Βασίλης Φαϊτάς, Fata morgana

Νίκος Καββαδίας & Μαρίζα Κωχ, Φάτα Μοργκάνα
(ερμηνεία: Μαρίζα Κωχ / δίσκος: Μαρίζα Κωχ (1977))

Fata morgana

Έρημος που είναι ο τόπος μου
ο αγέρας κατοικείται από χρησμούς
και γερασμένο φως
η ιστορία μια αμυχή στο κενό
κυλιόμενες αυταπάτες,
στα λιμάνια επίμονα ξαναγυρίζει η fata morgana
άγρυπνοι άγγελοι τρικλίζουν στις αποβάθρες
οι αρχαίοι θεοί νεκροί
περικυκλωμένοι απ’ τον καιρό
ντυμένοι λυκόφως και αιώνες βροχής
ένα-ένα ξεκαρφώνουν στον Όλυμπο
τ’ απολιθωμένα άστρα
κι εγώ γεννημένος Έλληνας με καταγωγή
στους βαθείς ωκεανούς του πλανήτη
γιος και γεννήτορας του πατέρα μου
δε θυμάμαι παρά τα όνειρα των άλλων
και τον Νηρέα ξεχασμένο από παλιά
κάτω απ’ τα νερά.

Μακριά κολυμπούν γαλήνια
τα εκμαγεία των θρύλων.

Από τη συλλογή Συνάντηση με το σύμπαν (2011) του Βασίλη Φαϊτά

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Βασίλης Φαϊτάς

Advertisements

Μαρία Ψωμά, Λευκά σεντόνια

Γιάννης Σπανός & Γιάννης Καλαμίτσης, Άνθρωποι μονάχοι
(τραγούδι: Βίκη Μοσχολιού / δίσκος: Η Βίκη Μοσχολιού τραγουδά Σπανό (1977))

Λευκά σεντόνια

Ο βίος του λευκά σεντόνια,
θαρρείς δεν κουλουριάστηκαν κουρασμένα σώματα,
δεν αιμορράγησαν όνειρα,
ούτε κλάψανε ουτοπίες,
αλώβητη διατηρεί την αφέλεια ποιητή,
ενώ αποπνέει τραχύτητα πλάσματος
που ’σφιξε γερά το χέρι του θανάτου.
Άνθρωπος;
Μόνος

Από την προς έκδοση συλλογή Άλλη ζωή (2008) της Μαρίας Ψωμά

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Μαρία Ψωμά

George Young & Harry Vanda, Love is in the air (by John Paul Young)

Love is in the air

Μουσική & στίχοι: George Young & Harry Vanda
Τραγούδι: John Paul Young (1977)

Love is in the air
Everywhere I look around
Love is in the air
Every sight and every sound
And I don’t know if I’m being foolish
Don’t know if I’m being wise
But it’s something that I must believe in
And it’s there when I look in your eyes

Love is in the air
In the whisper of the trees
Love is in the air
In the thunder of the sea
And I don’t know if I’m just dreaming
Don’t know if I feel sane
But it’s something that I must believe in
And it’s there when you call out my name

Love is in the air
In the rising of the sun
Love is in the air
When the day is nearly done
And I don’t know if you’re an illusion
Don’t know if I see it true
But you’re something that I must believe in
And you’re there when I reach out for you

Love is in the air
Every sight and every sound
And I don’t know if I’m being foolish
Don’t know if I’m being wise
But it’s something that I must believe in
And it’s there when I look in your eyes

Τάσος Κουράκης, Το σαλονάκι

Κώστας Χατζής & Σώτια Τσώτου, Μου είπες «Σ’ αγαπώ»
(ερμηνεία: Ελπίδα & Κώστας Χατζής / δίσκος: Ελπίδα – Δάκης στου Κώστα Χατζή (1977))

[Ενότητα ΙΙ. Οι κληρονόμοι]

Το σαλονάκι

Έντυσες το σαλονάκι της
ζωής σου
σε ακριβή δερμάτινη επένδυση
ματαιότητας
σε χρώμα ακηλίδωτο πλην
μονόχρωμο να κρύβεται
η Άνοιξη της πολυμορφίας των
εφηβικών σου ονείρων μην
και ζητήσουν ανατροπή τα
κωλόπαιδα οι ενοχές σου

Και δεν ξέχασες ποτέ να
ρίχνεις από πάνω κάλυμμα
φτηνιάρικης επιδερμίδας από
ρετάλια παραβαρδάριας εκποίησης
ιδανικών

Σε επαφή αισθήσεων με
το υποκείμενο

Σαν τα κλειστά σαλόνια των
σπιτιών που τα καλύτερα δωμάτια δεν
προορίζονται για τους ίδιους μα
για τις ουτοπίες τους

Από τη συλλογή Λέξεις λάμνουν αεί θάλλουν (2002) του Τάσου Κουράκη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Τάσος Κουράκης

Μαρία Καρδάτου, Ανεμοχάδι

Kerry Livgren, Dust in the wind (by Kansas, 1977)

Ανεμοχάδι

Στον Γιώργη Παυλόπουλο

Αυτό δεν ήταν καλοκαίρι
Ο κήπος σκοτεινός
Το κορίτσι φευγάτο
Ο φίλος σταυρωμένος
Αυτό δεν ήταν καλοκαίρι
Χόρτα έπνιξαν τη λίμνη
Ο πνιγμένος χρόνος
στο βυθό να μας κοιτά
Τα αρχαία τείχη στο νερό
καλά κρυμμένα
κι η αλήθεια τους
ακρωτηριασμένη
Ο πυρσός στη θέση του
μήνυμα του τίποτα
που κάποτε υπήρξε
Ο προφήτης είχε προφητέψει
«Τίποτα δεν θα μείνει εδώ
Μόνο σκόνη κι ο άνεμος
να τη σκορπίζει
πάνω στη βυθισμένη πολιτεία»

Από τη συλλογή Αβλαβής διέλευση (2009) της Μαρίας Καρδάτου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Μαρία Καρδάτου

Νίκος Καββαδίας, Fata Morgana

Νίκος Καββαδίας & Μαρίζα Κωχ, Fata Morgana (δίσκος: Μαρίζα Κωχ (1977))

Fata Morgana

Στη Θεανώ Σουνά

Θα μεταλάβω με νερό θαλασσινό
στάλα τη στάλα συναγμένο απ’ το κορμί σου
σε τάσι αρχαίο, μπακιρένιο αλγερινό,
που κοινωνούσαν πειρατές πριν πολεμήσουν.

Στρείδι ωκεάνιο αρραβωνιάζεται το φως.
Γεύση από φλούδι του ροδιού, στυφό κυδώνι
κι ο άρρητος τόνος, πιο πικρός και πιο στυφός,
που εναποθέτανε στα βάζα οι Καρχηδόνιοι.

Πανί δερμάτινο, αλειμμένο με κερί,
οσμή από κέδρο, από λιβάνι, από βερνίκι,
όπως μυρίζει αμπάρι σε παλιό σκαρί
χτισμένο τότε στον Ευφράτη στη Φοινίκη.

Χόρτο ξανθό τρίποδο σκέπει μαντικό.
Κι ένα ποτάμι με ζεστή, λιωμένη πίσσα,
άγριο, ακαταμάχητο, απειλητικό,
ποτίζει τους αμαρτωλούς που σ’ αγαπήσαν.

Rosso romano, πορφυρό της Δαμασκός,
δόξα του κρύσταλλου, κρασί απ’ τη Σαντορίνη.
Ο ασκός να ρέει, κι ο Απόλλωνας βοσκός
να κολυμπάει τα βέλη του με διοσκορίνη.

Σκουριά πυρόχρωμη στις μίνες του Σινά.
Οι κάβες της Γερακινής και το Στρατόνι.
Το επίχρισμα. Η άγια σκουριά που μας γεννά,
μας τρέφει, τρέφεται από μας, και μας σκοτώνει.

Καντήλι, δισκοπότηρο χρυσό, αρτοφόρι.
Άγια λαβίδα και ιερή από λαμινάρια.
Μπροστά στην Πύλη δύο δαιμόνοι σπαθοφόροι
και τρεις Αγγέλοι με σπασμένα τα κοντάρια.

*

Πούθ’ έρχεσαι; Απ’ τη Βαβυλώνα.
Πού πας; Στο μάτι του κυκλώνα.
Ποιαν αγαπάς; Κάποια τσιγγάνα.
Πώς τη λένε; Φάτα Μοργκάνα.

Πάντα οι κυκλώνες έχουν γυναικείο
όνομα. Εύα από την Κίο.
Η μάγισσα έχει τρεις κόρες στο Αμανάτι
και η τέταρτη είν’ ένα αγόρι μ’ ένα μάτι.

Ψάρια που πετάν μέσα στην άπνοια,
όστρακα, λυσίκομες κοπέλες,
φίδια της στεριάς και δέντρα σάπια,
άρμπουρα, τιμόνια και προπέλες.

Να ’χαμε το λύχνο του Αλαδίνου
ή το γέρο νάνο απ’ την Καντόνα.
Στείλαμε το σήμα του κινδύνου
πάνω σε άσπρη πέτρα με σφεντόνα.

Δαίμονας γεννά τη νηνεμία.
Ξόρκισε, Allodetta, τ’ όνομά του.
Λούφαξεν ο δέκτης του ασυρμάτου,
και φυλλομετρά τον καζαμία.

Ο άνεμος κλαίει. Σκυλί στα λυσσιακά του.
Γεια χαρά, στεριά, κι αντίο, μαστέλο.
Γλίστρησε η ψυχή μας από κάτου,
έχει και στην κόλαση μπορντέλο.

Από τη συλλογή Τραβέρσο (1975) του Νίκου Καββαδία

Νίκος Καββαδίας, Μαραμπού

Νίκος Καββαδίας & Μαρίζα Κωχ, Μαραμπού (δίσκος: Μαρίζα Κωχ (1977))

Μαραμπού

Λένε για μένα οι ναυτικοί που εζήσαμε μαζί
πως είμαι κακοτράχαλο τομάρι διεστραμμένο,
πως τις γυναίκες μ’ ένα τρόπον ύπουλο μισώ
κι ότι μ’ αυτές να κοιμηθώ ποτέ μου δεν πηγαίνω.

Ακόμα, λένε πως τραβώ χασίσι και κοκό,
πως κάποιο πάθος με κρατεί φριχτό και σιχαμένο,
κι ολόκληρο έχω το κορμί με ζωγραφιές αισχρές,
σιχαμερά παράξενες, βαθιά στιγματισμένο.

Ακόμα, λένε πράματα φριχτά παρά πολύ,
που είν’ όμως ψέματα χοντρά και κατασκευασμένα,
κι αυτό που εστοίχισε σε με πληγές θανατερές
κανείς δεν το ’μαθε ποτέ, γιατί δεν το ’πα σε κανένα.

Μ’ απόψε, τώρα που έπεσεν η τροπική βραδιά,
και φεύγουν προς τα δυτικά των Μαραμπού τα σμήνη,
κάτι με σπρώχνει επίμονα να γράψω σε χαρτί,
εκείνο, που παντοτινή κρυφή πληγή μού εγίνη.

Ήμουνα τότε δόκιμος σ’ ένα λαμπρό ποστάλ
και ταξιδεύαμε Αίγυπτο γραμμή Νότιο Γαλλία.
Τότε τη γνώρισα —σαν άνθος έμοιαζε αλπικό—
και μια στενή μας έδεσεν αδελφική φιλία.

Αριστοκρατική, λεπτή και μελαγχολική,
κόρη ενός πλούσιου Αιγύπτιου οπού ’χε αυτοκτονήσει,
ταξίδευε τη λύπη της σε χώρες μακρινές,
μήπως εκεί γινότανε να τηνε λησμονήσει.

Πάντα σχεδόν της Μπασκιρτσέφ κρατούσε το Ζουρνάλ,
και την Αγία της Άβιλας παράφορα αγαπούσε,
συχνά στίχους απάγγελνε θλιμμένους γαλλικούς,
κι ώρες πολλές προς τη γαλάζιαν έκταση εκοιτούσε.

Κι εγώ, που μόνον εταιρών εγνώριζα κορμιά,
κι είχα μιαν άβουλη ψυχή δαρμένη απ’ τα πελάη,
μπροστά της εξανάβρισκα την παιδική χαρά
και, σαν προφήτη, εκστατικός την άκουα να μιλάει.

Ένα μικρό της πέρασα σταυρόν απ’ το λαιμό
κι εκείνη ένα μου χάρισε μεγάλο πορτοφόλι
κι ήμουν ο πιο δυστυχισμένος άνθρωπος της γης,
όταν εφθάσαμε σ’ αυτήν που θα ’φευγε την πόλη.

Την εσκεφτόμουνα πολλές φορές στα φορτηγά,
ως ένα παραστάτη μου κι άγγελο φύλακά μου,
και μια φωτογραφία της στην πλώρη ήταν για με
όαση, που ένας συναντά μες στην καρδιά της Άμμου.

Νομίζω πως θε να ’πρεπε να σταματήσω εδώ.
Τρέμει το χέρι μου, ο θερμός αγέρας με φλογίζει.
Κάτι άνθη εξαίσια τροπικά του ποταμού βρωμούν,
κι ένα βλακώδες Μαραμπού παράμερα γρυλίζει.

Θα προχωρήσω!… Μια βραδιά σε πόρτο ξενικό
είχα μεθύσει τρομερά με ουίσκι, τζιν και μπίρα,
και κατά τα μεσάνυχτα, τρικλίζοντας βαριά,
το δρόμο προς τα βρομερά, χαμένα σπίτια επήρα.

Αισχρές γυναίκες τράβαγαν εκεί τους ναυτικούς,
κάποια μ’ άρπαξ’ απότομα, γελώντας, το καπέλο
(παλιά συνήθεια γαλλική του δρόμου των πορνών)
κι εγώ την ακολούθησα σχεδόν χωρίς να θέλω.

Μια κάμαρα στενή, μικρή, σαν όλες βρομερή,
οι ασβέστες απ’ τους τοίχους της επέφτανε κομμάτια,
κι αυτή ράκος ανθρώπινο που εμίλαγε βραχνά,
με σκοτεινά, παράξενα, δαιμονισμένα μάτια.

Της είπα κι έσβησε το φως. Επέσαμε μαζί.
Τα δάχτυλά μου καθαρά μέτρααν τα κόκαλά της.
Βρωμούσε αψέντι. Εξύπνησα, ως λένε οι ποιητές
«μόλις εσκόρπιζεν η αυγή τα ροδοπέταλά της».

Όταν την είδα και στο φως τ’ αχνό το πρωινό,
μου φάνηκε λυπητερή, μα κολασμένη τόσο,
που μ’ ένα δέος αλλόκοτο, σαν να ’χα φοβηθεί,
το πορτοφόλι μου έβγαλα γοργά να την πληρώσω.

Δώδεκα φράγκα γαλλικά… Μα έβγαλε μια φωνή,
κι είδα μια εμένα να κοιτά με μάτι αγριεμένο,
και μια το πορτοφόλι μου… Μ’ απόμεινα κι εγώ
έναν σταυρό απάνω της σαν είδα κρεμασμένο.

Ξεχνώντας το καπέλο μου βγήκα σαν τον τρελό,
σαν τον τρελό που αδιάκοπα τρικλίζει και χαζεύει,
φέρνοντας μέσα στο αίμα μου μια αρρώστια τρομερή,
που ακόμα βασανιστικά το σώμα μου παιδεύει.

Λένε για μένα οι ναυτικοί που εκάμαμε μαζί
πως χρόνια τώρα με γυναίκα εγώ δεν έχω πέσει,
πως είμαι παλιοττόμαρο και πως τραβάω κοκό.
Μ’ αν ήξεραν οι δύστυχοι, θα μ’ είχαν συχωρέσει…

Το χέρι τρέμει… Ο πυρετός… Ξεχάστηκα πολύ,
ασάλευτο ένα Μαραμπού στην όχθη να κοιτάζω.
Κι έτσι καθώς επίμονα κι εκείνο με κοιτά,
νομίζω πως στη μοναξιά και στη βλακεία τού μοιάζω…

Από τη συλλογή Μαραμπού (1933) του Νίκου Καββαδία

Μάνος Ελευθερίου, Η γριά γοργόνα

Γιάννης Σπανός & Δημήτρης Ιατρόπουλος, Της Χαλιμάς τα παραμύθια
(τραγούδι: Κώστας Καράλης / δίσκος: Τραγούδια και μπαλάντες (1977))

Η γριά γοργόνα

Πώς είναι μια γριά γοργόνα; Πώς είναι τώρα
που βαριέται να ρωτάει
που ξέρει το παιχνίδι του καιρού κι αναγνωρίζει
λάθη και συμβάσεις
και με φανταστικές κινήσεις εννοεί
ό,τι ρωτούσε πάντα;

Πάντα και πάντα ό,τι ρωτούσε και πώς είναι
όταν σε γύρευε μες στις σπηλιές του ύπνου
μες στα χαράματα του πόντου και στα τρελά νερά
παίζοντας με κόκαλα πνιγμένων
τυφλή, κουφή, ξεδοντιασμένη, με ρευματισμούς,
πώς είναι μια ζωή γονατισμένη
τώρα που η δίκαιη κλεψύδρα μένει ακίνητη
καρφωμένη μέσα στο χρόνο της που περιέχει

ή με τα δώρα κάποιου που γερνάει μόνος του στα καφενεία και στα πορνεία

κυνηγημένος από σένα κι από φιλιά φαντάσματα
μ’ ένα κορμί που το κατάντησες σαν λατομείο
και δεν ελπίζει να το κοιτάξεις
ή προς το βράδυ να ξεδιαλύνεις τον προσφυγικό του ύπνο
τώρα που σ’ αιχμαλώτισαν άλλοι καθρέφτες κι άλλα φώτα
και δεν υπερασπίζεις πια το σώμα σου∙
ανακαλύπτεις τους καθρέφτες μες στο σώμα σου
ή σκουριασμένα σύνεργα ενός παλιού μηχανουργείου
και λες μεταμορφώσεις είναι, τίποτ’ άλλο.
Το ξέρει αυτός, ο συγγενής του κόσμου,
αυτός που είδε αμαρτίες κι αμαρτίες,
στρατούς, παραλυσίες και φυλές,
το ξέρει αυτός πως η ψυχή έχει δικές της αποφάσεις
κι άλλους δρόμους. Πώς δεν σ’ το δίδαξε;
Πώς είναι όμως δίχως φάρμακα εκείνη
ελπίζοντας μια κάμαρα σ’ ένα γηροκομείο
την Κυριακή επισκέψεις από γέρους ναυτικούς
γιατί πια τώρα το ’μαθε καλά

το άλλο μισό του ανθρώπου είναι
το παραμύθι

αλλά κι εσύ γιατί να της παραφερθείς
αφού κοντά της βούλιαξες ολόκληρος
και μόνο το τραγικό σου χέρι φαίνεται
να κρατάει, σαν ψάρι, σπαρταρώντας,
την ψυχή σου.

Από τη συλλογή Το μυστικό πηγάδι (1983) του Μάνου Ελευθερίου

Πηγή: ανθολογία Η δεύτερη μεταπολεμική ποιητική γενιά (1950-1970) του Ανέστη Ευαγγέλου (εκδ. Παρατηρητής, 1994)

Φαίδων ο Πολίτης, Μ.Κ. (πορτρέτο)

Νότης Μαυρουδής & Μάνος Χατζιδάκις, Παιδί της γης
(τραγούδι: Αρλέτα / δίσκος: Παιδί της γης (1977))

Φαίδων ο Πολίτης, Μ.Κ. (πορτρέτο)

[Ενότητα Ποιήματα της περιόδου 1975-1978]

Ένα παιδί που μοιάζει εκκλησία.
Ένα καμπαναριό που γεφυρώνει το χάος.

Αέναο χάδι σπαρτών που κυματίζουν
κάτω από αχόρταγα δάχτυλα.

Από το βιβλίο Φαίδων ο Πολίτης, Ποιήματα (εισαγωγή & επιλογή Ντίνου Χριστιανόπουλου, εκδ. Διαγωνίου, 1988)

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Φαίδων ο Πολίτης

Γιώργος Θέμελης, Ελεύθεροι πολιορκημένοι

Διονύσιος Σολωμός & Γιάννης Μαρκόπουλος, Άκρα του τάφου σιωπή
(τραγούδι: Νίκος Ξυλούρης, Ηλίας Κλωναρίδης & Μικτή Χορωδία Πρεβέζης / δίσκος: Ελεύθεροι πολιορκημένοι (1977))

Συλλογή Ωδή για να θυμόμαστε τους ήρωες (1949) του Γιώργου Θέμελη

Πρέπει η γη να χαίρεται, πρέπει να καμαρώνει
Δημοτικό

Ελεύθεροι πολιορκημένοι

Τριαντάφυλλα ’ναι θεϊκά στην κόλαση πεσμένα
Σολωμός

Θυμούνται και γράφουν μια βροχή,
Μια σκοτεινή βροχή που έπλεξε το σώμα του φεγγαριού σαν το λευκό μοσχάρι
Και τα κωδωνοστάσια έτρεμαν, γέρναν οι εκκλησιές.

Οι άνθρωποι δεν έβρισκαν γη να πατήσουν κι οι πεθαμένοι να κοιμηθούν.
Κι άρπαζαν χώμα, μάζευαν άσπρα κουρέλια να σκεπάσουν τη σάρκα
Και μαύρα μαντίλια να φυλάξουν τα τελευταία μαλλιά τους
Κι η όψη τους μεγάλωνε, μεγάλωνε από ένα χαμόγελο.

Τα παιδιά δε μπορούσαν να σηκωθούν, γιατ’ έχαναν τα μικρά τους μαχαίρια.
Τα κορίτσια ακολουθούσαν τα διάφανα χέρια τους και γίνονταν άφαντα.
Κι οι μάνες κατέβαιναν στα υπόγεια να βρουν φωτιά να κάψουν τα κρεβάτια τους
Να μη σαπίσουν,
Να μη ταξιδέψουν με τα νεκρά καράβια και τις κάσες στα μαύρα ξένα
Και σύρουν τα σεντόνια τους βρόμικα ζώα και τα πατήσουν.

Άνοιγαν χίλια βλέφαρα να κλείσουν την αγάπη,
Να κρύψουν τη στερνή χαρά που χτύπαε τα φτερά της
Ρίχνοντας δάφνες στα μαλλιά, μαλάματα στους κόρφους.

«Σκόρπα τη στάχτη σου, φωτιά, και ρίξε τον ανθό σου,
Να βάλουν άσπρα οι λεμονιές κι οι κούνιες να γεννήσουν,
Να στολιστούν τα μνήματα ν’ ανοίξουν παραθύρια,
Νάβρουν τα δάκρυα κατοικιά, τα περιστέρια πόρτες,
Κι η μάνα η μάνα η Δέσποινα να γιάνει τον καημό της.»

***

Ξάφνου μες στα χαράματα κρέμασε ο ουρανός την πούλια.

***

Περίμεναν,
Περίμεναν τ’ άσπρο μαντίλι της αμφιλύκης
Οι γυάλινες καμπάνες της Κυριακής,
Και τα σκαμμένα μάτια που άπλωσαν ν’ αγκαλιάσουν
Την πιο μεγάλη αυγή.

Από τη συγκεντρωτική έκδοση Γ. Θέμελη Ποιήματα I (1969)

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Γιώργος Θέμελης

Ντίνος Χριστιανόπουλος, Επικίνδυνη μοναξιά

Γιάννης Σπανός & Γιάννης Καλαμίτσης, Άνθρωποι μονάχοι
(τραγούδι: Βίκυ Μοσχολιού / δίσκος: Η Βίκυ Μοσχολιού τραγουδά Σπανό (1977))

Επικίνδυνη μοναξιά

Όταν τις νύχτες τριγυρνώ στη μοναξιά μου,
ψάχνω μες σε χιλιάδες πρόσωπα να βρω
εκείνο το τρεμούλιασμα στην άκρη του ματιού σου.

Αν έστω κι ένας μόνο απηχούσε
κάτι από τη δική σου ομορφιά,
θα του ’λεγα: «Λοιπόν, τι περιμένεις;
με τα καρφιά των παπουτσιών σου κάρφωσέ με» –

και δε θα καρτερούσα πια γλυκό φιλί
ούτε μια τρυφερή περίπτυξη.

Από τη συλλογή Ξένα γόνατα (1954) του Ντίνου Χριστιανόπουλου

Πηγή: Ντίνος Χριστιανόπουλος, Ποιήματα (εκδόσεις Ιανός, Θεσσαλονίκη, 2004)

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Ντίνος Χριστιανόπουλος

Αλεξάνδρα Μπακονίκα, Μετά την ταβέρνα

Μάνος Χατζιδάκις & Μίνως Αργυράκης, Μπερδεύτηκα
(τραγούδι: Ευτύχιος Χατζηττοφής / δίσκος: Οι γειτονιές του φεγγαριού | Χωρίον ο πόθος (1977))

Μετά την ταβέρνα

Μίζερη παρέα, μίζερες κουβέντες
αναγκαστικά κάπνιζα κι έπινα
για να περάσει η ώρα.
Όταν φύγαμε, στο σπίτι
χύμηξα επάνω σου,
κι όπως κυλιόμασταν,
χύμηξα στον ίδιο μου το φόβο
αν τύχει και δεν έφτανα στην ηδονή.

Από τη συλλογή Το γυμνό ζευγάρι και άλλα ποιήματα (1990) της Αλεξάνδρας Μπακονίκα

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Αλεξάνδρα Μπακονίκα

Γιάννης Ποδιναράς, Ποιητές

Θάνος Μικρούτσικος & Μάνος Ελευθερίου, Η δίκοπη ζωή
(τραγούδι: Γιώργος Μεράντζας / δίσκος: Τροπάρια για φονιάδες (1977))

[Μέρος Β’]

Ποιητές

Οι ποιητές πασκίζουν να υποτάξουν
σε μορφές μυστικές τους βυθούς του κόσμου
Σταλαγματιές αιμάτινες
αντιφεγγίζουν την τέχνη τους
σε στέρεα σχήματα
με χιλιάδες χρώματα και διαθέσεις
να σφραγίζουν τη μοίρα των ανθρώπων.
Πέφτει ο ήλιος
κι απλωμένοι στη γη
σκάβουν λαγούμια
να φυλάξουν τα όνειρα.

Από τη συλλογή Φαράγγια των Αγγέλων (2008) του Γιάννη Ποδιναρά

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Γιάννης Ποδιναράς

Γιάννης Ποδιναράς, Στους βυθούς του ανείπωτου

Νίκος Καββαδίας & Μαρίζα Κωχ, Fata Morgana
(τραγούδι: Μαρίζα Κωχ / δίσκος: Μαρίζα Κωχ (1977))

[Μέρος Α’]

Στους βυθούς του ανείπωτου

Κόκκοι της άμμου
χαϊδεύουν τα μέλη.
Γράφουν μορφές στον κύκλο του αίματος.
Πόθοι –πόνοι βαθιοί της μοίρας–
στις κόρες των ματιών που συναντήθηκαν.

Ένα κύμα στα μέλη.
Ένα μαχαίρι από ήλιο
χάραξε το γυμνό σώμα
βυθίζοντας το φως
σ’ αμμουδερά πηγάδια.
Θαλασσινά νερά
στέγνωσαν τη δίψα μας.

Από τη συλλογή Φαράγγια των Αγγέλων (2008) του Γιάννη Ποδιναρά

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Γιάννης Ποδιναράς

Ορέστης Αλεξάκης, Αναίτια

Χρήστος Νικολόπουλος & Λευτέρης Παπαδόπουλος, Όλες του κόσμου οι Κυριακές
(τραγούδι: Χάρις Αλεξίου / δίσκος: Χάρις Αλεξίου – 24 τραγούδια (1977))

αναίτια

Έτσι
χωρίς να καρτερώ επισκέπτη

λούζομαι
και χτενίζομαι
και λάμπω

Από τη συλλογή Η λάμψη (1983) του Ορέστη Αλεξάκη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Ορέστης Αλεξάκης

Μαρία Κέντρου-Αγαθοπούλου, Φαρμάκι

Άκης Πάνου, Φαρμάκι
(τραγούδι: Μανώλης Μητσιάς / δίσκος: Παρών (1977))

Φαρμάκι

Τι με συνδέει μ’ αυτό το πλήθος το παράλογο
Που δεν απομακρύνεται απ’ τη μικρή ζωή μου
Ή μήπως εγώ εγκατέλειψα τους γείτονές μου
Μήπως εγώ τους πρόδωσα με δύναμη ανεξήγητη
Πότε έκλεισα τα παράθυρα πότε τράβηξα τις κουρτίνες
Ή μήπως εκείνοι «μ’ έκλεισαν από τον κόσμον έξω»
Μ’ ένα γελοίο πρόσχημα ότι πολύ τους παίδεψα
Ότι πολύ τούς κοίταξα κρυφά πίσ’ απ’ το τζάμι
Καθώς οι γλάστρες τους ανθίζαν στις βεράντες
Καθώς ανέμιζαν στον ήλιο τα σεντόνια τους
Από έναν ύπνο που δεν ήτανε δικός μου
Από ένα θάνατο αγνώριστο σ’ εμένα — ξένο

Από τη συλλογή Σεντόνια της αγρύπνιας (2006) της Μαρίας Κέντρου-Αγαθοπούλου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Μαρία Κέντρου-Αγαθοπούλου

Federico Garcia Lorca | Αλέξης Σολωμός & Μάνος Χατζιδάκις, Τριαντάφυλλο

Τριαντάφυλλο

Ποίηση: Federico Garcia Lorca
Απόδοση στα Ελληνικά: Αλέξης Σολωμός
Μουσική: Μάνος Χατζιδάκις
Τραγούδι: Φλέρυ Νταντωνάκη
Δίσκος: Οι γειτονιές του φεγγαριού (1977)

Είναι κόκκινο σαν αίμα σαν ανοίγει το πρωί
και δροσούλα δεν τ’ αγγίζει από φόβο μην καεί
ανοιχτό το μεσημέρι σαν κοράλλι σαν παιδί
μες στα τζάμια μαγεμένος σκύβει ο ήλιος να το δει
άσπρο γίνεται κι είν’ άσπρο κοχυλάκι του γιαλού
σαν λιποθυμάει η μέρα στις βιολέτες του νερού

Κι όταν πια σημάνει η νύχτα τη φλογέρα τη γλυκιά
και τ’ αστέρια αλλάξουν θέση στ’ ουρανού την απλωσιά
πριν τελειώσει το τραγούδι κι ο αγέρας κοιμηθεί
μέσα στο βαθύ σκοτάδι σιγανά θα μαραθεί
πριν τελειώσει το τραγούδι κι ο αγέρας κοιμηθεί
μέσα στο βαθύ σκοτάδι σιγανά θα μαραθεί

Rasul Gamzatov & Yan Frenkel, Zhuravli (Οι γερανοί ) [απόδοση στα Ελληνικά από τον Γιάννη Ρίτσο]

Τώρα δεν φταίω εγώ που θα σας μαυρίσω την ψυχή, αλλά το «νεροκόριτσο» που μου θύμισε το πρωί τα «12 ρούσικα λαϊκά τραγούδια» και ειδικά το τραγούδι για τους γερανούς. Προτού τ’ ακούσετε και βάλουμε τα κλάματα όλοι μαζί, πάμε να δούμε τι σημαίνει αυτό το πραγματικά ξεχωριστό τραγούδι, ένα από τα διασημότερα ρώσικα τραγούδια που ακούγεται σ’ όλα τα μήκη και τα πλάτη τής γης μαζί με το «Νύχτες Μόσχας» και καναδυό άλλα.

Γύρω στο 1965 ο ρώσος ποιητής Ρασούλ Γκαμζάτοφ επισκέπτεται τη Χιροσίμα. Εντυπωσιάζεται κυρίως από το άγαλμα μιας μικρής Γιαπωνέζας στο πάρκο για την «ειρήνη». Είναι το άγαλμα της Σαντάκο Σασάκι, ενός από τα πρώτα θύματα της πυρηνικής βόμβας που έπεσε στην πόλη της.

Ας δούμε τι λέει για το κοριτσάκι αυτό στις σελίδες του ο Ελληνοϊαπωνικός Σύνδεσμος:

Το TSURU είναι από τα πιο διαδεδομένα σχέδια του Οριγκάμι και στην ιαπωνική γλώσσα σημαίνει γερανός (είδος πουλιού) και συμβολίζει την μακροζωία και την ευτυχία. Το οριγκάμι, μια από τις πιο παραδοσιακές τέχνες της Ιαπωνίας, ένα είδος χειροτεχνίας με το οποίο φτιάχνεις από τετράγωνο χαρτί διάφορα σχέδια.

Η ιστορία της Σαντάκο και τα ΤSURU

Η Σαντάκο Σασάκι ήταν δύο χρονών όταν έπεσε η ατομική βόμβα στη Χιροσίμα. Εννιά χρόνια μετά, το 1954, όταν η Σαντάκο πήγαινε στην έκτη τάξη του Δημοτικού ξαφνικά εκδήλωσε κάποια συμπτώματα λευκαιμίας. Ύστερα από μερικούς μήνες και αφού νοσηλευόταν στον Ερυθρό Σταυρό της Χιροσίμα, ήλπιζε ότι θα δει βελτίωση φτιάχνοντας TSURU. Μετά όμως από οκτώ μήνες άνισης μάχης, η μικρή Σαντάκο, μόλις 12 χρονών, έχασε τη μάχη με την λευκαιμία, στις 25 Οκτωβρίου του 1955.

Ο θάνατος της Σαντάκο ήταν η αφορμή για τη δημιουργία ενός αγάλματος υπέρ της μνήμης των παιδιών που έχασαν τη ζωή τους τόσο άδικα από την ατομική βόμβα.

Σύμφωνα με την ιαπωνική παράδοση, αν κάποιος που αντιμετωπίζει σοβαρό πρόβλημα κάνει μια ευχή και μετά φτιάξει 1.000 tsuru, η ευχή του θα γίνει πραγματικότητα. Η μικρούλα Σαντάκο δεν πρόλαβε. Πέθανε στον 644ο γερανό. Η υγεία της συνεχώς επιδεινωνόταν, δεν είχε αρκετό χαρτί, δεν τα κατάφερε. Η προφορική παράδοση θέλει τους συμμαθητές της να φτιάχνουν τους υπόλοιπους 356 χάρτινους λευκούς γερανούς και να ρίχνουν και τους 1.000 στον τάφο της.

Τα παιδιά της Χιροσίμα άρχισαν να μαζεύουν λεφτά για να φτιάξουν ένα μνημείο για τους φίλους τους που χάθηκαν. Και τα κατάφεραν. Το 1958 στήθηκε το άγαλμα της Σαντάκο που κρατάει στα χέρια της ένα χρυσό γερανό. Γιατί τα παιδιά πάντα θα πιστεύουν στο ανέφικτο, πάντα θα κάνουν ευχές, πάντα θα κυνηγάνε το όνειρο. Και το άγαλμα αυτό είναι ένα μήνυμα για την πολυπόθητη ειρήνη.

Αυτό το άγαλμα είδε, λοιπόν, ο Ρασούλ Γκαμζάτοφ κι έγραψε το ποίημα Zhuravli για τους αμέτρητους νεκρούς στρατιώτες της Ρωσίας στους δυο απανωτούς παγκόσμιους πολέμους. Αφού δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Novy Mir (Νέος κόσμος), μελοποιήθηκε από τον Yan Frenkel το 1969 και έγινε γρήγορα γνωστό σ’ όλη την υφήλιο. [Πηγή πληροφοριών: wikipedia]

Το 1977 ο ποιητής της Ρωμιοσύνης, ο Γιάννης Ρίτσος, το μετέφερε στα Ελληνικά, μαζί με άλλα 11 ρούσικα λαϊκά τραγούδια. Τα τραγούδησε η Μαργαρίτα Ζορμπαλά που μόλις είχε εγκατασταθεί μόνιμα στην Ελλάδα.

Είδα τη μετάφραση του τραγουδιού στα Αγγλικά και μπορώ να σας πω ότι η απόδοση του Ρίτσου στα Ελληνικά μεταφέρει πλήρως το κλίμα και το νόημα των ρώσικων στίχων σε μερικά σημεία έως και αυτολεξεί.

Στιγμές στιγμές θαρρώ πως οι στρατιώτες
που πέσανε στη ματωμένη γη
δεν κείτονται, θαρρώ, κάτω απ’ το χώμα
αλλά έχουν γίνει άσπροι γερανοί.

Πετούν και μας καλούν
με τις κραυγές τους
απ’ τους καιρούς αυτούς τους μακρινούς
κι ίσως γι’ αυτό πολλές φορές σιωπώντας
κοιτάμε τους θλιμμένους ουρανούς.

Πετάει ψηλά το κουρασμένο σμάρι
στης δύσης τη θαμπή φεγγοβολή
και βλέπω ένα κενό στη φάλαγγά του
και είναι ίσως η δική μου η θέση αυτή.

Θα ’ρθει μια μέρα που μ’ αυτό το σμάρι
στο μέγα θάμπος θα πετώ κι εγώ
σαν γερανός καλώντας απ’ τα ουράνια
όλους εσάς που έχω αφήσει εδώ.

Πάμε τώρα να ακούσουμε το τραγούδι σε τρεις διαφορετικές εκδοχές του. Η πρώτη είναι με το μισό τραγούδι στα Ρώσικα και το άλλο μισό στα Ελληνικά από συναυλία της Μαργαρίτας Ζορμπαλά στη Ρωσία:

Η δεύτερη είναι με τον εκπληκτικό βαρύτονο Ντμίτρι Χβοροστόφσκι (Dmitri Hvorostovsky) σε μια συναυλία στη Ρωσία, όπου θα δείτε ότι έκανε το μισό ακροατήριο να δακρύσει.

Η τρίτη είναι η πρώτη εκτέλεση του τραγουδιού στα Ελληνικά από τη Μαργαρίτα Ζορμπαλά το 1977 πάνω στους στίχους τού Γιάννη Ρίτσου:

Με πολλή συγκίνηση θα πρέπει να σας πω ότι είμαι πολύ περήφανη για τους δύο αυτούς τραγουδιστές της γενιάς μου. Η λίγο μεγαλύτερή μου Μαργαρίτα απ’ την Τασκένδη και ο λίγο μικρότερός μου Σιβηριανός Ντμίτρι προσεγγίζουν το υπέροχο αυτό τραγούδι με τόση τρυφερότητα, ευαισθησία και ωριμότητα που σ’ αφήνουν άφωνο.

Ας μου επιτραπεί, ωστόσο, μια παρατήρηση για να βλογήσουμε και πάλι τα γένια μας: η «δικιά» μας Μαργαρίτα, στην πρώτη εκτέλεση που θ’ ακούσετε στο τρίτο φιλμάκι, είναι μόλις 19 χρονών. Τα συμπεράσματα δικά σας. Καλή μας ακρόαση!