσιμου), Μεσαύγουστος

Μεσαύγουστος

Μεσαύγουστος και γιορτασμός και μέγα πανηγύρι
κι απ’ άκρη σ’ άκρη ο τόπος μας χαίρεται και γιορτάζει
που είναι η γιορτή της Παναγιάς κι η Κοίμησή Της είναι
και λαχταρούμε οι Παξινοί να πάμε στο Νησί Της,
στο βράχο των Βελλιανιτών, που έχει το μοναστήρι
κι έχει αιωνόβια εκκλησιά, ναό της Παναγίας.

Και σαν ροδίζει η χαραυγή, σαν ανατέλλει ο ήλιος,
κανείς δε μένει στο χωριό τέτοια μεγάλη μέρα
και με τα κυριακάτικα, τα γιορτινά μας ρούχα
όλοι στην πιάτσα* τρέχουμε μπαρκάρισμα να βρούμε.
Κι από του Γάη ξεκινούν και βάρκες και καΐκια
κι από τη Λάκκα, απ’ το Λογγό σαλπάρουν οι βενζίνες
και φέρνουν κόσμο στο Νησί, που πάει να προσκυνήσει
κι αράζουνε κι αδειάζουνε και πάλι πίσω πάνε
κι έχει μπουνάτσα η θάλασσα κι αγέρας δε φυσάει.
Κι όσο να βγούμε στη στεριά σημαίνουν οι καμπάνες
κι ηχούν τα καμπανίσματα στα πέρατα του πόντου∙
και μπαίνοντας στην εκκλησιά που κάνει λειτουργία,
όλοι οι παπάδες των Παξών ψέλνουν στο Άγιο Βήμα
κι αντιφωνούν και μελωδούν οι πιο καλοί ψαλτάδες
και ψιθυρίζουμε κι εμείς μπροστά στην Παναγία
που εκοιμήθη κι έφυγε κι όμως κοντά μας μένει.

Και με το αμήν, το δι’ ευχών, αρχίζει η λιτανεία
και βγαίνει ο Επιτάφιος με φιόρα* στολισμένος,
βγαίνουν τα εξαπτέρυγα και τα λιβανιστήρια
κι ακολουθούμε οι πιστοί κι οι ψάλτες κι οι παπάδες
αργοπατώντας στο στρατί το χιλιοπατημένο
σύρριζα στο μαντρότοιχο, στο μοναστήρι γύρω.
Και χαμηλώνουν και πετούν λευκά θαλασσοπούλια,
να λιτανέψουνε κι αυτά με τους πιστούς αντάμα.

Και σαν τελειώσει η τελετή, πίσω ξανά γυρνάμε,
στον ισκιερό περίβολο, στην εκκλησιά απέξω
κι ολόγυρα καθόμαστε σε ξύλινα τραπέζια,
παίρνοντας ο καθένας μας πήλινο κανταρέλι*,
που έχει ζουμί και βοδινό ζεστό, καλοβρασμένο
και μας τρατάρουνε κρασί να πούμε και του χρόνου.

Ξανάρχεται ο μεσαύγουστος, το μέγα πανηγύρι
κι έχει μπουνάτσα η θάλασσα κι αγέρας δε φυσάει
κι αλέστα* είναι τα σκαριά στα παξινά λιμάνια,
μα δεν ευρέθηκε σκαρί κι εμένα να με πάρει,
κι ας τα φορώ της Κυριακής, τα γιορτινά μου ρούχα.

_____________________________
* Γλωσσάρι
πιάτσα = αγορά, λιμάνι
φιόρα = λουλούδια
κανταρέλι = μικρό, πήλινο, βαθύ πιάτο
αλέστα = έτοιμα

Από τη συλλογή Παξινοί Δεκαπεντασύλλαβοι (2005) της Ευτυχίας Μάστορα

Translatum: Favourite Poetry / Ευτυχία Γερ. Μάστορα (Παπαγεράσιμου)

Ευτυχία Γερ. Μάστορα (Παπαγεράσιμου), Εσπερινός το Δεκαπενταύγουστο

Εσπερινός το Δεκαπενταύγουστο

Τα πανηγύρια στους Παξούς τα συλλογιέμαι πάντα,
που ήταν χαρά κι αναψυχή στα πρώτα μου τα χρόνια,
καθώς ερχόταν η γιορτή και μ’ έπαιρνε η νόνα
νωρίς για τον εσπερινό, νωρίς στη λειτουργία
κι ύστερα για τις βίζιτες, για τους πανηγυριώτες
κι όλοι μαζί τ’ απόγιομα να πάμε για το γλέντι.
Μα μέσα απ’ όλες τις γιορτές κι όλα τα πανηγύρια,
το πρώτο και καλύτερο ήταν της Παναγίας,
της Παναγιάς που έχει γιορτή στις δεκαπέντε Αυγούστου.

Μέσα απ’ αυτή τη συλλογή πετάει ο λογισμός μου
και δρασκελίζει στη στιγμή τους τόπους και τους χρόνους
και ν’ αρμενίζω βρίσκομαι με τη μικρή βενζίνα,
παραμονή τ’ απόγιομα, ντούκου-ντούκου τραβώντας
για το Νησί της Παναγιάς και για την Κοίμησή της.
Κι αστράφτει μέσα η εκκλησιά και λάμπουν τα καντήλια
και σιγολιώνουν τα κεριά κι υμνολογούν οι ψάλτες
κι όλοι οι παπάδες δέονται κι ο διάκος θυμιατίζει
κι η ευωδιά των λουλουδιών με το λιβάνι σμίγει.
Ολόγυρα πιστές ψυχές την Παναγιά δοξάζουν
κοντά στον Επιτάφιο τον ανθοστολισμένο
και ξαγρυπνούν ανύσταχτες, που η Παναγιά κοιμάται
κι από καρδιά προσεύχονται στη Δέσποινα του κόσμου
όπου λυγμός και ταραχή και πόλεμος κι ανάγκη
να δίνει ειρήνη και χαρά, παρηγοριά κι αγάπη.

Κι ως τέλειωσε ο Εσπερινός και κίνησε η βενζίνα
πλέοντας στα γλαυκά νερά πλάι στον Άι-Νικόλα,
πέρα στο Γερομόναχο φέγγει ο τόπος όλος
κι είναι η πλάση πάμφωτη κι η θάλασσα ασημένια∙
και κοίταξα στον ουρανό του Αυγούστου το φεγγάρι
μετέωρο κι ολόγιομο στ’ άπειρο να πλανιέται,
να λάμπει, να στραφοκοπά κι ασήμια να σταλάζει.

Της Παναγιάς ο Εσπερινός εύφρανε την ψυχή μου
κι η φεγγαρόφωτη νυχτιά χάρμα για τη ματιά μου
κι είπα, τούτη η κατάνυξη ποτέ να μην τελειώσει,
μα το καΐκι άραξε μες στου Γαγιού τον κόρφο
και βρέθηκα αλλού κι αλλού να συλλογιέμαι μόνο.

Από τη συλλογή Παξινοί Δεκαπεντασύλλαβοι (2005) της Ευτυχίας Μάστορα

Translatum: Favourite Poetry / Ευτυχία Γερ. Μάστορα (Παπαγεράσιμου)

Ευτυχία Γερ. Μάστορα (Παπαγεράσιμου), Η θεια η Εριφύλη

Η θεια η Εριφύλη

Μέσα στη βιάση του καιρού, στο τρέξιμο του χρόνου
σβήστηκαν τόσες θύμησες, χάθηκαν τόσες μνήμες,
μα φύλαξα σα θησαυρό, κράτησα σα χρυσάφι,
να τις καλώ και να ’ρχονται να με παρηγορούνε,
μορφές οπού φωτίσανε τον όρθρο της ζωής μου.

Και σήμερα θυμήθηκα τη θεια την Εριφύλη,
ψηλόκορμη, χλωμή, γλυκιά, με τα καφέ σκουτιά* της,
να κρύβει τ’ αραιά μαλλιά στην καφετιά μαντήλα
και με τα μάτια τα γλαρά, πάντα χαμηλωμένα,
πίσω από τα γυαλάκια της χαμόγελα να στέλνει.
Σαν τη θωρούσα μου έμοιαζε από σκιά πλασμένη
καθώς δειλά και σιωπηλά εσίμωνε κοντά μας,
καθώς αθώα και ταπεινά καθόταν σε μιαν άκρη
κι όταν εμίληνε* θαρρείς λαλούσε ένα πουλάκι
κι η ανταύγεια που τη φώτιζε ήταν η καλοσύνη.

Καμιά φορά τ’ απόγιομα, κινούσαμε να πάμε
κει κάτω, στ’ Απεργιάτικα, στο αρχοντικό της σπίτι,
που μοναχή το στοίχειωνε κι έρμη το κατοικούσε,
αφού της έταξε η ζωή σύντροφο να μην εύρει.
Κι άστραφτε τότε από χαρά και άνοιγε η καρδιά της
κι έτρεχε ευθύς στην αφοδιά* νεράντζια να μαζέψει
για να τα ζίψει* στη στιγμή, να κάμει νεραντζάδα
και λουκουμάκια πατρινά να φέρει από τ’ αρμάρι*
και ώριμα παυλόσυκα* κι ευωδιαστές μπουρνέλες*
και του Θεού μύρια καλά να βρει να μας τρατάρει
κι ύστερα δροσερό νερό να βγάλει από τη στέρνα,
που είχε το χεροστόμι* της στο κουζινί στη μέση.

Καθώς περνούσε ο καιρός, ήρθε ένα καλοκαίρι
που αρμενίσαμε ξανά για τ’ ακριβό Νησί μας,
μα δεν την ξαναβρήκαμε τη θεια την Εριφύλη,
που έφυγε και ταξίδεψε τ’ αγύριστο ταξίδι.

Όταν τη συλλογίζομαι κι όποτε τη θυμάμαι,
πάντα ο ίδιος στεναγμός… πάντα το ίδιο δάκρυ…
όχι για εκείνη που κρατώ στη μνήμη της καρδιάς μου,
αλλά γιατί το χάσαμε το αρχοντικό της σπίτι,
που ήταν πατρογονικό… και τώρα είναι ξένο…

_____________________________
* Γλωσσάρι
σκουτιά = ρούχα
εμίληνε = μιλούσε
αφοδιά = αυλή
ζίφω = στίβω
αρμάρι = ντουλάπι
παυλόσυκα = φραγκόσυκα
μπουρνέλες = δαμάσκηνα
χεροστόμι = το άνοιγμα της στέρνας

Από τη συλλογή Παξινοί Δεκαπεντασύλλαβοι (2005) της Ευτυχίας Μάστορα

Translatum: Favourite Poetry / Ευτυχία Γερ. Μάστορα (Παπαγεράσιμου)