Νίνα Κοκκαλίδου-Ναχμία, Οικοδομικές απόψεις

Χρήστος Γκάρτζος & Λάκης Τεάζης, Η φτώχεια μου καθρέφτης
(τραγούδι: Γιώργος Νταλάρας / δίσκος: Οι Μάηδες οι ήλιοι μου (1978)) (1975))

Οικοδομικές απόψεις

στ’ αδέρφια μου

Μην ξαστοχιέσαι πως μπορείς να χτίσεις ένα σπίτι
με πέτρα και λάσπη,
της αγκαλιάς σου το πλάτος αν δεν δώσεις
ένα πιθάρι απύθμενο θα στήσεις
που τη φωτογραφία του κανένα παιδί
στον κόρφο δεν θα ’χει
για να πορεύεται με σιγουριά
στους παγιδεμένους δρόμους.

Εκείνα τα σαπισμένα σκαλοπάτια
ακόμα κρατάνε το βάρος μας.
Το κούφωμα του τοίχου τα κρυμμένα μυστικά μας
κι ο ίσκιος της αγριελιάς που φύτρωσε
στο τέταρτο, θαρρώ, σκαλοπάτι
μας γιομίζει παιδική ηλικία.

Αν θέλεις να χτίσεις ένα σπίτι
ζύμωσε τη λάσπη με το γαλάχτωμα
απ’ το παλιό σκαφίδι
για να μην χρειαστεί να ξεφορτώσεις τα χρόνια σου
σε χέρια που πυρετικά θα μετράνε το μάκρος τους.

Εκείνο το καντούνι που το φεγγάρι κι εμείς σεργιανούσαμε
μπροστά στο καλοκαιρινό παραθύρι
έγινε μέσα μας ένας δρόμος
που τη γη όλη την πιάνει,
κι απ’ το πρωινό μας ανακλάδισμα πάνω απ’ την μπουγαρινιά
έμεινε η ευωδιά στις αμασχάλες μας.
Μάθαμε ν’ αγαπάμε μ’ ανοιχτά μάτια,
να γράφουμε το «σέβας» με σέβας,
μάθαμε να βγάζουμε στο τσιμεντένιο μπαλκόνι
τα χωματόβαζα με τα κυκλάμινα,
και στην κορνίζα της δίφυλλης πόρτας
γλιτώναμε απ’ τη λαχτάρα του σεισμού
γιατί ήταν με αγάπη χτισμένο το σπίτι.

Αν θέλεις να χτίσεις ένα σπίτι
ξέρεις πού θα βρεις το υλικό.
Με τη σειρά σου πάρε το πρώτο σου βήμα πάνω στο σκαλί
και παράδωσε στη γενιά σου μια σκλήθρα για το αιώνιο.

Από τη συλλογή Οι αποσταμένοι (1964) της Νίνας Κοκκαλίδου-Ναχμία

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Νίνα Κοκκαλίδου-Ναχμία

Advertisements

Λήδα-Βασιλική Θέμελη, Στο σπίτι της εγκατάλειψης

Μάνος Χατζιδάκις & Μιχάλης Μπουρμπούλης, Το παλιό σπίτι
(τραγούδι: Στέλιος Μαρκετάκης / δίσκος: Για την Ελένη (1978))

Στο σπίτι της εγκατάλειψης

Στο σπίτι που δεν μπαίνει ο ήλιος,
στα σπίτια που μυρίζουν εγκατάλειψη
θ’ αφήσω να ξεχυθούν
τα πιο τρυφερά λόγια μου.

Να ζεστάνουν τους τοίχους
να στεγνώσουν την υγρασία.

Θα κόψω αγριολούλουδα απ’ το δάσος
θα στολίσω τις παγωμένες κάμαρες
να σκορπίσει παντού
το άρωμα της ζωής.

Από τη συλλογή Κρίσιμες στιγμές (2010) της Λήδας-Βασιλικής Θέμελη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Λήδα-Βασιλική Θέμελη

Μαρία Πισιώτη, Το αύριο μέσα από ένα βλέμμα

Charles Strouse & Martin Charnin, Tomorrow (by Barbra Streisand (1978))

Το αύριο μέσα από ένα βλέμμα

Βλέπω το σήμερα γύρω μου να λάμπει.
Στο γέλιο σου ντύνεται η μέρα
με χρώματα χαράς.
Η νύχτα την αντιγράφει.
Ταξιδεύω στο αύριο μέσα απ’ το βλέμμα σου.
Πόσο με τρομάζει!
Οι κόλακες και οι αγύρτες χαμογελώντας
υποκριτικά υφαίνουν το μέλλον.
Μην παρασύρεσαι στη μέθη τους.
Έχε το φρόνημα υψηλό.
Στη διγλωσσία της διαπλοκής
δείξε τη δέουσα πυγμή.
Ο σεβασμός στην αξία της ζωής
περήφανα θα κυματίζει.
Απάνω στο τραπέζι της διαπλοκής,
βλέπω να κάθεται επιτέλους
η αληθινή Ειρήνη.

Από τη συλλογή αιωρούμενο νησί (1999) της Μαρίας Πισιώτη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Μαρία Πισιώτη

Ανδρέας Καρακόκκινος, Η σκιά μιας θλίψης

Φώτης Αγγουλές & Μιχάλης Τερζής, Μια θλίψη
(τραγούδι: Γιώργος Ζωγράφος / δίσκος: Στην άδεια την πόλη (1978))

Η σκιά μιας θλίψης

[Ενότητα Αναζητώντας το χαμόγελο]

Η σκιά μιας θλίψης
ακολουθεί τα βήματα του ανέμου
ως πέρα μακριά,
εκεί όπου η νύχτα
κρύβει στον κόρφο της
το τελευταίο χαμόγελο.
Ακολούθα τα χνάρια
όσα απόμειναν από την αδικία
κρατώντας στο χέρι τη γύμνια τους
λάβαρο της δικιάς σου ζωής.
Ψάξε στου σκότους τη φορεσιά
προτού η μέρα τη σκεπάσει
κι άδραξε το χαμόγελο το στερνό
τον ουρανό να ντύσεις.

Από τη συλλογή Πνοή της άνοιξης (2007) του Ανδρέα Καρακόκκινου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Ανδρέας Καρακόκκινος

Μαρία Ψωμά, Γενιά του ’80

Αντώνης Βαρδής & Πάνος Φαλάρας, Με τον Μπομπ Ντίλαν
(τραγούδι: Βασίλης Παπακωνσταντίνου / δίσκος: Βασίλης Παπακωνσταντίνου (1978))

Γενιά του ’80

Βρεθήκαμε ανάμεσα,
λίγο μετά την επανάσταση των ψυχών,
λίγο πριν τη κυριαρχία των υπολογιστών,
ακούσιοι γευσιγνώστες της δράσης.
Αμήχανοι, ακούγαμε ροκ
ακολουθούσαμε τη δίνη των αλλαγών,
μέσα στο στρόβιλο
αλλά ποτέ στο κινητήριο πνεύμα,
κάτω απ’ τις σημαίες άλλων
βολευτήκαμε,
χαθήκαμε με ξένο όνομα
στο «περνάω καλά»
μιας δανεικής ευημερίας,
κανένα τίτλο δεν αναρτήσαμε στην ιστορία.
Απαίδευτοι στη μοιρασιά,
χέρια δεν απλώσαμε να ενώσουμε κόσμους,
επαναστάτες μαϊμού
καταδυθήκαμε εντός
σε αμφισβήτηση του ίδιου μας του προσώπου,
μεσήλικες πια
κατεβαίνουμε ακόμα,
πάτο δε πιάσαμε,
ακόμα ρωτάμε;

Από την προς έκδοση συλλογή Άλλη ζωή (2008) της Μαρίας Ψωμά

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Μαρία Ψωμά

Μίκης Θεοδωράκης & Γιάννης Θεοδωράκης, Μενεξεδένια τα βουνά

Μενεξεδένια τα βουνά

Μουσική: Μίκης Θεοδωράκης
Στίχοι: Γιάννης Θεοδωράκης
Τραγούδι: Μαργαρίτα Ζορμπαλά
Δίσκος: Ταξίδι μέσα στη νύχτα (1978)

Μενεξεδένια ήταν τα βουνά
μενεξεδένια τα φιλιά
μενεξεδένια ήταν τα μάτια σου
κατάμαυρη είναι η μοναξιά

Το τρένο αυτό που σε ξερίζωσε
μου σχίζει πάντα την καρδιά
το σφύριγμά του είναι για ’μέ λυγμός
το πέρασμά του είναι καημός

Ήμουν για σένα ο διαβάτης που περνά
ήσουν για μένα το νερό και η φωτιά

Σε κράτησα μέσα στα χέρια μου
σα να ’σουνα μικρό πουλί
με την αυγή γλυκοκελάηδησες
το δειλινό είχες χαθεί

Κι εγώ στα δάση τώρα τριγυρνώ
μετρώ τα κίτρινα κλαδιά
μετρώ τα φύλλα που ξεράθηκαν
την άμετρη μετρώ ερημιά

Ήμουν για σένα ο διαβάτης που περνά
ήσουν για μένα το νερό και η φωτιά

Μανόλης Αναγνωστάκης, Κι ήθελε ακόμη…

Μανόλης Αναγνωστάκης & Θάνος Μικρούτσικος, Κι ήθελε ακόμη
(ερμηνεία: Μαρία Δημητριάδη / δίσκος: Τραγούδια της λευτεριάς (1978))

Κι ήθελε ακόμη…

Κι ήθελε ακόμη πολύ φως να ξημερώσει. Όμως εγώ
Δεν παραδέχτηκα την ήττα. Έβλεπα τώρα
Πόσα κρυμμένα τιμαλφή έπρεπε να σώσω
Πόσες φωλιές νερού να συντηρήσω μέσα στις φλόγες.
Μιλάτε, δείχνετε πληγές αλλόφρονες στους δρόμους
Τον πανικό που στραγγαλίζει την καρδιά σας σα σημαία
Καρφώσατε σ’ εξώστες, με σπουδή φορτώσατε το εμπόρευμα
Η πρόγνωσις σας ασφαλής: Θα πέσει η πόλις.

Εκεί, προσεχτικά, σε μια γωνιά, μαζεύω με τάξη,
Φράζω με σύνεση το τελευταίο μου φυλάκιο
Κρεμώ κομμένα χέρια στους τοίχους, στολίζω
Με τα κομμένα κρανία τα παράθυρα, πλέκω
Με κομμένα μαλλιά το δίχτυ μου και περιμένω.

Όρθιος και μόνος σαν και πρώτα περιμένω.

Από τη συλλογή Η συνέχεια (1954) του Μανόλη Αναγνωστάκη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Μανόλης Αναγνωστάκης

Neil Diamond, Alan Bergman & Marilyn Bergman, You don’t bring me flowers (Barbra Streisand & Neil Diamond)

You don’t bring me flowers

Μουσική: Neil Diamond
Στίχοι: Alan Bergman & Marilyn Bergman
Ερμηνεία: Barbra Streisand & Neil Diamond
Δίσκος: You don’t bring me flowers (single, 1978)

You don’t bring me flowers
You don’t sing me love songs
You hardly talk to me anymore
When I come through the door
At the end of the day

I remember when
You couldn’t wait to love me
Used to hate to leave me
Now after lovin’ me late at night
When it’s good for you
And you’re feeling alright
Well you just roll over
And you turn out the light
And you don’t bring me flowers anymore

It used to be so natural
To talk about forever
But «used to be’s» don’t count anymore
They just lay on the floor
Till we sweep them away

And baby, I remember
All the things you taught me
I learned how to laugh
And I learned how to cry
Well I learned how to love
I even learned how to lie
You’d think I could learn
How to tell you goodbye
‘Cause you don’t bring me flowers anymore

Δημήτρης Καλοκύρης, Τα φανταστικά φουγάρα

Lluis Llach & Πάνος Φαλάρας, Όλα τα ’χει ο μπαξές
(τραγούδι: Βασίλης Παπακωνσταντίνου / δίσκος: Βασίλης Παπακωνσταντίνου (1978))

Τα φανταστικά φουγάρα

Παραμορφώσεις σ’ ένα ζώο στις εξορίες του νερού.

Μπαίνοντας το νερό στα κατώφλια και στις βιτρίνες της αγοράς, καθώς αστράφτουν τα θαλασσινά φαινόμενα στις τζαμαρίες, το άλλο, που έρχεται ένα σκυλί και προσπερνά, ανάμεσα στη ναυμαχία, ύστερα που ουρλιάζει ξαφνικά μια άλλη πλατεία, όπως χτυπιέται με τα μέγαρα το φως μέσα στο δρόμο.

Και πώς ξεφεύγεις τώρα τούτες τις φωτιές, που δε θα χαμηλώσουνε ποτέ, η τεχνική των μαχαιριών με το τραπέζι άβαφτο κι απάνω το χοντρό προσευχητάρι –χειμώνας στο άλλο τοπίο, που δε θα γίνει να το δει, πως από τούτο το κελί δεν έχει μείνει πέρασμα,

δάσος γεμάτο γλάρους ξαφνικά, χωρίς αιτία.

Κλωνάρι τα φουγάρα, με αρώματα του πεύκου και του ανυπόμονου θανάτου τα αρώματα, χωράφια, σπίτια, στάβλοι και καπηλειά όπως τις γυάλες με το χιόνι
με παγωμένα τα κεντήματα πάνω στο κίτρινο κλαδάκι του μυαλού, ένα παράξενο φυτό, που γύρισε το λαμπερό σημείο δεξιά, σαν τη χωρίστρα κοριτσιού που γέρνει από ώρες στους γιατρούς και που αρχίζει να νυχτώνει–

Ένα παράξενο φυτό που τριγυρνάει όλη τη μέρα έξω απ’ το σπίτι∙ κάτι που φαίνεται φωνή που τελειώνει σιγανά μες στον καπνό και που σε φτάνει, για μια στιγμή σιωπή απέραντη, για μια στιγμή, κι απάνω οι φιάμολες! φανάρια, κόρνες, διαταγές, φρούτα της αγοράς, καρότσια και σακούλες και Σειρήνες καρφιτσωμένες στις σκιές, σαν ξεραμένα έντομα στη σάλα καλογέρων που ξεγυμνώσαν τα ποδάρια και πλευρίζουν μανιασμένοι στο παράθυρο: οι εικόνες.

Ο νυχτοφύλακας που γράφει για να μην αποκοιμηθεί, πώς αποβιβαστήκανε χαράματα στην Πάτμο, βουίζοντας το ράδιο κουβέντες και απόμακρες χειρονομίες –μοιάζει να τελειώσανε πολλά καθώς γυρίζω, μέσα σε ώρες που ’χουν πια τελειώσει, και με προσπερνούν, μαζί με τις φορές που δεν αρχίνησαν ακόμη, ήχος του νυχτοφύλακα από φωνές μιανής που πέθαινε στο άλλο σπίτι, ένα κουτάκι με φωτογραφίες, θυμητάρια από βαφτίσια, γάμους συγγενών, αρραβώνες που μια φορά ήθελα,

τώρα,
κάπου εδώ ήτανε κάτι που δεν είναι πια, ένας συλλογισμός κενός που γέμισε σιγά σιγά με πολυθρόνες και με βάζα και ταπετσαρίες, το σπίτι όλο ένα πέρασμα στην άκρη του ματιού απ’ τα χαμηλωμένα φώτα και τα κάδρα, ο ύπνος λίγος που απομένει, μια καντήλα με παχιά βελούδα του λαδιού στ’ απανωχείλι, κομμένη σαν και σήμερα, καποιανού άγιου, μεριές μεριές να τρέχει να ξεχύνεται στ’ άσπρα σεντόνια, στα χαλιά, μέσα στα σπίτια και στις αγορές και τις βιτρίνες με τα θαλασσινά φαινόμενα στις τζαμαρίες, κι εκατομμύρια φανταστικά πηχτά πουλιά μ’ ένα τεράστιο κουρέλι μαύρο στις δαγκάνες –οι άγιοι, και τα ξωτικά, σειρήνες άγιες και Παναγιές πλατύτερες και στους πυκνούς καπνούς και τις στριγκλιές, οι κουστωδίες.
Μ’ αποφεύγουν τα πρόσωπα που περιμένω στο μύθο–

ένα δεντράκι ασβεστωμένο ως τα μισά, παίρνει τις φλόγες και σηκώνεται ψηλά, οι φωτογράφοι τα μαζεύουνε και φεύγουν, σαν τα ποντίκια, που θα πει, πως καβαλήσαν οι σπαθάριοι κι οι λογοθέτες το καράβι και πως σηκώσανε τα χέρια πάνω στα φτερά, στα ψέματα και στις αλήθειες για τους άλλους, για τη βουή που ξαναπάει και φέρνει βόλτες, πάλι μέσα στην ίδια φυλακή, στο σπίτι που έρχεται, για ν’ αποκοιμηθώ και να μείνω.

Και κάνει να γεμίσει αυτό το ζώο, τις σημαίες, τις αυλές και τα σταματημένα τροχοφόρα στους ιπποδρόμους και τα στάδια και τους στρατώνες, και βγάζει έξω την αγρύπνια στο λουρί πρωί πρωί, που σου ξεσήκωνε όλη τη νύχτα τις φωνές μες στους καπνούς, την παγωνιά και την αιτία, σα δυο φανταστικά φουγάρα ανεμίζοντας στο φως, θεόρατα ανοιγμένα μες στο βράδυ, καθώς κατηφορίζουν μες στα σύννεφα οι φρουρές, κι αστραποβολημένο πέφτει μες από τη νύχτα, μια για πάντα, το φεγγάρι.

Από τη συλλογή Τα φανταστικά φουγάρα (1977) του Δημήτρη Καλοκύρη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Δημήτρης Καλοκύρης

Σπύρος Λαζαρίδης, Στο κάτω κάτω

Enrico Macias & Φίλιππος Νικολάου, Μου χρωστάς δε σου χρωστάω
(τραγούδι: Φίλιππος Νικολάου / δίσκος: Μου χρωστάς δε σου χρωστάω (1978))

Στο κάτω κάτω

Αν νομίζεις
πως είσαι φως

μην ξεχνάς

πως εγώ γύρισα
το διακόπτη.

Από τη συλλογή Γλυκιές σφαιρούλες απ’ τ’ όμορφό σου όπλο (1986) του Σπύρου Λαζαρίδη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Σπύρος Λαζαρίδης

Μανόλης Ξεξάκης, [Ελληνική επαρχία, γενέθλια γη…]

Αντώνης Βαρδής & Πάνος Φαλάρας, Επαρχία 1978
(τραγούδι: Βασίλης Παπακωνσταντίνου / δίσκος: Βασίλης Παπακωνσταντίνου (1978))

Ελληνική επαρχία, γενέθλια γη
έδρα της υπερβολής που ραντίζει
το χώμα της πρωτεύουσας
και φυτρώνουν όλα αυτά τα ξόρκια
της καθημερινής μίζερης ζωής.

Από τη συλλογή Κάτοπτρα μελαγχολικού λόγου (1987) του Μανόλη Ξεξάκη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Μανόλης Ξεξάκης

Λίνος Κόκοτος & Δημήτρης Χριστοδούλου, Γεννήθηκα σε μια στιγμή

Λίνος Κόκοτος & Δημήτρης Χριστοδούλου, Γεννήθηκα σε μια στιγμή

Μουσική: Λίνος Κόκοτος
Στίχοι: Δημήτρης Χριστοδούλου
Τραγούδι: Νίκος Ξυλούρης
Δίσκος: Τα αντιπολεμικά (1978)

Γεννήθηκα σε μια στιγμή
του κόσμου και βαδίζω
για μια μεγάλη χαραυγή
και πίσω δεν γυρίζω

Μια φορά στον κόσμο ήρθα
δυο φορές μ’ αρνήθηκαν
και όταν είπα την αλήθεια
όλοι οι δρόμοι κλείστηκαν

Γεννήθηκα κι ήταν πρωί
μα έζησα τη νύχτα
άλλα μου είπαν οι θεοί
και άλλα στο κόσμο βρήκα

Μια φορά στον κόσμο ήρθα
δυο φορές μ’ αρνήθηκαν
και όταν είπα την αλήθεια
όλοι οι δρόμοι κλείστηκαν

Μανόλης Αναγνωστάκης, Όταν αποχαιρέτησα…

Μανόλης Αναγνωστάκης & Θάνος Μικρούτσικος, Όταν αποχαιρέτησα τους φίλους μου
(τραγούδι: Μαρία Δημητριάδη / δίσκος: τραγούδια της λευτεριάς (1978))

Όταν αποχαιρέτησα…

Όταν αποχαιρέτησα τους φίλους
Σ’ αυτή τη γη ξεχάστηκεν η μέρα
Κι οι νύχτες εναλλάσσονταν με νύχτες.

Πώς να μιλήσω; Το πλήθος δάμαζε
Τους δημεγέρτες και τους πλάνους. Με στιλέτα
Καρφώναν τα δικά μου λόγια. Πώς να μιλήσω
Όταν στήνονταν μυστικές αγχόνες
Σε κάθε πόρτα ενεδρεύοντας τον ύπνο
Και τόσα πού να στοιβαχτούνε γεγονότα
Τόσες μορφές να ξαναγίνουν αριθμοί
Πώς να εξηγήσω πιο απλά τι ήταν ο Ηλίας
Η Κλαίρη, ο Ραούλ, η οδός Αιγύπτου
Η 3η Μαΐου, το τραμ 8, η «Αλκινόη»
Το σπίτι του Γιώργου, το αναρρωτήριο.
Θα σου μιλήσω πάλι ακόμα με σημάδια
Με σκοτεινές παραβολές με παραμύθια
Γιατί τα σύμβολα είναι πιο πολλά απ’ τις λέξεις
Ξεχείλισαν οι περιπέτειες οι ιδιωτικές
Το άψογο πρόσωπο της Ιστορίας θολώνει
Αρχίζει μια καινούρια μέρα που κανείς δεν τη βλέπει
Και δεν την υποψιάζεται ακόμα
Όμως έχει τρυπώσει μες στις ραφές της καρδιάς

Στα καφενεία και στα χρηματιστήρια
Στις βροχερές ώρες, στ’ άδεια πάρκα, στα μουσεία
Μέσα στα σπουδαστήρια και στα μαγαζιά
Αλλάζει τη σύνθεση της ατμοσφαίρας
Τη γεύση του φιλιού, τη πολυτέλεια της αμαρτίας
Το χυμισμό του κυττάρου, την ορμή της μπόρας.
Έχει στηθεί η σκηνή μα δε φωτίζουν οι προβολείς
Κι όλα τα πρόσωπα είν’ εδώ –αντάξια του δράματος–
Γενεές γενεών υποκριτές: η θλιβερά ερωμένη
Ο άνθρωπος με το χαμόγελο, ο επίορκος
Τα κουδουνάκια του τρελού, κάθε κατώτερη ράτσα
Άρχοντες και πληβείοι και αυτοτιμωρούμενοι.

Πώς τόσα πρόσωπα να γίνουν αριθμοί
Και τόσα γεγονότα απλά βιβλία
Χωρίς την επινόηση νέας διάταξης στοιχείων
Χωρίς τη νέα μύηση που θα σαρώσει την αυλαία
Σκίζοντας βίαια στα δυο το σάπιο μήλο
Να επιστρέψουν τ’ άγια στους σκύλους, τα βρέφη στις μήτρες

Κι όρθια η Πράξη σαν αλεξικέραυνο.

9η Θερμιδώρ 1955

Από τη συλλογή Η συνέχεια 2 (1956) του Μανόλη Αναγνωστάκη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Μανόλης Αναγνωστάκης

Γιάννης Υφαντής, Όπου και να βρίσκεστε πάντα

Λίνος Κόκοτος & Δημήτρης Χριστοδούλου, Μες στον κόσμο
(ερμηνεία: Νίκος Ξυλούρης / δίσκος: Τα αντιπολεμικά (1978))

Όπου και να βρίσκεστε πάντα

Όπου και να βρίσκεστε πάντα
κρυφό ένα όπλο να κρατάτε πάνω σας γιατί
η επανάσταση
(σαν τη δευτέρα παρουσία) δεν ξέρετε
πού θα σας βρει, γιατί
η επανάσταση
(σαν τη δευτέρα παρουσία) γίνεται
κάθε στιγμή.

Από τη συλλογή Ποιήματα Κεντήματα στο Δέρμα του Διαβόλου (1988) του Γιάννη Υφαντή

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Γιάννης Υφαντής

Σταύρος Ζαφειρίου, Υστερόγραφο Α’

Παύλος Σιδηρόπουλος, Οι σοβαροί κλόουν (δίσκος: Φλου (1978))

Υστερόγραφο Α’

Κατευθύνεσαι στην απέναντι νύχτα.
Είμαι ήδη εκεί.
Όταν φτάσεις θα ’χω θάψει
τις φλογισμένες μου λέξεις.
Θα βρεις μονάχα τα καμμένα μου δάχτυλα
τυλιγμένα σε κίτρινα χόρτα.

Κυρίες και κύριοι
οι κλόουν βγάζουν τα καπέλα που δε φορούν,
υποκλίνονται
και σας χαιρετούν.
Τώρα που βλέπουν το χαμόγελο στα χείλη σας
μπορούν πάλι να φορέσουν τη ματωμένη καρδιά τους, ν’ αποσυρθούν στα παρασκήνια και να χαθούν.

Κυρίες και κύριοι, οι κλόουν σας αγαπούν.
Τα τελευταία τρικ ξεπηδούν
απ’ τα τεράστια μαύρα παπούτσια τους.
Χειροκροτήστε! Χειροκροτήστε!

Το δάκρυ κύλησε στην άμμο της πίστας
ο κόσμος όμως ήδη στριμώχνονταν στην έξοδο.

Από τη συλλογή … και να μπλοφάρουμε στο όνειρο (1984) του Σταύρου Ζαφειρίου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Σταύρος Ζαφειρίου

Κώστας Ριτσώνης, [Πόδια ανάλαφρα, γερά…]

Χρήστος Γκάρτζος & Σώτια Τσώτου, Αθήνα
(τραγούδι: Γιώργος Νταλάρας / δίσκος: Οι Μάηδες οι ήλιοι μου (1978))

Πόδια ανάλαφρα, γερά
χρειάζονται μες στην Αθήνα
και τα δικά μου είναι κουρασμένα

χρειάζονται σύγχρονα παπούτσια
για να οργώσεις τους μεγάλους δρόμους
γόνατα δυνατά
για να σκαρφαλώσεις στις μεγάλες σκάλες

Οι παλιές μου αρθρώσεις
είναι φθαρμένες
οι παλιές μου σόλες
σκίζονται
τα παλιά μου πόδια λυγίζουν
μπρος στις ανηφόρες
που με περιμένουν χωρίς έλεος
μέσα σε μια πολιτεία
που θέλει να μ’ εξαφανίσει

Από την έκδοση 151 ποιήματα του Κώστα Ριτσώνη (εκδ. Ποιήματα των φίλων, Αθήνα, 2011)

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Κώστας Ριτσώνης

Σταύρος Ζαφειρίου, Το γρανιτένιο χέρι είναι μέσα μου

Μάνος Χατζιδάκις & Μιχάλης Μπουρμπούλης, Τραγούδια στο ηλεκτρόφωνο
(τραγούδι: Στέλιος Μαρκετάκης / δίσκος: Για την Ελένη (1978))

Το γρανιτένιο χέρι είναι μέσα μου

Μέσα στο στόμα της πληγωμένης μέδουσας
Η ροή του θανάτου
Η στάχτη των θριάμβων
Η υποψία της παρακμής

Η γαλήνη των κίτρινων φύλλων
Θρυμματισμένη στο πεζοδρόμιο

Κι εσύ που δε θα καταλάβεις ποτέ
Γιατί επιμένω να ρίχνω κέρματα
Στο ηλεκτρόφωνο

Από τη συλλογή … και να μπλοφάρουμε στο όνειρο (1984) του Σταύρου Ζαφειρίου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Σταύρος Ζαφειρίου

Αλεξάνδρα Μπακονίκα: Ονομαστική γιορτή, 1992

Χρήστος Γκάρτζος & Λάκης Τεάζης, Η φτώχεια μου καθρέφτης
(τραγούδι: Γιώργος Νταλάρας / δίσκος: Οι Μάηδες οι ήλιοι μου (1978))

Ονομαστική γιορτή, 1992

Είναι ποιητής που παραδέχομαι,
του βγάζω το καπέλο, οι στίχοι του με θέλγουν.
Είχε την ονομαστική του γιορτή
και πρώτη φορά θα τον επισκεπτόμουν σπίτι του.
Με κατείχε αδημονία να βρεθώ στον χώρο του,
να δω και να αγγίξω κάτι από την ατμόσφαιρα
όπου ζούσε, σκεπτόταν και έγραφε.

Φτωχικό και λαϊκό το μικρό του διαμέρισμα.
Τα λιτά έπιπλα και οτιδήποτε άλλο
όπως κιλίμια, κεντήματα και αντικείμενα,
ήταν πολύ παλιά, από τα χρόνια του ’20 ή ’30.
Ο χώρος και ο διάκοσμος μου θύμιζε
κάποια προσφυγικά σπίτια φίλων μου στην παιδική μου ηλικία.

Φτωχικό το σπίτι του ποιητή,
αλλά και με ένα ιδιαίτερο, δικό του χρώμα.

Από τη συλλογή Παρακαταθήκη ηδυπάθειας (2000) της Αλεξάνδρας Μπακονίκα

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Αλεξάνδρα Μπακονίκα

Νίκος-Αλέξης Ασλάνογλου, Αθήνα

Χρήστος Γκάρτζος & Σώτια Τσώτου, Αθήνα
(τραγούδι: Γιώργος Νταλάρας / δίσκος: Οι Μάηδες οι ήλιοι μου (1978))

[Ενότητα Αισθηματική ηλικία (1946-1949)]

Αθήνα

Πολιτεία γυμνή, πρωινό με τις άδειες καρέκλες
δεν είναι δω τόπος να μείνουμε
εδώ δεν έχει δρόμους δεν έχει μάτια
μέσα σ’ ερειπωμένα παράθυρα
μια μυρωδιά γκαζιού και κίτρινης λαδομπογιάς

Από τη συλλογή Δύσκολος θάνατος (1954) του Νίκου-Αλέξη Ασλάνογλου

Πηγή: συγκεντρωτική έκδοση Ο δύσκολος θάνατος (Αθήνα, εκδ. Νεφέλη, 1985) του Νίκου-Αλέξη Ασλάνογλου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Νίκος-Αλέξης Ασλάνογλου