Σταύρος Ξαρχάκος & Μάνος Ελευθερίου, Η μπαλάντα των φονιάδων

Η μπαλάντα των φονιάδων

Μουσική: Σταύρος Ξαρχάκος
Στίχοι: Μάνος Ελευθερίου
Πιάνο: Νεοκλής Νεοφυτίδης
Ερμηνεία: Σταύρος Ξαρχάκος
Εικονογράφηση: Γιώργος Ρόρρης
Παραγωγή: Παρασκευάς Καρασούλος
Δίσκος: Σταύρος Ξαρχάκος | 7 ελεγείες και σάτιρες για φωνή και πιάνο (Μικρή Άρκτος, 2017)

Μια νύχτα σκοτεινή
που κλαίγαν οι βοριάδες
εβγήκαν τρεις φονιάδες
να βρουν την αφορμή
και να πληρώσει ο φταίχτης
για το κακό της Πέμπτης

Τους βγήκε ρετσινιά
πως σπάσανε μια θύρα
και δέσανε μια χήρα
και χάθηκαν λεφτά
που φύλαγε στο στρώμα
με την ψυχή στο στόμα

Και πήραν τον παπά
τον δάσκαλο το Φώτη
–του κόσμου τα διότι–
και μπρος στο ιερό
γονατιστοί μπροστά τους
λεν τα πατερημά τους

Και βάζουνε γραφιά
τον διάκο να συντάξει
το Πρακτικό με τάξη
πως έφταιξε ο βοριάς
που φύσηξε τη νύχτα
και πήρε τόσα σπίτια

Λοιπόν, εις το εξής
να πάψουν οι χαφιέδες
μέσα στους καφενέδες
και μη συκοφαντεί
ως ο καθένας βλέπει
φονιάδες καθώς πρέπει

Σταύρος Ξαρχάκος & Μάνος Ελευθερίου, Το δηλητήριο που πίνεις

Το δηλητήριο που πίνεις

Μουσική: Σταύρος Ξαρχάκος
Στίχοι: Μάνος Ελευθερίου
Πιάνο: Νεοκλής Νεοφυτίδης
Ερμηνεία: Σταύρος Ξαρχάκος
Εικονογράφηση: Γιώργος Ρόρρης
Παραγωγή: Παρασκευάς Καρασούλος
Δίσκος: Σταύρος Ξαρχάκος | 7 ελεγείες και σάτιρες για φωνή και πιάνο (Μικρή Άρκτος, 2017)

Πάνω στην κόκκινη κουβέρτα
ρίχνεις πασιέντζες μοναχή
και ξαναρχίζεις την κουβέντα
με την χαμένη σου ψυχή

Κι ένας ρεμπέτης στρατηλάτης
λεν τα χαρτιά σου πως θα ’ρθει
σαν νικημένος τρομοκράτης
μπροστά σου να προσευχηθεί

Το δηλητήριο που πίνεις
είναι για σένα γιατρικό
κι όπως τη χρήση ασπιρίνης
το ’χει η καρδιά σου εφεδρικό

Το φόρεμά σου στην κρεμάστρα
μυρίζει πεύκο κι εξοχές
κι όλο ξηλώνει χάντρα-χάντρα
σε κάθε στάλα απ’ τις βροχές

Κι ούτε σου βγαίνουν οι πασιέντζες
κι ούτε κανείς τηλεφωνεί
και μόνο μέσα απ’ τα τραγούδια
ακούς ερωτική φωνή

Το δηλητήριο που πίνεις
είναι για σένα γιατρικό
κι όπως τη χρήση ασπιρίνης
το ’χει η καρδιά σου εφεδρικό

Ζωή Καρέλλη, Παλίρροια

Στέφανος Κορκολής & Παρασκευάς Καρασούλος, Παλίρροια (με τη Δήμητρα Γαλάνη)

Παλίρροια

Ανεπαίσθητα ήσυχα μυστικά,
δύναμη αγνώριστη ξεκινά,
φαίνεται ακίνητη, όμως ασύλληπτα προχωρεί
κι είναι η μαγική δύναμή της αυτή
έρωτας άγνωστος και μαζί φόβος, μέσα μου,
καθώς, σαν επάνω μου, προχωρεί.

Προβαίνει, ανεβαίνει αβάσταχτα,
όπως η σιωπή προχωρεί,
όπως η μοίρα μας σπρωχμένη
από αμετάκλητη δύναμη.

Εσπέρα είναι συνήθως
κι η βραδινή καλλονή σου απερίγραπτη,
πρασινωπή και φαιή, σκοτεινή,
η βαθιά ύπαρξή σου υελώδης
και συμπαγής μαζί.
Σε φοβούμαι
απέραντη θάλασσα, πλατιά,
απειράριθμη με τα πολλά κύματα
μικρά και μαβιά,
πυρόχρυση
στα δειλινά, κάποτε, πορφυρή,
θάλασσα πυκνή.
Προχωρείς ολόκληρη,
βαθιά κι απλωμένη, πώς προχωρείς!
Κι η στεριά σε περιμένει φρίσσουσα,
συγκινημένη. Περιμένει απάνω της να ‘ρθεις,
ν’ απλωθείς, πηγαίνεις σ’ αυτήν
βαριά και δυνατή αγαπημένη.

Σ’ αισθάνομαι καθώς προχωρείς,
αισθάνομαι να προχωρείς
και μου παίρνεις τα πόδια,
συστρεφομένη και μαζί σταθερή.

Την πηχτή, ροϊκή αισθάνομαι δύναμή σου
και μου δίνει τη δική σου ζωή,
καθώς της υγρότητάς σου η άνοδος
φανταστικά με παίρνει, απ’ τη γη μ’ αφαιρεί.

Σε συνοδεύουν πορευομένην
ανεξέλεγκτοι ψίθυροι.
Προβάλλει εσπερινή, στιλπνή,
χιονώδης, χρυσίζουσα η Σελήνη.

Από τη συλλογή Το πλοίο (1955) της Ζωής Καρέλλη

Πηγή: Τα ποιήματα της Ζωής Καρέλλη, τόμος πρώτος (1940-1955) [Οι εκδόσεις των φίλων, Αθήνα, 1973]

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Ζωή Καρέλλη

Γιώργος Θέμελης, Άγγιξα την ομορφιά

Γιώργος Ανδρέου & Παρασκευάς Καρασούλος, Τέτοια παράξενη ομορφιά
(τραγούδι: Μόρφω Τσαϊρέλη / δίσκος: Μικρή πατρίδα (1996))

[Ενότητα Στα ίχνη των πουλιών]

Άγγιξα την ομορφιά

Άγγιξα την ομορφιά
Με τα χέρια μου

Η φορεσιά μου με ζώνει
Ερωτευμένη

Έξω απ’ το σχήμα
Κι από το ρόδο
Του σώματός μου

Άπληστα χείλη
Άπληστα δάχτυλα που τρέχουν
Σα δάκρυα

Άστρα λευκά
Κόκκινες στάλες αγάπης
Μέσα στις φούχτες μου

Στο στήθος
Στ’ ασημένια μαλλιά
Αντίλαλοι
Σωπασμένων
Αυλών

Καθρεφτισμένο πρόσωπο
Ανείπωτο
Απέραντο
Πολλαπλό

Σαν ένα δέντρο που εκτείνεται
Μέσα
Στον άνεμο

Από τη συλλογή Άνθρωποι και πουλιά (1947) του Γιώργου Θέμελη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Γιώργος Θέμελης

Φθορά (Κική Δημουλά)

Στέφανος Κορκολής & Παρασκευάς Καρασούλος, Παλίρροια
(τραγούδι: Δήμητρα Γαλάνη / δίσκος: Δήμητρα-Τάνια, Ζωντανές ηχογραφήσεις στο Ζυγό 2001-2002 (2002))

[Ενότητα Α’]

Φθορά

Σε δέκα στίχους απορρόφησα τα χρόνια εκείνα
που στο χαμό τους προσκρούει
το συντριμμένο της ζωής μου υπόλοιπο.

Ο πρώτος στίχος,
ντυμένος τη λιβρέα του ιδανικού,
δεξιώνεται την έξαρση
στηριγμένη στο μπράτσο της νεότητάς μου.
Στίχος εύρωστος κι ωραίος.
Τι κρίμα να μην είν’ ο τελευταίος.

Ο δεύτερος, δεν ξέρω πώς,
μου έμεινε μισός˙
κι αυτός λοξά γραμμένος
σάμπως μετανιωμένος.

Ο τρίτος πήγε μονάχος του και γράφτηκε
εκεί στη στέπα της φυγής σου.

Στης νοσταλγίας σου τη χλόη
τον επόμενο ενταφίασα.

Στων τρυφερών επιστολών σου την ψευδαίσθηση
ο άλλος εστεγάστηκε.

Ο έκτος και ο έβδομος,
σκαρφαλωμένοι στο στύλο της αδημονίας,
αγνάντευαν.

Δύο μαζί σχεδόν πνιγμένους τούς ανέσυρα
απ’ την παλίρροια της προσφοράς σου.

Και ο τελευταίος,
τόσο μα τόσο απόκρημνος είναι,
που απ’ την κορφή του,
αγκαλιασμένη με τον ίλιγγο του ματαίου,
γκρεμίζεται η συνέχεια.

Από τη συλλογή Έρεβος (1956) της Κικής Δημουλά

Πηγή: Κική Δημουλά, Ποιήματα (εκδόσεις Ίκαρος, Αθήνα, 1998)

Οδυσσέας Ελύτης, Παράθυρα προς την πέμπτη εποχή

Θέμης Καραμουρατίδης & Παρασκευάς Καρασούλος, Δίδυμοι έρωτες
(τραγούδι: Μάριος Φραγκούλης / δίσκος: Ο κήπος των ευχών (2005))

[Ενότητα Πρώτα ποιήματα]

Παράθυρα προς την πέμπτη εποχή

Ι

Ξέρεις την κόμη που έγραψε τον άνεμο; Τις ματιές που παραλληλίσανε το χρόνο; Τη σιωπή που ένιωσε τον εαυτό της;

Αλλά είσαι εσύ μια νυχτερινή επινόηση που αρέσκεται στις βροχερές εκμυστηρεύσεις. Που αρέσκεται στο τριίστιο ξάνοιγμα του πόντου. Είσαι μια περίπτωση ακατόρθωτη που όταν ναυαγήσει βασιλεύει. Μια φανταχτερή καταστροφή είσαι…

Α! Θέλω να ’ρθουν τα στοιχεία που ξέρουν ν’ αρπάζουν. Η μέση των συλλογισμών μου θα ευφράνει την καμπύλη τους διάθεση. Όταν ανέβουν μεγαλώνοντας τα δαχτυλίδια ο ξαφνικός ουρανός θα πάρει το χρώμα της προτελευταίας μου αμαρτίας

Ενώ η τελευταία θα γοητεύεται ακόμη από τα μοναχικά τούτα λόγια!

II

Ένα ποδοβολητό τελειώνει στην άκρη της ακοής. Μια σουρωμένη καταιγίδα χιμάει μες στο νεανικό στήθος που σπαταλάει την ανεξήγητη φεγγοβολή του.
Η επιθυμία έχει μια πολύ ψηλή κορμοστασιά και στις παλάμες της καίει η απουσία.
Η επιθυμία γεννάει το δρόμο της όπου θέλει να περπατήσει. Φεύγει…

Κι ένας λαός από χέρια προς εκείνη ανάβει θαυμασμού παρανάλωμα!

III

Τι όμορφη! Έχει πάρει τη μορφή της σκέψης που την αισθάνεται όταν αυτή αισθάνεται πως της είναι αφοσιωμένη…

IV

Στ’ αμπέλια που δεν έχουνε ηλικία κρύφτηκαν οι καλοκαιρινές μου εγκαταλείψεις. Ένας κυματισμός ονείρου τραβήχτηκε τ’ άφησε κει δε ρώτησε. Στα κουφά δίχτυα τους το βόμβο στριφογύρισαν σμήνη μέλισσες. Τα στόματα μοιάσανε στα χρώματα φύγαν μέσ’ από τ’ άνθη. Τα νερά πολύ πρωινά σταμάτησαν τη μιλιά τους νυχτερινή κι άθικτη.

Είναι για να μην ξέρεις πια τίποτε.

Κι όμως πίσω από τ’ αγνοημένο αυτό βουναλάκι υπάρχει ένα συναίσθημα. Δεν έχει δάκρυα ούτε συνείδηση.

Δε φεύγει δεν επιστρέφει.

V

Ένα δίχτυ αόρατο συγκρατεί τον ήχο που αποκοίμισε πολλές αλήθειες. Ανάμεσα στα πορτοκάλια του δειλινού της γλιστρά η αμφιβολία. Φυσάει το αμέριμνο στόμα. Η γιορτή του κάνει να λάμπουν οι επιθυμητές επιφάνειες. Μπορεί να πιστέψει κανείς ως και τον εαυτό του. Να νιώσει την παρουσία της ηδονής ως μες στις κόρες των ματιών του.
Των ματιών του που ρέουνε από την πλάτη του έρωτα. Και βρίσκουνε την παρθενική τους ασέλγεια μέσα στη διάφανη δροσιά της πιο νυχτερινής χλόης μου.

VI

Ένα ζαρκάδι τρέχει στην κορυφογραμμή. Κι εσύ δεν ξέρεις τίποτε γι’ αυτό είναι τόσο καθαρό το διάστημα. Κι αν μάθεις ποτέ η βροχή που θα σε κατακλύσει λυπητερή θα είναι.

Φεύγα ζαρκάδι! Πόθε κοντά στη λύτρωσή σου φεύγα ζωή σαν κορυφογραμμή!

VII

Παραμύθια γαλουχήσανε τη βλάστηση της ηλικίας αυτής που ανεβάζει τις νεραντζιές και τις λεμονιές ως την έκπληξη των ματιών μου. Τι θα ήταν η ευτυχία με το ακατόρθωτο σώμα της αν είχε μπερδευτεί μες στις ερωτοτροπίες των χλωρών αυτών εκμυστηρεύσεων; Δυο χέρια περιμένουνε. Στον αγκώνα τους στηρίζεται ολόκληρη η γη. Στην αναμονή τους ολόκληρη ποίηση. Πίσω απ’ το λόφο υπάρχει το μονοπάτι που χάραξε η φρέσκια περπατηξιά της διάφανης εκείνης κόρης. Είχε φύγει μέσ’ από το πρωί των ματιών μου (καθώς τα βλέφαρα είχανε κάνει το χατίρι του ήλιου τους) είχε κρυφτεί πίσω απ’ τον ίσκιο της επιθυμίας μου -κι όταν μια θέληση πήγε να την κάνει δική της αυτή χάθηκε φυσημένη από στοργικούς ανέμους που η προστασία τους ήτανε φωτεινή. Το μονοπάτι αγάπησε το λόφο κι αυτός πια ξέρει καλά το μυστικό.

Έλα λοιπόν αλαργινή εξαφάνιση! Τίποτε άλλο δεν ποθούν περισσότερο οι αγκαλιές των κήπων. Στην αφή της παλάμης σου θ’ αναγαλλιάσουν οι καρποί που τώρα μετεωρίζονται άσκοποι. Στο διάφανο στήριγμα της κορμοστασιάς σου τα δέντρα θα βρουν τη μακροχρόνια εκπλήρωση των ψιθυρισμένων τους απομονώσεων. Στην πρώτη σου ξεγνοιασιά θ’ αυξήσουν τα χορτάρια σαν ελπίδες. Η παρουσία σου θα δροσίσει τη δροσιά.

Τότε θ’ ανοίξεις μέσα μου τα ριπίδια των συναισθημάτων. Δάκρυα συνειδήσεων πολύτιμες πέτρες επιστροφές και απουσίες. Κι ενώ θα τρέχει ο ουρανός κάτω απ’ τις γέφυρες των πλεγμένων χεριών μας ενώ οι πιο πολύτιμοι κάλυκες θα ταιριάζουνε στα μάγουλά μας θα δώσουμε το σχήμα του έρωτα που λείπει από τις οράσεις αυτές

Τότε θα δώσουμε

Στη λειτουργία των δυσκολότερων ονείρων μια σίγουρη παλινόρθωση!

Από τη συλλογή Προσανατολισμοί (1940) του Οδυσσέα Ελύτη

Πηγή: συγκεντρωτική έκδοση Οδυσσέας Ελύτης, Ποίηση (εκδ. Ίκαρος, 2002)