Σταύρος Ξαρχάκος & Μάνος Ελευθερίου, Η μπαλάντα των φονιάδων

Η μπαλάντα των φονιάδων

Μουσική: Σταύρος Ξαρχάκος
Στίχοι: Μάνος Ελευθερίου
Πιάνο: Νεοκλής Νεοφυτίδης
Ερμηνεία: Σταύρος Ξαρχάκος
Εικονογράφηση: Γιώργος Ρόρρης
Παραγωγή: Παρασκευάς Καρασούλος
Δίσκος: Σταύρος Ξαρχάκος | 7 ελεγείες και σάτιρες για φωνή και πιάνο (Μικρή Άρκτος, 2017)

Μια νύχτα σκοτεινή
που κλαίγαν οι βοριάδες
εβγήκαν τρεις φονιάδες
να βρουν την αφορμή
και να πληρώσει ο φταίχτης
για το κακό της Πέμπτης

Τους βγήκε ρετσινιά
πως σπάσανε μια θύρα
και δέσανε μια χήρα
και χάθηκαν λεφτά
που φύλαγε στο στρώμα
με την ψυχή στο στόμα

Και πήραν τον παπά
τον δάσκαλο το Φώτη
–του κόσμου τα διότι–
και μπρος στο ιερό
γονατιστοί μπροστά τους
λεν τα πατερημά τους

Και βάζουνε γραφιά
τον διάκο να συντάξει
το Πρακτικό με τάξη
πως έφταιξε ο βοριάς
που φύσηξε τη νύχτα
και πήρε τόσα σπίτια

Λοιπόν, εις το εξής
να πάψουν οι χαφιέδες
μέσα στους καφενέδες
και μη συκοφαντεί
ως ο καθένας βλέπει
φονιάδες καθώς πρέπει

Σταύρος Ξαρχάκος & Μάνος Ελευθερίου, Το δηλητήριο που πίνεις

Το δηλητήριο που πίνεις

Μουσική: Σταύρος Ξαρχάκος
Στίχοι: Μάνος Ελευθερίου
Πιάνο: Νεοκλής Νεοφυτίδης
Ερμηνεία: Σταύρος Ξαρχάκος
Εικονογράφηση: Γιώργος Ρόρρης
Παραγωγή: Παρασκευάς Καρασούλος
Δίσκος: Σταύρος Ξαρχάκος | 7 ελεγείες και σάτιρες για φωνή και πιάνο (Μικρή Άρκτος, 2017)

Πάνω στην κόκκινη κουβέρτα
ρίχνεις πασιέντζες μοναχή
και ξαναρχίζεις την κουβέντα
με την χαμένη σου ψυχή

Κι ένας ρεμπέτης στρατηλάτης
λεν τα χαρτιά σου πως θα ’ρθει
σαν νικημένος τρομοκράτης
μπροστά σου να προσευχηθεί

Το δηλητήριο που πίνεις
είναι για σένα γιατρικό
κι όπως τη χρήση ασπιρίνης
το ’χει η καρδιά σου εφεδρικό

Το φόρεμά σου στην κρεμάστρα
μυρίζει πεύκο κι εξοχές
κι όλο ξηλώνει χάντρα-χάντρα
σε κάθε στάλα απ’ τις βροχές

Κι ούτε σου βγαίνουν οι πασιέντζες
κι ούτε κανείς τηλεφωνεί
και μόνο μέσα απ’ τα τραγούδια
ακούς ερωτική φωνή

Το δηλητήριο που πίνεις
είναι για σένα γιατρικό
κι όπως τη χρήση ασπιρίνης
το ’χει η καρδιά σου εφεδρικό

Ανέστης Ευαγγέλου, Ο Ιησούς εγκαταλείπει τον πατέρα του

Ο Ιησούς εγκαταλείπει τον πατέρα του

Βρήκα χτες βράδυ το Χριστό,
ρακένδυτο, σε μια γωνιά να ζητιανεύει.

Ήταν ισχνός και κάτωχρος, μες στο δριμύ
ψύχος του φετινού χειμώνα, αξύριστος,
τα δόντια του χτυπούσαν, βήχας φριχτός
του ξέσκιζεν αλύπητα το στήθος.

Καθίσαμε σ’ ένα παγκάκι κι έβγαλα
κονιάκ από το πανωφόρι μου και του έδωσα.

Μάλωσα με το γέρο μου, αδελφέ μου,
τα βρόντηξα όλα κι όπως όπως τώρα
στου λιμανιού τα στέκια αυτά τη βγάζω,
μου είπε και μου ζήτησε τσιγάρο.

Από τη συλλογή Η επίσκεψη και άλλα ποιήματα (1987) του Ανέστη Ευαγγέλου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Ανέστης Ευαγγέλου

Ανέστης Ευαγγέλου, Το φεγγάρι

Το φεγγάρι

Πότε θα κουραστείς και θα με λησμονήσεις;
ρώτησα το φεγγάρι.
Δεν τιμωρήθηκα αρκετά;
Άλλος δεν είναι
που όμοια να σε προκάλεσε για ν’ αποσπάσει
την προσοχή και τα χτυπήματά σου;

Δεν θα σου ξαναρίξω πέτρες –σου τ’ ορκίζομαι
θα είμαι καλό παιδί
και θα κοιτάζω μόνο τα μαθήματά μου.

Εσύ δεν είσαι σαν τους άλλους, είπε αργά
και βαθιά λυπημένο το φεγγάρι,
εσύ έχεις αίμα φεγγαρίσιο
εσένα πάντοτε θα σ’ αγαπώ.

Από τη συλλογή Η επίσκεψη και άλλα ποιήματα (1987) του Ανέστη Ευαγγέλου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Ανέστης Ευαγγέλου

Ανέστης Ευαγγέλου, Υπεραστική συνδιάλεξη

Υπεραστική συνδιάλεξη

Εχτές το βράδυ μου τηλεφώνησε
ο πατέρας μου.
Στείλε μου μερικά
πενηνταράκια ούζο, μου είπε,
και καναδυό κούτες τσιγάρα
σέρτικα, να κάθουμαι τα βράδια
να σας συλλογιέμαι.
Και –να μην
το ξεχάσω– και πεντέξι δίσκους
φωνογράφου μ’ εκείνα τα παλιά, ξέρεις,
ποντιακά τραγούδια, τα λυπητερά.

Εδώ στα ξένα δύσκολα περνούν οι μέρες
και πού να βρεις τσιγάρα, ούζο και τραγούδια
της πατρίδας, στα μαγαζάκια τ’ ουρανού.

Από τη συλλογή Η επίσκεψη και άλλα ποιήματα (1987) του Ανέστη Ευαγγέλου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Ανέστης Ευαγγέλου

Ανέστης Ευαγγέλου, Χέρια

Χέρια

Χέρια του έρωτα ανυπόμονα, όλα
να τα γνωρίσουνε, για ν’ απομείνουνε και πάλι άδεια

χέρια που υψώνονται γροθιές σε διαδήλωση, ενωμένα
και φεύγει νικημένη η μοναξιά

χέρια που με τα νύχια χάραξαν στους υγρούς τοίχους
των φυλακών ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ Ή ΘΑΝΑΤΟΣ και τώρα
εγγράφουν κέρδη και ζημίες σε λογιστικά βιβλία

χέρια των νηπίων σπαραχτικά γιατί όταν
μεγαλώσουν θα γίνουν χέρια συναλλαγής
και χέρια
άπρακτα των ανθρώπων όταν αμίλητοι
κάνουνε το σταυρό τους ή βγάζουν το καπέλο τους
μπροστά στο μυστηριακό και το αναπότρεπτο.

Από τη συλλογή Η επίσκεψη και άλλα ποιήματα (1987) του Ανέστη Ευαγγέλου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Ανέστης Ευαγγέλου

Ανέστης Ευαγγέλου, Κέντημα

Κέντημα

Καθώς χαράζουνε το δέντρο της μαστίχας
με ξυραφάκι ή με μαχαίρι κοφτερό
και κέντημα το λεν
κι εκείνο βγάζει δάκρυ που ευωδάει
και το μαζεύουν κόμπο κόμπο–
όμοια
με ξυραφάκι και μαχαίρι κοφτερό
χαράχτηκε απ’ τα χρόνια η ζωή μου
κι απ’ του κορμιού μου τις ρωγμές ανάβλυσαν
σταλιά σταλιά οι λιγοστοί μου στίχοι.

Από τη συλλογή Η επίσκεψη και άλλα ποιήματα (1987) του Ανέστη Ευαγγέλου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Ανέστης Ευαγγέλου

Ανέστης Ευαγγέλου, Λουκάς Βενετούλιας


Λουκάς Βενετούλιας, Οδός Δωδεκανήσου (λάδι) [Δημοτική Πινακοθήκη Θεσσαλονίκης]

Λουκάς Βενετούλιας

Κύριε, ανάπαψέ τον με τους δίκαιους.
Το κόκκινο
που τόσο αγάπησε, κι από τα χέρια του
παρήγορα έλαμψε ευγενέστερο των ρόδων,
δεν ήταν μόνο της ιδέας που τον αξίωσε
αδελφικά να σμίξει με συντρόφους, φεύγοντας
–όσο αποφεύγεται με τέτοια, όσο ξορκίζεται–
την κοινή μοίρα.
Το κόκκινο, που τόσο αγάπησε,
ήταν η αθώα καρδιά του που αγρυπνούσε
τις νύχτες που η αγαπημένη του Θεσσαλονίκη
γλυκοκοιμόταν, και μυστικά, δίχως παράπονο,
μάτωνε για τ’ ανθρώπινα.
Κύριε, αν υπάρχεις,
κι ένα ολιγόπιστο μπορείς ν’ ακούς, κατάταξέ τον
–ότι πολύ μαρτύρησε η ψυχή του για την ομορφιά
και στον τροχό οσιώθηκε το φτωχό σώμα–
κατάταξέ τον με τους δίκαιους κι ανάπαψέ τον.

Από τη συλλογή Η επίσκεψη και άλλα ποιήματα (1987) του Ανέστη Ευαγγέλου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Ανέστης Ευαγγέλου

Ζωή Καρέλλη, Ηδυπάθεια


Salvador Dali, Rosa Meditativa (1958)
Πηγή: dalipaintings.com

Ηδυπάθεια

Στο χέρι κρατούσε ένα ρόδο ανοιγμένο,
ένα ρόδο πολύ ανοιχτό.
Στο πρόσωπό της είχε το στόμα
μισοανοιχτό και τα χείλη ανοίγαν
στη θήκη γεμάτη χυμό
των δοντιών, τα ρόδινα ούλα
έφεγγαν, κοκκίνιζαν χωρίς ντροπή,
όπως το σπασμένο ρόδι, τ’ ανοιχτό ρόδο.

*

Οι ωραίες γυναίκες είναι
λουλούδια και καρποί μαζί.
Μη ζητάς πιο πολύ,
όταν η ζωή σού χαρίσει
το ένα και τ’ άλλο.
Η ανάμνησή τους είναι
που ξυπνάει την αγιάτρευτη στέρηση.
Απ’ αυτήν θρέψε την ακούραστη
ψυχή, ανθρώπινη,
της φαντασίας.

Από τη συλλογή Παραμύθια του κήπου (1955) της Ζωής Καρέλλη

Πηγή: Τα ποιήματα της Ζωής Καρέλλη, τόμος πρώτος (1940-1955) [Οι εκδόσεις των φίλων, Αθήνα, 1973]

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Ζωή Καρέλλη

Ζωή Καρέλλη, Μουσικότητα


Γιάννης Σταύρου: Μετά τη βροχή, Θεσσαλονίκη (λάδι σε καμβά)
Πηγή: yannisstavrou.blogspot.gr

Μουσικότητα

Έμορφη μουσικότητα των φθινοπωρινών
ημερών στη Θεσσαλονίκη,
όταν η βροχή πέφτει πότε πυκνή,
αραιώνει κι’ ύστερα πάλι
πυκνώνει η ασημένια βροχή,
των πρώτων φθινοπωρινών ημερών,
διάφανη και λεπτή τόσο, σαν

σιγανή μουσική ομιλία γυναικών
στο φθινόπωρο της ζωής των.
Εκείνων των γυναικών που μένουν
ήσυχες και σιωπηλές, μοιάζουν,
λιγάκι περήφανες ή μελαγχολικές
και κάποτε, όταν μιλήσουν,
βιάζονται να πουν εκείνο
που ζητούν ίσως να λησμονήσουν.

Από τη συλλογή Παραμύθια του κήπου (1955) της Ζωής Καρέλλη

Πηγή: Τα ποιήματα της Ζωής Καρέλλη, τόμος πρώτος (1940-1955) [Οι εκδόσεις των φίλων, Αθήνα, 1973]

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Ζωή Καρέλλη

Ζωή Καρέλλη, Κασσάνδρα


Johann Heinrich Wilhelm Tischbein, Ajax and Cassandra, 1806
Πηγή: wikipedia

Κασσάνδρα (απόσπασμα)

Τ’ είν’ αυτά, τα μαύρα περιστέρια
που στα χέρια κρατάς, Κασσάνδρα;
Ποια θυσία ‘τοιμάζεις περίεργη, ανήκουστη;
Θα γίνουν κοράκια τα πένθιμα τούτα πουλιά
και θα σου ξεσκίσουν σε λίγο
τα σωθικά σου, τα βλέμματα.
Διώξ’ τα να φύγουν απ’ την αγκαλιά σου,
διώξ’ τα να φύγουν μακριά.
Τίποτα καλό, χαρούμενο δεν προμηνούν
στην ανήσυχη τόσο ψυχή μας.
Σπρώξ’ τα από πάνω σου, κόρη του βασιλιά,
να μη σκαλώνουν απάνω σου,
τ’ άγρια μαύρα πουλιά.

Ποιες Αιτίες είδες, Κασσάνδρα
και πόσο ανησυχείς και παθαίνεσαι;
Σα φάντασμα τριγυρνάς ανάμεσά μας,
μ’ άλλου κόσμου φαντάσματα συνοδειά.
Πόσο μας τρομάζεις, πόσο μας τρομάζεις…
Σα να πρόκειται εσύ πια να τα πεις όλα,
σαν να ξέρεις της ζωής τα μυστικά
και του θανάτου πραγματικά πράγματα.
Τις μας ενοχλείς με λόγους βαρείς,
τα πεπρωμένα και τέτοια και τέτοια.
Τίποτα δεν θ’ αλλάξει ό,τι κι αν πεις εσύ.

Ακόμα κι εμείς ακούμε
τα μυστικά περπατήματα της μοίρας,
μη θαρρείς πως αισθήσεις δεν έχουμε
τέτοιες της ψυχής προαισθήσεις,
εμείς όμως θέλουμε να τα ξεχάσουμε όλα.
Κόρη με το χαμένο βλέμμα,
με τη βαθιά μελαγχολία στο πρόσωπο,
σε βαρεθήκαμε στους χρόνους, στους καιρούς
που επανέρχονται ίδιοι, γιατί
ποτέ οι άνθρωποι δεν είναι διαφορετικοί.
Ξυπνούν ένα πρωί,
νέοι, ωραίοι, όπως είναι ο αδελφός σου,
όπως είναι οι ξένοι Αχαιοί,
που ο απερίσκεπτος νέος πρόσβαλε,
ξυπνούν οι άνθρωποι κι αισθάνονται
όλη την ηδονή, της ζωής τη δύναμη,
λησμονούν της ζωής τη διδαχή.

Εσύ, τι τριγυρνάς τώρα ανάμεσό μας
και δε μας αφήνεις ήσυχους;
Μήπως της καλλονής η αίγλη
ξύπνησε μέσα σου άλλα αισθήματα
κι εσύ δεν ξέρεις να τα χαρείς;
Βρίσκεις άλλης ζωής ομιλήματα
να πεις στους ανθρώπους,
τους μεθυσμένους από τη δύναμή τους.

Τι θέλεις να πεις, τι θέλεις;
Εμείς, εμείς, εμείς
αισθανόμαστε τούτη τη δύναμη
κι ούτε μπορούμε να διαλέξουμε άλλη.
Έχουμε βαρεθεί την οδύνη
και τις ύπουλες καλές πράξεις,
την υπομονή και τ’ άλλα των ανθρώπων
καμώματα, που δεν έχουν παραδεχτεί
την ακέριαν αξία τους.
Εμείς μπορούμε και να πούμε,
πως ο θάνατος είν’ άλλη ζωή, πιο ένδοξη.
Για να παρηγορηθούμε, τι δε σοφιζόμαστε.
Εσύ όλο τα ίδια λες,
καταστροφή, τιμωρία, καταστροφή.

Τ’ είν’ αυτά τα μαύρα κοράκια,
που στα χέρια κρατάς,
αντίς τα περιστέρια της Κύπριδας;
Θυσίες, θυσίες,
ως πότε να θυσιαζόμαστε πρέπει;
Τι να φυλάξουμε;
Τουλάχιστο θα ζήσουμε τώρα εμείς.
Κι ο Πρίαμος δεν του είπε κανείς
τόσα παιδιά ν’ αποχτήσει,
για ν’ ακούονται οι φωνές της Εκάβης
στης γης τα πέρατα,
στης επιστροφής τα χρόνια.
Ας έρθουν οι φλόγες της καταστροφής.
Όλα μέσ’ στης ζωής τα βήματα είναι.
Μήπως εμείς διαλέγουμε τίποτα!
Κασσάνδρα, Κασσάνδρα,
είναι τα λόγια σου φρόνησης περιττής,
η θέλησή μας δε φτάνει.
Πάψε να διαλαλείς τη δυστυχία μας.
Έτσ’ ή αλλιώς θα πεθάνουμε.
Κανείς δε θα σ’ ακούσει.

Η μοναξιά σου είν’ αμετάκλητη.
Στον απρόσιτο ζεις χώρο, εκείνου
που στην έρημο μέσα μιλεί.
Άφησέ μας στη μοίρα μας.
Κανένας δε θα μάθει ποτέ,
τίνος είν’ η καλλίτερη.

Απ’ όλα της μαντικής τα χαρίσματα
που μπορείς νάχεις,
άκουσε,
εκείνο που χρειαζόμαστε τώρα,
άκουσε, είναι της ηδονής το χαμόγελο,
για να ξεχνούμε τις δίβουλες αρετές,
για να μη βλέπουμε φαντάσματα,
για να μη σκεφτόμαστε παράξενες διαφορές,
μεταλλαγές ίδιες, στροφές απαράλλαχτες
στην οδύνη, στην προσπάθεια, στην προσμονή,
στην αδάμαστη του χρόνου ροή.
Όχι τα μελαγχολικά, φοβερά σου μάτια,
που παν και βλέπουν,
ποιος ξέρει ποια μέλλοντα,
μα τα έμορφα χείλη των γυναικών,
όπου ανάμεσα λάμπουν τ’ άσπρα τους δόντια,
σαν αμύγδαλα δροσερά.
Η ζωή μάς ανήκει,
το μέλλον ανήκει στους θεούς,
αυτούς θα ξεπεράσουμ’ εμείς;

Είν’ αμαρτία, να μη ζεις
πλήρη της ζωής την γλυκιάν αμαρτία.
Τι περιμένεις; Ποια να φανερωθεί σημασία;

[…]

Από τη συλλογή Κασσάνδρα κι άλλα ποιήματα (1955) της Ζωής Καρέλλη

Πηγή: Τα ποιήματα της Ζωής Καρέλλη, τόμος πρώτος (1940-1955) [Οι εκδόσεις των φίλων, Αθήνα, 1973]

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Ζωή Καρέλλη

Ζωή Καρέλλη, Το πλοίο


Claude Monet, Les Bateaux rouges, Argenteuil, 1875
Musée de l’Orangerie
Paris Collection Jean Walter et Paul Guillaume
Πηγή: intermonet.com

Το πλοίο

Οι εκδοχές όλες υπάρχουν,
της φαντασίας περιοχές,
απ’ όπου περνάς,
όπου πήγες κι όπου θα πας.

Τρικυμίες πολλές, τιμωρίες,
η γαλήνη αδιάφορη, πυκνή
κι οδυνηρή κάποτε.
Κι ύστερα πάλι σαν αρχή,
ξεκίνημα πάλι, απ’ την αρχή…
Ως πότε μπορεί ν’ αρχίζει
κανείς τη ζωή του;
Καθώς ξεκινά πάντοτε, την αχάραχτη αυγή,
αφήνοντας το ξένο λιμάνι,
όπου ηδονικά, ίσως έχει ξεκουραστεί.

Αφού ακόμα και την επιστροφή
έχεις φανταστεί.
Εσένα που ξέρεις τι σε περιμένει,
τι σου απομένει να κάνεις;
Πού θα πας,
πού να βρεθείς θέλεις;
Για σένα δεν υπάρχει ούτε Ιθάκη,
δεν υπάρχει επιστροφή πραγματική
για σε που γνωρίζεις,
πως η πορεία του πλοίου υπάρχει,
μονάχα η ζωή σου για να ξοδευτεί.

Τι σου ψιθυρίζει λοιπόν
η φοβερή εκείνη φωνή,
καθώς η ψυχή σου οδηγεί
την πορεία του πλοίου;
Τι λοιπόν σου έχει πει,
μίλησε…
Δεν σου δίδαξε ακόμα
η αποτρόπαια αυτή και θαυμάσια φωνή,
πως μονάχα η σιωπή μπορεί
να χορτάσει την αστείρευτη δίψα σου
για την ιδανική πλάνη;

*

Κόγχη ερωτική της αγάπης, ύλη
η γη θα σκαφτεί, μήτρα πρωτόγονη
θ’ ανοίξει, για να δεχτεί και μαζί
να προβάλλει τον έφηβο άγγελο.

Εκείνη, με τη δική της δύναμη
τον καλεί κι εκείνη τον ανυψώνει.
Τόσο τον έχει αγαπήσει,
που τον περιμένει πάλι να ‘ρθεί.
Έρωτα θα τον γεννήσει, μορφή
του δικού της παρόντος παιδί.

Του πνεύματος ύλη,
πνεύμα της ύλης,
της αντάμωσης δόξα,
προσφορά και παραδοχή.

Από τη συλλογή Το πλοίο (1955) της Ζωής Καρέλλη

Πηγή: Τα ποιήματα της Ζωής Καρέλλη, τόμος πρώτος (1940-1955) [Οι εκδόσεις των φίλων, Αθήνα, 1973]

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Ζωή Καρέλλη

Ζωή Καρέλλη, Υπαρκτικά (I)


Sir Frank Dicksee, Romeo and Juliet, 1884
Πηγή: wikipedia

Υπαρκτικά

I

Η αμαρτία, δεν ξέρω, το αμάρτημα,
τόσο πολύ δεν γνωρίζω,
αυτόν τον φοβερό, διπλόηχο καιρό,
όπου συγχωρώ τις πιο, δυνάμεις, αντίθετες,
εχθρικές και πότε αδρανώ
πότε ολόκληρος τρέμω,
καθώς βλέπω τις διπρόσωπες καλλονές τους,
ταράζομαι σύγκορμος απ’ τις ίδιες
διαφορές τους, τόσο επίμονες
συμπλοκές κι αγκαλιάσματα ύπουλα
που μοιάζουν τον έρωτα,
που θυμίζουν θανάτους…

Η αμαρτία, το αμάρτημα
ηδονικά ή απαίσια γυμνό
και δεν μπορώ να το ιδώ
και δεν μπορώ να το καταλάβω,
πώς να επαναλάβω λόγια ίδια
σε καιρό διαφορετικό!

Δε βλέπω την αδυσώπητη σημασία,
δεν γνωρίζω απάνω τους τη φοβερή τιμωρία.
Μαζί και τα δυο,
μαζί σε δεσμό τόσο δυνατό,
που με δέος νομίζω πως τούτο,
αυτό είναι του κόσμου ο έρωτας.

Από τη συλλογή Το πλοίο (1955) της Ζωής Καρέλλη

Πηγή: Τα ποιήματα της Ζωής Καρέλλη, τόμος πρώτος (1940-1955) [Οι εκδόσεις των φίλων, Αθήνα, 1973]

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Ζωή Καρέλλη

Ζωή Καρέλλη, Το δέντρο


Claude Monet, Poplars, 1891
Πηγή: famousartistsgallery.com

Το δέντρο

Απλώνω σαν κλαδιά, σα φύλλα,
εντυπώσεις γύρω στο κορμί μου, αναμνήσεις
θρουν, κρούονται, κινούνται
ήσυχα ή σφοδρά.

Μοιάζουν ίδια τα κλαδιά,
όμως ο άνεμος της ζωής
με παιχνίδια και με φώτα,
δείχνει τη διαφορά τους.

Μοιάζουν κι όλες οι μέρες
που περνούν απάνω μου.
Με τριγυρίζ’ η μέρα,
η νύχτα μ’ αγκαλιάζει.

Λυγούνε τα κλαδιά, τα φύλλα,
οι αναμνήσεις, οι εντυπώσεις μου συγκρούονται
φωλιάζουν μυστικά πουλιά
φωνές κρυφές, στα πιο πυκνά,
πυκνόφυλλα κλαδιά της φαντασίας.

Σα φτάσει η καταιγίδα
ο στολισμός μου δέρνεται.
Όρθιο το κορμί στυλώνεται,
μένει ακίνητη ψυχή κι αυξαίνει,
σα ν’ αδιαφορεί για την περιβολή μου…

που παρέρχεται και θα ξανάρθει,
μαραίνεται και πέφτει,
για να φουντώσει πάλι η ζωή μου.

Από τη συλλογή Το πλοίο (1955) της Ζωής Καρέλλη

Πηγή: Τα ποιήματα της Ζωής Καρέλλη, τόμος πρώτος (1940-1955) [Οι εκδόσεις των φίλων, Αθήνα, 1973]

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Ζωή Καρέλλη

Ζωή Καρέλλη, Χορικό


Giovanni Baglione, Amor sacro e amor profano, 1602
Πηγή: wikipedia

Χορικό

Εσύ που ξεκινάς απ’ τ’ άγνωστο,
δύναμη αβάσταχτη που μας βαστάς,
τα πιο ανόμοια κυβερνάς μαζί
τα σέρνεις και τα φέρνεις από μακριά,
εσύ τα οδηγείς προς τη συνάντηση.

Απάντηση δική μας δε ζητάς,
εσύ τη θέληση και το μυαλό ποτίζεις,
την άρνηση νικάς, σμίγεις
όσα εχθρεύονται και τα εμπόδια
καταλύεις, με τίποτα δε σταματάς.

Μας τυραννάς κι όμως ούτ’ η χαρά
ούτ’ η ευφροσύνη, ποτέ η γαλήνη
τη δική σου δε θα φτάσει δύναμη.
Γίνεται η ζωή μας η αδύναμη
ακέρια επιμονή, εσύ σαν το ζητάς.

Ακατανίκητη εσύ,
του κόσμου μυστική προσπάθεια,
η αχάλαστη και νίκη στου θανάτου
την επιβολή, ευλογημένη
ώρα υπέροχη, ξεχωριστή,

ποιος στην ορμή σου αντέχει;
Ποιος είν’ εκείνος που μπορεί να πει
σαν τον κατέχ’ η δόξα σου,
πως από σένα δεν υπάρχει
και για σένα δεν υπάρχει;

Χάρη ανήσυχη κι ανένδοτη,
εσύ τα πάντα δίνεις κι εσύ
τα δέχεσαι, αρχή εσύ
και σαν επιστροφή ακόμα,
στροφή μαζί και σταθερότητα ακίνητη.

Με σένα σβήνει ο χωρισμός
που τους ανθρώπους αφανίζει
κι η σημασία σου εκείνον τον καημό
καταλαγιάζει που σώμα και ψυχή
αλαλιάζει σε μυστικό και φανερό παλμό,

δεχόμαστε τον ορισμό κι όταν
παλεύουμε, σε θέλουμε κι όταν
γυρεύουμε από σε ν’ απαλλαχτούμε,
ακόμα πιο πολύ σ’ αποζητούμε
και σένα έχουμε οδηγό!

Τη φτώχεια παραλλάζεις, την ασκήμια μας,
μέσ’ απ’ τα μάτια μας αλλιώς κοιτάζεις.
Συντρίμμι αν είμ’ εγώ κι απομεινάρι
συνέρχομαι και να αισθανθώ
μπορώ την πάσαν αρμονία.

Μέθη οξύτατη που δεν την φτάνει
καμιά συμφωνία γνωστική. Κατάφαση
μοναδική συναίνεση, παντοτινή νεότητα,
συ ο ρυθμός και της ζωής το ρεύμα
το αλάθητο, ο αριθμός ο ένας και διπλός.

Εσύ που είσαι η μοναδική υπερβολή,
μας αψηλώνεις και προβαίνουμε,
στην αδυσώπητη στιγμή μας
της υπακοής, εσύ λυγίζεις την πάσα
θέλησή μας. Όταν ολόκληρος

ο άνθρωπος δεν ξέρει να δεχτεί
αληθινό το κάλεσμα, που φαίνεται
γνωστό και πάντα είναι το πιο κρυφό
κι όσο κρυμμένο, τόσο πιο αδάμαστο
κι απείραχτο κι αμείλιχτο και θαυμαστό,

σημαδεμένος μένει, στερημένος
από το δώρο της ζωής το αδιάλλαχτο
και το πιο διαλεχτό.

Από τη συλλογή Το πλοίο (1955) της Ζωής Καρέλλη

Πηγή: Τα ποιήματα της Ζωής Καρέλλη, τόμος πρώτος (1940-1955) [Οι εκδόσεις των φίλων, Αθήνα, 1973]

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Ζωή Καρέλλη

Ζωή Καρέλλη, Τα θαύματα


Giuseppe Salviati, The Raising of Lazarus, 1540-1545 (oil on canvas)
Fondazione Querini Stampalia, Venice
Πηγή: wikipedia

Τα θαύματα

[Ενότητα Εικονίσματα]

Δεν είμαστε πλασμένοι
για να βλέπουμε τα θαύματα,
να τα γνωρίσουμε δεν ημπορούμε.
Τόσο μικροί κι ασήμαντοι
για το ανέλπιστα μεγάλο,
δεν καταλαβαίνουμε το θαύμα
που εκτελείται με το φτωχό μας σώμα βοηθό.
Ύστερα το μαθαίνουμε.
Γι’ αυτό μας βοηθούν τα οράματα.

Από τη συλλογή Χαλκογραφίες και εικονίσματα (1952) της Ζωής Καρέλλη

Πηγή: Τα ποιήματα της Ζωής Καρέλλη, τόμος πρώτος (1940-1955) [Οι εκδόσεις των φίλων, Αθήνα, 1973]

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Ζωή Καρέλλη

Ζωή Καρέλλη, Επίκληση


Michelangelo Merisi da Caravaggio, The Annunciation, 1608-1609 (oil on canvas)
Musée des beaux-arts de Nancy
Πηγή: wikipedia

Επίκληση

[Ενότητα Εικονίσματα]

Γραφή ωραιότητας, εικόνα πανέμορφη
Μαρία Παρθένος, χαίρε.
Η άφθονη χάρη σου
ας χαρίσει στη μαραμένη καρδιά μας
τη χαρά. Το πλήθος της πικρίας
απόγινε, τα πικρά λόγια μας
μαρτυρούν, φαρμακώνουν την ψυχή μας.
Μην αποστρέψεις τη ματιά σου
που βαθιά εξετάζει,
απ’ τη μάταιη μοίρα μας.
Πλήθος τ’ αμαρτήματα και το σώμα
βαρύ, καρπός που χάλασε.
Αδιάρρηκτη, άρρηκτη, άρρητη δωρεά,
αμόλυντη μητέρα, εσύ που φέγγεις
με την απλήν εμορφιά, γραφική
η του προσώπου σου, δίσκος ηλιακός,
στα σκοτεινά μας σπλάχνα που αστράφτει
φως ας είναι η αγάπη σου
εντός μας, πνοή ζωηρή, ανανέωση,
άνεμος δροσερός για την πύρα,
που τα πάθη πυρά αναμμένα,
δίχως να οδηγούν πουθενά
κατακαίουν τα σωθικά μας.

Ελπίδα που φέρνεις τη νίκη,
μπρος στην εικόνα σου προσπαθώ
τη συντριβή μου να φέρω
στο στόμα μου τ’ όνομά σου
μεταλαβιά και μετάνοια
ν’ αγγίξω ξανά την αρχή,
παρακαλώντας σε αγγίζοντας παρακαλεστικά
μ’ ευλάβεια, με το βλέμμα πασχίζοντας
να υψωθώ προς το σχήμα σου.

Άβατο μυστήριο, νικήτρια, αβασίλευτη
απλή δόξα, αλώβητη, αλάβωτη,
ασύγχιστη, διαυγής βοήθεια
για κείνους που πιστεύουν και σου ανήκουν.

Η αδυναμία μου δύναμη έγινε.
Μακριά σου με τραβούν
οι άπειροι, σκληροί λογισμοί.
Οι παραλογισμοί, πλήθος, αλαλάζουν,
την απιστία νίκη την κράζουν.
Άφθαρτη, στυλώνεις το φέγγος εσύ
της καθαρότητας στη μορφή σου
που γράφεται πολυπόθητη ανάγκη
μέσ’ στη ρημαγμένη καρδιά μας.
Μειλίχια εικόνα της άκρατης οντότητας,
της κραταιότητας της ψυχής οδηγήτρια,
μη βλέπεις την αμαρτία μας,
την ύπουλη σκληρότητά μας, υποχωρητική.
Άκουσε Συ, η αιώνια μητέρα,
τις προσκλήσεις που φωνάζουμε, καλούμε,
υμνούμε τη φωνή που σε ονομάζει.
Παρακαλούμε, δεν ξέρουμε την παράκληση
να λησμονήσουμε που τη δύναμή σου ομολογεί
κι ελέγχει τη δική μας αδυναμία.

Ουσία της ζωής μας η αυθόρμητη πίστη
σε Σένα, συνέχεια της γνώσης μας, κληρονομία
και παράδοση εντός μας
και παντού γύρω μας, συναίνεση.

Μαρία, μητέρα του κόσμου,
κόσμημα, δείγμα της αγάπης,
πολύτιμη ανάγκη, τόλμημα της ψυχής,
αποτέλεσμα απ’ τα δάκρυα,
αξιόπιστο βλέμμα της αλήθειας.
Συ, η ζωή που τη δύναμη αναγεννά
τ’ ωραίο φως που δεν πονά
στ’ ακάλυπτα μάτια μας.

Κινώ προς εσένα «των ουρανών
πλατυτέρα» που προφταίνεις και φτάνεις
σ’ όλους και κανέναν δε στερείς,
για όλους υπάρχεις και συνδέεις
και συγχωρείς, δέχεσαι
και πορίζεις τη δύναμη της ζωής,
τη συμβουλή και τη θέληση.

Ανάμνηση της χαράς, μνήμη, μνημείο
της αγάπης νικητήριο άσμα γλυκόηχο,
γνώμη, λογισμέ της αγάπης
που ενώνεις το πένθος και τη χαρά.
Αναφορά προς το πνεύμα,
προς τον Λόγον ξεκίνημα,
γεννήτρια του αγαθού πόθου.
Μοίρα διαλεχτή, ερμηνεία του πνεύματος,
ύλη και ουσία του Λόγου,
ορατή μητέρα του Λόγου,
αρχή τού Λόγου μέσα στο στόμα
του ανθρώπου ύμνος στην ομολογία
της αδυναμίας στην παραδοχή της ταπεινοσύνης.

Απαλλαγή απ’ της περιουσίας μας
τη φτώχεια, απ’ της περιωπής μας
τη φτωχική διαλογή, ανεξέλεγκτη
συ δύναμη ρέουσα και συμπαγής
συ, αχάλαστη διάρκεια.
Της γέννησης μορφή και διδασκαλία.
Ακατάβλητη διαταγή, συ χαρά
της υποταγής.
Κλίνω προς εσέ να σου προσφέρω
ζητώ ευχαριστήρια και δεήσεις,
βασίλισσα, βασιλική υποταγή,
παραδοχή και παροχή,
συνδιαλλαγή του ανθρώπου
προς τα καθαρό πνεύμα προσφυγή,
προσαρμογή, αρμογή, αρμονία.
Είδα την όψη σου και πίστεψα
στην καινούργια μορφή μου.

*

Θαυμάζω του Κυρίου μου τη δόξα!
Άγγελος ήρθε και μου έβαλε
τη φωνή μέσ’ στα σπλάχνα,
την ομιλία, για να μπορέσω
να μιλήσω, να ζήσω.

Χαρά
της απεριόριστης ζωής μου,
δώρα της πολλής φαντασίας μου,
βοήθησέ με, Κύριε της ζωής
να γνωρίσω το πρόσωπό μου
σ’ όλα τ’ ανθρώπινα πρόσωπα.
Λευκός ο άγγελος της αγάπης,
το φως, που περιέχει τα πάντα χρώματα.
Αγωνίες, αγώνας, να πιστέψω
στην αγάπη, που είναι όλα τα μίση
κι η πάλη μαζί
ενάντια στο θάνατο της ζωής.

Υπομονή της αγάπης
να μπορέσω να συγχωρέσω
την αμαρτία που εγώ φέρνω.
Ο άγγελος της αγάπης φέρνει
το μήλο και το κρίνο,
στην ίδια ανέγγιχτη παλάμη
σύμβολο καθαρό.

Από τη συλλογή Χαλκογραφίες και εικονίσματα (1952) της Ζωής Καρέλλη

Πηγή: Τα ποιήματα της Ζωής Καρέλλη, τόμος πρώτος (1940-1955) [Οι εκδόσεις των φίλων, Αθήνα, 1973]

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Ζωή Καρέλλη