Χ. Δ. Καλαϊτζής, Λευκή


Claude Monet, Peupliers au bord de l’Epte, 1890, oil on canvas (100 x 65 cm) private collection
Πηγή: intermonet.com

Λευκή

Λεύκα λευκή με λένε
λες και με γνώριζαν,

Στον λαιμό μου τα χαμηλά ακονίζω σύννεφα
βροχές υπότροπες και μεσημέρια.
Τραβάω τους κεραυνούς και καίγομαι
ορίζω ποταμούς που με ξηλώνουν.
– Όμως κάποτε πολύ αγάπησα τις συνήθειές μου.
– Τρέχει το φως κάτω στη ρίζα μου,
και καθρεφτίζει ήλιους το ποτάμι
νοσταλγώ τις φωνές μικρών πουλιών,
και δεν μπορώ τις νύχτες
του κρύου πριονιού και του χειμώνα.
– Κάποτε πολύ αγάπησα τις συνήθειές μου
και κάποια διπλανή μου,
που στ’ αψηλά την τράβηξε τ’ αστέρι.
Τώρα στον αγέρα τρίζουν οι φλούδες μου
και στην δροσιά τους θυμάμαι
τις τόσες φορές που με χαμήλωσαν.
Όμως οι ρίζες μου
είναι αυτές που τραβούν τα ποτάμια.

Από τη συλλογή Προπατορικά (2000) του Χ. Δ. Καλαϊτζή

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Χ. Δ. Καλαϊτζής

Advertisements

Γιάννης Καρατζόγλου, Επίλογος στο καλοκαίρι


Claude Monet: Meules, fin de l’été, effet du matin (1890, Musée d’Orsay, Paris)
Πηγή: www.intermonet.com

Επίλογος στο καλοκαίρι

Φυσάει βαρδάρης γέρνει τη φωνή σου
θρυμματισμένη μνήμη στην πόλη που αγαπήσαμε
κουβέντες καθημερινές χαμόγελα αφές
από τετραγωνικά εκατοστά του δέρματός σου
φυσάει αέρας και σκορπίζει τη ματιά σου
μέσα στη μνήμη –ό,τι σου ’δωσα και πήρα– μόνο
η καταχώρηση στο ημερολόγιο νωπή σχεδόν γραφή
κι αυτή θ’ αρχίσει λίγο-λίγο να ξεθωριάζει

Από τη συλλογή Ένα καλοκαίρι (1970) του Γιάννη Καρατζόγλου

Το ποίημα περιλαμβάνεται στην ενότητα Ο καιρός των ερώτων στη συγκεντρωτική έκδοση Πηγαίος κώδικας (2009) του Γιάννη Καρατζόγλου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Γιάννης Καρατζόγλου

Ζωή Καρέλλη, Μοναξιά

Lord Frederic Leighton, Solitude, c. 1890
Oil on canvas. Maryhill Museum of Art

Μοναξιά

Πού θα πάμε, ψυχή, μ’ όλη τούτη
την εξορία που μέσα μας φέρνουμε;
Μαζί μας κανένας κι η μοναξιά
έγινε τόσο παράξενη, που είναι ίδια
με τη συντροφιά των πολλών ανθρώπων.
Μιλάς και σωπαίνεις και τα πράγματα
μένουν αδιάλλαχτα, σα να μην υπάρχει
θέληση καμιά, να τα κυβερνήσει.
Αστειότερες, οι θλιβερές προσπάθειες,
γιατί τόση απαισιοδοξία;… Σαν το τίποτα
να μεγάλωσε, να φούσκωσε αλλόκοτα,
δείχνει ένα πρόσωπο παράφορο δίχως μορφή,
έτοιμο να σκάσει, να βγάλει απ’ το νου,
όλα τα πλήθη που το κρατούν
και τώρα διασπώνται, σαν το τίποτα
να γίνετ’ ένα μυρμήγκιασμα.

Α, τι αθλιότητα περιέχουν
τα μάτια της μοναξιάς!
Φύγετε τόσο μακριά,
που ποτέ να μη συναντήσετε πια
την μονάχην εικόνα σας,
καθώς φαίνεται, σήμερα, ολόκληρη.

Από τη συλλογή Φαντασία του χρόνου (1949) της Ζωής Καρέλλη

Πηγή: Τα ποιήματα της Ζωής Καρέλλη, τόμος πρώτος (1940-1955) [Οι εκδόσεις των φίλων, Αθήνα, 1973]

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Ζωή Καρέλλη