Στέλλα Τιμωνίδου, Η σονάτα του σεληνόφωτος στην Ντόρντρεχτ


Πηγή: dordrechtsmuseum.nl

Η σονάτα του σεληνόφωτος στην Ντόρντρεχτ

[Ενότητα I]

Απόψε η Σελήνη καταργεί
τα πέπλα της νύχτας και γίνεται
η ίδια της όνειρο μουσικής.

Διώχνει τα χλωμά μοβ σύννεφα
και κατεβαίνει για να γιορτάσει
την πληρότητά της με τη Γη.

Πετά τον ασημένιο μανδύα της
στην Κεφαλόσκαλα,
λούζει στο φως την πύλη
και τα δέντρα που στέκουν
σαν ατάραχοι φρουροί.

Καθρεφτίζεται στα νερά και
παίζει με τα πανιά των καραβιών
που έρχονται και φεύγουν
ασταμάτητα ακολουθώντας τον ρου
της ιστορίας και του ποταμού.

Αλλ’ ο ψαράς θα βγει στη στεριά.
Θα κάνει τις βόλτες του
στα μεσαιωνικά σοκάκια
και θα ξαποστάσει σ’ ένα
από τα καπηλειά της πόλης.

Ξεδιψώντας και μεθώντας από
την ομορφιά του φεγγαριού
θα απογειωθεί στο τέλος
Από τη Γη στη Σελήνη.

Johan Barthold Jongkind
Groothoofd te Dordrecht bij maanlicht, 1886.
(Η Κεφαλόσκαλα στην Ντόρντρεχτ με φεγγάρι)

Από τη συλλογή ατελείωτες νύχτες (2008) της Στέλλας Τιμωνίδου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Στέλλα Τιμωνίδου

Advertisements

Γιώργος Θέμελης, Θεσσαλονίκη (ΙΙΙ. Μεταμεσονύχτιο)


Γιάννης Σταύρου: Αποθήκες, Θερμαϊκός (λάδι σε καμβά)
Πηγή: zografiki-yannisstavrou.blogspot.com

[Ενότητα Συμπτώσεις]

Θεσσαλονίκη

ΙΙΙ. Μεταμεσονύχτιο

Όταν αγγίζουν δάχτυλα ψάχνοντας φως,
Ώρες μικρές, μεταμεσονύχτιες, λάμπες σβηστές,
(Εωθινά σκηνώματα της Άνω-Νύχτας.)
Η Θεσσαλονίκη μπαίνει στο σώμα της,
Η Θεσσαλονίκη σβήνει το βλέμμα της, απογυμνώνεται.
Πιο από μέσα φωτεινή από τη φωτισμένη μέρα.
Ήλιους ανάβει αποβραδίς σε σύσκιο μεσουράνημα.

Ημιδιαφανείς αμφιβολίες, ημίθαμπα, αστραπές,
Αχνή, θρυμματισμένη πάχνη αραχνοΰφαντη.

Κανείς δεν υποπτεύεται που φέγγουν τα χέρια.
Σα να ’μαστε κάτω από βλέφαρα κρυσταλλωμένα,
Σα να ’μαστε από μέσα διάφωτοι και δεν το ξέρουμε.

Άλλη διαρρύθμιση κάτω οδών, άλλη διάθλαση:
–Βασιλέως Κωνσταντίνου (πρώην Βενιζέλου)– Διασταύρωση.
–Ένα κομμάτι Εγνατία– βόρεια, Βασιλική.
Η Παναγία Χαλκέων μισόφωτη, σταύρωση – λύπη.

Μήκος: – σκιές βαθαίνοντας τις επιφάνειες:
Γυναίκες, άγρυπνοι μοναχοί από σκήτες και μονές
Στους ώμους χάμω – σέρνοντας το σχήμα των Αγγέλων.
Βάθος: – ηχώ, αντανάκλαση, αποσιώπηση.

Από τη συλλογή Συνομιλίες (1953) του Γιώργου Θέμελη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Γιώργος Θέμελης

Γιώργος Θέμελης, Θεσσαλονίκη (ΙΙ. Μεσονύχτιο)


Γιάννης Σταύρου: Αποθήκες, Θερμαϊκός (λάδι σε καμβά)
Πηγή: zografiki-yannisstavrou.blogspot.com

[Ενότητα Συμπτώσεις]

Θεσσαλονίκη

ΙΙ. Μεσονύχτιο

Ασύμμετρες διαστάσεις, ευρυχωρία κενού χώρου.
Εκεί κατά το Τελωνείο, στην άκρη του λιμανιού.
Καθίσματα οικτρά, υπολείμματα λεηλασίας,
Σα να σου λένε τρίζοντας μη μας αγγίζεις.
Γκαρσόνια αμίλητα και σαν ξυλένια.
Σταματημένα ρολόγια που χτυπούν μεσάνυχτα.

Δεν πάνε τώρα εκεί ψυχές, μα κάτι της Νύχτας.
Ζαρώνουν μες στα ρούχα τους σα να κρυώνουν,
Σα να φοβούνται και γλιστρούν, ξεφεύγουν απ’ το βλέμμα τους.

Μπορεί κανείς να δραπετεύει αθόρυβα
Αφήνοντας την ψυχή του σ’ ένα τραπέζι:
Να σκύβει και να σιωπά – να πίνει και να καπνίζει.
Μπορεί να εξαφανιστεί απ’ το πρόσωπο και να μην είναι,
Ένας νεκρός που υποκρίνεται τον κοιμισμένο.

Πίσω μας ένας μεγάλος, παλαιός καθρέφτης,
Φτωχά, χρωματιστά λαμπιόνια κάποιας γιορτής,
(Παλαιάς δόξας χορού μεταμφιεσμένων.)
Ξεθωριασμένα, περίλυπα και νυσταλέα.
Σε παίρνουν μ’ όλα ταύτα, δεν μπορείς
Να ξεφύγεις, σε τραβούν μαζί με τον παλαιό καθρέφτη, τόσο εκεί
Τυφλό, να πει κανείς, στραμμένο μέσα πρόσωπο.

Ώρες αργές ανάμεσα σε τόση ευρυχωρία,
Οκνές, δυσκίνητες, σέρνοντας πίσω – πλάνο.

Φτάνοντας τέλος οι μεσονύχτιες –παλιές κυρίες
Αριστοκρατικές γριές, τρικλίζοντας μέσα σου– γύρω σου,
Συνοδεία ψυχές μες απ’ τη νύχτα,
(Την Κάτω – Νύχτα), σκοτεινές σαλεύουν οι επιφάνειες,
Ακούγονται κρότοι, ακούγονται σιωπές,
Φουσκαλίδες λάμψεις σπάνοντας επάνω στο γυαλί.
Κάνεις να σηκωθείς, σε δένει μια πέτρα.

Από τη συλλογή Συνομιλίες (1953) του Γιώργου Θέμελη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Γιώργος Θέμελης

Αλεξάνδρα Μπακονίκα, Σκηνογραφία


Claude Monet, Terrasse à Sainte-Adresse (1867)
Πηγή: intermonet.com

Σκηνογραφία

Το μεσημέρι πλαγιάσαμε δίπλα στο παράθυρο
με το σπασμένο τζάμι,
ήταν μια λεπτομέρεια παράξενη
σ’ αυτό το μέρος όπου οι άνθρωποι
πληρώνουν για να χαίρονται
ανάμεσα στις λεμονιές
και τα μεγάλα, ξύλινα δωμάτια,
τραγουδώντας μαζί με τα παιδιά
και τις παρέες τους
πάνω στην πράσινη χλόη
που απλώνεται στρέμματα ολόκληρα.

Είναι μαζί και κάποιος θίασος,
όλοι αυτοί που ναύλωσαν καΐκι
κι ετοιμάζονται με ζωηρά σχέδια
και μουσική,
ενθουσιασμένοι από το πράσινο
και τα βουνά τριγύρω.

Αύριο νωρίς το πρωί
θα κοιτάξουμε γι’ αστακούς
που ξετρυπώνουν πάνω στα βράχια∙
ύστερα θα πλύνουμε τα γόνατα
και θα ετοιμάσουμε τα δώρα
για το υπαίθριο γλέντι
σ’ ένα μεγάλο τραπέζι
στη μέση του κήπου∙
έτσι όπως τον περιμένουμε
δροσερό κι ευρύχωρο,
ανάμεσα στα πανύψηλα δένδρα
και τις φυλλωσιές του.

Από τη συλλογή Ανοικτή γραμμή (1984) της Αλεξάνδρας Μπακονίκα

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Αλεξάνδρα Μπακονίκα

Οι βαρκάρηδες του Βόλγα (λαϊκό ρώσικο τραγούδι)

Ilya Yefimovich Repin, Burlaks on Volga, 1870-73
Πηγή: wikipedia

 

Κάπου στα τέλη του 19ου αιώνα ο Μίλι Μπαλακίρεφ, δημιουργός της ομάδας των 5 (της εθνικής σχολής μουσικής της Ρωσίας τον 19ο αιώνα) δημοσιεύει ένα βιβλίο με λαϊκά τραγούδια και, φυσικά, έχει επιλέξει και το τραγούδι των βαρκάρηδων στον ποταμό Βόλγα. Το τραγούδι ουσιαστικά περιλάμβανε έναν μόνο στίχο, την κραυγή-σύνθημα των βαρκάρηδων κάθε που ετοιμαζόντουσαν να ξανατραβήξουν το βαρύ φορτίο τους, τα καράβια, κόντρα στο ρεύμα του μεγάλου ποταμού. Κι αυτή η δουλειά γινόταν αιώνες ολόκληρους στην τότε τσαρική Ρωσία. Ο μόχθος τους δεν περιγράφεται με λόγια. Περιγράφεται όμως μέσ’ από εικόνες και μουσική. [Πηγή: wikipedia]

Στα τέλη του 19ου αιώνα (1870-1873) ο σπουδαίος Ρώσος ζωγράφος Ίλια Ρέπιν είχε παρουσιάσει έναν συγκλονιστικό πίνακα με τους βαρκάρηδες (burlak) στον Βόλγα. Είναι ο πίνακας με τον οποίο ξεκινά αυτό το δημοσίευμα και βρίσκεται στο κρατικό μουσείο της Αγίας Πετρούπολης.

Το 1922 ο ισπανός συνθέτης Μανουέλ ντε Φάλια διασκευάζει το τραγούδι μετά από σχετική έκκληση της Κοινωνίας των Εθνών (της ΚΤΕ που ήταν ο πρόδρομος του ΟΗΕ). Το έργο παρουσιάζεται με τον τίτλο Canto de los remeros del Volga και όλα τα έσοδα από την ηχογράφηση και την παρουσίασή του διατίθενται για την ανακούφιση των δύο εκατομμυρίων Ρώσων προσφύγων που πέρασαν τα πάνδεινα λόγω του πρώτου παγκοσμίου πολέμου.

Στην πορεία προστέθηκαν στο τραγούδι μερικοί στίχοι ακόμα και το 1936 το λέει με τρόπο εκπληκτικό ο σπουδαιότερος κλασικός Ρώσος τραγουδιστής του 20ού αιώνα, ο βαθύφωνος Φεοντόρ Ιβάνοβιτς Τσαλιάπιν, στην τελευταία του ηχογράφηση δύο χρόνια προτού πεθάνει. Ας την ακούσουμε:

Η ερμηνεία αυτή κάνει το τραγούδι γνωστό σ’ όλα τα μήκη και τα πλάτη της γης και έκτοτε οι περισσότεροι σημαντικοί βαθύφωνοι εντάσσουν το τραγούδι των βαρκάρηδων του Βόλγα στο ρεπερτόριό τους.

Αυτή την ερμηνεία ακούει ο Γκλεν Μίλερ και το 1941 παρουσιάζει ορχηστρικά το τραγούδι στην τζαζ εκδοχή του. Η εκτέλεση αυτή μένει πρώτη σε κυκλοφορία στις ΗΠΑ τη χρονιά εκείνη:

To 1959 έχουμε μια επίσης έξοχη ερμηνεία του τραγουδιού από τον σπουδαίο βούλγαρο βαθύφωνο Μπορίς Κριστόφ:

Λίγο αργότερα έρχεται ένας ακόμη σημαντικός σοβιετικός τραγουδιστής, ο βαθύφωνος Μπορίς Στοκόλοφ με μια ακόμη συγκλονιστική ερμηνεία του ίδιου τραγουδιού:

Ομολογώ ότι γνώρισα τους βαρκάρηδες του Βόλγα ακούγοντας τον υπέροχο (για τα δικά μου γράδα) Ιβάν Ρεμπρόφ στην ηχογράφηση του 1968 που θ’ ακούσουμε τώρα:

Και φτάνουμε πλέον στην ερμηνεία του από κάθε άποψη σημαντικού Αμερικανού καλλιτέχνη (μεταξύ πολλών άλλων δραστηριοτήτων του ήταν και βαθύφωνος τραγουδιστής) Πολ Ρόμπεσον:

Οφείλω να υπενθυμίσω ότι, πριν από ένα περίπου χρόνο, η Μαριάννα δημοσίευσε τόσο τον πίνακα του Ρέπιν όσο και μερικές από τις εκτελέσεις του τραγουδιού των βαρκάρηδων του Βόλγα προσθέτοντας με την ευαισθησία της μια ακόμα πινελιά σ’ ένα από τα κλασικότερα παραδείγματα όλων των εποχών για το πώς ο πόνος και ο μόχθος και η μιζέρια και η άχαρη ζωή μετουσιώνονται σε κορυφαίες στιγμές της τέχνης όπου καθρεφτίζεται το ανθρώπινο μεγαλείο, η περηφάνια και η καρτερικότητα ενός ολόκληρου λαού, του υπέροχου ρώσικου λαού.

Ας κλείσουμε με μια εκτέλεση του τραγουδιού το 1965 από τη διάσημη Χορωδία του Κόκκινου Στρατού:

Νίκος Γρηγοριάδης, Ο πίθος και το φανάρι [Αιώνες το συν…]

John William Waterhouse, Diogenes, 1882
Oil on canvas, 208,3 × 134,6 cm, Art Gallery of New South Wales
Πηγή: Wikipedia

Ο πίθος και το φανάρι [Αιώνες το συν…]

Ειπέ μοι, ω κύον, τίνος ανδρός εφεστώς σήμα φυλάσσεις; Του κυνός. Αλλά τις ην ούτος ανήρ ο κύων; Διογένης∙ γένος, είπε. Σινωπεύς∙ ός πίθον ώκει; και μάλα, νυν δε θανών αστέρας οίκον έχει.

Αιώνες το συν (+) του σταυρού συντίθεται από νωπούς ανθρώπους και τάφους αρτιγέννητους. Το σκότος καιροφυλακτεί και το φανάρι ανήμπορο.

Ο Διογένης, ή κάθε ταπεινός που κυλάει το πιθάρι του, όπως ο κάνθαρος το μικρό του σύμπαν, βγάζει χαράματα περίπατο τον μέσα σκύλο του φορώντας κατάσαρκα τον μαινόμενο Σωκράτη κι αγανακτεί που του κρύβουνε τον ήλιο και τον εμποδίζουν να συνδράμει στην ανέγερση του τείχους που πάντα πρέπει να χτίζουμε γύρω μας χωρίς αιδώ αλλά με περίσκεψη, σκέφτεται πως παντού τα ίδια συμβαίνουν κι οι αρετές είναι όλες σφάλματα, ξίφος μέσα στη θήκη που φοβάται να βγει και να συναντήσει το κόσκινο της καρδιάς, αντίθετα με τα αρπαχτικά που άγρια ξεσκίζουνε τις σάρκες, δεν ψάχνουν για το νόημα της ζωής, παρά για την αλμυρή της γεύση.

[…]

Από τη συλλογή Ο πίθος και το φανάρι (1993) του Νίκου Γρηγοριάδη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Νίκος Γρηγοριάδης

Νίκος Γρηγοριάδης, Flora Mirabilis


Irises in Claude Monet‘s Garden at Giverny, 1900
Πηγή: famousartistsgallery.com

Flora Mirabilis

Και (…) το πλοίον, (…) έφερνε βόλτες-βόλτες,
κ’ εστρέφετο ως δεμένον περί κέντρον αόρατον…
Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης

Όταν η μνήμη αλγεί, ο ποιητής, διαθλαστής κι αστεροσκόπος των ονείρων, αναδύεται τιμαλφής μέσ’ από τον βαθύ χρόνο, μετέωρος στη διπλόη του ιστίου και συνθέτει χλωρά αναστάσιμα για το πανέρι της Φλώρας.

*

Δεν κρατάει λουλούδια, όμως σίγουρα είναι η Φλώρα, αφού τα πουλιά έχουν ήδη επιδημήσει κι από βαθιά επιστρέφουν κάτι ολοπόρφυρα καράβια και γράφουν πάνω στο κύμα αλήστου ή ληστού μνήμης, για να θυμίζουν τα χέρια που κρατούσαν άνθη κι ήταν ζεστά κι ήταν της Φλώρας κι ήταν αβρά κι ανθομυρίζαν, γιατί κι η κάθε επιστροφή είναι χλωρή και ανθοφόρα.

*

Επιστρέφω από τα βάθη κι ο άνεμος φυσά και με οξειδώνει, γιατί εισβάλλω χάλκινος σε χάλκινη εποχή, η χρυσή έχει παρέλθει ανεπίστροφα και τρίζουν τα οστά, σώθηκε το λιπαντικό της μνήμης και τα γρανάζια αλέθουν το χρόνο κι η άμμος τρίβει την οδύνη των ματιών. Να το λοιπόν που δεν είναι, δεν είναι εντέλει η κάθε επιστροφή ανθοφόρα.

*

Τι άνθη να συλλέξεις από μιαν άνυδρη εποχή, όπου ακόμα και η Φλώρα δεν κρατάει λουλούδια και τα ποτάμια στέγνωσαν και στέρεψαν οι πηγές κι από πού πια να αναβλύσει δροσερή μνήμη, αφού και τα μνήματα ξεβράζουν τους νεκρούς και προχωρούν στα σκοτεινά και πού καντήλι, πού ανθός να οδηγήσει τον τυφλό στη μνήμη που δεν είναι πια ανθοφόρα;

*

Αν οι αφροί είναι λουλούδια και τα κύματα αδιάλειπτα, τότε η Φλώρα δε θα δει στεριά, μόνο η βουή κι ο μακρινός αχός που κατοικεί στ’ άδεια κοχύλια θα συνάζει μνήμες και το αίμα έρχεται και φεύγει κυκλοδίωκτο σαν ήλιος και σαν γεράκι ψηφιδωτό, ενώ τα κορμιά διψούν και επιστρέφουν στην ακινησία, γι’ αυτό και δε φορούν το χώμα τους ν’ ανθοφορήσουν.

Από τη συλλογή Flora Mirabilis (1992) του Νίκου Γρηγοριάδη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Νίκος Γρηγοριάδης

Νίκος Γρηγοριάδης, Τα φτερά


Marc Chagall, The Woman and Roses (1929)
Πηγή: famousartistsgallery.com

Τα φτερά

Έτσι που ολοένα μιλάς,
τα λόγια σου δένουν γύρω μου φωτεινούς κύκλους.
Όσο απλώνω τα χέρια, τυλίγομαι σ’ αόρατο δίχτυ.

Όταν σωπαίνεις, είσαι πια ανυπεράσπιστη∙
μια ευωδιά σάρκας απλώνεται, τα ρούχα γλι-
στρούν στο πάτωμα, τα χείλη τρέμουν και ριγούν.

Όμως την ώρα εκείνη φυτρώνουν στο κορμί σου
δυο κάτασπρα φτερά και σ’ ανυψώνουν.

Από τη συλλογή Δειγματοληψία Α’ (1981) του Νίκου Γρηγοριάδη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Νίκος Γρηγοριάδης

Αλεξάνδρα Μπακονίκα, Ο κύκλος


Wassily Kandinsky: Around the Circle (1940)
Πηγή: famousartistsgallery.com

Ο κύκλος

Οι ερωτευμένοι δεν φιλιούνται
μόνο πίσω από τις βάρκες,
τρέχουν και κρύβονται στα δάση∙
όταν γυρίζουν μαζεύουν τα ρούχα τους
κι ανεβαίνουν στα ποδήλατα.

Οδηγούν απρόσεκτα,
έχουν ορμή κι ευελιξία,
χαλαρωμένα, φωτεινά πρόσωπα
και σώματα.

Χωρίς ν’ αντιλαμβάνονται κοινές συνομιλίες
και βαρετές συνήθειες,
κυκλοφορούν μ’ επικίνδυνη ταχύτητα∙
κάνουν ξυστά ανέμελα περάσματα,
μπαίνουν στη μέση του δρόμου,
στρίβουν απότομα.

Πηγαίνουν όπου θέλουν,
σε έρωτες μυστικούς,
σε γνωριμίες που τελειώνουν κάπως έτσι∙
και καθώς στο πέρασμά τους
μαγνητίζουν την προσοχή του κόσμου,
πέφτουν συχνά σε μικροατυχήματα,
σε απότομες συγκρούσεις.

Από τη συλλογή Ανοικτή γραμμή (1984) της Αλεξάνδρας Μπακονίκα

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Αλεξάνδρα Μπακονίκα

Ορέστης Αλεξάκης, Ωραίο να ζεις


Claude Monet: Le Printemps, Giverny (1900), private collection
Πηγή: intermonet.com

Ωραίο να ζεις

Ωραίο να ζεις μέσα στην Άνοιξη
Στο φως και των χρωμάτων τη σπατάλη
Στων αρωμάτων τη χλιδή
Στη λάμψη και τη φαντασμαγορία

Ωραίο να ζεις σαν τα λουλούδια που αναβλύζουν
Σαν τα πουλιά που ιχνηλατούν
Σαν τα σκουλήκια που ζητούν τον προορισμό τους

Ωραίο να ζεις ξαλαφρωμένος τ’ ουρανού το βάρος
Ωραίο να ζεις απολησμονημένος
Ωραίο να ζεις τρυγώντας γήινες ώρες
Ωραίο να ζεις αντίπερα των άστρων

Ωραίο να ζεις πλησιάζοντας τις βρύσες
Ωραίο να ζεις ακούγοντας τις φλέβες
Ωραίο να ζεις με το ένα μόνο πρόσωπό σου
Ξεχνώντας το άλλο στο δικό του κόσμο

Ωραίο να ξέρεις – κι όμως να σωπαίνεις

Ν’ απλώνεις ρίζες – κι όμως να βυθίζεσαι

Από τη συλλογή Η Περσεφόνη των γυρισμών (1974) του Ορέστη Αλεξάκη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Ορέστης Αλεξάκης

Γιώργος Θέμελης, Θεσσαλονίκη (I. Τοπίο)


Γιάννης Σταύρου: Τιρκουάζ (λάδι σε καμβά)
Πηγή: zografiki-yannisstavrou.blogspot.com

[Ενότητα Συμπτώσεις]

Θεσσαλονίκη

I. Τοπίο

Πολιτεία καταχωμένη σε συσσωρεύσεις,
Πολιτεία διάφωτη σα μες στη νύχτα,
Μεταφυσική, ανυπόστατη, αμφιβολία.

Μες στην αφή, στα πράγματα, είν’ ένας ουρανός.

Μες στην υπόσχεση, στα όνειρα, είν’ ένας δεύτερος.

Ο άλλος μυστικός, απρόσιτος, σαν τους Αγίους.

Μπορούμε να τον υποκαταστήσουμε
Με κείνο το γαλάζιο στις παλιές εικόνες,
Ή μ’ ένα σύμβολο διαστατό – ένα πρόσωπο,
Μονάχο, ανακλώμενο σ’ ερήμους από φως.

Οι άνθρωποι βλέπουν μέσα τους.

Οι γυναίκες περνούν κι αφήνουν,
Σα να ’σαι η εμπιστευτική τους διαμονή,
Κάτι σα φέγγος μελιχρό, που σε διαπερνά,
Σε συνοδεύει στις περιπλανήσεις σου, χαμηλωμένος φωτισμός.

Εδώ μπορεί να υπάρχεις και να μην υπάρχεις.
Να σβήνεις και να χάνεσαι.
Να περπατείς και να βουλιάζεις.

Μπορείς να λάμπεις, να προσεύχεσαι, ή ν’ αντηχείς σαν τις καμπάνες.

Από τη συλλογή Συνομιλίες (1953) του Γιώργου Θέμελη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Γιώργος Θέμελης