Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης, Ήλιος γλυκύς

Ήλιος γλυκύς

Ανοιχτό δοχείο μέλι
ζάχαρη και άλλα συστατικά
δηλητήριο όταν βόσκουν ακόνιτο οι εργάτριες
και στα σκοτεινά αγαπιέται ο ήλιος
λάμπει κι όταν δεν είμαστε εδώ εμείς αυτός παντού
ο καθείς μια πτωχή γνώμη
ο ήλιος επί δικαίους και αδίκους
αποχαιρετώντας το πρόσωπο κλαίμε
λέμε όλα θα τα σηκώσει ο άνεμος
μα ο άνεμος κάνει το στήθος σπίτι του
ανάβει τα καντήλια στα μνήματα
γκρεμίζοντας τα φυσικά είδωλα
με τη βαριά για τα βαλάντια συντήρηση
οι καθημερινές ανάγκες απαιτούν
δωρεάν κίνηση, θέρμανση, φωτισμό
ελπίδες που παρέχει η έρημος
υπηρετώντας τον ήλιο της δικαιοσύνης
γεμάτη αγάπη μελετά
όλες τις μέρες της ζωής
σβησμένα κεριά της μνήμης,
δοξάζοντας το φως
που φέγγει, κι όταν σβήνει
σωρός φύλλων του φθινόπωρου
χιόνι αγάπης των βημάτων
τακτική εορτή θανάτου
ήλιος γλυκύς.

(30/08/1964)

Από τη συλλογή Ποιήματα (Παλαιοντολογικά) (1988) του Νίκου Γαβριήλ Πεντζίκη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης

Nίκος Γαβριήλ Πεντζίκης, Η Θαλασσινή

Μιχάλης Κατσαρός & Γιάννης Μαρκόπουλος, Η Θαλασσινή
(ερμηνεία: Γιάννης Μαρκόπουλος / δίσκος: Τα τραγούδια του νέου πατέρα (1972))

Η Θαλασσινή

Στις εικόνες μπροστά των Αγίων Πατέρων της Εκκλησίας
δέεται πο’ ’χει τον άντρα της στα ξένα, η Θαλασσινή,
νιόνυμφη, σαν τον άρτο που ζυμώνουν πρόσφορο, γαλατένια,
την ώρα που ο ήλιος κατεβαίνει στης μάνας του να λουστεί.

Καθώς πριν προφτάσει να τον γνωρίσει καλά, ξεκίνησε,
κείνος που μέσα της σόδιασε και θέρισε, την ευλογία
του σπόρου της αγάπης στην καρδιά της, δε βολούν πια
νά ’ρθουν μέσα της σε συμβιβασμό αισθήσεις και νους.

Σ’ όλο το δρόμο μέσ’ απ’ το ρέμα και τους αγρούς μπροστά της,
τον έβλεπε, στο σχήμα της αγριαπιδιάς, καταμεσής στο στάρι,
με δύναμη ξέφρενη τ’ ώριμο κορμί της να χορτάσει,
μόνο μ’ ένα άγγιγμα των χεριών που τον διψούν.

Από το φόβο της αμαρτίας, λίγο πριν έμπει στο ξωκκλήσι,
πατώντας εκεί που ο Γιάννης είχε σκοτώσει ένα φίδι,
των απατηλών προσδοκιών απ’ τα μάτια της έσβησε η οπτασία,
λυπημένη λοιπόν και ταπεινή, έβανε λάδι κι άναψε τα καντήλια.

(1952)

Από τη συλλογή Ποιήματα (Παλαιοντολογικά) (1988) του Νίκου Γαβριήλ Πεντζίκη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης

Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης, Η διάθεση να χαρίσει ένα κόσμημα

Η διάθεση να χαρίσει ένα κόσμημα

Είμ’ ένας τεχνίτης που κάνει κοσμήματα
στις μεγάλες στιγμές βρίσκουν στολισμό ο λαιμός και τα δάχτυλα.
Θέλω ένα κόσμημα όχι συνηθισμένο.
Περιορίζουν οι κανόνες και το υλικό,
να γίνει το καινούριο που δεν υπήρχε μέχρι τη στιγμή
όχι απλός στολισμός.
Ευχαριστία στο ευγενικότερο πρόσωπο.

Ένα όνειρο που είδα.
Ήταν: η κίνηση που άνεμος γέρνει τον κλώνο του δέντρου.
Ο κορμός άσπρος με σκούρες σειρές από βαθύ βυσσινί
το σχήμα από τα φύλλα διπλωμένο
φαίνεται η ανάποδη όψη πιο θαμπή.
Ο τόνος ο χρωματικός μιας λόχμης.
Πράσινο.
Άσπρες κοκκίδες στην άκρη από το πριόνι του φύλλου.
Ο μίσχος του φυτού κίτρινος.

Μια σαύρα με χρώματα ποικίλα,
στέκεται στο φως,
η ουρά, πράσινο, μπλε προς το γκρίζο, περιβάλλει την πέτρα.
Ράχη πράσινη, σειρές από μελιτζανί και καφέ, λέπια.
Κεφάλι όμοιο με ατσαλένια πλεχτή προσωπίδα ιππότη.

Ήχος.
Μια εναλλαγή από βήματα
βήματα μικρού παιδιού στο ξύλινο πάτωμα, όταν κρατιέται
ακόμ’ απ’ το κάθισμα.
Τα στρογγυλωπά ποδαράκια γεμίζουν το ρευστό σχήμα του υποδήματος.
Όλα μαζί, ενωμένα στην απρόσωπη χαρά που αισθανόμουν.

(1936)

Από τη συλλογή Ποιήματα (Παλαιοντολογικά) (1988) του Νίκου Γαβριήλ Πεντζίκη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης

Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης, Η γυναίκα που προπονείται στο κολύμπημα

Esther Williams

Η γυναίκα που προπονείται στο κολύμπημα

Όπως ο ναυπηγός την τρόπη του πλοίου προς την άνωση,
ο νους υπελόγισε τη γλυπτή γραμμή του σωμάτου μου.
Αποκάτω από τη λασπωτή αμμούδα του βυθού, που τ’ ανήλιαστα χόρτα κοιμούνται,
τα κρυφά, τα νερά με σηκώνουν στη θέλησή μου κυβερνημένα.
Αποπάνω μου το ύψος η ατμόσφαιρα σκύβει αχνή με τον Ήλιο.
Κολυμπώ αυτός είν’ ο νους μου.
Τα δυο μακριά λεπτά πόδια σμιχτά, δίχως τσάκισμα στα γόνατα,
εναλλάξ γρήγορα χτυπούν –μόνο η άκρη και τα δάχτυλα– και βυθίζονται.
Σχηματίζεται βαρύς, πηχτός αφρός.
Το κεφάλι το περισσότερο πλαγιαστό στο νερό μέσα.
Όταν ανοίγω ολόκληρο μεγάλο το στόμα μου είναι για να γιομίσω ανάσα.
Τα δυο τα χέρια, τα μπράτσα τα στρόγγυλα, ολόκληρα απ’ τον ώμο
παλεύουν σαν σπαθιά,
κάμνουν κορυφή τόξου στον αγκώνα,
όπου γλιστράν, όταν βγαίνουν ψηλά, σταλαγμίδες η θάλασσα, και ξαναπέφτουν.
Τα μάτια διακρίνουν τα έξω θολά, μέσ’ απ’ το γλαυκό γιαλό που σπιθιρίζει
αισθάνονται διπλά απομέσα.
Πώς το σκοτεινό εντός μου γίνηκε πηχτό και βλέπεται;
Ποια ευχαρίστηση όπως όταν το σώμα στο λίκνο αγκαλιάζεται,
στο ζεστό λίκνο, κι αφήνεται
αφήνεται εντελώς. Ξεχνά τη χωριστή του ύπαρξη.
Ποιους πόθους μού ξυπνά το άγγιγμα στην κοιλιά μου.
Το αντρίκειο, το δυνατό, το κολύμπημα πο ’μαθα
με φεύγει από το βύθισμα που θα χανόμουν.
Έσφιξαν όλ’ οι αρμοί στο ξεχωριστό μου το σώμα.
Φτάνω στο μακρινό ακρογιάλι.
Δεν είμ’ εκεί λεία σε κουρσάρο ή σε ναυαγό ανέλπιστη,
κρυμμένος απ’ τα μάτια θησαυρός.
Στέκουμαι ψηλή, όπως στη γης πιάνεται ένα δέντρο.
Δεν έχω τους εύκολους πόθους.
Ακούω την ανάγκη και το σκοπό μου.
Αυτόν υπηρετεί το σώμα μου και είναι όμορφο.
Το σεμνό στήθος μου ζητάει μόνο το βύζαγμα του παιδιού.

(περιοδικό «Τρίτο Μάτι», 1935)

Από τη συλλογή Ποιήματα (Παλαιοντολογικά) (1988) του Νίκου Γαβριήλ Πεντζίκη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης

Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης, Η βροχή (1944)

Η βροχή

Πολλά πράγματα που υπάρχουν δεν τα βλέπουμε
γνωρίζουμε μονάχα όσα σχετιζόμαστε
γι’ αυτό δεν πρέπει μ’ αμφιβολίες ν’ αρνιόμαστε
τις μαρτυρίες που μας παρέδωσαν ήρωες και ποιητές.
Συλλογιέμαι τη βροχή που στάζει μέσα στην κάμαρη
προσπαθώντας ν’ αστοχήσω τις τριγύρω ξένες φωνές
διώχνοντας κάθε ωφέλιμη γνώση απ’ τα βιβλία
κάθε ομοιότητα άλλου προς το εγώ ερωτώ:
– Βροχή, ποια είσαι; πού είσαι βροχούλα μου;
Ο ίδιος μετριέται θόρυβος στο χαλκωματένιο δοχείο
Κρατιέμαι μοναχά στη μνήμη της ανθρώπινης φύσης
ουρανός σκεπασμένος με σύννεφα από εξατμίσεις
σχημάτων της γης που η σκουριά τα σκούρανε λάσπη
ερείπια στη χειμωνιάτικη στέρηση απ’ τα κλαδιά
τα πλατανόφυλλα μαζεμένα χάμω τα καίει η σήψις
απ’ την επιστροφή του αποσταγμένου νερού
αφού λιώσουν τα σάβανα, πλημμυρισμένο φυτρώνει
φτωχό μαλακό ταπεινό χορτάρι καινούριο
τα υποδήματά μου βαριά και προχωρώντας γέρνω.
Σα να ήταν πριν και τώρα δεν είναι
κοντά μου δίπλα η νύμφη βροχή.

(14 Ιανουαρίου 1944)

Από τη συλλογή Ποιήματα (Παλαιοντολογικά) (1988) του Νίκου Γαβριήλ Πεντζίκη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης

Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης, Η βροχή (1938)

Η βροχή

Όπως ο άνεμος που φέρνει νερό, γέρνει το πλοίο με τα ιστία
απ’ τη μια μπάντα, και περνούν κάτω απ’ την εύδρομη τρόπιδα,
και σκαμπανεβάζουν το κύτος τα πολυκέφαλα κύματα
το ξεφύλλισμα κάποιων αναμνηστικών,
έγειρε την ύπαρξή μου ολόκληρη στη νοσταλγία.

Όπως είναι η βροχή, θέλω να προσδιορίσω,
όταν οι χοντρές στάλες χτυπούν
το ξανθό θερινό χώμα και μεταλλάσσουν την ουσία του
και σηκώνουν τη μυρωδιά.

Όπως είναι η θερινή βροχή, όταν συρτά περνά πάνω στα φύλλα
των δέντρων κι απ’ ανατρίχιασμα κυματίζει
το στρόγγυλο σχήμα τους.

Γιατί το πρόσωπό σου που ζητώ είναι όπως η βροχή η άφθονη,
και τα πράσινα μάτια σου όπως το χρώμα του καιρού, το βαρύ.
Κλεισμένος στην κάμαρη την άγευστη βροχή ακούω να χτυπά
το παράθυρο της μοναξιάς μου.
Γλυκύτατη βροχή, πλούσια σ’ όλον τον τόπο.

(Εφημερίδα «Νέα Αλήθεια» Θεσσαλονίκης, 1938)

Από τη συλλογή Ποιήματα (Παλαιοντολογικά) (1988) του Νίκου Γαβριήλ Πεντζίκη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης

Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης, Εσύ

Εσύ

Τάχα τα χέρια σου λαβωμένα πουλιά,
της ημέρας καθώς κρατούσες την τροφή,
ήταν η ένδειξη, που σου ’δινε πρόσωπο,
μέσα στους ποικίλους ρυθμούς των σπιτιών.

Από τότε που σ’ αντίκρισα στη γωνιά,
προσφιλές του πτωχού ένδυμα ταπεινό,
το γυμνό ευθύ δρόμο ακολουθεί,
όπου σε χάνω, αποζητώντας να σε βρω.

Ανασαίνοντας τη ζωή των ομοίων μου,
στο παρελθόν αντίπερα του γεφυριού,
αποφόρι του πλούτου σπάταλο,
τ’ όνομά σου φυλάγω μυστικό.

Μέσα σ’ έναν θάνατο γυάλινο,
όπου ιδρώνουν της δυστυχίας τα όνειρα,
βλασταίνεις ρίζες μυστικές,
σαν σκοτωμένο ζώο και θεός.

(1944)

Από τη συλλογή Ποιήματα (Παλαιοντολογικά) (1988) του Νίκου Γαβριήλ Πεντζίκη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης

Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης, Ένας ψαράς

Μάνος Χατζιδάκις, Κοντέσα Εστερχάζυ (έργο: Gioconda’s smile (Το χαμόγελο της Τζοκόντας) (1965))

Ένας ψαράς

Με την επάλληλη επαλλαγή, των κυμάτων του πεπρωμένου,
στον μυχό του ευρύστερνου κόλπου, ένας ψαράς στην άμμο,
κάτω από ’να πάπλωμα, αγρό της άνοιξης, κοιμάται,
ζώντας τους αιώνες της ιστορίας,
με τον αχό του φλοίσβου των πραγμάτων.

Η Κοντέσα καβάλα σε άσπρο άλογο
κι ο ψαράς από μόνος του συλλογιέται:
«Βάρκα θ’ αρματώσω για να σε κλέψω»,
στρέφοντας μέσα στον ύπνο το βλέμμα του,
μες στο σκοτάδι προς τ’ άστρα,
πάνω απ’ τα γυμνά ερείπια του πύργου.

Απάντεχε να ξημερώσει για να σηκώσει το πλεμάτι του,
με μπλεγμένες, κατά τη νυχτερινή βοσκή,
τις λαχτάρες του,
ταξίδι με γαλιότες κουρσάρικες, του βαλαντωμένου
με το υπερήφανο της Κοντέσας παράστημα.

Το χέρι του αποκοιμισμένου, αυτόματα,
προκειμένου να εκμηδενίσει κάθ’ αντίσταση στον πόθο του,
αρπάζει το κολοκοτρωνέικο σουγιά που χρησιμοποιεί,
στ’ άνοιγμα των μονόθυρων και δίθυρων οστράκων
της θάλασσας,
και σα να επρόκειτο γι’ απελατιλίκι αντρειωμένου,
το μπήγει στο χώμα της γης,
σκοτώνοντας την πραγματικότητα.

(1952)

Από τη συλλογή Ποιήματα (Παλαιοντολογικά) (1988) του Νίκου Γαβριήλ Πεντζίκη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης

Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης, Εις έν αγίασμα

Εις έν αγίασμα

Ο θάνατος δεν είναι το τέλος της ύπαρξης
τέλος της ύπαρξης βλέπει μόνο η εντροπή,
αυτή κρατά όλη την έννοια της αμαρτίας της αρχικής,
της αιτίας της αποβολής μας από τον παράδεισο.

Δεν ήθελα να πιστέψω στον άλλο κόσμο, όπου αδώνια
ίαμα ρέει πρόσχαρο, καθάριο, πλούσιο το νερό.
Δεν ήθελα την οδό της συνάντησης, όπου το ένα
το χέρι τείνεται σε χειραψία και βρίσκει τ’ άλλο.

Έτσι βλέποντας το τέλος των πάντων εγγύς
έλεγα ότι πεθαίνω, αλλά, μάλλον ντρεπόμουνα,
που ενώ έν’ άξιο μάτι μ’ έβλεπε, δεν άφηνα
με το νερό η βρύση να ποτίσει τη βλάστηση.

Έτσι, όσο κι αν προσπαθούσα, παγώνοντας τα νερά,
τα φυσικά να μιμηθώ φύλλα, πάντα ήμουν βρόμικος,
ο χρόνος μέρα με τη μέρα μέσα μου, σώριαζε
πράγματα, που δεν ήξερα πώς να τ’ αποβάλλω.

Αυτή ’ναι η ουσία της ακαθαρσίας που ντρεπόμαστε.
Ούτε τώρα μιλώ, αλλά τ’ ακούω εύγλωττα τη σιωπή μου
με τη μετακίνηση τριγύρω από το σώμα μου,
των νερών της πηγής όπου βυθίζομαι.

Αγίασμα Χριστιανικό, αρχαίας Νύμφης επώνυμο,
στους δαιδαλώδεις δρόμους της χώρας καταμεσής,
χάρις σου ανακτώ την υγεία μου την ψυχική,
μετ’ έναν θάνατο εικονικό, διώχνοντας την ντροπή.

(12 Μαρτίου 1951)

Από τη συλλογή Ποιήματα (Παλαιοντολογικά) (1988) του Νίκου Γαβριήλ Πεντζίκη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης

Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης, Δάκρυα των ματιών

Δάκρυα των ματιών

Η λίμνη της παραμυθένιας Καστοριάς (με τους γουναράδες,
με τις εκκλησίες σαν κοσμηματοθήκες, με τ’ αρχοντικά)
όλ’ η έκταση του νερού πο’ ’χει ο ποιητής μπρος στα μάτια του,
αγναντεύοντας μαρμαρωμένος απ’ τ’ Απόζαρι, το Τειχιό και το Απόσκεπο,

Όλο το νερό ίσαμε τα καλάμια και την εκκλησιά του Δισπηλιού,
που φαίνεται απ’ τα παράθυρα του γέρ’ οπλαρχηγού στον Ντουλτσό,
το νερό π’ απ’ τον Αϊ-Θανάση στην κορφή του βουνού της Χελώνας,
βλέπει ο χριστιανός ν’ αποκόβει το Μακροχώρι και το Παλιόρεμα,

η λίμνη έως πέρ’ απ’ την άκρη της Παναγιάς της Μαυρώτισσας,
γέμισε από τα δάκρυα ενός που τίποτα δεν έκαμε σωστό.
Όταν λιωμένος μέσα στα δάκρυα, ώστε να μοιάζει σαν αντάρα,
είδε αυτός πως πάλι με την αλμύρα τους κάμαν τ’ ανάποδο,

δίνοντας νερό ακατάλληλο για τ’ άλλα ψάρια και το γουλιανό,
για τη βοσκή των αρχοντοκόριτσων πουλιών της λίμνης,
ανέβηκε σ’ ένα ψηλό καμπαναριό και βάλθηκε να σημαίνει.
Γλυκός τόσο ήταν ο αχός της Ορθόδοξης Χριστιανοσύνης,

ώστε κάθε φορά, που άγγιζε το γλωσσίδι το χυτό μέταλλο,
χυνότανε κι ένα τσουβάλι ζάχαρη για να γλυκάν’ η λίμνη.
Τη γλύκα τούτη γεύονται εκείνοι π’ αναπαύονται, πέρα στ’ αμπέλια,
«τόση γλύκα μόν’ η αγάπη μπορεί να ’χει που τη ζητούσα κι άλλαξα».

(1951)

Από τη συλλογή Ποιήματα (Παλαιοντολογικά) (1988) του Νίκου Γαβριήλ Πεντζίκη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης

Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης, Ατένιση θησαυρού

Ατένιση θησαυρού

Ο πεθαμένος άνθρωπος είν’ ένας λίθος πολύτιμος,
το ζώο τον κατέχει σαν κοιτά τον αφέντη του,
δίχως τη δύναμη να μιλήσει βυθισμένο στη σιωπή,
στο δάσος το μεγάλο που ευωδιάζει χαρά.

Εκείνο που ελπίζουμε δεν είναι ν’ αποκτήσουμε
το θησαυρό που λαχταράμε στ’ αντίκρισμά του,
αρκεί και μόνο η ματιά για τον περίπατο,
των ψυχών έξω από τις κάμαρες.

Ο δρόμος όπου χαιρετιόμαστε μοσκοβολά,
από τις βλαστικές ουσίες του δάσους που στάζουν,
ρυθμικά ανθίζοντας έξω απ’ τα όργανα,
αιώρες του έρωτος κρεμαστές απ’ τα κλώνια.

Τα πρόσωπα ξαπλώνουν εκεί κι ονειρεύονται,
ξεχνώντας των σκοτεινών σωμάτων την αριθμητική,
μπορούν και διακρίνουν την πολύτιμη ποιότητα
του λίθου, με τα μάτια τ’ άγρυπνα του νου.

(1952)

Από τη συλλογή Ποιήματα (Παλαιοντολογικά) (1988) του Νίκου Γαβριήλ Πεντζίκη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης