Μυρτώ Αναγνωστοπούλου, Βρέχει στην Ανατολή

Μίκης Θεοδωράκης, Στην ανατολή
(τραγούδι: Στέλιος Καζαντζίδης & Χάρις Αλεξίου / δίσκος: Στην ανατολή (1974))

Βρέχει στην Ανατολή

Βρέχει στην Ανατολή
και οι πρόγονοί μου ξαγρυπνούν

Νανούρισέ με νύχτα
μεγάλωσέ με αλλιώς
ή πνίξε με
όσο είναι καιρός
με την μετάξινη κλωστή
που έμεινε απ’ τα χρόνια

Από τη συλλογή Το χρονικό των υποδόριων γεγονότων (1995) της Μυρτώς Αναγνωστοπούλου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Μυρτώ Αναγνωστοπούλου

Εύα Λιάρου-Αργύρη, Οι κύριοι συνωμότες

Ανδρέας Κάλβος & Μίκης Θεοδωράκης, Τα ηφαίστεια
(τραγούδι: Μαρία Φαραντούρη & Μίκης Θεοδωράκης / δίσκος: Τα τραγούδια του αγώνα (1974))

Οι κύριοι συνωμότες

[Ενότητα δ’]

Βροχή που δεν ακούγεσαι
Ψυχή που δε σε βλέπω
Ο ήλιος που δεν έβγαινε
Ο αέρας που θυμώνει

Κι όλα ανακατεύονται
και κύκλοι του ορίζοντα
και των νησιών ηφαίστεια
κι ασύμμετρα του κόσμου

Για να μη δω τα κύματα
πως τσάκισαν τ’ αμάθητα σκαριά

και πως εκοκκινίσανε

τα σπλάχνα της θαλάσσης.

Από τη συλλογή Μεταβάσεις (1995) της Εύας Λιάρου-Αργύρη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Εύα Λιάρου-Αργύρη

Αναστάσης Βιστωνίτης, Από τη μεριά της θάλασσας

Μίκης Θεοδωράκης & Νίκος Γκάτσος, Φέρτε μου τη θάλασσα
(τραγούδι: Γρηγόρης Μπιθικώτσης / δίσκος: Θαλασσινά φεγγάρια (1974))

Από τη μεριά της θάλασσας

[Ενότητα Ηλικία (1986)]

Νύχτα κατεβήκαμε από το στενό μονοπάτι στη θάλασσα. Δεν φυσούσε κανένας αέρας, όπως χθες. Φώτα καθρεφτίζονταν πάνω σ’ ένα μαύρο γυαλί. Εκεί είδαμε αρνητικά τα πρόσωπά μας.

Φαίνονταν μακριά οι τελευταίες λάμψεις μιας μεγάλης φωτιάς.

Εδώ θα μείνουμε ως το πρωί, είπα κι οι υπόλοιποι δεν μίλησαν. Μια άλλη χώρα άρχιζε εκεί που χαμήλωνε η φωτιά και κανείς δεν την ήξερε. Κανένας δεν γνώριζε αν αυτό που φλεγόταν ήταν το μεγάλο ανάκτορο, όπως έλεγαν οι φήμες της μέρας, ή ανταύγειες μιας δόξας που καιγόταν μέσα στο χρόνο. Κάποιος πρότεινε να πάμε να βρούμε τη στάχτη που θα μείνει πριν τη σκορπίσει ο αέρας.

Πάντα μεσολαβεί μια θάλασσα, είπε ο άλλος, με τη φωνή του σκεπάζοντας το πρόσωπο. Θα μπορούσαμε να βάλουμε κι εμείς μια φωτιά να κάψουμε τη θάλασσα. Δεν καίγεται το γυαλί κι αυτό που βλέπεις δεν είναι η θάλασσα.

Ώστε ήταν ψέματα λοιπόν. Και ποιος φταίει για την απάτη; Άφησέ με, δεν ξέρω. Δεν ξέρω σου λέω.

Θα μπορούσε ίσως να υπήρχαν κάποια άστρα. Αν προβάλεις τη θάλασσα στον ουρανό, δημιουργείς ένα τοπίο. Αυτό το γυαλί δεν καθρεφτίζει τίποτε, δεν φέγγει από πουθενά. Κοίτα μπροστά, κοίτα το πέρασμα, αλλού το πέρασμα, αλλού το μπροστά.

Αν έλεγα ότι μιλώ, δεν θα με πίστευε κανείς. Ήρθαμε για να σωπάσουμε. Τ’ άστρα είναι τα ψάρια, κι αν ο βυθός γεμάτος άστρα, ήταν δικός μας. Καλύτερα να ψάρευα στον ουρανό, να διώξω τη νύχτα.

Ποιος είναι η νύχτα, τι είναι η νύχτα, αριστερά δεξιά, ω αριστερά δεξιά, ω να ’ταν αυγή να ’βγαινα στο δρόμο ή να γλιστρούσα τώρα εδώ, ποιος είπε πως η θάλασσα γαλάζια, ν’ ασπρίσουμε τη θάλασσα, η θάλασσα εκμαγείο της νύχτας, υπάρχει μια νύχτα που είναι ο ουρανός, υπάρχει μια νύχτα που είναι ο βυθός, υπάρχει μια άλλη νύχτα και το άπειρο διάστημα καθώς διασχίζεις το μαύρο καθρέφτη.

Αλήθεια, δεν ξέρω. Γεννήθηκα μ’ ένα γυάλινο μάτι, να βλέπεις εκεί μέσα εκείνο που φαίνεται. Ό,τι βλέπω εγώ μου καίει το στομάχι.

Μου φαίνεται ότι έρχεται ο αέρας, ναι, τώρα ξέρω, ήρθαμε για τον αέρα, είναι ο δικός αέρας, όχι, είναι ο αέρας των άλλων, όχι, δεν είναι ο αέρας, είναι ο αέρας του αέρα, είναι ένα ξέφτι από το ανάκτορο, είναι η σκόνη από τη στάχτη των ανακτόρων, είναι ο καπνός από το φόρεμα της βασίλισσας, το κόκκινο άρωμά της, όχι, είναι το βογκητό της βασίλισσας στην αγκαλιά των εραστών της. Ναι, είναι ο αέρας – αλλά δεν έχει σημασία.

Αν πηδούσα θα βρισκόμουν στην άλλη άκρη αυτού του ουρανού, αν γύριζα γύρω από τον εαυτό μου. Αν.

Αν κοίταζα ταυτόχρονα μια πίσω και μια μπροστά, θα ήξερα αμέσως πως η Γη κινείται, ναι, θα έβλεπα ίσως τον Γαλιλαίο, αν ήμουν τηλεσκοπικός με το παλιό του κάτοπτρο.

Αν άπλωνα το χέρι, αν μάζευα το χέρι, αν γελούσα…

Αν εγώ ήμουν εγώ, αν εγώ ήμουν σαν κι εσένα κι αν εσύ δεν ήσουν εσύ αλλά αυτός που τώρα μου γνέφει, αν όλα με μια υπόθεση ή χωρίς υπόθεση, ή τέλος πάντων αν μπορούσαμε να στήσουμε έναν καθαρό συλλογισμό, αν βάζαμε κάποια όρια στο παιχνίδι, ποιο παιχνίδι, ποιος παίζει, ποιος σημαδεύει την τράπουλα, ποιος είναι ο Εωσφόρος και ο Άγγελος του χρόνου, ποιος μας φυλλορροεί…

Νύχτα κατεβήκαμε από το στενό μονοπάτι στη θάλασσα. Δεν είχε άστρα, κανένα φεγγάρι δεν φώτιζε. Τα ερείπια της φωτιάς στο ανάκτορο πήραν να βασιλεύουν.

Από τη συγκεντρωτική έκδοση Χώμα από ουρανό [1983-1995] (1996) του Αναστάση Βιστωνίτη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Αναστάσης Βιστωνίτης

Αναστάσης Βιστωνίτης, Κυριακή

Βασίλης Δημητρίου & Βαρβάρα Τσιμπούλη, Μια Κυριακή η καρδιά μου
(τραγούδι: Χάρις Αλεξίου / δίσκος: Ω! τι κόσμος, μπαμπά (1974))

Κυριακή

Κυριακή, μέρα των παιδιών.

Το ίδιο δωμάτιο.
Το ταξίδι της μνήμης.

Το ίδιο έντομο αντίθετα στο φως.

Κυριακή, μέρα των παιδιών,
πλυμένη στο αίμα του Σαββάτου.

Από τη συλλογή Μετοικεσία (1972) του Αναστάση Βιστωνίτη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Αναστάσης Βιστωνίτης

Γιάννης Νεγρεπόντης, Αυτός ο τόπος

Λήδα Χαλκιαδάκη & Σπύρος Βλασσόπουλος, Έλα να δεις τον τόπο μου
(φεστιβάλ τραγουδιού Θεσσαλονίκης 1974)

Αυτός ο τόπος

Κουραστήκαμε. Άλλο δεν μπορούμε
σ’ αυτόν τον τόπο εδώ
που η ιστορία αναβλύζει
σε κάθε μας βήμα.

Κι αυτές οι πληγές
που δε λένε να κλείσουν
σε κάστρα, σε ναούς, σε αγάλματα
σε τάφους συλημένους που δε συγχωρούν
σε αγίων εικόνες
μιας θρησκείας παρθένας μαινάδας∙
παντού το πάθος∙ το δέος αυτό
άλλο δεν το μπορούμε.

Τι να καταλάβουν οι άλλοι;
Έρχονται, φωτογραφίζουν, σημειώνουν
φεύγουν, περιγράφουν, ησυχάζουν.

Τι ξέρουν αυτοί απ’ τα δικά μας
μ’ αυτόν τον τόπο τον ανοικτίρμονα
τον παντοκράτορα, τον αβασίλευτο.

Από τη συλλογή Δωρήματα (1963) του Γιάννη Νεγρεπόντη

Πηγή: ανθολογία Η δεύτερη μεταπολεμική ποιητική γενιά (1950-1970) του Ανέστη Ευαγγέλου (εκδ. Παρατηρητής, 1994)

Σταύρος Κουγιουμτζής & Μάνος Ελευθερίου, Του κάτω κόσμου τα πουλιά

Του κάτω κόσμου τα πουλιά

Μουσική: Σταύρος Κουγιουμτζής
Στίχοι: Μάνος Ελευθερίου
Τραγούδι: Γιώργος Νταλάρας & Άννα Βίσση
Δίσκος: Σταύρος Κουγιουμτζής / μικρές πολιτείες (1974)

Φαρμακωμένος ο καιρός παραμονεύει
μες στα στενά του κάτω κόσμου να σε βρει
και δεκατρείς αιώνες άνεργος γυρεύει
την κιβωτό σου και το αίμα να σου πιει

Σε καρτερούν μαστιγωτές και συμπληγάδες
μες στα μαλάματα μια νύφη ξαγρυπνά
κι έχει στ’ αφτιά της κρεμασμένες τις Κυκλάδες
κι είν’ το κρεβάτι της λημέρι του φονιά

Κρυφά τα λόγια τα πικρά μες στο κοχύλι
κρυφά της θάλασσας τα μάγια στο βοριά
θα σβήσει κάποτε στο σπίτι το καντήλι
και μήτε πόρτα θάβρεις μήτε κλειδαριά

Του κάτω κόσμου τα πουλιά και τα παγόνια
με φως και νύχτα σού κεντούν μια φορεσιά
άνθρωποι τρίζουν κι ακονίζουν τα σαγόνια
πηδούν και τρέχουν και σε φτάνουν στα μισά

Γιώργος Χ. Θεοχάρης, Οικογένεια Λ. Σφουντούρη

Γιάννης Ρίτσος & Μίκης Θεοδωράκης, Μνημόσυνο
(τραγούδι: Γιώργος Νταλάρας / δίσκος: 18 λιανοτράγουδα της πικρής πατρίδας (1974))

Οικογένεια Λ. Σφουντούρη

ΛΟΥΚΑΣ [ΕΤΩΝ 55]
ΦΛΩΡΟΥ [ΕΤΩΝ 50]
ΘΕΜΙΣΤΟΚΛΗΣ [ΕΤΩΝ 3]
ΙΩΑΝΝΗΣ [ΕΤΩΝ 25]
ΟΛΓΑ [ΕΤΩΝ 20]
ΠΑΝΑΓΙΩΤΑ [ΕΤΩΝ 14]

ΕΦΟΝΕΥΘΗΣΑΝ ΠΑΡΑ ΤΩΝ ΓΕΡΜΑΝΩΝ ΤΗ 10-6-44

Άκουσε φίλε,
σ’ αυτό το κενοτάφιο βρίσκεται, μ’ έναν τρόπο, η σύνοψη της τραγωδίας του Διστόμου.
Ο Θεμιστοκλής πιάστηκε όμηρος, με άλλους έντεκα ξωμάχους, από τους Γερμανούς, σαν έφταναν στο Δίστομο, το μαύρο Σάββατο στις 10 Ιουνίου 1944. Λίγο μετά σκοτώσανε την αδερφή του Παναγιώτα που αμέριμνη έβοσκε τ’ αρνιά της στο Βρυόρεμα. Όσο βαστούσε η μέρα μέσα στο χωριό μακέλεψαν οι Ούννοι, νέους γέρους νήπια ζώα κι ό,τι ζωντανό – ανάμεσό τους τον Θεμιστοκλή και τον πατέρα του. Κίνησε η Φλωρού κι η Όλγα, η κόρη της, με δυο μουλάρια –σαν μάθανε τα μαύρα νέα– να φέρουνε τη σκοτωμένη Παναγιώτα τους. Φορτώσανε το πτώμα της και επιστρέφοντας απάντησαν το θάνατο να φεύγει για τη Λειβαδιά συντεταγμένος. Ήταν από τα τελευταία θύματα. Απόμειναν στις γράνες της δημοσιάς, μαζί με τα μουλάρια τους και τη νεκρή τους, θερισμένες από τα πολυβόλα.

Γι’ αυτό σου λέω φίλε,
σταμάτα μια φορά σ’ αυτό το κενοτάφιο της μνήμης.
Άφησε ένα αγριολούλουδο για τους 218 μακελεμένους του Διστόμου και συνέχισε, δρέψε την ευτυχία της ειρηνικής ζωής μας στην Αράχωβα τη νύχτα.

Περνώντας απ’ του Καραϊσκάκη το άγαλμα δείξε του πως θυμάσαι, κλείνοντάς του πονηρά το μάτι.

Από το ποιητικό βιβλίο Από μνήμης (2010) του Γιώργου Χ. Θεοχάρη

Ορέστης Αλεξάκης, Το ωράριο

Μίκης Θεοδωράκης & Νίκος Γκάτσος, Το πανηγύρι των άστρων
(τραγούδι: Γρηγόρης Μπιθικώτσης / δίσκος: Θαλασσινά φεγγάρια (1974))

Το ωράριο

Θα πρέπει ωστόσο να παραδεχθείς
πως έχει πλέον η ώρα προχωρήσει
πως πρέπει πια να κλείσεις το πρατήριο
κι αν ίσως
δεν συμπληρώθηκε εντελώς ο χρόνος
αν μένει κάποιο υπόλοιπο ωραρίου
όμως για ποιο σκοπό να περιμένεις
αφού το εμπόρευμα έχει εξαντληθεί
στο δρόμο η κίνηση έχει λιγοστέψει
φίλος δεν θά ’ρθει να σ’ επισκεφθεί
– πού χάθηκαν; Πώς χάθηκαν οι φίλοι; –
και τι να κάνεις πια στον άδειο χώρο
μόνος κι ασάλευτος ένα tableau vivant
μ’ αυτό το κρύο χαμόγελο που μάταια προσποιείται
σβήσε το φως
κλείσε τη θύρα
ηρέμησε
ξέχνα για μια στιγμή την ύπαρξή σου
τα δούναι και λαβείν της κάθε μέρας
τον κουρνιαχτό… το συρφετό της πόλης

Και σκέψου λίγο το βαθύ ουρανό
Τα εκατομμύρια πάνω εκεί των άστρων…

Από τα επιλεγμένα ποιήματα της έκδοσης Το ρόπτρο (2014) του Ορέστη Αλεξάκη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Ορέστης Αλεξάκης

Μαρία Ψωμά, Ισόβια θητεία

Γιάννης Μαρκόπουλος & Μάνος Ελευθερίου, Κι είδα γυναίκες
(τραγούδι: Λάκης Χαλκιάς / δίσκος: Θητεία (1974))

Ισόβια θητεία

[Ενότητα Της αναζήτησης]

Ισόβια θητεία
η έρημος που βρεθήκαμε.
Η ξηρασία στεγνώνει τις φωνές.
Το ίδιο τίποτα
μαραίνει τις κινήσεις.
Τις νύχτες σκάβουμε όπως-όπως
τρύπες στους βράχους για κατάλυμα
μα, έκθετοι ξανά τα πρωινά,
διψασμένοι
νομίζουμε
πως η όαση της ανακούφισης σιμώνει,
ενώ, ιδέα εκείνη,
όλο μετατίθεται
για την επόμενη παραίσθησή μας…

Από τη συλλογή Ισόβια θητεία (2006) της Μαρίας Ψωμά

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Μαρία Ψωμά

Μανόλης Αναγνωστάκης, Μιλώ…

Μανόλης Αναγνωστάκης & Μίκης Θεοδωράκης, Μιλώ
(τραγούδι: Μαρία Φαραντούρη / δίσκος: Νύχτα θανάτου (1974))

Μιλώ…

Μιλώ για τα τελευταία σαλπίσματα των νικημένων στρατιωτών
Για τα τελευταία κουρέλια από τα γιορτινά μας φορέματα
Για τα παιδιά μας που πουλάν τσιγάρα στους διαβάτες
Μιλώ για τα λουλούδια που μαραθήκανε στους τάφους και τα σαπίζει η βροχή
Για τα σπίτια που χάσκουνε δίχως παράθυρα σαν κρανία ξεδοντιασμένα
Για τα κορίτσια που ζητιανεύουνε δείχνοντας στα στήθια τις πληγές τους
Μιλώ για τις ξυπόλητες μάνες που σέρνονται στα χαλάσματα
Για τις φλεγόμενες πόλεις τα σωριασμένα κουφάρια στους δρόμους
Τους μαστροπούς ποιητές που τρέμουνε τις νύχτες στα κατώφλια
Μιλώ για τις ατέλειωτες νύχτες όταν το φως λιγοστεύει τα ξημερώματα
Για τα φορτωμένα καμιόνια και τους βηματισμούς στις υγρές πλάκες
Για τα προαύλια των φυλακών και για το δάκρυ των μελλοθανάτων.

Μα πιο πολύ μιλώ για τους ψαράδες
Π’ αφήσανε τα δίχτυα τους και πήρανε τα βήματά Του
Κι όταν Αυτός κουράστηκε αυτοί δεν ξαποστάσαν
Κι όταν Αυτός τους πρόδωσε αυτοί δεν αρνηθήκαν
Κι όταν Αυτός δοξάστηκε αυτοί στρέψαν τα μάτια
Κι οι σύντροφοί τούς φτύνανε και τους σταυρώναν
Κι αυτοί, γαλήνιοι, το δρόμο παίρνουνε π’ άκρη δεν έχει
Χωρίς το βλέμμα τους να σκοτεινιάσει ή να λυγίσει

Όρθιοι και μόνοι μες στη φοβερή ερημία του πλήθους.

Από τη συλλογή Η συνέχεια 2 (1956) του Μανόλη Αναγνωστάκη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Μανόλης Αναγνωστάκης

Γιώργος Καφταντζής, Δύσκολες χρονιές

Μίκης Θεοδωράκης & Μάνος Ελευθερίου, Ήρθαν τα βάσανα νωρίς
(τραγούδι: Μανώλης Μητσιάς / δίσκος: Τα λαϊκά (1974))

Δύσκολες χρονιές

Τώρα το βλέπω, φτάσανε
σκληρές και δύσκολες χρονιές
οι άνθρωποι με απόγνωση
μαραίνονται, υποφέρουν
η απελπισμένη βροχή, ο άνεμος
μπρος-πίσω καθημερινά.
Καθένας μας έχει βέβαια
απ’ τη λύπη και τη χαρά
σ’ αυτή τη γη το μερδικό του
μα όλοι το ξέρουν, όλοι
πως το κάθε τι είναι καλό
στην ώρα του μονάχα.

Από τη συλλογή Δύσκολες χρονιές (1959) του Γιώργου Καφταντζή

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Γιώργος Καφταντζής

Νίκος Γρηγοριάδης, Δεν έχει ήττα ή νίκη

Γιάννης Σπανός & Λευτέρης Παπαδόπουλος, Είπα να φύγω
(τραγούδι: Γιάννης Πάριος / δίσκος: Οδός Αριστοτέλους (1974))

Δεν έχει ήττα ή νίκη

Στον έρωτα δεν έχει ήττα ή νίκη·
χαρίζονται το ’να στ’ άλλο τα κορμιά.

Όταν σε σμίγω μες στο φεγγαρόφωτο,
γεμίζει ο κήπος μυστικές φωνές·
ειρήνη βασιλεύει γύρω μας και μέσα.

Από τη συλλογή Δειγματοληψία Α’ (1981)

Πηγή: συγκεντρωτική έκδοση Νίκος Γρηγοριάδης, ποιήματα 1963-2005 (εκδόσεις Γαβριηλίδης, Αθήνα, 2007)

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Νίκος Γρηγοριάδης

Ανέστης Ευαγγέλου, Καθώς μέσα στο χρόνο προχωρείς

Σταύρος Ξαρχάκος & Νίκος Γκάτσος, Εμείς που μείναμε
(τραγούδι: Βίκη Μοσχολιού & χορωδία / δίσκος: Νυν και αεί (1974))

Καθώς μέσα στο χρόνο προχωρείς

Καθώς μέσα στο χρόνο προχωρείς και βλέπεις
μέρα τη μέρα να πληθαίνουνε τα ερείπια,
να πέφτουν ένα ένα τ’ αγκωνάρια
που απάνω τους είχες χτίσει τη ζωή σου,
καταλαβαίνεις ολοένα πιο πολύ, διδάσκεσαι,
πως μόνο εσύ τον ορίζεις το χώρο σου:
είναι δικά σου τούτα τα ερείπια κι είσ’ εσύ
που πρέπει να σηκωθείς, να πάρεις
νερό και λάσπη, με τα ίδια
υλικά να ξαναχτίσεις τους τοίχους σου.

Τώρα που βλέπεις καθαρά, που ξέρεις επιτέλους
πως από πουθενά βοήθεια δεν μπορείς να περιμένεις.

Από τη συλλογή Περιγραφή εξώσεως (1960)

Πηγή: συγκεντρωτική έκδοση Ανέστης Ευαγγέλου, Τα ποιήματα (1956-1986) [Θεσσαλονίκη, εκδ. Παρατηρητής, 1988)

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Ανέστης Ευαγγέλου

Γιώργος Θέμελης, Ελληνική γη

Σταύρος Ξαρχάκος & Νίκος Γκάτσος, Εμείς που μείναμε
(τραγούδι: Βίκη Μοσχολιού / δίσκος: Νυν και αεί (1974))

[Ενότητα Τρία ποιήματα (1947-1948)]

Ελληνική γη

Ανασκαλεύω τη στάχτη των προγόνων

Ψάχνω να βρω την κρυφή γωνιά, τους μυστικούς διαδρόμους
Μέσα από σωριασμένες νύχτες κι αυγές με δέντρα που στέκουν
Σηκώνοντας το πένθος του καιρού, την ηλικία του ήλιου,
Φυλάγοντας παλαιές βροχές, γενεές αηδόνια στις κόγχες των φύλλων,
Ακίνητα, χωρίς να σαλεύουν στα κλώνια των κελαηδισμών,
Που έγιναν πέτρινος ήχος.

Στάχτη βαριά, χώμα ιερό, χώμα θρέμμα τ’ ουρανού,
Ζυμωμένο με πορφυρές ανοίξεις, με σεμνές πτυχές, ωραία μαλλιά και τρόπαια του θανάτου,
Σεντόνι της αξύπνητης φθοράς, της ομορφιάς πληγή, ρωγμή του νερού, δίψα του σύγνεφου,
Που το βαστούν στις φούχτες των οι ελεύθερες ψυχές να φυτέψουν τον ύπνο,
Που τα κρυμμένα κόκαλα των νεκρών ξυπνούν να θρέψουν τον τελευταίο καπνό τους,
Όταν φυσάει κακός βοριάς και ξεριζώνει τα σπίτια.

Ποια νύχτα μπορεί να σβήσει τα ονόματα στους λάκκους των θεών,
Να μαράνει τα λουλούδια των βράχων που τα ’χει ανοίξει ο θάνατος.

Αν βουλιάξουν οι τάφοι, θα μείνουν φωνές,
Ομιλίες ίσκιων, που βγαίνουν τις νύχτες να πατήσουν γη,
Να σηκώσουν μια γνώριμη πέτρα και να την έχουν απάνω τους
Να τους βαραίνει τη διάφανη μορφή να θυμούνται το σώμα,
Το αγαπημένο σώμα από λάσπη και άνεμο, θαλασσινό βυθό κι άγνωστη μέρα,
Και μ’ ένα καραβιού ελαφρό σκαρί μες στην καρδιά του.

Γη, που σε σκάβουν τα κοιμητήρια του καιρού και τ’ ανέμου,
Με το παντοτινό φθινόπωρο των ερειπίων, το κλίμα της αφθαρσίας.
Τα παιδιά, τα νέα παιδιά σου, είναι γεμάτα θάνατο,
Σκιά θανάτου, και μπορούν και παίρνουν τα ίχνη του δίχως να τρέμουν,
Με μιαν υπόκωφη βοή που πολλαπλασιάζει το βήμα τους σε άπειρες κρύπτες
Κι είν’ η καρδιά τους σαν ένα νησί από λωτούς και πικροδάφνες κι αλλοτινά πουλιά που ταξιδεύει
Και το χαμόγελό τους ένας παλιός σπασμένος καθρέφτης που θυμάται.

Αιώνια παιδιά, σώματα ελαφρά με τη φτενή τη σάρκα,
Και με τις διάφανες ψυχές π’ ανάβουν με το τίποτα.
Ποιο αδυσώπητο φτερό, ποιο μάτι σάς έχει χτυπήσει
Κι έχετε πίσω σας πλήθος σκιές, σπίτια μικρά, τάφους απλόχωρους,
Και γύρω γύρω θάλασσα και χρόνο, χρόνο και θάλασσα και μακρινό ουρανό.

Από τη συγκεντρωτική έκδοση Γ. Θέμελη Ποιήματα I (1969)

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Γιώργος Θέμελης

Μαλαματένια λόγια (Γιάννης Μαρκόπουλος & Μάνος Ελευθερίου)

Μαλαματένια λόγια

Μουσική: Γιάννης Μαρκόπουλος
Στίχοι: Μάνος Ελευθερίου
Τραγούδι: Λάκης Χαλκιάς, Χαράλαμπος Γαργανουράκης & Τάνια Τσανακλίδου
Δίσκος: Θητεία (1974)

Μαλαματένια λόγια στο μαντίλι
τα βρήκα στο σεργιάνι μου προχτές
τ’ αλφαβητάρι πάνω στο τριφύλλι
σου μάθαινε το αύριο και το χτες
μα εγώ περνούσα τη στερνή την πύλη
με του καιρού δεμένος τις κλωστές.

Τ’ αηδόνια σε χτικιάσανε στην Τροία
που στράγγιξες χαμένα μια γενιά
καλύτερα να σ’ έλεγαν Μαρία
και να ‘σουν ράφτρα μες στην Κοκκινιά
κι όχι να ζεις μ’ αυτή την κομπανία
και να μην ξέρεις τ’ άστρο του φονιά.

Γυρίσανε πολλοί σημαδεμένοι
απ’ του καιρού την άγρια πληρωμή
στο μεσοστράτι τέσσερις ανέμοι
τους πήραν για σεργιάνι μια στιγμή
και βρήκανε τη φλόγα που δεν τρέμει
και το μαράζι δίχως αφορμή.

Και σαν τους άλλους χάθηκαν κι εκείνοι
τους βρήκαν να γαβγίζουν στα μισά
κι απ’ το παλιό μαρτύριο να ‘χει μείνει
ένα σκυλί τη νύχτα που διψά
γυναίκες στη γωνιά μ’ ασετιλίνη
παραμιλούν στην ακροθαλασσιά.

Και στ’ ανοιχτά του κόσμου τα καμιόνια
θα ξεφορτώνουν στην Καισαριανή
πώς έγινε με τούτο τον αιώνα
και γύρισε καπάκι η ζωή
πώς το ‘φεραν η μοίρα και τα χρόνια
να μην ακούσεις έναν ποιητή.

Του κόσμου ποιος το λύνει το κουβάρι
ποιος είναι καπετάνιος στα βουνά
ποιος δίνει την αγάπη και τη χάρη
και στις μυρτιές του Άδη σεργιανά
μαλαματένια λόγια στο χορτάρι
ποιος βρίσκει για την άλλη τη γενιά.

Με δέσαν στα στενά και στους κανόνες
και ξημερώνοντας μέρα κακή
τοξότες φάλαγγες και λεγεώνες
με πήραν και με βάλαν σε κλουβί
και στα υπόγεια ζάρια τους αιώνες
παιχνίδι παίζουν οι αργυραμοιβοί.

Ζητούσα τα μεγάλα τα κυνήγια
κι όπως δεν ήμουν μάγκας και νταής
περνούσα τα δικά σου δικαστήρια
αφού στον Άδη μέσα θα με βρεις
να με δικάσεις πάλι με μαρτύρια
και σαν κακούργο να με τιμωρείς.

Σταύρος Ξαρχάκος & Ιάκωβος Καμπανέλλης, Το μεγάλο μας τσίρκο

Το μεγάλο μας τσίρκο

Μουσική: Σταύρος Ξαρχάκος
Στίχοι: Ιάκωβος Καμπανέλλης
Τραγούδι: Τζένη Καρέζη, Νίκος Ξυλούρης & θίασος της παράστασης «Το μεγάλο μας τσίρκο» (1973)
Δίσκος: Το μεγάλο μας τσίρκο (1974)

Μεγάλα νέα φέρνω από κει πάνω
περίμενε μια στάλα ν’ ανασάνω
και να σκεφτώ αν πρέπει να γελάσω
να κλάψω να φωνάξω
να φωνάξω ή να σωπάσω

Οι βασιλιάδες φύγανε και πάνε
και στο λιμάνι τώρα κάτω στο γιαλό
οι σύμμαχοι τους στέλνουν στο καλό

Καθώς τα μαγειρέψαν και τα φτιάξαν
από ξαρχής το λάκκο τους εσκάψαν
κι από κοντά οι μεγάλοι μας προστάτες
αγάλι-αγάλι εγίναν νεκροθάφτες

Και ποιος πληρώνει πάλι τα σπασμένα
και πώς να ξαναρχίσω πάλι απ’ την αρχή
κι ας ήξερα τουλάχιστον γιατί

Το ριζικό μου ακόμα τι μου γράφει
το μελετάνε τρεις μηχανορράφοι
Θα μας το πουν γραφιάδες και παπάδες
με τούμπανα παράτες
με παράτες και γιορτάδες

Το σύνταγμα βαστούν χωροφυλάκοι
και στο παλάτι μέσα οι παλατιανοί
προσμένουν κάτι νέο να φανεί

Στολίστηκαν οι ξένοι τραπεζίτες
ξυρίστηκαν οι Έλληνες μεσίτες
εφτά ο τόκος πέντε το φτιασίδι
σαράντα με το λάδι
με το λάδι και το ξίδι

Κι αυτός που πίστευε και καρτερούσε
βουβός φαρμακωμένος στέκει και θωρεί
τη λευτεριά που βγαίνει στο σφυρί

Λαέ, μη σφίξεις άλλο το ζωνάρι
μην έχεις πια την πείνα για καμάρι
Οι αγώνες που ’χεις κάνει δε ’φελάνε
το αίμα το χυμένο
το χυμένο αν δεν ξοφλάνε

Λαέ, μη σφίξεις άλλο το ζωνάρι
η πείνα το καμάρι είναι του κιοτή
του σκλάβου που του μέλλει να θαφτεί

Αλεξάνδρα Μπακονίκα, Λίγο απ’ τη θωριά του

Γιάννης Κιουρκτσόγλου & Γιάννης Λογοθέτης, Σε παρακαλώ
(τραγούδι: Θέμης Ανδρεάδης / δίσκος: Κάτι άλλο μου θυμίζει (1974))

Λίγο απ’ τη θωριά του

Ήταν το παράπονό του:

«Της αρέσουν μόνο οι γεροδεμένοι.
Τα έχει μ’ ένα στρατιώτη
που την εξευτελίζει.
Φέρνει γυναίκες και την απατάει
μπροστά στα μάτια της.
Κλαίγεται, κι όμως πάντα
στην αγκαλιά του γυρίζει.
Έχω κουραστεί να την παρακαλώ
να έρθει μαζί μου».

Αν ορέγονταν την κοπέλα
άλλο τόσο θαύμαζε τον στρατιώτη,
που ήταν σκληροτράχηλος και δυνάστης.
Λίγο από τη λάμψη και τη θωριά του
να είχε, θα της έκανε τα τρισχειρότερα.

Από τη συλλογή Θείο κορμί (1994) της Αλεξάνδρας Μπακονίκα

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Αλεξάνδρα Μπακονίκα

Γιάννης Ποδιναράς, Κάθαρση

Μάνος Λοΐζος, Ο μέρμηγκας
(τραγούδι: Μάνος Λοΐζος / δίσκος: Τα τραγούδια του δρόμου (1974))

[Μέρος Β’]

Κάθαρση

Χαμένα μυρμήγκια
κυνηγούν τη λήξη των συμβολαίων.
Γερνούν τα σώματα.
Σταφιδιάζουν οι πνοές των ιερών ανέμων.
Κτίζουν οπές στη γη
και θερμοκήπια στους ουρανούς.
Τρέχουν τρελοί
να προλάβουν τη λήξη των ονείρων
στην άνυδρη χώρα.

Μα ο μικρός βροχοποιός
αψήφησε τους φύλακες.
Έβγαλε τη μάσκα
κι είδαμε γυμνό κι ελεύθερο
το πρόσωπό μας
να φέγγει αρυτίδωτο
στα σκοτάδια.

Από τη συλλογή Φαράγγια των Αγγέλων (2008) του Γιάννη Ποδιναρά

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Γιάννης Ποδιναράς

Γιάννης Ποδιναράς, Εδέμ

Μίκης Θεοδωράκης & Νίκος Γκάτσος, Φέρτε μου τη θάλασσα
(τραγούδι: Γρηγόρης Μπιθικώτσης / δίσκος: Θαλασσινά φεγγάρια (1974)

[Μέρος Β’]

Εδέμ

Γυρεύουμε ένα δέντρο
να κρυφτούμε.
Να λυθούν οι πλάνες
στο οξύ αγιάζι των ίσκιων.
Στο θρόισμα της σιγανής φωτιάς.
Στην αρμυρή ηδονή της θάλασσας.

Από τη συλλογή Φαράγγια των Αγγέλων (2008) του Γιάννη Ποδιναρά

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Γιάννης Ποδιναράς