Γιάννης Καρατζόγλου, Πιστοποιητικό

Γ. Μαρκόπουλος & Μ. Ελευθερίου, Τα λόγια και τα χρόνια
(τραγούδι: Χαράλαμπος Γαργανουράκης / δίσκος: Θητεία (1974))

Πιστοποιητικό

Δεν μίλησα, Γιάννη, δεν φώναξα∙
κοιμόμουνα κι εγώ τη χειμερία νάρκη
ανώριμος στο χρέος – πλην του έρωτα.

Κι ενώ σίδερα κρύβαν τ’ αδέρφια μας
γνωστοί και φίλοι λιγοστεύαν ένας ένας
πάλι δεν μίλησα – ομολογώ, φοβόμουν.

Αύριο-μεθαύριο, δε γίνεται, θα ξεδιπλώσουν οι σημαίες,
θα μυρμηγκιάζουν οι πλατείες λευτεριά∙
εγώ ξανά δεν θα μιλώ – πάλι θα νιώθω μόνος.

Γιατί θα ξέρω πως δεν έσωσα κανένα πιστοποιητικό
παρά μόνο δικαιολογίες: πως όταν ξύπνησα ήταν πια αργά
δεν είχα βρει στο πλάι μου κανέναν…

Από τη συλλογή Δ Ξ Θ (1975) του Γιάννη Καρατζόγλου

Το ποίημα περιλαμβάνεται στην ενότητα Σε κατάσταση πολιορκίας στη συγκεντρωτική έκδοση Πηγαίος κώδικας (2009) του Γιάννη Καρατζόγλου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Γιάννης Καρατζόγλου

Advertisements

Γιάννης Καρατζόγλου, Συμβόλαιο

Γιάννης Σπανός & Πυθαγόρας, Θα σε θυμάμαι
(τραγούδι: Γιάννης Πάριος / δίσκος: Πού θα πάει πού (1974))

Συμβόλαιο

Θα περάσουνε μήνες και χρόνια στη μνήμη
ροζακιά καλοκαίρια στις πεδιάδες
βραχνοί σιωπηλοί χειμώνες
κι εγώ θα γυρίζω στην δική σου φωνή.

Θ’ αναβοσβήσουν ήλιοι στη ζωή μου
αιμορραγία σε λέξεις και αισθήματα
σωματικό απεγνωσμένο πήγαινε-έλα
μα εγώ θα γυρίζω στα δικά σου χείλη.

Θα ξυπνήσω μια νύχτα μες στον πυρετό
για να θερίσω ό,τι χρόνια έχω σπείρει
και δεν θα βρω παρά τα βήματά σου
να με γυρίζουν στην δικιά μας αγάπη.

Από τη συλλογή Ένα καλοκαίρι (1970) του Γιάννη Καρατζόγλου

Το ποίημα περιλαμβάνεται στην ενότητα Ο καιρός των ερώτων στη συγκεντρωτική έκδοση Πηγαίος κώδικας (2009) του Γιάννη Καρατζόγλου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Γιάννης Καρατζόγλου

Γιώργος Καλιεντζίδης, Μικρές σιωπές (1)

Νίκος Λαβράνος & Βαρβάρα Τσιμπούλη, Μέσα στη βροχή
(τραγούδι: Μίλλη / δίσκος: Μίλλη 2 (1974))

Μικρές σιωπές (1)

Σα μια σιωπή που ξετυλίγεται
ήρθε η νύχτα.
Η μορφή σου μόνη, περίμενε
μες στη βροχή. Τώρα η βροχή πέρασε.
Μόνο η δροσιά της ανεβαίνει
μέσ’ απ’ τα χώματα και σε κυκλώνει.

Είναι τόσο όμορφα τα χείλη σου
και τα μαλλιά σου ξέπλεκα.
Το φεγγάρι παλεύει με τ’ άστρα
κι οι ακτίνες τους αντανακλούν στο πρόσωπό σου.

Τα μάτια σου δυο σπίθες χωρίς ταίρι,
ψάχνουν μέσα στη γκρίζα γαλήνη,
ακουμπούν πάνω στην κυματιστή γραμμή
της σκιάς κι αλλάζουν ολοένα πορεία.

Με κούρασε η νύχτα, το φως των ματιών σου
κι η σιωπή.

Από τη συλλογή Μικρές σιωπές (1981) του Γιώργου Καλιεντζίδη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Γιώργος Καλιεντζίδης

Μαρία Κουγιουμτζή, Η ερώτηση που δεν μ’ αγαπούσε

Μάνος Λοΐζος & Λευτέρης Παπαδόπουλος, Μη με ρωτάς
(τραγούδι: Μάνος Λοΐζος / δίσκος: Τραγούδια του δρόμου (1974))

Η ερώτηση που δεν μ’ αγαπούσε

Κανένα νέο; Ρώτησες.
Εξαρτάται πώς εννοεί κανείς το νέο.
Νέο μπορεί να είναι ότι επιτέλους τηλεφώνησες.
Μπορεί να είναι μια καινούρια σκέψη που έκανα για σένα
ή μια παλιά που την έκανα εκ νέου.
Μπορεί να είναι νέα η διάθεσή μου
ν’ ακούσω τη φωνή σου
ή η δική σου διάθεση που ρωτά: έχεις κάνα νέο;

Η ερώτησή σου απαντούσε
σ’ αυτό που μας ενώνει καθώς μας χωρίζει.
Είναι σα να με γύρευε εκεί που δεν ήμουν
κι εκεί που ήμουν δε με βρήκε.
Ίσως γιατί ερχόταν από κει που δεν ήσουν
ενώ, εκεί που ήσουν, η ερώτηση δεν υπήρχε.

Το συγκεκριμένο ποίημα της Μαρίας Κουγιουμτζή δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Πάροδος (τεύχος 14, Ιούνιος 2007).

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Μαρία Κουγιουμτζή

Ρουμπίνα Θεοδώρου, Αναταράξεις

Σταύρος Κουγιουμτζής & Μιχάλης Κορφιάτης (Άκος Δασκαλόπουλος), Το πουκάμισο το θαλασσί
(τραγούδι: Γιώργος Νταλάρας / δίσκος: Μικρές πολιτείες (1974))

Αναταράξεις

Σε είδα χτες καθισμένο στο σκαλοπάτι της δύσης
φορούσες το ουρανί πουκάμισο της καρτερικότητας
κι όλο ξεφλούδιζες τον τυραννικό κλοιό
του ανεκπλήρωτου.
Στο καταφύγιο της παραίσθησής σου
τρύπωσα μέσα από μια συλλογισμένη δίοδο,
εκεί που έκανε τη λακκούβα της
η ανάμνηση του ημιτελούς.

Δεν τόλμησα να σου μιλήσω, ούτε καν ν’ αγγίξω
το διάφανο όρκο της γύμνιας σου.
Κι όμως, θα ’θελα να χυμήξω και να κατασπαράξω
την απόγνωση του σούρουπου.
Θα ’θελα να συρρικνώσω την ενάρετη προτομή
των καιρών
θα ’θελα να βαλσαμώσω το αδιατάρακτο του έρωτα
να φωνάξω χάδια, να τεντώσω φιλιά,
ν’ αφιερώσω όνειρα καθαρισμένα από τους λεκέδες
της αυταπάτης.
Μα να που ξανάρθε στη γεύση,
η γνωστή απ’ τα παλιά στιφάδα του ανομολόγητου.

Πόσες φορές θα σ’ το πω ωριμότητα
δε χρειάζομαι αυτή τη δωρεάν προφύλαξή σου,
μα πώς γίνεται πάντα
χωρίς καμία επιδίωξη, χωρίς κανένα τέχνασμα
να καταλαμβάνεις τόσο χώρο στ’ αδιέξοδά μου;

Έχω μείνει στη σελίδα 38, στο κεφάλαιο της ερημιάς
και μέσα απ’ τα εμπρηστικά φωνήεντα
σκέβρωσε και το χαρτί των προσχημάτων.

Δες με τώρα λοιπόν, ατόφια αποκοπή της πληρότητάς μου
έπρεπε να τεμαχίσω το πλάτος και το μήκος μου
και να ξαναπλάσω απ’ την αρχή
τ’ ανόμοια μέλη μου
για να μπορέσω να χωθώ στο αχανές των ήχων σου.
Έπρεπε δίχως άλλο,
στην προκύπτουσα αφύπνιση των συμπτωμάτων
να διαφυλάξω αυτήν την ανάλαφρη καταπάτηση
των αναστεναγμών σου
για να εξαπλωθώ ακόμη παραπέρα
και να γίνω ένα με το θρόισμα της λαχτάρας σου.
Κι αν έχω την ευχέρεια,
μερικά υπολείμματα αβεβαιότητας
που μου ’μειναν στο χέρι
–από αφηρημάδα κι όχι από αυταρέσκεια–
πριν απ’ το μετά της λησμονιάς
να θυμηθώ να τα πετάξω.

Από τη συλλογή Ωστικό κύμα (1999) της Ρουμπίνας Θεοδώρου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Ρουμπίνα Θεοδώρου

Μυρτώ Αναγνωστοπούλου, Βρέχει στην Ανατολή

Μίκης Θεοδωράκης, Στην ανατολή
(τραγούδι: Στέλιος Καζαντζίδης & Χάρις Αλεξίου / δίσκος: Στην ανατολή (1974))

Βρέχει στην Ανατολή

Βρέχει στην Ανατολή
και οι πρόγονοί μου ξαγρυπνούν

Νανούρισέ με νύχτα
μεγάλωσέ με αλλιώς
ή πνίξε με
όσο είναι καιρός
με την μετάξινη κλωστή
που έμεινε απ’ τα χρόνια

Από τη συλλογή Το χρονικό των υποδόριων γεγονότων (1995) της Μυρτώς Αναγνωστοπούλου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Μυρτώ Αναγνωστοπούλου

Εύα Λιάρου-Αργύρη, Οι κύριοι συνωμότες

Ανδρέας Κάλβος & Μίκης Θεοδωράκης, Τα ηφαίστεια
(τραγούδι: Μαρία Φαραντούρη & Μίκης Θεοδωράκης / δίσκος: Τα τραγούδια του αγώνα (1974))

Οι κύριοι συνωμότες

[Ενότητα δ’]

Βροχή που δεν ακούγεσαι
Ψυχή που δε σε βλέπω
Ο ήλιος που δεν έβγαινε
Ο αέρας που θυμώνει

Κι όλα ανακατεύονται
και κύκλοι του ορίζοντα
και των νησιών ηφαίστεια
κι ασύμμετρα του κόσμου

Για να μη δω τα κύματα
πως τσάκισαν τ’ αμάθητα σκαριά

και πως εκοκκινίσανε

τα σπλάχνα της θαλάσσης.

Από τη συλλογή Μεταβάσεις (1995) της Εύας Λιάρου-Αργύρη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Εύα Λιάρου-Αργύρη

Αναστάσης Βιστωνίτης, Από τη μεριά της θάλασσας

Μίκης Θεοδωράκης & Νίκος Γκάτσος, Φέρτε μου τη θάλασσα
(τραγούδι: Γρηγόρης Μπιθικώτσης / δίσκος: Θαλασσινά φεγγάρια (1974))

Από τη μεριά της θάλασσας

[Ενότητα Ηλικία (1986)]

Νύχτα κατεβήκαμε από το στενό μονοπάτι στη θάλασσα. Δεν φυσούσε κανένας αέρας, όπως χθες. Φώτα καθρεφτίζονταν πάνω σ’ ένα μαύρο γυαλί. Εκεί είδαμε αρνητικά τα πρόσωπά μας.

Φαίνονταν μακριά οι τελευταίες λάμψεις μιας μεγάλης φωτιάς.

Εδώ θα μείνουμε ως το πρωί, είπα κι οι υπόλοιποι δεν μίλησαν. Μια άλλη χώρα άρχιζε εκεί που χαμήλωνε η φωτιά και κανείς δεν την ήξερε. Κανένας δεν γνώριζε αν αυτό που φλεγόταν ήταν το μεγάλο ανάκτορο, όπως έλεγαν οι φήμες της μέρας, ή ανταύγειες μιας δόξας που καιγόταν μέσα στο χρόνο. Κάποιος πρότεινε να πάμε να βρούμε τη στάχτη που θα μείνει πριν τη σκορπίσει ο αέρας.

Πάντα μεσολαβεί μια θάλασσα, είπε ο άλλος, με τη φωνή του σκεπάζοντας το πρόσωπο. Θα μπορούσαμε να βάλουμε κι εμείς μια φωτιά να κάψουμε τη θάλασσα. Δεν καίγεται το γυαλί κι αυτό που βλέπεις δεν είναι η θάλασσα.

Ώστε ήταν ψέματα λοιπόν. Και ποιος φταίει για την απάτη; Άφησέ με, δεν ξέρω. Δεν ξέρω σου λέω.

Θα μπορούσε ίσως να υπήρχαν κάποια άστρα. Αν προβάλεις τη θάλασσα στον ουρανό, δημιουργείς ένα τοπίο. Αυτό το γυαλί δεν καθρεφτίζει τίποτε, δεν φέγγει από πουθενά. Κοίτα μπροστά, κοίτα το πέρασμα, αλλού το πέρασμα, αλλού το μπροστά.

Αν έλεγα ότι μιλώ, δεν θα με πίστευε κανείς. Ήρθαμε για να σωπάσουμε. Τ’ άστρα είναι τα ψάρια, κι αν ο βυθός γεμάτος άστρα, ήταν δικός μας. Καλύτερα να ψάρευα στον ουρανό, να διώξω τη νύχτα.

Ποιος είναι η νύχτα, τι είναι η νύχτα, αριστερά δεξιά, ω αριστερά δεξιά, ω να ’ταν αυγή να ’βγαινα στο δρόμο ή να γλιστρούσα τώρα εδώ, ποιος είπε πως η θάλασσα γαλάζια, ν’ ασπρίσουμε τη θάλασσα, η θάλασσα εκμαγείο της νύχτας, υπάρχει μια νύχτα που είναι ο ουρανός, υπάρχει μια νύχτα που είναι ο βυθός, υπάρχει μια άλλη νύχτα και το άπειρο διάστημα καθώς διασχίζεις το μαύρο καθρέφτη.

Αλήθεια, δεν ξέρω. Γεννήθηκα μ’ ένα γυάλινο μάτι, να βλέπεις εκεί μέσα εκείνο που φαίνεται. Ό,τι βλέπω εγώ μου καίει το στομάχι.

Μου φαίνεται ότι έρχεται ο αέρας, ναι, τώρα ξέρω, ήρθαμε για τον αέρα, είναι ο δικός αέρας, όχι, είναι ο αέρας των άλλων, όχι, δεν είναι ο αέρας, είναι ο αέρας του αέρα, είναι ένα ξέφτι από το ανάκτορο, είναι η σκόνη από τη στάχτη των ανακτόρων, είναι ο καπνός από το φόρεμα της βασίλισσας, το κόκκινο άρωμά της, όχι, είναι το βογκητό της βασίλισσας στην αγκαλιά των εραστών της. Ναι, είναι ο αέρας – αλλά δεν έχει σημασία.

Αν πηδούσα θα βρισκόμουν στην άλλη άκρη αυτού του ουρανού, αν γύριζα γύρω από τον εαυτό μου. Αν.

Αν κοίταζα ταυτόχρονα μια πίσω και μια μπροστά, θα ήξερα αμέσως πως η Γη κινείται, ναι, θα έβλεπα ίσως τον Γαλιλαίο, αν ήμουν τηλεσκοπικός με το παλιό του κάτοπτρο.

Αν άπλωνα το χέρι, αν μάζευα το χέρι, αν γελούσα…

Αν εγώ ήμουν εγώ, αν εγώ ήμουν σαν κι εσένα κι αν εσύ δεν ήσουν εσύ αλλά αυτός που τώρα μου γνέφει, αν όλα με μια υπόθεση ή χωρίς υπόθεση, ή τέλος πάντων αν μπορούσαμε να στήσουμε έναν καθαρό συλλογισμό, αν βάζαμε κάποια όρια στο παιχνίδι, ποιο παιχνίδι, ποιος παίζει, ποιος σημαδεύει την τράπουλα, ποιος είναι ο Εωσφόρος και ο Άγγελος του χρόνου, ποιος μας φυλλορροεί…

Νύχτα κατεβήκαμε από το στενό μονοπάτι στη θάλασσα. Δεν είχε άστρα, κανένα φεγγάρι δεν φώτιζε. Τα ερείπια της φωτιάς στο ανάκτορο πήραν να βασιλεύουν.

Από τη συγκεντρωτική έκδοση Χώμα από ουρανό [1983-1995] (1996) του Αναστάση Βιστωνίτη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Αναστάσης Βιστωνίτης

Αναστάσης Βιστωνίτης, Κυριακή

Βασίλης Δημητρίου & Βαρβάρα Τσιμπούλη, Μια Κυριακή η καρδιά μου
(τραγούδι: Χάρις Αλεξίου / δίσκος: Ω! τι κόσμος, μπαμπά (1974))

Κυριακή

Κυριακή, μέρα των παιδιών.

Το ίδιο δωμάτιο.
Το ταξίδι της μνήμης.

Το ίδιο έντομο αντίθετα στο φως.

Κυριακή, μέρα των παιδιών,
πλυμένη στο αίμα του Σαββάτου.

Από τη συλλογή Μετοικεσία (1972) του Αναστάση Βιστωνίτη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Αναστάσης Βιστωνίτης

Γιάννης Νεγρεπόντης, Αυτός ο τόπος

Λήδα Χαλκιαδάκη & Σπύρος Βλασσόπουλος, Έλα να δεις τον τόπο μου
(φεστιβάλ τραγουδιού Θεσσαλονίκης 1974)

Αυτός ο τόπος

Κουραστήκαμε. Άλλο δεν μπορούμε
σ’ αυτόν τον τόπο εδώ
που η ιστορία αναβλύζει
σε κάθε μας βήμα.

Κι αυτές οι πληγές
που δε λένε να κλείσουν
σε κάστρα, σε ναούς, σε αγάλματα
σε τάφους συλημένους που δε συγχωρούν
σε αγίων εικόνες
μιας θρησκείας παρθένας μαινάδας∙
παντού το πάθος∙ το δέος αυτό
άλλο δεν το μπορούμε.

Τι να καταλάβουν οι άλλοι;
Έρχονται, φωτογραφίζουν, σημειώνουν
φεύγουν, περιγράφουν, ησυχάζουν.

Τι ξέρουν αυτοί απ’ τα δικά μας
μ’ αυτόν τον τόπο τον ανοικτίρμονα
τον παντοκράτορα, τον αβασίλευτο.

Από τη συλλογή Δωρήματα (1963) του Γιάννη Νεγρεπόντη

Πηγή: ανθολογία Η δεύτερη μεταπολεμική ποιητική γενιά (1950-1970) του Ανέστη Ευαγγέλου (εκδ. Παρατηρητής, 1994)

Σταύρος Κουγιουμτζής & Μάνος Ελευθερίου, Του κάτω κόσμου τα πουλιά

Του κάτω κόσμου τα πουλιά

Μουσική: Σταύρος Κουγιουμτζής
Στίχοι: Μάνος Ελευθερίου
Τραγούδι: Γιώργος Νταλάρας & Άννα Βίσση
Δίσκος: Σταύρος Κουγιουμτζής / μικρές πολιτείες (1974)

Φαρμακωμένος ο καιρός παραμονεύει
μες στα στενά του κάτω κόσμου να σε βρει
και δεκατρείς αιώνες άνεργος γυρεύει
την κιβωτό σου και το αίμα να σου πιει

Σε καρτερούν μαστιγωτές και συμπληγάδες
μες στα μαλάματα μια νύφη ξαγρυπνά
κι έχει στ’ αφτιά της κρεμασμένες τις Κυκλάδες
κι είν’ το κρεβάτι της λημέρι του φονιά

Κρυφά τα λόγια τα πικρά μες στο κοχύλι
κρυφά της θάλασσας τα μάγια στο βοριά
θα σβήσει κάποτε στο σπίτι το καντήλι
και μήτε πόρτα θάβρεις μήτε κλειδαριά

Του κάτω κόσμου τα πουλιά και τα παγόνια
με φως και νύχτα σού κεντούν μια φορεσιά
άνθρωποι τρίζουν κι ακονίζουν τα σαγόνια
πηδούν και τρέχουν και σε φτάνουν στα μισά

Γιώργος Χ. Θεοχάρης, Οικογένεια Λ. Σφουντούρη

Γιάννης Ρίτσος & Μίκης Θεοδωράκης, Μνημόσυνο
(τραγούδι: Γιώργος Νταλάρας / δίσκος: 18 λιανοτράγουδα της πικρής πατρίδας (1974))

Οικογένεια Λ. Σφουντούρη

ΛΟΥΚΑΣ [ΕΤΩΝ 55]
ΦΛΩΡΟΥ [ΕΤΩΝ 50]
ΘΕΜΙΣΤΟΚΛΗΣ [ΕΤΩΝ 3]
ΙΩΑΝΝΗΣ [ΕΤΩΝ 25]
ΟΛΓΑ [ΕΤΩΝ 20]
ΠΑΝΑΓΙΩΤΑ [ΕΤΩΝ 14]

ΕΦΟΝΕΥΘΗΣΑΝ ΠΑΡΑ ΤΩΝ ΓΕΡΜΑΝΩΝ ΤΗ 10-6-44

Άκουσε φίλε,
σ’ αυτό το κενοτάφιο βρίσκεται, μ’ έναν τρόπο, η σύνοψη της τραγωδίας του Διστόμου.
Ο Θεμιστοκλής πιάστηκε όμηρος, με άλλους έντεκα ξωμάχους, από τους Γερμανούς, σαν έφταναν στο Δίστομο, το μαύρο Σάββατο στις 10 Ιουνίου 1944. Λίγο μετά σκοτώσανε την αδερφή του Παναγιώτα που αμέριμνη έβοσκε τ’ αρνιά της στο Βρυόρεμα. Όσο βαστούσε η μέρα μέσα στο χωριό μακέλεψαν οι Ούννοι, νέους γέρους νήπια ζώα κι ό,τι ζωντανό – ανάμεσό τους τον Θεμιστοκλή και τον πατέρα του. Κίνησε η Φλωρού κι η Όλγα, η κόρη της, με δυο μουλάρια –σαν μάθανε τα μαύρα νέα– να φέρουνε τη σκοτωμένη Παναγιώτα τους. Φορτώσανε το πτώμα της και επιστρέφοντας απάντησαν το θάνατο να φεύγει για τη Λειβαδιά συντεταγμένος. Ήταν από τα τελευταία θύματα. Απόμειναν στις γράνες της δημοσιάς, μαζί με τα μουλάρια τους και τη νεκρή τους, θερισμένες από τα πολυβόλα.

Γι’ αυτό σου λέω φίλε,
σταμάτα μια φορά σ’ αυτό το κενοτάφιο της μνήμης.
Άφησε ένα αγριολούλουδο για τους 218 μακελεμένους του Διστόμου και συνέχισε, δρέψε την ευτυχία της ειρηνικής ζωής μας στην Αράχωβα τη νύχτα.

Περνώντας απ’ του Καραϊσκάκη το άγαλμα δείξε του πως θυμάσαι, κλείνοντάς του πονηρά το μάτι.

Από το ποιητικό βιβλίο Από μνήμης (2010) του Γιώργου Χ. Θεοχάρη

Ορέστης Αλεξάκης, Το ωράριο

Μίκης Θεοδωράκης & Νίκος Γκάτσος, Το πανηγύρι των άστρων
(τραγούδι: Γρηγόρης Μπιθικώτσης / δίσκος: Θαλασσινά φεγγάρια (1974))

Το ωράριο

Θα πρέπει ωστόσο να παραδεχθείς
πως έχει πλέον η ώρα προχωρήσει
πως πρέπει πια να κλείσεις το πρατήριο
κι αν ίσως
δεν συμπληρώθηκε εντελώς ο χρόνος
αν μένει κάποιο υπόλοιπο ωραρίου
όμως για ποιο σκοπό να περιμένεις
αφού το εμπόρευμα έχει εξαντληθεί
στο δρόμο η κίνηση έχει λιγοστέψει
φίλος δεν θά ’ρθει να σ’ επισκεφθεί
– πού χάθηκαν; Πώς χάθηκαν οι φίλοι; –
και τι να κάνεις πια στον άδειο χώρο
μόνος κι ασάλευτος ένα tableau vivant
μ’ αυτό το κρύο χαμόγελο που μάταια προσποιείται
σβήσε το φως
κλείσε τη θύρα
ηρέμησε
ξέχνα για μια στιγμή την ύπαρξή σου
τα δούναι και λαβείν της κάθε μέρας
τον κουρνιαχτό… το συρφετό της πόλης

Και σκέψου λίγο το βαθύ ουρανό
Τα εκατομμύρια πάνω εκεί των άστρων…

Από τα επιλεγμένα ποιήματα της έκδοσης Το ρόπτρο (2014) του Ορέστη Αλεξάκη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Ορέστης Αλεξάκης

Μαρία Ψωμά, Ισόβια θητεία

Γιάννης Μαρκόπουλος & Μάνος Ελευθερίου, Κι είδα γυναίκες
(τραγούδι: Λάκης Χαλκιάς / δίσκος: Θητεία (1974))

Ισόβια θητεία

[Ενότητα Της αναζήτησης]

Ισόβια θητεία
η έρημος που βρεθήκαμε.
Η ξηρασία στεγνώνει τις φωνές.
Το ίδιο τίποτα
μαραίνει τις κινήσεις.
Τις νύχτες σκάβουμε όπως-όπως
τρύπες στους βράχους για κατάλυμα
μα, έκθετοι ξανά τα πρωινά,
διψασμένοι
νομίζουμε
πως η όαση της ανακούφισης σιμώνει,
ενώ, ιδέα εκείνη,
όλο μετατίθεται
για την επόμενη παραίσθησή μας…

Από τη συλλογή Ισόβια θητεία (2006) της Μαρίας Ψωμά

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Μαρία Ψωμά