Γιώργος Καφταντζής, Από τότε

Γιάννης Σπάθας & Ευγένιος Αρανίτσης, Ένα κόκκινο σημάδι
(τραγούδι: Βασίλης Λέκκας / δίσκος: Σύντομα όνειρα (1989))

Από τότε

Από τότε που μ’ αγάπησες
η νύχτα στέκεται μακριά μου
σαν καράβι αραγμένο σ’ έρημα νερά
ήλιος μυστικός μεσουρανεί στη σκέψη μου
ρουφάει τα μάτια μου ως τη λήθη
έναστρος ανταλλάζω τη θλίψη με τη θλίψη.
Γυναίκα μακρινή και τρομαγμένη
από αγάλματα σπασμένα
φευγαλέα φυλλορροήματα
νεκρούς που κουβαλούν τον τάφο τους
σχισμένους ανέμους με σιωπηλά χείλη∙
άλλοτε μπαίνει ο γαλαξίας ανάμεσά μας
και άλλοτε τα καθημερινά τριμμένα μικροπράγματα
που σπαρταρούν σαν τους φαρμακωμένους σκύλους.
Εδώ σε ξετυλίγω απ’ το φως όταν σε θυμάμαι
το αίμα μου παίρνει το σχήμα του κορμιού σου
και την καρδιά σου σέρνει ένα όνειρο
με πένθιμο μανδύα χωρίς να τη σκοτώνει.
Είναι μια χώρα μακρινή με παλιούς δρόμους
και σταματημένα ρολόγια στις πλατείες
Το σούρουπο ευωδιάζει απ’ την κατατομή σου
ανίκητο ρόδο εκατόφυλλο
τυλιγμένο σκοτεινές φλόγες και λυγμούς
αυτόφωτο σκιά με τη διάρκεια του καπνού
φυλακισμένη στο υπόγειο των ονείρων.
Μακάρι να μην είχα κλάψει με τα μάτια σου
να μην είχες τιναχτεί σαν βρεγμένο περιστέρι
σε υγρό σεντόνι από άσπρες αγωνίες.
Ένα, ένα ξεδιπλώνω τα αινίγματα
τρομαγμένα πουλιά που δεν έγιναν χαμόγελα
βλέπω τα ερωτήματα των καιρών αναρτημένα
στην ελευθερία του νερού και στη δύναμη της λήθης.

Από τη συλλογή Περίπλους (1991) του Γιώργου Καφταντζή

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Γιώργος Καφταντζής

Advertisements

Έγκλειστες συναντήσεις (2008): χειμώνας – ανάμνηση

Τάκης Μουσαφίρης, Χιονάνθρωπος
(τραγούδι: Δημήτρης Μητροπάνος / δίσκος: Εμείς οι δυο (1989))

χειμώνας – ανάμνηση

Ημέρα λευκή
Απαλό το χιόνι
Ζωντανεύω
Την παιδική μου ηλικία αναλογίζομαι

Ο χιονάνθρωπος
Παγωμένη συντροφιά

Από τη συλλογή έγκλειστες συναντήσεις (2008) ανήλικων κρατουμένων στις δικαστικές φυλακές Διαβατών Θεσσαλονίκης

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Ανήλικοι κρατούμενοι στις δικαστικές φυλακές Διαβατών Θεσσαλονίκης

Χρήστος Ντάλιας, Σε άλλη άκρη

Ελένη Βιτάλη, Η κιβωτός (δίσκος: Το απέναντι μπαλκόνι (1989))

Σε άλλη άκρη

Άραξα σε μιαν άλλη κιβωτό.
Ζώο στα ζώα. Άνθρωπος στους ανθρώπους.
Νεκροί άταφοι άνθρωποι
και ζώα
πετούν με τον άνεμο των πραγμάτων
που δεν έχουν όνομα
αλλά τα βρίσκεις στα βυθισμένα βιβλία
των λέξεων.

Από τη συλλογή Τα επόμενα (1986) του Χρήστου Ντάλια

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Χρήστος Ντάλιας

Μαρία Κουγιουμτζή, Η έρημος

Μελίνα Τανάγρη, Έρημος (δίσκος: Μελίνα απ’ το μέλι (1989))

Η έρημος

Είναι η έρημος παράδεισος,
ανθίζουν σπάνια λουλούδια.
Άσπρα ελάφια
παίζουν μ’ άσπρους λύκους.
Μονόκεροι μ’ αμέθυστους φτερά πετάνε.
Ολόξανθες πεταλούδες ιππείς
στη ράχη κόκκινων πουλιών αλόγων.

Γελάς, και πέφτουν μαργαρίτες απ’ το γέλιο σου
κάνουν τα φύλλα τους βαρκούλες τα μυρμήγκια
κι οι μέλισσες τις σέρνουν με τ’ αγκίστρι τους
στο ζαλισμένο αέρα τσαϊράδα.
Μες στις αιώρες της δροσιάς
λικνίζονται της αχλαδιάς τα φύλλα,
κοιμάται πάνω τους η βελουδένια κάμπια,
ένα μαμούθ έσκυψε και τη φίλησε
κι έμεινε το μεταξωτό της χνούδι
σκουλαρίκι στο μεγάλο αυτί του.

Ο ήλιος που μήτε έδυε, μήτε ανέτειλε,
με τις χρυσές χορδές έπαιζε της κιθάρας του
και χόρευαν μεθυστικά τα πράσινα φιλιά της χλόης.

Έρχονται οι έρωτες σε διάφανα έλκηθρα
κρούουν με τύμπανα τ’ ατλάζι της ψυχής σου,
δεν σχίζεται, ηχεί.

Είναι επόμενο
να βλέπεις τόσα οράματα
αφού εξόριστη στην έρημο βαδίζεις.

Το συγκεκριμένο ποίημα της Μαρίας Κουγιουμτζή δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Εντευκτήριο (τεύχος 77, Ιούνιος 2007).

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Μαρία Κουγιουμτζή

Νίκος Καββαδίας, Γράμμα στον ποιητή Καίσαρα Εμμανουήλ

Νίκος Καββαδίας & Δημήτρης Ζερβουδάκης, Γράμμα σ’ έναν ποιητή Μαραμπού (δίσκος: Ακροβάτης (1989))

Γράμμα στον ποιητή Καίσαρα Εμμανουήλ

«Φαίνεται πια πως τίποτα – τίποτα δεν μας σώζει…»
Καίσαρ Εμμανουήλ

Ξέρω εγώ κάτι που μπορούσε, Καίσαρ, να σας σώσει.
Κάτι που πάντα βρίσκεται σ’ αιώνια εναλλαγή,
κάτι που σχίζει τις θολές γραμμές των οριζόντων,
και ταξιδεύει αδιάκοπα την ατελείωτη γη.

Κάτι που θα ’κανε γοργά να φύγει το κοράκι,
που του γραφείου σας πάντοτε σκεπάζει τα χαρτιά·
να φύγει κρώζοντας βραχνά, χτυπώντας τα φτερά του,
προς κάποιαν ακατοίκητη κοιλάδα του Νοτιά.

Κάτι που θα ’κανε τα υγρά, παράδοξά σας μάτια,
που αβρές μαθήτριες τ’ αγαπούν και σιωπηροί ποιηταί,
χαρούμενα και προσδοκία γεμάτα να γελάσουν
με κάποιον τρόπο που, όπως λεν, δε γέλασαν ποτέ.

Γνωρίζω κάτι, που μπορούσε, βέβαια, να σας σώσει.
Εγώ που δε σας γνώρισα ποτέ… Σκεφτείτε… Εγώ.
Ένα καράβι… Να σας πάρει, Καίσαρ… Να μας πάρει…
Ένα καράβι που πολύ μακριά θα τ’ οδηγώ.

Μια μέρα χειμωνιάτικη θα φεύγαμε.
— Τα ρυμουλκά περνώντας θα σφυρίζαν,
τα βρομερά νερά η βροχή θα ράντιζε,
κι οι γερανοί στους ντόκους θα γυρίζαν.

Οι πολιτείες οι ξένες θα μας δέχονταν,
οι πολιτείες οι πιο απομακρυσμένες
κι εγώ σ’ αυτές αβρά θα σας εσύσταινα
σαν σε παλιές, θερμές μου αγαπημένες.

Τα βράδια, βάρδια κάνοντας, θα λέγαμε
παράξενες στη γέφυρα ιστορίες,
για τους αστερισμούς ή για τα κύματα,
για τους καιρούς, τις άπνοιες, τις πορείες.

Όταν πυκνή η ομίχλη θα μας σκέπαζε,
τους φάρους θε ν’ ακούγαμε να κλαίνε
και τα καράβια αθέατα θα τ’ ακούγαμε,
περνώντας να σφυρίζουν και να πλένε.

Μακριά, πολύ μακριά να ταξιδεύουμε,
κι ο ήλιος πάντα μόνους να μας βρίσκει·
εσείς τσιγάρα «Κάμελ» να καπνίζετε,
κι εγώ σε μια γωνιά να πίνω ουίσκι.

Και μια γριά στο Αννάμ, κεντήστρα στίγματος
—μια γριά σ’ ένα πολύβοο καφενείο—
μια αιμάσσουσα καρδιά θα μου στιγμάτιζε,
κι ένα γυμνό, στο στήθος σας, κρανίο.

Και μια βραδιά στη Μπούρμα ή στη Μπατάβια
στα μάτια μιας Ινδής που θα χορέψει
γυμνή στα δεκαεφτά στιλέτα ανάμεσα,
θα δείτε –ίσως– τη Γκρέτα να επιστρέψει.

Καίσαρ, από ένα θάνατο σε κάμαρα,
κι από ένα χωματένιο πεζό μνήμα,
δε θα ’ναι ποιητικότερο και πι’ όμορφο,
ο διάφεγγος βυθός και τ’ άγριο κύμα;

Λόγια μεγάλα, ποιητικά, ανεκτέλεστα,
λόγια κοινά, κενά, «καπνός κι αθάλη»,
που ίσως διαβάζοντάς τα να με οικτίρετε,
γελώντας και κουνώντας το κεφάλι.

Η μόνη μου παράκληση όμως θα ’τανε,
τους στίχους μου να μην ειρωνευθείτε.
Κι όπως εγώ για έν’ αδερφό εδεήθηκα,
για έναν τρελόν εσείς προσευχηθείτε.

Από τη συλλογή Μαραμπού (1933) του Νίκου Καββαδία

Ζωή Καρέλλη, Όνειρο

Θάνος Μικρούτσικος & Λάκης Λαζόπουλος, Θυμάσαι
(τραγούδι: Χάρις Αλεξίου / δίσκος: Ελλάς κατόπιν αορτής (1989))

Όνειρο

[Ενότητα Χαλκογραφίες]

Ένα μεταξένιο μαγνάδι, ακαθόριστο
έπεφτε κάπως βαρύ, βαρύτατο ύστερα.

Γύρευα την αρχή του με το χέρι,
την κάθετην ούγια και το χέρι μου
χώθηκε στο βαρύ, αδιέξοδο ύφασμα.

Τόσο, σε τούτο το εμπόδιο,
ύλη πηχτή! Οι πτυχές πυκνώνουν.
Κάποιο μαχαίρι ζητούσα, για ν’ ανοίξω
τη δίοδο.

Γιατί τούτο το ύφασμα
κολλάει πολύ πάνω στο σώμα,
τυλίγει τη ζωή μου,
δε φεύγει από πάνω μου.

Κάποιο μαχαίρι για να κοπούν
οι Συνήθειες, τα ύπουλα μάγια
που φαίνονται τόσο πολύτιμα,
ίσως ωραία κι είν’ αδυσώπητα.

Όμως, η λεπίδα, καθώς ελπίδα
πήγε να σκίσει το τύλιγμα
το πλεγμένο απάνω μου πλέγμα,
εμπόδιο βρήκε του σώματός μου
την ψυχή και πόνεσ’ επώδυνα
η τομή που έκανα, πολύ.

Για να φύγω έσκισα το ντυμένο
κορμί μου, για να φύγω από κει.
Πέρ’ απ’ της Συνήθειας το ένδυμα,
καθώς καίρια είχα χτυπηθεί
νόμισα, πως θα πέθαινα.

Από τη συλλογή Χαλκογραφίες και εικονίσματα (1952) της Ζωής Καρέλλη

Πηγή: Τα ποιήματα της Ζωής Καρέλλη, τόμος πρώτος (1940-1955) [Οι εκδόσεις των φίλων, Αθήνα, 1973]

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Ζωή Καρέλλη

Αλεξάνδρα Μπακονίκα, Ο Σκοτσέζος

Σταμάτης Κραουνάκης & Λίνα Νικολακοπούλου, Δεν έχω ιδέα
(τραγούδι: Κώστας Μακεδόνας / δίσκος: Δεν έχω ιδέα (1989))

Ο Σκοτσέζος

«Σ’ ένα δρόμο στο Χονγκ Κονγκ
πουλούσαν ερωτικά φίλτρα∙
μάλιστα ένας πραματευτής επέμενε
ν’ αγοράσω μια σκόνη από όρχεις ρινόκερου.
Με χιουμοριστική διάθεση ψιθύρισα στη φίλη μου:
«Σκέψου εκατομμύρια, μιλλούνια Κινέζων
στην απέραντη επικράτειά τους,
αυτή τη στιγμή να επιδίδονται στην πράξη του έρωτα».
Αντί να διασκεδάσει, ενοχλημένη με τράβηξε
να φύγουμε. Όμως, αρκετά με τα ταξίδια μου.
Εσύ με τι ασχολείσαι;» ρώτησε ο συνομιλητής μου,
ένας κατάξανθος Σκοτσέζος που κατέβαζε
το ένα ποτό μετά το άλλο.
Άναβαν τα φώτα στην παραλία που έπηζε
από κόσμο. «Με ποίηση», του απάντησα,
«Δεν υπάρχει ποίηση, μάλλον χάνεις τον καιρό σου»,
ήταν η απότομη αντίδρασή του.

Τυχαία, μετά από χρόνια
σε μια εφημερίδα διάβασα
για το Χονγκ-Κονγκ και τον θυμήθηκα.
Το περιστατικό με τα φίλτρα
–έτσι όπως μου το είχε διηγηθεί–
έφτιαχνε ποίημα.
Κι ας ειρωνευόταν, κι ας μην πίστευε
ο ανίδεος στην ποίηση.

Από τη συλλογή Θείο κορμί (1994) της Αλεξάνδρας Μπακονίκα

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Αλεξάνδρα Μπακονίκα

Γιάννης Ποδιναράς, Ίσκιοι

Chris De Burgh & Γιώργος Λέφας, Για μένα τραγουδώ
(τραγούδι: Βασίλης Παπακωνσταντίνου / δίσκος: Χορεύω (1989))

[Μέρος Γ’]

Ίσκιοι

Γυρνάμε στα χαλάσματα.
Αγγίζουμε τις ρωγμές των χτισμάτων
επιπλέοντας στα υγρά θεμέλια των έργων μας.
Ανηφορίζουμε το παλιό μονοπάτι
στοιχειωμένοι από πνεύματα παλιά που μας γητεύουν.

Στην κορφή άλικες γλώσσες
βάφουν τον ήλιο που βασιλεύει
τροπαιοφόρος
στη χώρα των αιμάτινων ίσκιων.

Μα νιώσαμε τη θάλασσα στον τριγμό της ήβης
ν’ ανοίγει διάπλατα
τα πέταλα των απολιθωμένων πόθων.

Από τη συλλογή Φαράγγια των Αγγέλων (2008) του Γιάννη Ποδιναρά

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Γιάννης Ποδιναράς

Νίκος Γρηγοριάδης, Κι όμως (V)

Στέφανος Κορκολής & Παρασκευάς Καρασούλος, Δεν είσαι εδώ
(τραγούδι: Δήμητρα Γαλάνη / δίσκος: Παλίρροια (1989))

Κι όμως

V

Μακριά σου τούτο αποζητώ,
θυσιάζοντας το πάθος για μια ζωή
μες στην ωραία διαύγεια της παρουσίας σου
να κοιτάξω μέσα στη νύχτα μου
την άλλη νύχτα την απόκρυφη που γίνεται ορατή
– κίνηση προς το μάταιο βάθος
κι ανίερη παραβίαση του έρωτα που δεν επιτρέπει
κανένα βήμα προς τους ίσκιους.

Όμως
αυτή την αμαρτία μπορώ μόνο να κάνω
απέναντι στον έρωτα: να στρέφομαι
σαν ηλιοτρόπιο γύρω από σένα,
σκυλευτής της ηδονής∙
να σε βλέπω αόρατη, να σ’ αγγίζω ανέγγιχτη
στην απουσία της σκιάς σου,
σ’ αυτή την καλυμμένη παρουσία
που δεν κρύβει την απουσία σου,
που είναι η ζωντανή παρουσία
της απόλυτης απουσίας σου.

Από τη συλλογή Η απουσία και ο λόγος (1985) του Νίκου Γρηγοριάδη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Νίκος Γρηγοριάδης

Διονύσης Σαββόπουλος, Καλοκαίρι

Καλοκαίρι

Μουσική & στίχοι: Διονύσης Σαββόπουλος
Τραγούδι: Διονύσης Σαββόπουλος
Δίσκος: Το κούρεμα (1989)

Καλοκαίρι
η γαλάζια προκυμαία θα σε φέρει
καλοκαίρι
καρεκλάκια πετονιές μες στο πανέρι
μες στη βόλτα αυτού του κόσμου που μας ξέρει
καλοκαίρι
πλάι στα μέγαρα στις τέντες με τ’ αγέρι
καλοκαίρι
με χρυσούς ανεμιστήρες μεταφέρει
την βανίλια με το δίσκο του στο χέρι
την κοψιά μιας προτομής μες στο παρτέρι
καλοκαίρι
μ’ ανοιχτό πουκαμισάκι στα ίδια μέρη

Καλοκαίρι
με μισόκλειστες τις γρίλιες μεσημέρι
καλοκαίρι
καθρεφτάκια και μια θάλασσα που τρέμει
στο ταβάνι και τους γύψους μεσημέρι
καλοκαίρι
με τον κούκο μες στα πεύκα και στ’ αμπέλι
καλοκαίρι
στόμα υγρό μικροί λαγόνες καλοκαίρι
με τη φέτα το καρπούζι στο ’να χέρι
με φιλιά μισολιωμένα, καλοκαίρι
καλοκαίρι
λίγες φλούδες στης κουζίνας το μαχαίρι

Καλοκαίρι
του σκυμμένου θεριστή του τυφλοχέρη
καλοκαίρι
με βαριά μοτοσικλέτα μες στα σκέλη
τους φακούς του ανάβει μέρα μεσημέρι
καλοκαίρι
όλο πίσσα και κατράμι καλοκαίρι
καλοκαίρι
με τον ρόγχο τού air condition μεσημέρι
φαλακροί μες στις σακούλες μας σαν γέροι
εκεινού με τ’ άσπρο κράνος που μας ξέρει
καλοκαίρι
μια οσμή νεκροθαλάμου, καλοκαίρι

Καλοκαίρι
στην αρχή σαν έγχρωμο έργο στην Ταγγέρη
αλλά εν τέλει
με του κάτω κόσμου το έγκαυμα στο χέρι
την λαχτάρα του στον κόσμο περιφέρει
καλοκαίρι
στον χαμό του οδηγημένο και το ξέρει
καλοκαίρι
τόσο ώριμο που πέφτοντας προσφέρει
μια πλημμύρα των καρπών, στάρι και μέλι
στον σπασμό του το απόλυτο το αστέρι
καλοκαίρι
μες στα κόκκινα της δύσης του ανατέλλει

Διονύσης Σαββόπουλος, Κωλοέλληνες

Κωλοέλληνες

Μουσική & στίχοι: Διονύσης Σαββόπουλος
Τραγούδι: Διονύσης Σαββόπουλος & Ελευθερία Αρβανιτάκη
Δίσκος: Το κούρεμα (1989)

Μελαψές φυλές
κοντοπόδαρες
Σειληνοί του κράτους
που ξερνάει και να τους
τσιφτετέλληνες
με γονείς ληστές
των συντρόφων τους θύτες
για αμνηστία αλήτες
τώρα διοικητές
Κράτος ασυστόλων
και πεσμένων κώλων
κωλοέλληνες

Η χάρτα αυτού του κράτους κρύβει απάτη
που φτάνει στον γνωστό αγριορωμιό
στο Ντάτσουν μιας φυλής που ζει φευγάτη
απ’ ό,τι Ελληνικό στον κόσμο αυτό

Κωλοέλληνες
Κωλοέλληνες

Κωλοέλληνες
μασκαρλίκια δες
στο άλφα της αξίας
της αρχής της μίας
λουτροκαμπινές
Τιμωρός καιρός
πέντε αιώνες δύσης
εθνικής θα ζήσεις
από δω και μπρος
με αγγλικές αλφαβήτες
μαλλιαροί μου Ελλαδίτες
θλιβερές μου πορδές

Πνεύμα αλήτικο
Ελλαδίτικο
σε Μικρά Ασία
Κύπρο Λευκωσία
Βόρειο Ήπειρο
Δεν ακούει κανείς
στο χειρότερο
του Ελληνισμού κομμάτι
στην Ελλάδα ζεις

Μια φάουσα καταπίνει τον αέρα
τη θάλασσα την πόλη το ιερό
πλημμύρισε σκουλήκια η μητέρα
το ρόδο καταγής βγάζει καπνό

Δεν υπάρχει ελπίς
στην Ελλάδα ζεις

Σκαλιστές σκιές
μακρυχέρηδες
με το φως σπασμένο
κρατικοποιημένο
αχ οι Έλληνες
Αλλά εκεί στην ξένη
στην οθόνη σκυμμένοι
θεϊκά δεμένοι
με την οικουμένη
στους απέναντι τόπους
φωτοκολλημένοι
απ’ τον εδώ ουρανό τους

Κι ενώ εδώ θα ζούμε καταρρεύσεις
ο έξω Ελληνισμός θα προχωρεί
και φως και μουσική μιας άλλης σκέψης
στη μείζονα Ελλάδα θα εκραγεί

Στους Πανέλληνες
Στους Πανέλληνες