Τάσος Κόρφης, Η θάλασσα γίνεται κήπος

Τάσος Κόρφης & Σταύρος Κουγιουμτζής, Μικραίνει ο κόσμος
(τραγούδι: Αντώνης Καλογιάννης / δίσκος: Μικραίνει ο κόσμος (1982))

Η θάλασσα γίνεται κήπος

Μικραίνει ο κόσμος κι η θάλασσα γίνεται κήπος.
Στερεύει το φως στις γυμνές αποβάθρες. Μ’ ασβέστη
σκεπάζουν τα δάκρυα. Σεντόνι λευκό χειρουργείου
σκεπάζει τ’ ανήσυχα χέρια.

Μικραίνει ο κόσμος μα εσύ, ματωμένη καρδιά μου, πολύκαρπο ρόδι,
και πάλι μαζί σου με πας ταξιδιώτη για ναυάγιο και πάλι
και πάλι σκιρτάς σαν πουλί μες στο χιόνι, σαν ελπίδα αιχμαλώτου.

Από τη συλλογή Εργόχειρα (1983) του Τάσου Κόρφη

Πηγή: ανθολογία Η δεύτερη μεταπολεμική ποιητική γενιά (1950-1970) του Ανέστη Ευαγγέλου (εκδ. Παρατηρητής, 1994)

Advertisements

Τάσος Κόρφης, Το μανταρίνι

Το μανταρίνι

Όμορφη σα μανταρίνι
Ξεφλουδίζοντας τον καρπό σου
μ’ άρπαξε τ’ άρωμα
πριν απ’ τη γεύση!

Από τη συλλογή Εργόχειρα (1983) του Τάσου Κόρφη

Πηγή: ανθολογία Η δεύτερη μεταπολεμική ποιητική γενιά (1950-1970) του Ανέστη Ευαγγέλου (εκδ. Παρατηρητής, 1994)

Τάσος Κόρφης, Αποστολή διασώσεως

Κώστας Καλδάρας, Απ’ τα κρυμμένα να σωθείς
(τραγούδι: Μελίνα Κανά / δίσκος: Τραγούδια από το παράθυρο (1998))

Αποστολή διασώσεως

[Ενότητα Ημερολόγιο 4]

Πρέπει να πλεύσουμε στη νύχτα και να διασώσουμε κάποιον, κάποιον που κάνει το σταυρό του, παίρνει τη θεία μετάληψη και περιμένει ένα καράβι, ένα γιατρό, ένα χέρι να του κλείσει τα μάτια.

Τα σήματα μας ξεσήκωσαν από τον ύπνο, από τον απογευματινό μας καφέ, από το σώμα της γυναίκας μας. Τα χέρια χούφτωναν το τιμόνι. Τα μάτια επαγρυπνούν. Όλα τίθενται εν επιφυλακή.

Πρέπει να πλεύσουμε στη νύχτα και να διασώσουμε κάποιον, κάποιον –ίσως τον εαυτό μας– που κινδυνεύει, ανάμεσα σ’ αγγίγματα φτηνά, αισθήματα ξεπερασμένα, κύκλους ομόκεντρους, ένα δεσμώτη των μορφών, των διαγραμμάτων που δεν μπορεί ν’ αυτοσχεδιάσει πια.

Από τη συγκεντρωτική έκδοση Ημερολόγιο (1971) του Τάσου Κόρφη

Πηγή: ανθολογία Η δεύτερη μεταπολεμική ποιητική γενιά (1950-1970) του Ανέστη Ευαγγέλου (εκδ. Παρατηρητής, 1994)

Τάσος Κόρφης, Αυτά που είδαμε ήταν πολλά

Αυτά που είδαμε ήταν πολλά

Όχι άλλα θεάματα – μας φτάνουν
τα όσα είδαμε, τα όσα ποθήσαμε,
τα όσα, λησμονημένα, μας καταδυναστεύουν.
Η παρέλαση με τους εστεμμένους και τους πρίγκιπες
ας σταματήσει πια.
Ας σταματήσει κι η διαδήλωση
με τους ρακένδυτους και τους πεινασμένους.
Αυτά που είδαμε ήταν πολλά, μας κούρασαν.
Γυναίκα,
στρώσε για φαΐ, στρώσε για ύπνο.

Από τη συλλογή Ημερολόγιο 2 (1964) του Τάσου Κόρφη

Πηγή: ανθολογία Η δεύτερη μεταπολεμική ποιητική γενιά (1950-1970) του Ανέστη Ευαγγέλου (εκδ. Παρατηρητής, 1994)

Τάσος Κόρφης, Διαζύγιο

Διαζύγιο

Τα βγάλαν όλα στο σφυρί:
τα έπιπλα, τα κάδρα, τα χαλιά.
Είπαν να μην αφήσουν τίποτα που να θυμίζει
τα είκοσι χρόνια που έζησαν μαζί
κάτω από την ίδια στέγη.
Απόφαση πικρή, απεγνωσμένη
–παρά τον κάποιο της ηρωισμό– προσπάθεια
εκ των προτέρων καταδικασμένη, μια και γνώριζαν
ότι στο τέλος
θα κέρδιζε η μνήμη, εκείνη θα πλειοδοτούσε.

Από τη συλλογή Ημερολόγιο 2 (1964) του Τάσου Κόρφη

Πηγή: ανθολογία Η δεύτερη μεταπολεμική ποιητική γενιά (1950-1970) του Ανέστη Ευαγγέλου (εκδ. Παρατηρητής, 1994)

Τάσος Κόρφης, Σαν τα πουλιά

Σαν τα πουλιά

Σαν τα πουλιά που αναζητούν μια πλώρη καραβιού για να κουρνιάσουν,
χαμένα μεσοπέλαγα, με κόντρα καιρό, χωρίς ελπίδες ξηράς,
ψάχνω να βρω ένα κορμί να ξαποστάσω,
μιαν αγκαλιά, για να ζεστάνω τη γύμνια μου.

Από τη συλλογή Ημερολόγιο 2 (1964) του Τάσου Κόρφη

Πηγή: ανθολογία Η δεύτερη μεταπολεμική ποιητική γενιά (1950-1970) του Ανέστη Ευαγγέλου (εκδ. Παρατηρητής, 1994)

Τάσος Κόρφης, Scrap iron

Scrap iron

Αλήθεια, πώς δεν μπόρεσες να διακρίνεις την αλλαγή
τα φορτία που, κάθε μέρα, σκόρπιζες στη θάλασσα, για να ελαφρώσεις
και κείνες τις ραγισματιές στις λαμαρίνες, αδιόρατες σχεδόν,
κι όμως βαθιές, υπολογισμένες να βρούνε, κάποτε, την καρδιά σου;
Χρώμα πάνω στο χρώμα πώς να διακρίνεις τη σκουριά
που δάγκανε, τόσον καιρό, επιδέξια το κορμί σου,
παγιδεύοντας με σιγουριά τις τελευταίες του αντιδράσεις;
Αλήθεια πόσο ξαφνικά έφθασες εδώ, στο νεκροταφείο των πλοίων,
χωρίς καπετάνιο, χωρίς ναύλο, χωρίς ανησυχίες,
άχρηστο παλιοσιδερικό για εκποίηση…

Από τη συλλογή Ημερολόγιο 2 (1964) του Τάσου Κόρφη

Πηγή: ανθολογία Η δεύτερη μεταπολεμική ποιητική γενιά (1950-1970) του Ανέστη Ευαγγέλου (εκδ. Παρατηρητής, 1994)

Τάσος Κόρφης, Δεν ωφελεί να περιορίζεις τα πουλιά

Δεν ωφελεί να περιορίζεις τα πουλιά

Δεν ωφελεί να περιορίζεις τα πουλιά
με ξόβεργες, με σκιάχτρα, με κλουβιά,
να περιμένεις στις διαβάσεις των αποδημητικών
μερόνυχτα, να ρίχνεις τουφεκιές.
Ό,τι μπορεί να φτερουγίσει δε σκλαβώνεται∙
προετοιμάζεται στα θερμοκήπια των στερήσεων
προσμένοντας αργά ή γρήγορα την ώρα του.

Από τη συλλογή Ημερολόγιο 2 (1964) του Τάσου Κόρφη

Πηγή: ανθολογία Η δεύτερη μεταπολεμική ποιητική γενιά (1950-1970) του Ανέστη Ευαγγέλου (εκδ. Παρατηρητής, 1994)

Τάσος Κόρφης, Της Άρτας το γεφύρι

Γιώργος Ανδρέου & Θοδωρής Γκόνης, Γεφύρι ξεχασμένο
(τραγούδι: Τάνια Τσανακλίδου / δίσκος: Τραγούδια του παράξενου κόσμου (1995))

Της Άρτας το γεφύρι

Ως πότε λοιπόν θα προσπαθούμε να γεμίσουμε
αυτό το βάραθρο που χρόνια στέκει απέναντί μας
ζητώντας ελπίδες, όνειρα, νύχτες, κορμιά,
πίνοντας αίμα, πνίγοντας τις κραυγές μας στα βράχια του,
ατίθασο να υποταχτεί σ’ ένα γεφύρι;
Κι η κόρη του πρωτομάστορη, που κάτι μπορούσε να κάνει για μας:
Να καρφώσει τα μάτια της στα μάτια του δράκου για να ηρεμήσουν,
ν’ ακουμπήσει στις όχθες τα χείλη της για να ησυχάσουν τα νερά,
να προσφέρει το κορμί της, θεμέλιο, στο πρώτο δοκάρι,
φτηνή, τιποτένια, γυρίζει από μαγαζί σε μαγαζί,
πίνοντας ούζα, παίζοντας την αγωνία μας στα ζάρια,
τραγουδώντας σε ρεμπέτικους σκοπούς την προδοσία της.

Από τη συλλογή Ημερολόγιο 2 (1964) του Τάσου Κόρφη

Πηγή: ανθολογία Η δεύτερη μεταπολεμική ποιητική γενιά (1950-1970) του Ανέστη Ευαγγέλου (εκδ. Παρατηρητής, 1994)

Τάσος Κόρφης, Το παράθυρο

Το παράθυρο

Πίσω απ’ το παράθυρο το ίδιο πάντα δέντρο.
Κάποτε ξεμπλέκαμε τους χαρταετούς μας
από τους κλώνους του.
Αργότερα χαράζαμε στον κορμό του
το αλφαβητάριο των ενθουσιασμών.
Τώρα
ξεκουραζόμαστε στη ρίζα του.

Από τη συλλογή Ημερολόγιο (1963) του Τάσου Κόρφη

Πηγή: ανθολογία Η δεύτερη μεταπολεμική ποιητική γενιά (1950-1970) του Ανέστη Ευαγγέλου (εκδ. Παρατηρητής, 1994)

Ευτυχία Γερ. Μάστορα (Παπαγεράσιμου), Παξινές εικόνες

Παξινές εικόνες

Πλήθος κι ακαταμέτρητες οι παξινές οι μνήμες
που δεν τις στέρεψε ο καιρός, δεν τις πειράζει ο χρόνος
κι όποτε ο νόστος ξεχειλά στα πίσω βηματίζει,
στην ακριβή μου, τη μικρή κι αλαργινή πατρίδα
και ταξιδεύω στους Παξούς με το σκαρί του νόστου.

Εκεί μυριάδες λιόφυτα θάλλουν κι ανθοβολούνε
πεντάψηλα, πλατύκλαδα που ακάματα καρπίζουν
κι όπως στη γη την πέτρινη τα λιόφυλλα σκορπάνε,
ριζώνουν σπόροι και καρποί, βλασταίνουν τα λιθάρια.
Εκεί παλιές ξερολιθιές κρατούν νερό και χώμα
στεριώνοντας, ποτίζοντας των λιόδεντρων τις ρίζες
και πέτρα πέτρα ανιστορούν πανάρχαια ιστορία,
που γράφτηκε με υπομονή από αργασμένα χέρια,
με αγάπη την τραχιά τη γη, με ποταμούς ιδρώτα.
Εκεί εκκλησιές και σπιτικά λιτά, πετροχτισμένα
κι ευγενικά αρχοντόσπιτα με μόντζους* και με βόλτα*,
που κρύβουν λύπες και χαρές και προσευχές αγιάζουν,
όπου σκεπάζουν κι ευλογούν τις παξινές φαμίλιες,
και νιάτα και γεράματα και κορασιές κι αγόρια.
Εκεί σχολειά περίτεχνα, σεμνά, ηλιολουσμένα,
κάστρα, ντρουβειά*, ανεμόμυλοι και στέρνες και κηπάρια
για να χορταίνουνε το νου με γράμματα και γνώση
και να δαμάζουν τον εχθρό, την πείνα και τη δίψα.

Εκεί στρατόνια και στενά, τράφοι, γκρεμά και ράχες,
να βόσκουνε τα πρόβατα, να ροβολάν τα γίδια
και να φυλάνε οι κυνηγοί ψάχνοντας για τρυγόνια
κι οι πατεράδες στο χωριό καβάλα να γυρνάνε.
Λιμάνια εκεί κι ακρογιαλιές, κάβοι και βραχονήσια,
που τα χτυπάει η όστρια, τα δέρνει η τραμουντάνα
και το χειμώνα η θάλασσα βογγομανά στα βράχια
και του πελάγου η βουή αντιλαλεί στις γράβες*
κι ανοίγουν ήμερη αγκαλιά το καλοκαίρι οι σπιάντζες*
και του μαΐστρου οι ριπές τις κάψες τις νικάνε.

Αχ ακριβή μου και μικρή κι αλαργινή πατρίδα,
σου τάζω και σ’ τ’ ορκίζομαι να μη σε λησμονήσω!

_____________________________
* Γλωσσάρι
μόντζος = εξώστης
βόλτα = καμάρες
ντρουβειό = ελαιοτριβείο
γράβες = θαλάσσια σπήλαια
σπιάντζες = παραλίες

Από τη συλλογή Παξινοί Δεκαπεντασύλλαβοι (2005) της Ευτυχίας Μάστορα

Translatum: Favourite Poetry / Ευτυχία Γερ. Μάστορα (Παπαγεράσιμου)

Ευτυχία Γερ. Μάστορα (Παπαγεράσιμου), Παξινό καλοκαίρι

Παξινό καλοκαίρι

Πήρα και συλλογίζομαι πως έφυγε ο χειμώνας
κι άλλη χαρά δε γεύτηκα κι άλλη χαρά δε νιώθω
απ’ τη χαρά της προσμονής, νά ’ρθει το καλοκαίρι
και να περάσω στους Παξούς τους θερινούς τους μήνες,
μα να ’ναι απαράλλαχτοι σαν τα παλιά τα χρόνια,
που σμίγαμε όλοι οι χωριανοί συχνά στα πανηγύρια,
του Αϊ-Γιαννιού της ρίγανης, που ανάβαμε λαμπάτες*
και σβέλτα τις πηδούσαμε και βάναμε κληδόνους
να μάθουνε την τύχη τους οι όμορφες κοπέλες.
Στον Άγιο Παντελεήμονα, που γιατρειά χαρίζει,
όλοι μαζί χορεύαμε στη σκάλα* τη μεγάλη
συρτό και καλαματιανό και σταυρωτό και μπάλο,
καθώς επαίζαν τα βιολιά κι ηχούσαν τα λαούτα
και γλυκοτραγουδούσαμε τα παξινά τραγούδια.

Που τρέχαμε κάθε πρωί για μπάνιο στη Γλυφάδα,
αδέρφια, πρωτοξάδερφα και θειάδες και μανάδες
κι οργώναμε τη θάλασσα όμοια με τα δελφίνια
κι από την Πλάκα ρίχναμε βουτιές και μακροβούτια
κι ούτε τη λογαριάζαμε που έκραζε τη μάνα
πως στο νερό γρουδιάναμε* κι όξω να βγούμε ρίτα*.
Κι απάνω στ’ άσπρα τα γουλιά* μάς έκαιγε ο ήλιος
καθώς εκολατσίζαμε μιαν αγκωνή* με λάδι
κι από μια χούφτα νερολιές ή τούτσιο* λαδοτύρι
μαζί με καμιά πάτελα* που βρίσκαμε στις ξέρες.
Κι ύστερα ξεκινούσαμε για το χωριό πετώντας
κι ας ήτανε ανηφοριά και ας ήταν μεσημέρι.

Κι ως έφτανε το απόγιομα, το παξινό βραδάκι,
ένα βραδάκι όλο φως, όλο δροσιά και γλύκα,
μας έπαιρνε η μάνα μας στην ταχτική μας βόλτα,
να πάμε τον κατήφορο, στη Λένη και τη Δώρα.
Στην αφοδιά* καθόμαστε που έραβε η Τίνα,
που ήτανε το καμάρι μας, η πιο καλή μοδίστρα
κι είχε πολλές μαθήτριες να μάθουν το βελόνι.
Ολόγυρα οι γειτόνισσες, που ερχόνταν για κουβέντα,
η Πράξω και η Νίκολη, η Λόπη κι η θεια Αγάπη.
Λίγο πιο κει, στο ξάφοδο*, εμείς το παιδομάνι
επαίζαμε μονά-ζυγά με ζερβελοκουκούτσια*.

Μα πια δε θα χορέψουμε στα πανηγύρια εκείνα
κι ούτε θα σμίξουμε ξανά στο μπάνιο, στη Γλυφάδα
κι ούτε ξανά στην αφοδιά θα συναχτούμε όλοι
και το παιχνίδι τέλειωσε… και δε θα ξαναρχίσει…

_____________________________
* Γλωσσάρι
λαμπάτες = φωτιές
σκάλα = επίπεδη επιφάνεια εδάφους
γρουδιάναμε = ζαρώσαμε
ρίτα = αμέσως
γουλιά = χαλίκια
αγκωνή = άκρη ψωμιού
πάτελα = πεταλίδα
τούτσιο = λίγο
αφοδιά = αυλή
ξάφοδο = έξω από την αυλή
ζέρβελα = βερίκοκα
σκάλα = επίπεδη επιφάνεια εδάφους

Από τη συλλογή Παξινοί Δεκαπεντασύλλαβοι (2005) της Ευτυχίας Μάστορα

Translatum: Favourite Poetry / Ευτυχία Γερ. Μάστορα (Παπαγεράσιμου)

Ευτυχία Γερ. Μάστορα (Παπαγεράσιμου), Το θάμα το χαμένο

Το θάμα το χαμένο

Να είναι απομεσήμερο μουντό του φθινοπώρου,
νεφέλες να ’χει ο ουρανός, να ’ναι βροχή γεμάτες
και να σπαθίζουνε ψηλά σμήνη τα χελιδόνια
κι αλαργινά αστραπόβροντα ν’ αστράφτουν, να βροντάνε
κι απ’ τα πεσμένα λιόφυλλα, σύρριζα στο λιθάρια,
καρτερικά κυκλάμινα ν’ ανθοβολούν στο χώμα.
Κι εγώ να σιγοπερπατώ στα λιόδεντρα από κάτω,
να ψάχνω τα παμπάλαια που ήξερα μονοπάτια,
να προχωρώ, ν’ αντιδρομώ κι η γη να μην πατιέται,
ν’ αποζητώ τα σπιτικά που είχε το χωριό μας
κι άλλα να ’ναι χαλάσματα, πέτρινα απομεινάρια
κι άλλα έρημα και σιωπηλά και διπλοσφαλισμένα
και μόνο κάποια εδώ κι εκεί καινούρια να τα βλέπω,
μα δε μου μοιάζουν παξινά, δεν είναι απ’ τα δικά μας
κι ακούω κουβέντες και φωνές, μα παξινές δεν είναι.

Και τότε κοντοζύγωσα σε γνώριμο πορτόνι
και το ’σπρωξα… κι αφήνοντας δυο στεναγμούς ανοίγει
κι ως μπήκα μες στην αφοδιά* εγίνηκε ένα θάμα
και του πατέρα οι αδελφές, η Λένη και η Δώρα,
λες και δε λείψανε ποτέ απ’ το παλιό τους σπίτι
κι η μια με πέτρα παξινή γρέμπα* ψηλή να χτίζει
κι η άλλη νερό να κουβαλεί με λάτα* στο κεφάλι,
η μια να πηγαινόρχεται, να φέρει πελεκούδες*
κι η άλλη ν’ ανάβει στη γωνιά κούτσουρα κι αντιδαύλια
και ν’ αποθώνει* στη φωτιά νερό ένα καζάνι,
η μια να ρίχνει στο νερό τη στάχτη και τη δάφνη
κι η άλλη με καυτό νερό να πλένει στη μαστέλα*
και με σαπούνι σπιτικό τα ρούχα να τα τρίβει
και να ευωδιάζει το νερό, ν’ αστράφτουνε τα ρούχα.
Κι οι δυο να ζμώνουν κάθε οχτώ ψωμί σαράντα λίτρες*
κι όσο να γίνει το ψωμί το φούρνο να πυρώνουν,
να ψήνουνε ξαπεταχτές*, να πλάθουνε κουλούρια
για να γευτούνε τα παιδιά που παραστέκουν γύρω.
Και φτάνοντας τ’ απόγιομα, κει στην ελιά από κάτω,
να κάθονται στα ξύλινα, τα χαμηλά παγκούλια*
κι η μια να γνέθει το μαλλί με ρόκα και μ’ αδράχτι
κι η άλλη να πλέκει το τρικό ή μάλλινες φανέλες.

Κι ήθελα κάτι να τους πω, μα τρέμω και σωπαίνω,
μη χάσω του παλιού καιρού τις ακριβές εικόνες
και τότε ορμάει η βροχή κι όλα τα συνεπαίρνει,
και κλαίει η βροχή… κλαίω κι εγώ… το θάμα το χαμένο.

_____________________________
* Γλωσσάρι
αφοδιά = αυλή
γρέμπα = μάντρα
λάτα = τενεκές
αποθώνει = βάζει
πελεκούδες = ξύλα
μαστέλα = κάδος
λίτρα = μονάδα βάρους
ξαπεταχτή = ψωμί αγίνωτο που του προσθέτουν και λάδι
παγκούλι = σκαμνί
τρικό = πουλόβερ

Από τη συλλογή Παξινοί Δεκαπεντασύλλαβοι (2005) της Ευτυχίας Μάστορα

Translatum: Favourite Poetry / Ευτυχία Γερ. Μάστορα (Παπαγεράσιμου)

Ευτυχία Γερ. Μάστορα (Παπαγεράσιμου), Οι Κυριακές εκείνες

Οι Κυριακές εκείνες

Στην εξαδέλφη μου Τίνα

Καθώς περνάς για το Λογγό ή για να πας στη Λάκκα,
εκεί στα Μαστοράτικα, στο τρίστρατο του Κάμπου,
μην προσπεράσεις βιαστικά, στάσου να χαιρετήσεις
το Χάνι απ’ τ’ αριστερά, τη στέρνα στα δεξιά σου
κι ας είν’ το Χάνι έρημο, κλειστό, μανταλωμένο
και για νερό δεν πάει κανείς κι η στέρνα έχει στερέψει.

Κι αν προχωρήσεις στο στρατί, μαζί σου εγώ δε θά ’ρθω,
θα βρω μια ελιά βαθύσκιωτη να κάτσω από κάτω,
να ’χω το Χάνι δίπλα μου κι αντίκρυ μου τη στέρνα,
να μου φανεί πως γύρισαν οι εποχές εκείνες
με την απλή μας τη ζωή και τις μικρές ανάγκες,
που με δουλειά, σκληρή δουλειά, περνούσε η βδομάδα
και Κυριακή τ’ απόγιομα μας μάζευε το Χάνι.

Κανένας δεν κατάλαβε πώς μες στο Χάνι μπήκα
κι ήτανε όλοι τους εκεί της γειτονιάς οι άντρες
στα τραπεζάκια συντροφιές κι όλοι σε μια παρέα
να περιμένουμε σειρά κι ο Νιάχας να σερβίρει
κι άλλοι να πίνουνε καφέ, να κάνουνε τσιγάρο
κι άλλοι να δοκιμάζουνε το πατρικό το ούζο
που το καΐκι του Κουτσού το ’φερε αυτές τις μέρες.
Κι άκουσα τις κουβέντες τους και τους συλλογισμούς τους,
πως φέτος έχουμε σοδειά κι ο κάθαρος* θ’ αρχίσει
και πρέπει να ραντίσουνε, το δάκο να προλάβουν.
Κατά την πόρτα κοίταξα κι η μάνα μέσα μπαίνει
κρατώντας απ’ το χέρι της τον πιο μικρό το γιο της
να τον φιλέψει θέλοντας πεντέξι καραμέλες
και βιαστικά έξω να βγει, μην την παρεξηγήσουν.

Κι εγώ την ακολούθησα, να της μιλήσω θέλω,
μα η μάνα μπαίνει στο χορό, στης στέρνας το αλώνι
οπού βαρούνε τα βιολιά στο χεροστόμι* γύρω
και όλες οι γειτόνισσες, γυναίκες και κορίτσια,
χορεύουν καλαματιανό και γλυκοτραγουδάνε
με μπαλαδόρα* τη Λενιώ, του Νιάχα τη γυναίκα,
που απ’ αυτή καλύτερα καμιά τους δε χορεύει.
Και συναλλάζουνε μπροστά κι οι άλλες οι κοπέλες
και φέρνουνε γυροβολιές κουνώντας το μαντίλι
κι όλα τα μάτια αστράφτουνε, τα στόματα γελούνε
και ξεχειλίζουν οι καρδιές από χαρά κι αγάπη.

Και βράδιασε και νύχτωσε και βγήκε το φεγγάρι
και χύνει το χλωμό του φως στο τρίστρατο του Κάμπου
κι αναθυμήθηκε κι αυτό και δάκρυσε μαζί μου,
γιατί είν’ το Χάνι έρημο, κλειστό, μανταλωμένο
κι ούτε χορός ούτε βιολιά στης στέρνας το αλώνι
και σβήσανε και χάθηκαν οι Κυριακές εκείνες…

_____________________________
* Γλωσσάρι
κάθαρος = καθαρισμός του εδάφους κάτω από τα ελαιόδεντρα
χεροστόμι = το άνοιγμα της στέρνας
μπαλαδόρα = η γυναίκα που σέρνει το χορό

Από τη συλλογή Παξινοί Δεκαπεντασύλλαβοι (2005) της Ευτυχίας Μάστορα

Translatum: Favourite Poetry / Ευτυχία Γερ. Μάστορα (Παπαγεράσιμου)