Παναγιώτης Μαυρίδης, Λόγος τέταρτος (ΛΑ, ΛΒ)

Γιάννης Ρίτσος & Μίκης Θεοδωράκης, Κουβέντα με ένα λουλούδι
(τραγούδι: Γιώργος Νταλάρας / δίσκος: 18 λιανοτράγουδα της πικρής πατρίδας (1974))

Λόγος τέταρτος

[Ενότητα Λόγος τέταρτος]

ΛΑ

Του εξαδάχτυλου εχθρού
η δολερή σαΐτα
στα δύο στήθια ανάμεσα
καρφώθηκε, στο στέρνο∙
τρεμούλιασαν τα δάχτυλα
σπαρτάρησε το σώμα
κόκκινα αγριολούλουδα
φυτρώσανε στη χλόη.

ΛΒ

Σπασμός θανάτου πτύχωσε
την καρπερή κοιλιά∙
χλωμή με μάτια πέτρινα
ακούμπησε στο βράχο∙
στην ξεπλυμένη απ’ τη βροχή
γκριζόλευκη επιφάνεια
τρία σημάδια εξορκισμού χαράχθηκαν με δέος.

Από τη συλλογή Επτά λόγοι ασύγχρονοι, δοξαστικοί και θρηνώδεις (2004) του Παναγιώτη Μαυρίδη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Παναγιώτης Μαυρίδης

Χ. Δ. Καλαϊτζής, Οι γύφτοι

Κώστας Χατζής & Σώτια Τσώτου, Ο κύριος κανείς (δίσκος: Ο γιος της άνοιξης (1974))

Οι γύφτοι

Οι γύφτοι είναι κάτι που δεν καταλαβαίνουμε
γιατί τρυπάν τις εποχές
και φέρνουν τους ανέμους στις αυλές μας.
Είναι οι άνθρωποι που μας κλέβουν τα πορτοκάλια
και αφήνουν τα δέντρα να μεγαλώσουν.

Οι γύφτοι είναι κάτι που δεν αγαπάμε
γιατί είναι απάτριδες και γεννιούνται
χωρίς αύξοντα αριθμό ανάμεσα στα μάτια.
Όσοι μεταμεληθούν βγαίνουν στην όχθη
και φυτεύονται ανάμεσά μας.
Μόνο που κάθε βράδυ στα όνειρά τους,
ξεκινούν πάλι για κάποια χώρα των Μακάρων.

Οι γύφτοι είναι κάτι που δεν συμπαθούμε,
γιατί είναι άθεοι και είρωνες.
Όσοι βαπτισθούν βάζουν τους Αγίους τους πίσω στην καρότσα
και τους φορούν για φωτοστέφανο μια παλιά ζάντα από Ντάτσουν.

Τις αυγές σκαρφαλώνουν στις ταράτσες κλέβουν τα μανταλάκια
της νοικοκυράς και αφήνουν τα εσώρουχα μας να στεγνώσουν.
Οι γύφτοι είναι κάτι που δεν καταλαβαίνουμε,
γιατί πεθαίνουν πάντα τον Απρίλη με μάτια καθαρά και μαύρα∙
πιο καθαρά από τη νύχτα∙ παίρνουν μαζί τους ένα κλαδί χασισόδεντρου
και μια πυγολαμπίδα καλά κρυμμένα στο εσώρουχο.

Οι γύφτοι σε παίρνουν πάντα όταν κάνεις ωτοστόπ∙
δεν σου λένε παλιές ιστορίες
ούτε τη μοίρα σου.
Μόνο τα κορίτσια τους σου πλένουν τα χείλη
και σε κοιτούν όλοι κατάματα, μήπως έχεις να τους πεις νέα
για το μεγάλο καραβάνι που χάθηκε…

Από τη συλλογή Κίνναμος (1987) του Χ. Δ. Καλαϊτζή

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Χ. Δ. Καλαϊτζής

Σταύρος Ξαρχάκος & Ιάκωβος Καμπανέλλης, Φίλοι κι αδέρφια

Φίλοι κι αδέρφια

Μουσική: Σταύρος Ξαρχάκος
Στίχοι: Ιάκωβος Καμπανέλλης
Τραγούδι: Νίκος Ξυλούρης & θίασος της παράστασης «Το μεγάλο μας τσίρκο» (1973)
Δίσκος: Το μεγάλο μας τσίρκο (1974)

Φίλοι κι αδέρφια, μανάδες γέροι και παιδιά
στα παραθύρια βγείτε και θωρείτε
ποιοι περπατούν στα σκοτεινά
και σεργιανούνε στα στενά
φίλοι κι αδέλφια, μάνες, γέροι και παιδιά

Γράφουν σημάδια, μηνύματα στο βασιλιά
σα δε φωνάξεις έβγα να το γράψεις
να μην σ’ ακούσουν τα σκυλιά
βγάλε φωνή χωρίς μιλιά
σημάδια και μηνύματα στο βασιλιά

Ήταν στρατιώτες καπεταναίοι και λαϊκοί
όρκο σταυρώσαν πάνω στο σπαθί τους
η λευτεριά να μην χαθεί
όρκο σταυρώσαν στο σπαθί
καπεταναίοι στρατιώτες λαϊκοί

Κι όπου φοβάται φωνή ν’ ακούει απ’ το λαό
σ’ έρημο τόπο ζει και βασιλεύει
κάστρο φυλάει ερημικό
έχει το φόβο φυλαχτό
όπου φωνή φοβάται ν’ ακούει απ’ το λαό

Γη παιδεμένη με σίδερο και με φωτιά
για κοίτα ποιον σου φέρανε καημένη
να σ’ αφεντεύει από ψηλά
τα κρίματά σου είναι πολλά
γη που το σίδερο παιδέψαν κι η φωτιά

Καίει το φιτίλι, ξεθηκαρώνουν τα σπαθιά
κάνουν βουλή συντακτική και γράφουν
το θέλημά τους στα χαρτιά
κι η κοσμοθάλασσα πλατιά
κάνουν βουλή, ξεθηκαρώνουν τα σπαθιά

Τρεις του Σεπτέμβρη, μανάδες γέροι και παιδιά
στα παραθύρια βγείτε και θωρείτε
τι φέρνουνε στον βασιλιά
βαθιά γραμμένο στα χαρτιά
τρεις του Σεπτέμβρη, μάνες γέροι και παιδιά

Τρεις του Σεπτέμβρη, μανάδες γέροι και παιδιά
στα παραθύρια βγείτε και θωρείτε
ποιοι περπατούν στα σκοτεινά
και σεργιανούνε στα στενά
φίλοι κι αδέρφια, μάνες γέροι και παιδιά

Γιάννης Καρατζόγλου, Πιστοποιητικό

Γ. Μαρκόπουλος & Μ. Ελευθερίου, Τα λόγια και τα χρόνια
(τραγούδι: Χαράλαμπος Γαργανουράκης / δίσκος: Θητεία (1974))

Πιστοποιητικό

Δεν μίλησα, Γιάννη, δεν φώναξα∙
κοιμόμουνα κι εγώ τη χειμερία νάρκη
ανώριμος στο χρέος – πλην του έρωτα.

Κι ενώ σίδερα κρύβαν τ’ αδέρφια μας
γνωστοί και φίλοι λιγοστεύαν ένας ένας
πάλι δεν μίλησα – ομολογώ, φοβόμουν.

Αύριο-μεθαύριο, δε γίνεται, θα ξεδιπλώσουν οι σημαίες,
θα μυρμηγκιάζουν οι πλατείες λευτεριά∙
εγώ ξανά δεν θα μιλώ – πάλι θα νιώθω μόνος.

Γιατί θα ξέρω πως δεν έσωσα κανένα πιστοποιητικό
παρά μόνο δικαιολογίες: πως όταν ξύπνησα ήταν πια αργά
δεν είχα βρει στο πλάι μου κανέναν…

Από τη συλλογή Δ Ξ Θ (1975) του Γιάννη Καρατζόγλου

Το ποίημα περιλαμβάνεται στην ενότητα Σε κατάσταση πολιορκίας στη συγκεντρωτική έκδοση Πηγαίος κώδικας (2009) του Γιάννη Καρατζόγλου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Γιάννης Καρατζόγλου

Γιάννης Καρατζόγλου, Συμβόλαιο

Γιάννης Σπανός & Πυθαγόρας, Θα σε θυμάμαι
(τραγούδι: Γιάννης Πάριος / δίσκος: Πού θα πάει πού (1974))

Συμβόλαιο

Θα περάσουνε μήνες και χρόνια στη μνήμη
ροζακιά καλοκαίρια στις πεδιάδες
βραχνοί σιωπηλοί χειμώνες
κι εγώ θα γυρίζω στην δική σου φωνή.

Θ’ αναβοσβήσουν ήλιοι στη ζωή μου
αιμορραγία σε λέξεις και αισθήματα
σωματικό απεγνωσμένο πήγαινε-έλα
μα εγώ θα γυρίζω στα δικά σου χείλη.

Θα ξυπνήσω μια νύχτα μες στον πυρετό
για να θερίσω ό,τι χρόνια έχω σπείρει
και δεν θα βρω παρά τα βήματά σου
να με γυρίζουν στην δικιά μας αγάπη.

Από τη συλλογή Ένα καλοκαίρι (1970) του Γιάννη Καρατζόγλου

Το ποίημα περιλαμβάνεται στην ενότητα Ο καιρός των ερώτων στη συγκεντρωτική έκδοση Πηγαίος κώδικας (2009) του Γιάννη Καρατζόγλου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Γιάννης Καρατζόγλου

Γιώργος Καλιεντζίδης, Μικρές σιωπές (1)

Νίκος Λαβράνος & Βαρβάρα Τσιμπούλη, Μέσα στη βροχή
(τραγούδι: Μίλλη / δίσκος: Μίλλη 2 (1974))

Μικρές σιωπές (1)

Σα μια σιωπή που ξετυλίγεται
ήρθε η νύχτα.
Η μορφή σου μόνη, περίμενε
μες στη βροχή. Τώρα η βροχή πέρασε.
Μόνο η δροσιά της ανεβαίνει
μέσ’ απ’ τα χώματα και σε κυκλώνει.

Είναι τόσο όμορφα τα χείλη σου
και τα μαλλιά σου ξέπλεκα.
Το φεγγάρι παλεύει με τ’ άστρα
κι οι ακτίνες τους αντανακλούν στο πρόσωπό σου.

Τα μάτια σου δυο σπίθες χωρίς ταίρι,
ψάχνουν μέσα στη γκρίζα γαλήνη,
ακουμπούν πάνω στην κυματιστή γραμμή
της σκιάς κι αλλάζουν ολοένα πορεία.

Με κούρασε η νύχτα, το φως των ματιών σου
κι η σιωπή.

Από τη συλλογή Μικρές σιωπές (1981) του Γιώργου Καλιεντζίδη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Γιώργος Καλιεντζίδης

Μαρία Κουγιουμτζή, Η ερώτηση που δεν μ’ αγαπούσε

Μάνος Λοΐζος & Λευτέρης Παπαδόπουλος, Μη με ρωτάς
(τραγούδι: Μάνος Λοΐζος / δίσκος: Τραγούδια του δρόμου (1974))

Η ερώτηση που δεν μ’ αγαπούσε

Κανένα νέο; Ρώτησες.
Εξαρτάται πώς εννοεί κανείς το νέο.
Νέο μπορεί να είναι ότι επιτέλους τηλεφώνησες.
Μπορεί να είναι μια καινούρια σκέψη που έκανα για σένα
ή μια παλιά που την έκανα εκ νέου.
Μπορεί να είναι νέα η διάθεσή μου
ν’ ακούσω τη φωνή σου
ή η δική σου διάθεση που ρωτά: έχεις κάνα νέο;

Η ερώτησή σου απαντούσε
σ’ αυτό που μας ενώνει καθώς μας χωρίζει.
Είναι σα να με γύρευε εκεί που δεν ήμουν
κι εκεί που ήμουν δε με βρήκε.
Ίσως γιατί ερχόταν από κει που δεν ήσουν
ενώ, εκεί που ήσουν, η ερώτηση δεν υπήρχε.

Το συγκεκριμένο ποίημα της Μαρίας Κουγιουμτζή δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Πάροδος (τεύχος 14, Ιούνιος 2007).

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Μαρία Κουγιουμτζή

Ρουμπίνα Θεοδώρου, Αναταράξεις

Σταύρος Κουγιουμτζής & Μιχάλης Κορφιάτης (Άκος Δασκαλόπουλος), Το πουκάμισο το θαλασσί
(τραγούδι: Γιώργος Νταλάρας / δίσκος: Μικρές πολιτείες (1974))

Αναταράξεις

Σε είδα χτες καθισμένο στο σκαλοπάτι της δύσης
φορούσες το ουρανί πουκάμισο της καρτερικότητας
κι όλο ξεφλούδιζες τον τυραννικό κλοιό
του ανεκπλήρωτου.
Στο καταφύγιο της παραίσθησής σου
τρύπωσα μέσα από μια συλλογισμένη δίοδο,
εκεί που έκανε τη λακκούβα της
η ανάμνηση του ημιτελούς.

Δεν τόλμησα να σου μιλήσω, ούτε καν ν’ αγγίξω
το διάφανο όρκο της γύμνιας σου.
Κι όμως, θα ’θελα να χυμήξω και να κατασπαράξω
την απόγνωση του σούρουπου.
Θα ’θελα να συρρικνώσω την ενάρετη προτομή
των καιρών
θα ’θελα να βαλσαμώσω το αδιατάρακτο του έρωτα
να φωνάξω χάδια, να τεντώσω φιλιά,
ν’ αφιερώσω όνειρα καθαρισμένα από τους λεκέδες
της αυταπάτης.
Μα να που ξανάρθε στη γεύση,
η γνωστή απ’ τα παλιά στιφάδα του ανομολόγητου.

Πόσες φορές θα σ’ το πω ωριμότητα
δε χρειάζομαι αυτή τη δωρεάν προφύλαξή σου,
μα πώς γίνεται πάντα
χωρίς καμία επιδίωξη, χωρίς κανένα τέχνασμα
να καταλαμβάνεις τόσο χώρο στ’ αδιέξοδά μου;

Έχω μείνει στη σελίδα 38, στο κεφάλαιο της ερημιάς
και μέσα απ’ τα εμπρηστικά φωνήεντα
σκέβρωσε και το χαρτί των προσχημάτων.

Δες με τώρα λοιπόν, ατόφια αποκοπή της πληρότητάς μου
έπρεπε να τεμαχίσω το πλάτος και το μήκος μου
και να ξαναπλάσω απ’ την αρχή
τ’ ανόμοια μέλη μου
για να μπορέσω να χωθώ στο αχανές των ήχων σου.
Έπρεπε δίχως άλλο,
στην προκύπτουσα αφύπνιση των συμπτωμάτων
να διαφυλάξω αυτήν την ανάλαφρη καταπάτηση
των αναστεναγμών σου
για να εξαπλωθώ ακόμη παραπέρα
και να γίνω ένα με το θρόισμα της λαχτάρας σου.
Κι αν έχω την ευχέρεια,
μερικά υπολείμματα αβεβαιότητας
που μου ’μειναν στο χέρι
–από αφηρημάδα κι όχι από αυταρέσκεια–
πριν απ’ το μετά της λησμονιάς
να θυμηθώ να τα πετάξω.

Από τη συλλογή Ωστικό κύμα (1999) της Ρουμπίνας Θεοδώρου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Ρουμπίνα Θεοδώρου

Μυρτώ Αναγνωστοπούλου, Βρέχει στην Ανατολή

Μίκης Θεοδωράκης, Στην ανατολή
(τραγούδι: Στέλιος Καζαντζίδης & Χάρις Αλεξίου / δίσκος: Στην ανατολή (1974))

Βρέχει στην Ανατολή

Βρέχει στην Ανατολή
και οι πρόγονοί μου ξαγρυπνούν

Νανούρισέ με νύχτα
μεγάλωσέ με αλλιώς
ή πνίξε με
όσο είναι καιρός
με την μετάξινη κλωστή
που έμεινε απ’ τα χρόνια

Από τη συλλογή Το χρονικό των υποδόριων γεγονότων (1995) της Μυρτώς Αναγνωστοπούλου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Μυρτώ Αναγνωστοπούλου

Εύα Λιάρου-Αργύρη, Οι κύριοι συνωμότες

Ανδρέας Κάλβος & Μίκης Θεοδωράκης, Τα ηφαίστεια
(τραγούδι: Μαρία Φαραντούρη & Μίκης Θεοδωράκης / δίσκος: Τα τραγούδια του αγώνα (1974))

Οι κύριοι συνωμότες

[Ενότητα δ’]

Βροχή που δεν ακούγεσαι
Ψυχή που δε σε βλέπω
Ο ήλιος που δεν έβγαινε
Ο αέρας που θυμώνει

Κι όλα ανακατεύονται
και κύκλοι του ορίζοντα
και των νησιών ηφαίστεια
κι ασύμμετρα του κόσμου

Για να μη δω τα κύματα
πως τσάκισαν τ’ αμάθητα σκαριά

και πως εκοκκινίσανε

τα σπλάχνα της θαλάσσης.

Από τη συλλογή Μεταβάσεις (1995) της Εύας Λιάρου-Αργύρη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Εύα Λιάρου-Αργύρη

Αναστάσης Βιστωνίτης, Από τη μεριά της θάλασσας

Μίκης Θεοδωράκης & Νίκος Γκάτσος, Φέρτε μου τη θάλασσα
(τραγούδι: Γρηγόρης Μπιθικώτσης / δίσκος: Θαλασσινά φεγγάρια (1974))

Από τη μεριά της θάλασσας

[Ενότητα Ηλικία (1986)]

Νύχτα κατεβήκαμε από το στενό μονοπάτι στη θάλασσα. Δεν φυσούσε κανένας αέρας, όπως χθες. Φώτα καθρεφτίζονταν πάνω σ’ ένα μαύρο γυαλί. Εκεί είδαμε αρνητικά τα πρόσωπά μας.

Φαίνονταν μακριά οι τελευταίες λάμψεις μιας μεγάλης φωτιάς.

Εδώ θα μείνουμε ως το πρωί, είπα κι οι υπόλοιποι δεν μίλησαν. Μια άλλη χώρα άρχιζε εκεί που χαμήλωνε η φωτιά και κανείς δεν την ήξερε. Κανένας δεν γνώριζε αν αυτό που φλεγόταν ήταν το μεγάλο ανάκτορο, όπως έλεγαν οι φήμες της μέρας, ή ανταύγειες μιας δόξας που καιγόταν μέσα στο χρόνο. Κάποιος πρότεινε να πάμε να βρούμε τη στάχτη που θα μείνει πριν τη σκορπίσει ο αέρας.

Πάντα μεσολαβεί μια θάλασσα, είπε ο άλλος, με τη φωνή του σκεπάζοντας το πρόσωπο. Θα μπορούσαμε να βάλουμε κι εμείς μια φωτιά να κάψουμε τη θάλασσα. Δεν καίγεται το γυαλί κι αυτό που βλέπεις δεν είναι η θάλασσα.

Ώστε ήταν ψέματα λοιπόν. Και ποιος φταίει για την απάτη; Άφησέ με, δεν ξέρω. Δεν ξέρω σου λέω.

Θα μπορούσε ίσως να υπήρχαν κάποια άστρα. Αν προβάλεις τη θάλασσα στον ουρανό, δημιουργείς ένα τοπίο. Αυτό το γυαλί δεν καθρεφτίζει τίποτε, δεν φέγγει από πουθενά. Κοίτα μπροστά, κοίτα το πέρασμα, αλλού το πέρασμα, αλλού το μπροστά.

Αν έλεγα ότι μιλώ, δεν θα με πίστευε κανείς. Ήρθαμε για να σωπάσουμε. Τ’ άστρα είναι τα ψάρια, κι αν ο βυθός γεμάτος άστρα, ήταν δικός μας. Καλύτερα να ψάρευα στον ουρανό, να διώξω τη νύχτα.

Ποιος είναι η νύχτα, τι είναι η νύχτα, αριστερά δεξιά, ω αριστερά δεξιά, ω να ’ταν αυγή να ’βγαινα στο δρόμο ή να γλιστρούσα τώρα εδώ, ποιος είπε πως η θάλασσα γαλάζια, ν’ ασπρίσουμε τη θάλασσα, η θάλασσα εκμαγείο της νύχτας, υπάρχει μια νύχτα που είναι ο ουρανός, υπάρχει μια νύχτα που είναι ο βυθός, υπάρχει μια άλλη νύχτα και το άπειρο διάστημα καθώς διασχίζεις το μαύρο καθρέφτη.

Αλήθεια, δεν ξέρω. Γεννήθηκα μ’ ένα γυάλινο μάτι, να βλέπεις εκεί μέσα εκείνο που φαίνεται. Ό,τι βλέπω εγώ μου καίει το στομάχι.

Μου φαίνεται ότι έρχεται ο αέρας, ναι, τώρα ξέρω, ήρθαμε για τον αέρα, είναι ο δικός αέρας, όχι, είναι ο αέρας των άλλων, όχι, δεν είναι ο αέρας, είναι ο αέρας του αέρα, είναι ένα ξέφτι από το ανάκτορο, είναι η σκόνη από τη στάχτη των ανακτόρων, είναι ο καπνός από το φόρεμα της βασίλισσας, το κόκκινο άρωμά της, όχι, είναι το βογκητό της βασίλισσας στην αγκαλιά των εραστών της. Ναι, είναι ο αέρας – αλλά δεν έχει σημασία.

Αν πηδούσα θα βρισκόμουν στην άλλη άκρη αυτού του ουρανού, αν γύριζα γύρω από τον εαυτό μου. Αν.

Αν κοίταζα ταυτόχρονα μια πίσω και μια μπροστά, θα ήξερα αμέσως πως η Γη κινείται, ναι, θα έβλεπα ίσως τον Γαλιλαίο, αν ήμουν τηλεσκοπικός με το παλιό του κάτοπτρο.

Αν άπλωνα το χέρι, αν μάζευα το χέρι, αν γελούσα…

Αν εγώ ήμουν εγώ, αν εγώ ήμουν σαν κι εσένα κι αν εσύ δεν ήσουν εσύ αλλά αυτός που τώρα μου γνέφει, αν όλα με μια υπόθεση ή χωρίς υπόθεση, ή τέλος πάντων αν μπορούσαμε να στήσουμε έναν καθαρό συλλογισμό, αν βάζαμε κάποια όρια στο παιχνίδι, ποιο παιχνίδι, ποιος παίζει, ποιος σημαδεύει την τράπουλα, ποιος είναι ο Εωσφόρος και ο Άγγελος του χρόνου, ποιος μας φυλλορροεί…

Νύχτα κατεβήκαμε από το στενό μονοπάτι στη θάλασσα. Δεν είχε άστρα, κανένα φεγγάρι δεν φώτιζε. Τα ερείπια της φωτιάς στο ανάκτορο πήραν να βασιλεύουν.

Από τη συγκεντρωτική έκδοση Χώμα από ουρανό [1983-1995] (1996) του Αναστάση Βιστωνίτη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Αναστάσης Βιστωνίτης