Χλόη Κουτσουμπέλη, Προς εαυτόν

Θάνος Μικρούτσικος & Οδυσσέας Ιωάννου, Θέλω τη μέρα που θα φύγεις
(τραγούδι: Χρήστος Θηβαίος / δίσκος: Ο Άμλετ της σελήνης (2002))

Προς εαυτόν

Προπάντων να φοράτε κόκκινο κραγιόν.
Ιδίως την ώρα της εγκατάλειψης.
Χρειαζόμαστε ένα στόμα
για να καταβροχθίσει τις λεπτομέρειες.
Τώρα που πια δεν λέει σ’ αγαπώ.

Από τη συλλογή Κλινικά απών (2014) της Χλόης Κουτσουμπέλη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Χλόη Κουτσουμπέλη

Advertisements

Θάνος Μικρούτσικος & Οδυσσέας Ιωάννου, Κράτα λίγο ακόμα

Κράτα λίγο ακόμα

Μουσική: Θάνος Μικρούτσικος
Στίχοι: Οδυσσέας Ιωάννου
Τραγούδι: Βασίλης Παπακωνσταντίνου
Δίσκος: Θάλασσα στη σκάλα (1999)

Ένα ελάφι έσκυψε σε δροσερή πηγή
κι ένα κορίτσι ξάπλωνε σε κρύα πεζοδρόμια
το ελάφι το σκοτώσανε δυο ξένοι κυνηγοί
και στο κορίτσι χίμηξαν αγέλες από χρόνια

Ξέρω καλά τι πέρασες
βλέπω σκιές στο σώμα
ξέρω νιώθεις πως γέρασες
μα κράτα λίγο ακόμα

Μία γοργόνα πέταγε στα κύματα γυμνή
κι ένα κορίτσι πήγαινε ελιές σ’ ένα μαντίλι
την πρώτη την καρφώσανε σε πλώρη με σπαθί
και οικοδόμοι χτίσανε την κόρη σε γεφύρι

Ξέρω καλά τι πέρασες
βλέπω σκιές στο σώμα
ξέρω νιώθεις πως γέρασες
μα κράτα λίγο ακόμα

Μία νεράιδα έπλενε ρούχα σε φυλακή
κι ένα κορίτσι ήτανε λίμνη σ’ αρχαίους χάρτες
η πρώτη έβγαλε φτερά και γύρισε τη γη
και το κορίτσι έγινε θεά σε μετανάστες

Ξέρω καλά τι πέρασες
βλέπω σκιές στο σώμα
ξέρω νιώθεις πως γέρασες
μα κράτα λίγο ακόμα

Θάνος Μικρούτσικος & Οδυσσέας Ιωάννου, Μικρές νοθείες

Μικρές νοθείες

Μουσική: Θάνος Μικρούτσικος
Στίχοι: Οδυσσέας Ιωάννου
Τραγούδι: Βασίλης Παπακωνσταντίνου
Δίσκος: Θάλασσα στη σκάλα (1999)

Ποτέ του δεν κατάφερε να βγει σε μια λιακάδα
και ζει με ό,τι περίσσεψε από ένα σκάρτο ποίημα
τα πρωινά σηκώνεται με μια βαριά ζαλάδα
και λέει πως τον ξύπνησε ένα μεγάλο κύμα

Κρεμάει τις αφίσες του στα παράθυρά του
κρύβει το φως μα κρύβει κι όλα τ’ άλλα
γιατί το μόνο που λαχτάρησε ως λάφυρά του
είναι μια θάλασσα να φτάνει ως τη σκάλα

Βάζει σημάδια με στιλό πάνω στον τοίχο του
μετράει το ύψος του που πόντο-πόντο χάνει
μα κάθε βράδυ όταν βγαίνει απ’ τον ύπνο του
στέκεται όρθιος και τρυπάει το ταβάνι

Είναι που ονειρεύεται πως φεύγει για ταξίδια
πως μπαίνει μέσα σε παλιές φωτογραφίες
ξέρει αν μπορούσε θα ’κανε μία απ’ τα ίδια
αλλά τι νόημα έχει το όνειρο χωρίς μικρές νοθείες

Γ. Ξ. Στογιαννίδης, Εσύ δε θα ’σαι

Θάνος Μικρούτσικος & Οδυσσέας Ιωάννου, Κράτα λίγο ακόμα
(ερμηνεία: Βασίλης Παπακωνσταντίνου / δίσκος: Θάλασσα στη σκάλα (1999))

Εσύ δε θα ’σαι

Εσύ δε θα ’σαι του κόσμου αυτού
μιλάς μιαν άλλη γλώσσα, δε σε καταλαβαίνω,
τα μάτια σου ονειρεύονται, δε βλέπουν
σα να μην έχεις σάρκα, αέρας είσαι
κι όμως υπαρκτή.
Σ’ ακούω τη νύχτα μουσική που αγρυπνώ
ανεβαίνεις ολοένα με κατακλύζεις φως.

Θα πρέπει να ’χεις υποφέρει πολύ.

Το συγκεκριμένο ποίημα του Γιώργου Στογιαννίδη δημοσιεύτηκε στο περιοδικό το τραμ (τεύχος 15, Νοέμβριος 1990).

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Γ. Ξ. Στογιαννίδης

Σάκης Σερέφας, Τρεις γάτες δρόμος

Θάνος Μικρούτσικος & Οδυσσέας Ιωάννου, Οι γάτες
(τραγούδι: Χρήστος Θηβαίος / δίσκος: Ο Άμλετ της Σελήνης (2002)

Τρεις γάτες δρόμος

Η πλαγιά τσιτωνόταν στον μαγιάτικο ήλιο…

Εδώ τριγύρω λεν οι πηγές
πως έστησαν τ’ αντίσκηνα οι Άγγλοι στον Πρώτο Πόλεμο.
Σκυφτός, τους έψαχνα.
Καμιά φορά
σκοντάφτεις σ’ έναν κάλυκα, μιαν αρβύλα ξεχαρβαλωμένη
κάνα κονσερβοκούτι βοδινού, σκύβεις το μαζεύεις
το κουβαλάς στο σπίτι σου, το παρατάς σε μια ντουλάπα
κι αυτό γεννοβολά. Τίποτα όμως.
Κάθισα σε μια κοτρόνα κάθιδρος. Ο ήλιος ζεματούσε.
Αγριολούλουδα, μυρμήγκια. Ξεθυμασμένες μύγες
κοχλάζαν μες στην αντηλιά. Τσιμέντα χυμένα σε σβουνιές.
Κάτω στην πόλη, οι βορινοί συνοικισμοί βροντόσαυροι
χώνευαν τα βράχια του βουνού. Σιγά σιγά ξεχώρισαν
οι δρόμοι και τα σπίτια. Να κι η ταράτσα
με το ερειπωμένο πλυσταριό, τα κάγκελα πλαγιάζουν πέρα δώθε
να ’στε οι δυο σας, πόσο άχαρα τινάζεις νεαρέ μου τα χαλιά
σκορπάν οι ναφθαλίνες λαμπυρίζουν
μπαίνουν στα μάτια σου κορώνουν

«αχ! Λησμονημένη!» ο βόγκος αντηχεί στ’ απομεσήμερο
το χέρι φρενιασμένο φλέβες αφηνιασμένες να το ζώνουν
ζυμώνει τον αέρα στα τυφλά
μανιάζοντας να βρει την ακριβή παλάμη

… τρεχάτος άτι του Μαγιού κατέβηκα στην πόλη
για να σπουδάσω από κει το στοιχειωμένο όρος

Από τη συλλογή Τρεις γάτες δρόμος (2000) του Σάκη Σερέφα

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Σάκης Σερέφας

Απόστολος Μαϊκίδης, Οκτώ

Θάνος Μικρούτσικος & Οδυσσέας Ιωάννου, Η ζωή των άλλων
(τραγούδι: Βασίλης Παπακωνσταντίνου / δίσκος: Θάλασσα στη σκάλα (1999))

Οκτώ

Δίπλα σε λάστιχα
που αδυνατούμε να φουσκώσουμε
χαζεύουμε τους άλλους
να προσπαθούν να ανακαλύψουν τον τροχό.

Από τη συλλογή Φωτοτυπείο (2004) του Απόστολου Μαϊκίδη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Απόστολος Μαϊκίδης

Μαρία Κουγιουμτζή, Ήμουν ένα σιωπηλό κορίτσι

Θάνος Μικρούτσικος & Οδυσσέας Ιωάννου, Κράτα λίγο ακόμα
(τραγούδι: Βασίλης Παπακωνσταντίνου / δίσκος: Θάλασσα στη σκάλα (1999))

Ήμουν ένα σιωπηλό κορίτσι

Εγώ μαχαίρωσα τον Κλύτη.
Τις γαλανές λίμνες των ματιών του
εγώ τις πάγωσα
να πατινάρετε άνετα μπορείτε.
Μη φοβάστε.
Είναι αμετάκλητα σκληρός ο πάγος
δε θα βυθιστείτε.

Όσα είδατε σ’ αυτόν,
κίτρινα φίδια τα φιλιά του,
φλογοβόλα όπλα,
τα χέρια πυρωμένες ξιφολόγχες,
τα πόδια να κλοτσούν
σαν άγρια άλογα,
όμως κυρίως η μιλιά του,
οξύ που τρέλαινε τις φρένες σας,
δεν θα τα ξαναδείτε.
Εγώ τ’ αφάνισα.

Ήμουν ένα σιωπηλό κορίτσι
και δεν πρόσεξε.
Είχε ξεχάσει
πως εγώ μεγάλωσα στους δρόμους.

Το συγκεκριμένο ποίημα της Μαρίας Κουγιουμτζή δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Εντευκτήριο (τεύχος 77, Ιούνιος 2007).

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Μαρία Κουγιουμτζή

Αναστάσης Βιστωνίτης, Άνοιξη

Θάνος Μικρούτσικος & Οδυσσέας Ιωάννου, Άνοιξη μπαίνει
(τραγούδι: Βασίλης Παπακωνσταντίνου / δίσκος: Θάλασσα στη σκάλα (1999))

Άνοιξη

Ο Μάρτης φέρνει παγωμένες φωτιές.
Στο άνυδρο φως με βυθίζει ένας
γερμανικός χειμώνας.

Η Άνοιξη είναι μια ορχήστρα χρωμάτων
κι εγώ ο σκοτεινός θεατής
άγνωστος μέσα στο πυκνό ψύχος,
παρατηρώντας την επιδρομή της εσπέρας
στα οροπέδια τ’ ουρανού.

Η Άνοιξη είναι το αίμα των ποταμών
που ορμούν με τη μανία της νιότης μου –
ο θάνατος στην εκτυφλωτική ορμή του.

Η Άνοιξη είναι ένα εμβατήριο τίγρεων
που κομματιάζει το μυαλό μου
καθώς ανθίζει το ατσάλινο φως.

Από τη συλλογή Ανιχνευτές (1974) του Αναστάση Βιστωνίτη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Αναστάσης Βιστωνίτης

Μανόλης Ξεξάκης, Το τυροκέλι του τραγουδιού

Θάνος Μικρούτσικος & Οδυσσέας Ιωάννου, Άνοιξη μπαίνει
(ερμηνεία: Βασίλης Παπακωνσταντίνου / δίσκος: Θάλασσα στη σκάλα (1999))

Το τυροκέλι του τραγουδιού

Τώρα πια αναβλύζει και σκορπίζεται μέσ’ απ’ τους πυλώνες εκείνων
των νεοσσών αισθημάτων που ένιωσα γράφοντας το τραγούδι
μια ανεκτίμητη μυρωδιά.
Οι κλώνοι μου, αργά και σταθερά, φυλλορροούνε και μοναχά αυτή η οσμή
των αισθήσεων που σαρώνει τα λυχνάρια της νύχτας με κινεί ν’ ανιχνεύω
τη συναισθηματική φουρτούνα που προσπαθούσα να δαμάσω εκείνη την εποχή. Ανίκανο για άλλη δράση το οπλοστάσιο ενός συγγραφέα, προσπαθεί να περισώσει εδώ τα ψιχία του ρομαντισμού και της απελπισίας των εγκαταλειμμένων εφήβων, που μεγάλωσαν σε μικρές πολιτείες, με μικρές χαρές, γεμάτοι άγνοια, χωρίς σταλάγματα πολιτικής οικονομίας στο δραστικό πεδίο του νοητικού τους.
Η άνοιξη της εφηβείας των ελληνοπαίδων, στις ασφυκτικές επαρχιακές πολιτείες, δεν είναι καθόλου ανθηρή.
Η χαρά και η συναισθηματική επάρκεια, που είναι απαραίτητες στις παιδικές που αναδύονται ψυχούλες, αγγίζουν μονάχα τους τολμηρούς μικροαστικής νοοτροπίας και παράγουν κατά κανόνα βλάκες.
Η ζωή κυλάει μέσα από παράτες αμφίβολης εμβέλειας, με τους τοπικούς άρχοντες προκλητικούς και δασκαλεμένους από επιτυχόντες προγόνους.
Το ιερατείο εν δράσει στις ετήσιες γιορτές.
Το σχολείο φάκα, η φτώχεια, η μιζέρια, το ψέμα και μέσα σ’ όλα αυτά το λουλουδάκι του έρωτα, δικτατορικά κύριοι, εν τούτοις, ανθίζει.

Από τη συλλογή Πλόες ερωτικοί (1980) του Μανόλη Ξεξάκη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Μανόλης Ξεξάκης

Νίκος Γρηγοριάδης, Με πήραν τα ποτάμια

Γιώργος Ανδρέου & Οδυσσέας Ιωάννου, Τα μεγάλα τα κυνήγια
(τραγούδι: Χρήστος Θηβαίος / δίσκος: Μυστήριο τρένο (2006))

Με πήραν τα ποτάμια

Με πήραν τα ποτάμια, μ’ έφεραν εδώ
στα μαυρισμένα δάχτυλα των εργοστασίων.

Ξέχασα πια την καλημέρα του χωματόδρομου,
το τυλιγμένο στα χοντρά δάχυλα τσιγάρο.
Δεν έχω καιρό μήτε για τραγούδια.

Κι είμαι της βρύσης το νερό στην άσφαλτο
που νοσταλγεί να τρέξει στο χλωρό ρυάκι.

Από τη συλλογή Το βάθος της ληκύθου (1963)

Πηγή: συγκεντρωτική έκδοση Νίκος Γρηγοριάδης, ποιήματα 1963-2005 (εκδόσεις Γαβριηλίδης, Αθήνα, 2007)

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Νίκος Γρηγοριάδης

Μαρία Κέντρου-Αγαθοπούλου, Τα τοπία που είδα (VIII)

Θάνος Μικρούτσικος & Οδυσσέας Ιωάννου, Σκληρό γαλάζιο (με τον Βασίλη Παπακωνσταντίνου)

Τα τοπία που είδα

VIII

Έξω από το σπίτι
Άρχιζε πάντα η θάλασσα
Έξω από το σπίτι
Των κυμάτων ο τρόμος

Από τη συλλογή Τα τοπία που είδα (1975) της Μαρίας Κέντρου-Αγαθοπούλου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Μαρία Κέντρου-Αγαθοπούλου

Θάνος Μικρούτσικος & Οδυσσέας Ιωάννου, Θέλω τη μέρα που θα φύγεις

Θέλω τη μέρα που θα φύγεις

Μουσική: Θάνος Μικρούτσικος
Στίχοι: Οδυσσέας Ιωάννου
Τραγούδι: Χρήστος Θηβαίος
Δίσκος: Ο Άμλετ της Σελήνης (2002)

Και τι μπορώ να πω για σένα
που να ’ναι εσύ
λέξεις με δέρμα και μαλλιά
γραμματικές για την αφή
χέρια πλεγμένα

Θέλω τη μέρα που θα φύγεις
απ’ το πρωί να μου γελάς
κι όταν την πόρτα θα ανοίγεις
να είναι σαν να μ’ αγαπάς

Και πώς μπορώ να σε θυμάμαι
και να ’σαι εσύ
τα γέλια σου σαν τα νερά
μια ήσυχη λέξη στ’ αφτί
και να νικάμε

Θέλω τη μέρα που θα φύγεις
απ’ το πρωί να μου γελάς
κι όταν την πόρτα θα ανοίγεις
να είναι σαν να μ’ αγαπάς