Nίκος Γαβριήλ Πεντζίκης, Η Θαλασσινή

Μιχάλης Κατσαρός & Γιάννης Μαρκόπουλος, Η Θαλασσινή
(ερμηνεία: Γιάννης Μαρκόπουλος / δίσκος: Τα τραγούδια του νέου πατέρα (1972))

Η Θαλασσινή

Στις εικόνες μπροστά των Αγίων Πατέρων της Εκκλησίας
δέεται πο’ ’χει τον άντρα της στα ξένα, η Θαλασσινή,
νιόνυμφη, σαν τον άρτο που ζυμώνουν πρόσφορο, γαλατένια,
την ώρα που ο ήλιος κατεβαίνει στης μάνας του να λουστεί.

Καθώς πριν προφτάσει να τον γνωρίσει καλά, ξεκίνησε,
κείνος που μέσα της σόδιασε και θέρισε, την ευλογία
του σπόρου της αγάπης στην καρδιά της, δε βολούν πια
νά ’ρθουν μέσα της σε συμβιβασμό αισθήσεις και νους.

Σ’ όλο το δρόμο μέσ’ απ’ το ρέμα και τους αγρούς μπροστά της,
τον έβλεπε, στο σχήμα της αγριαπιδιάς, καταμεσής στο στάρι,
με δύναμη ξέφρενη τ’ ώριμο κορμί της να χορτάσει,
μόνο μ’ ένα άγγιγμα των χεριών που τον διψούν.

Από το φόβο της αμαρτίας, λίγο πριν έμπει στο ξωκκλήσι,
πατώντας εκεί που ο Γιάννης είχε σκοτώσει ένα φίδι,
των απατηλών προσδοκιών απ’ τα μάτια της έσβησε η οπτασία,
λυπημένη λοιπόν και ταπεινή, έβανε λάδι κι άναψε τα καντήλια.

(1952)

Από τη συλλογή Ποιήματα (Παλαιοντολογικά) (1988) του Νίκου Γαβριήλ Πεντζίκη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης

Γιάννης Μαρκόπουλος & Μιχάλης Κατσαρός, Την εικόνα σου (με τον Νίκο Ξυλούρη)

Την εικόνα σου (Χρώματα κι αρώματα)

Μουσική: Γιάννης Μαρκόπουλος
Στίχοι: Μιχάλης Κατσαρός
Τραγούδι: Νίκος Ξυλούρης (πρώτη εκτέλεση από τον Γιάννη Μαρκόπουλο)
Δίσκος: Τα τραγούδια του νέου πατέρα (1972)

Την εικόνα σου σεβάστηκα
στη φλόγα δεν εκράτησα
την εικόνα την καλή
θα σου φέρω μιαν αυγή

Χρώματα χρώματα
άσε τα καμώματα
χρώματα χρώματα
χρώματα κι αρώματα

Την εικόνα σου σεβάστηκα
και κράτησα
και τα χέρια μου θα ενώσω
πριν στη ζητιανιά τη δώσω

Χρώματα χρώματα
χρώματα κι αρώματα
χρώματα χρώματα
άσε τα καμώματα

Μιχάλης Κατσαρός, Κατά Σαδδουκαίων

Κατά Σαδδουκαίων

Πλήθος Σαδδουκαίων
Ρωμαίων υπαλλήλων
μάντεις και αστρονόμοι
(κάποιος Βαλβίλος εξ Εφέσου)
περιστοιχίζουν τον Αυτοκράτορα.
Κραυγές απ’ τον προνάρθηκα του Ναού.
Απ’ τη φατρία των Εβιονιτών κραυγές:
Ο ψευδο-Μάρκελος να παριστάνει το Χριστό.
Διδάσκετε την επανάστασιν κατά του πρίγκιπος
Οι Χριστιανοί νάχουνε δούλους Χριστιανούς.
Η αριστοκρατία του Ναού να εκλείψει.

Εγώ απέναντί σας ένας μάρτυρας
η θέλησή μου που καταπατήθηκε
τόσους αιώνες.

Τους ύπατους εγώ ανέδειξα στις συνελεύσεις
κι αυτοί κληρονομήσανε τα δικαιώματα
φορέσαν πορφυρούν ατίθασον ένδυμα
σανδάλια μεταξωτά ή πανοπλία
εξακοντίζουν τα βέλη τους εναντίον μου —
η θέλησή μου που καταπατήθηκε
τόσους αιώνες.

Τους άλλους απ’ την πέτρα και το τείχος μου
καθώς νερό πηγής τούς είχα φέρει
η θρησκεία τους μυστηριώδης δεισιδαιμονία
τ’ άλογά τους απ’ τον κάμπο μου∙

δε μου επέτρεψαν να δω τον Αυτοκράτορα
τους ύπατους δεν άφηναν να πλησιάσω
σε μυστικά συμπόσια και ένδοξα
τη θέλησή μου την καταπατήσανε
τόσους αιώνες.

Τώρα κι εγώ υποψιάζομαι
όλο το πλήθος των αυλοκολάκων
όλους τους ταπεινούς γραμματικούς
τους βραβευμένους με χρυσά παράσημα
λεγεωνάριους και στρατηλάτες
υποψιάζομαι τις αυλητρίδες τη γιορτή
όλους τους λόγους και προπόσεις
αυτούς που παριστάνουνε τους εθνικούς
τον πορφυρούν χιτώνα του πρίγκιπος
τους συμβουλάτορες και τους αιρετικούς
υποψιάζομαι συνωμοσία
νύκτα θα ρεύσει πολύ αίμα
νύχτα θα εγκαταστήσουν τη βασιλεία τους
νέοι πρίγκιπες με νέους στεφάνους
οι πονηροί ρωμαίοι υπάλληλοι του
αυτοκράτορος
τοιμάζουνε κρυφά να παραδώσουν
να παραδώσουν τα κλειδιά και την
υπόκλισή τους.
Εγώ πάλι μέσα στο πλήθος διακλαδίζομαι
η θέλησή μου διακλαδίζεται μέσα στο πλήθος
μαζεύω τους σκόρπιους σπόρους μου
για την καινούρια μακρινή μου ανάσταση
μαζεύω.

Από τη συλλογή Κατά Σαδδουκαίων (1953) του Μιχάλη Κατσαρού

Μιχάλης Κατσαρός, Οροπέδιο (II)

Οροπέδιο

II

Τώρα μπορώ πια να μπω.
Η πόρτα έχει ανοίξει.
Μέσα στο δέντρο υπάρχω και ζω –
τρέμουν τα φύλλα –τα άνθη τρέμουν–
έγινε πια ο καρπός.

Ελάτε κοντά μου – έχει γαλήνη.
Ελάτε ελάτε. Ιδού το σώμα μου
σας το προσφέρω –έχει γαλήνη–
έγινα πια ο καρπός.

Δεχτείτε με πάλι. Είμαι ο άνεμος η οργή –
είμαι το τελευταίο σκαλί σας
εσείς πάλι το πρώτο – προχωρείτε.

Οι σημαίες αλλάζουν – αλλάζουν τα χέρια αλλάζουν
κατεβαίνουν τα πλήθη ασύνταχτα – πάλι σε φάλαγγες
κατεβαίνουν.

Χωρίζει ο άνεμος τα στάχυα – τους λαούς
διαλύονται οι ομάδες – πληθαίνουν τα μέρη –
τι σύγκρουση γίνεται.

Κανείς. Πάλι πάνω στο οροπέδιο μόνος
στους νέους τους βράχους – στα επίπεδα μόνος
μαζί με τον νέο τον άνεμο ένα και μόνος
κοιτάζω τη χλόη – τα δέντρα τον ήλιο
κοιτάζω κοιτάζω.

Από τη συλλογή Οροπέδιο (1956) του Μιχάλη Κατσαρού

Μιχάλης Κατσαρός, Οροπέδιο (I)

Οροπέδιο

I

Να μην ακούγεται ήχος.
Είμαι εδώ στην κορφή. Η πορεία ανέβηκε.
Μόνος. Κάτω από τα πόδια μου σιδερένιες βέργες ελάσματα βράχοι
εδώ μόνος σ’ αυτό τον περιορισμένο χώρο στον απέραντο
χωρίς τείχη.

Άβυσσος παρελθόν ζώνες με επίπεδα εποχές
και μετά σκελετοί στην οικοδομή.
Σημαίες ζωή. Θάνατοι δεν υπάρχουν.
Στο επίπεδο όρος ορθός φτιάχνω τον κόσμο.

Μαζί μου όλοι υπηρετούν τον σκοπό και κανέναν.
Τα κρίνα των αγρών –οι αμνοί– κανέναν.
Ο ήλιος δεκτός. Φράσεις ναοί μεταβάλλονται κινούνται
τα επίπεδα πληθαίνουν κροτούν ανεβαίνουν
με μουσική
με άνεμο ανεβαίνουν.

Οι πόλεις χτίζονται –οι πόλεις πεθαίνουν.
Άνεμος υψώνει τα δέντρα – άνεμος γκρεμίζει το σκότος
άνεμος λαών ανθρώπων νέων διακλαδώσεων
κ’ εγώ πάντα στο οροπέδιο των πολιτισμών – των συντριμμάτων
κοιτάζω τη χλόη τα δέντρα τον ήλιο
κοιτάζω τις ηλεκτρικές συσκευές – τα κυκλάμινα
κοιτάζω κοιτάζω
πάντα και πάντα.

Από τη συλλογή Οροπέδιο (1956) του Μιχάλη Κατσαρού

Μιχάλης Κατσαρός, [Όλα μου γνέφουν να μιλήσω…]

Όλα μου γνέφουν να μιλήσω.
Γαϊτοπούλες που γυρνάν περήφανες απ’ το καμάκι
πυρκαγιές
παλιά λησμονημένα σίδερα
τα τελευταία γιοφύρια π’ αρχίζουν και δεν περνάν πουθενά
η φωνή σου που πέθανε.

Τα νερά κοιμούνται.
Τα νερά σωπαίνουν.
Ματωμένα μαντίλια προμηνάνε το τέλος στην πηχτή λιμνοθάλασσα.
Μας πνίξανε τους δρόμους.

Από τη συλλογή Μεσολόγγι (1947) του Μιχάλη Κατσαρού

Μιχάλης Κατσαρός & Μίκης Θεοδωράκης, Αυτούς που βλέπεις (με τον Γρηγόρη Μπιθικώτση)

Αυτούς που βλέπεις

Ποίηση: Μιχάλης Κατσαρός
Σύνθεση, ενορχήστρωση & διεύθυνση ορχήστρας: Μίκης Θεοδωράκης
Μπουζούκι: Γιώργος Ζαμπέτας
Ερμηνεία: Γρηγόρης Μπιθικώτσης [Είναι η δεύτερη εκτέλεση του τραγουδιού το 1963 στη θεατρική επιθεώρηση «Μαγική πόλη» σε σκηνοθεσία Λεωνίδα Τριβιζά στο θέατρο Παρκ. Πρόκειται για τη θρυλική πλέον σύμπραξη του Μίκη Θεοδωράκη με τον Μάνο Χατζιδάκι, ενώ επίσης συμμετείχαν ο Μάνος Λοΐζος και ο Χρήστος Λεοντής. Η πρώτη εκτέλεση ανήκει στον Κώστα Χατζή και ηχογραφήθηκε το 1960.]
Δίσκος: Γρηγόρης Μπιθικώτσης [50 χρόνια] / Ο Γρηγόρης Μπιθικώτσης τραγουδά Μίκη Θεοδωράκη Νο 1 [1960-1964] (2005)

Αυτούς που βλέπεις πάλι θα τους ξαναΐδείς
θα τους γνωρίσεις πάλι
άλλον θα λένε Κωνσταντή
κι άλλον Μιχάλη

Αυτούς που βλέπεις πάλι θα τους ξαναΐδείς
θα τους γνωρίσεις πάλι
σ’ αυτόν τον κόσμο θα γυρνούν
με περηφάνια πιο μεγάλη

Αυτούς που βλέπεις πάλι θα τους ξαναΐδείς
θα τους μισήσεις πάλι
έναν μονάχα δε θα βρεις
τον πιο μικρό τον πιο πικρό τον πιο αγαπημένο
τον μοναχό τον δυνατό και τον αντρειωμένο

Αυτόν δε θα τον ξαναβρείς να τονε βασανίσεις
και την μεγάλη του καρδιά να τηνε σκίσεις
αυτόν δε θα τον ξαναϊδείς
τι τον φυλάνε τ’ άστρα
τι τον φυλάει ο ήλιος του
τονε φυλάει το φεγγάρι
Αυτόν που ’χει τη χάρη
τον πιο μικρό τον πιο πικρό και τον αγαπημένο
αυτόν μονάχα εγώ, μονάχα εγώ, εγώ προσμένω