Βασίλης Φαϊτάς, Fata morgana

Νίκος Καββαδίας & Μαρίζα Κωχ, Φάτα Μοργκάνα
(ερμηνεία: Μαρίζα Κωχ / δίσκος: Μαρίζα Κωχ (1977))

Fata morgana

Έρημος που είναι ο τόπος μου
ο αγέρας κατοικείται από χρησμούς
και γερασμένο φως
η ιστορία μια αμυχή στο κενό
κυλιόμενες αυταπάτες,
στα λιμάνια επίμονα ξαναγυρίζει η fata morgana
άγρυπνοι άγγελοι τρικλίζουν στις αποβάθρες
οι αρχαίοι θεοί νεκροί
περικυκλωμένοι απ’ τον καιρό
ντυμένοι λυκόφως και αιώνες βροχής
ένα-ένα ξεκαρφώνουν στον Όλυμπο
τ’ απολιθωμένα άστρα
κι εγώ γεννημένος Έλληνας με καταγωγή
στους βαθείς ωκεανούς του πλανήτη
γιος και γεννήτορας του πατέρα μου
δε θυμάμαι παρά τα όνειρα των άλλων
και τον Νηρέα ξεχασμένο από παλιά
κάτω απ’ τα νερά.

Μακριά κολυμπούν γαλήνια
τα εκμαγεία των θρύλων.

Από τη συλλογή Συνάντηση με το σύμπαν (2011) του Βασίλη Φαϊτά

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Βασίλης Φαϊτάς

Θέμης Λιβεριάδης, Ταυτότητα

Μαρίζα Κωχ & Μιχάλης Φωτιάδης, Νέα Μενεμένη
(τραγούδι: Μαρίζα Κωχ / δίσκος: Άσε με να ταξιδέψω (1976))

Ταυτότητα

Πες μου το όνομα
Ποια είσαι
Δε θυμάμαι πια
Ιφιγένεια
Λέγαν’ Εκείνη
Πέθανε τυφλή στον πόλεμο
Δε θέλησε να δει τους νικητές.

Από τη συλλογή Η κηδεία του Εγώ (2005) του Θέμη Λιβεριάδη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Θέμης Λιβεριάδης

Νίκος Καββαδίας, Fata Morgana

Νίκος Καββαδίας & Μαρίζα Κωχ, Fata Morgana (δίσκος: Μαρίζα Κωχ (1977))

Fata Morgana

Στη Θεανώ Σουνά

Θα μεταλάβω με νερό θαλασσινό
στάλα τη στάλα συναγμένο απ’ το κορμί σου
σε τάσι αρχαίο, μπακιρένιο αλγερινό,
που κοινωνούσαν πειρατές πριν πολεμήσουν.

Στρείδι ωκεάνιο αρραβωνιάζεται το φως.
Γεύση από φλούδι του ροδιού, στυφό κυδώνι
κι ο άρρητος τόνος, πιο πικρός και πιο στυφός,
που εναποθέτανε στα βάζα οι Καρχηδόνιοι.

Πανί δερμάτινο, αλειμμένο με κερί,
οσμή από κέδρο, από λιβάνι, από βερνίκι,
όπως μυρίζει αμπάρι σε παλιό σκαρί
χτισμένο τότε στον Ευφράτη στη Φοινίκη.

Χόρτο ξανθό τρίποδο σκέπει μαντικό.
Κι ένα ποτάμι με ζεστή, λιωμένη πίσσα,
άγριο, ακαταμάχητο, απειλητικό,
ποτίζει τους αμαρτωλούς που σ’ αγαπήσαν.

Rosso romano, πορφυρό της Δαμασκός,
δόξα του κρύσταλλου, κρασί απ’ τη Σαντορίνη.
Ο ασκός να ρέει, κι ο Απόλλωνας βοσκός
να κολυμπάει τα βέλη του με διοσκορίνη.

Σκουριά πυρόχρωμη στις μίνες του Σινά.
Οι κάβες της Γερακινής και το Στρατόνι.
Το επίχρισμα. Η άγια σκουριά που μας γεννά,
μας τρέφει, τρέφεται από μας, και μας σκοτώνει.

Καντήλι, δισκοπότηρο χρυσό, αρτοφόρι.
Άγια λαβίδα και ιερή από λαμινάρια.
Μπροστά στην Πύλη δύο δαιμόνοι σπαθοφόροι
και τρεις Αγγέλοι με σπασμένα τα κοντάρια.

*

Πούθ’ έρχεσαι; Απ’ τη Βαβυλώνα.
Πού πας; Στο μάτι του κυκλώνα.
Ποιαν αγαπάς; Κάποια τσιγγάνα.
Πώς τη λένε; Φάτα Μοργκάνα.

Πάντα οι κυκλώνες έχουν γυναικείο
όνομα. Εύα από την Κίο.
Η μάγισσα έχει τρεις κόρες στο Αμανάτι
και η τέταρτη είν’ ένα αγόρι μ’ ένα μάτι.

Ψάρια που πετάν μέσα στην άπνοια,
όστρακα, λυσίκομες κοπέλες,
φίδια της στεριάς και δέντρα σάπια,
άρμπουρα, τιμόνια και προπέλες.

Να ’χαμε το λύχνο του Αλαδίνου
ή το γέρο νάνο απ’ την Καντόνα.
Στείλαμε το σήμα του κινδύνου
πάνω σε άσπρη πέτρα με σφεντόνα.

Δαίμονας γεννά τη νηνεμία.
Ξόρκισε, Allodetta, τ’ όνομά του.
Λούφαξεν ο δέκτης του ασυρμάτου,
και φυλλομετρά τον καζαμία.

Ο άνεμος κλαίει. Σκυλί στα λυσσιακά του.
Γεια χαρά, στεριά, κι αντίο, μαστέλο.
Γλίστρησε η ψυχή μας από κάτου,
έχει και στην κόλαση μπορντέλο.

Από τη συλλογή Τραβέρσο (1975) του Νίκου Καββαδία

Νίκος Καββαδίας, Μαραμπού

Νίκος Καββαδίας & Μαρίζα Κωχ, Μαραμπού (δίσκος: Μαρίζα Κωχ (1977))

Μαραμπού

Λένε για μένα οι ναυτικοί που εζήσαμε μαζί
πως είμαι κακοτράχαλο τομάρι διεστραμμένο,
πως τις γυναίκες μ’ ένα τρόπον ύπουλο μισώ
κι ότι μ’ αυτές να κοιμηθώ ποτέ μου δεν πηγαίνω.

Ακόμα, λένε πως τραβώ χασίσι και κοκό,
πως κάποιο πάθος με κρατεί φριχτό και σιχαμένο,
κι ολόκληρο έχω το κορμί με ζωγραφιές αισχρές,
σιχαμερά παράξενες, βαθιά στιγματισμένο.

Ακόμα, λένε πράματα φριχτά παρά πολύ,
που είν’ όμως ψέματα χοντρά και κατασκευασμένα,
κι αυτό που εστοίχισε σε με πληγές θανατερές
κανείς δεν το ’μαθε ποτέ, γιατί δεν το ’πα σε κανένα.

Μ’ απόψε, τώρα που έπεσεν η τροπική βραδιά,
και φεύγουν προς τα δυτικά των Μαραμπού τα σμήνη,
κάτι με σπρώχνει επίμονα να γράψω σε χαρτί,
εκείνο, που παντοτινή κρυφή πληγή μού εγίνη.

Ήμουνα τότε δόκιμος σ’ ένα λαμπρό ποστάλ
και ταξιδεύαμε Αίγυπτο γραμμή Νότιο Γαλλία.
Τότε τη γνώρισα —σαν άνθος έμοιαζε αλπικό—
και μια στενή μας έδεσεν αδελφική φιλία.

Αριστοκρατική, λεπτή και μελαγχολική,
κόρη ενός πλούσιου Αιγύπτιου οπού ’χε αυτοκτονήσει,
ταξίδευε τη λύπη της σε χώρες μακρινές,
μήπως εκεί γινότανε να τηνε λησμονήσει.

Πάντα σχεδόν της Μπασκιρτσέφ κρατούσε το Ζουρνάλ,
και την Αγία της Άβιλας παράφορα αγαπούσε,
συχνά στίχους απάγγελνε θλιμμένους γαλλικούς,
κι ώρες πολλές προς τη γαλάζιαν έκταση εκοιτούσε.

Κι εγώ, που μόνον εταιρών εγνώριζα κορμιά,
κι είχα μιαν άβουλη ψυχή δαρμένη απ’ τα πελάη,
μπροστά της εξανάβρισκα την παιδική χαρά
και, σαν προφήτη, εκστατικός την άκουα να μιλάει.

Ένα μικρό της πέρασα σταυρόν απ’ το λαιμό
κι εκείνη ένα μου χάρισε μεγάλο πορτοφόλι
κι ήμουν ο πιο δυστυχισμένος άνθρωπος της γης,
όταν εφθάσαμε σ’ αυτήν που θα ’φευγε την πόλη.

Την εσκεφτόμουνα πολλές φορές στα φορτηγά,
ως ένα παραστάτη μου κι άγγελο φύλακά μου,
και μια φωτογραφία της στην πλώρη ήταν για με
όαση, που ένας συναντά μες στην καρδιά της Άμμου.

Νομίζω πως θε να ’πρεπε να σταματήσω εδώ.
Τρέμει το χέρι μου, ο θερμός αγέρας με φλογίζει.
Κάτι άνθη εξαίσια τροπικά του ποταμού βρωμούν,
κι ένα βλακώδες Μαραμπού παράμερα γρυλίζει.

Θα προχωρήσω!… Μια βραδιά σε πόρτο ξενικό
είχα μεθύσει τρομερά με ουίσκι, τζιν και μπίρα,
και κατά τα μεσάνυχτα, τρικλίζοντας βαριά,
το δρόμο προς τα βρομερά, χαμένα σπίτια επήρα.

Αισχρές γυναίκες τράβαγαν εκεί τους ναυτικούς,
κάποια μ’ άρπαξ’ απότομα, γελώντας, το καπέλο
(παλιά συνήθεια γαλλική του δρόμου των πορνών)
κι εγώ την ακολούθησα σχεδόν χωρίς να θέλω.

Μια κάμαρα στενή, μικρή, σαν όλες βρομερή,
οι ασβέστες απ’ τους τοίχους της επέφτανε κομμάτια,
κι αυτή ράκος ανθρώπινο που εμίλαγε βραχνά,
με σκοτεινά, παράξενα, δαιμονισμένα μάτια.

Της είπα κι έσβησε το φως. Επέσαμε μαζί.
Τα δάχτυλά μου καθαρά μέτρααν τα κόκαλά της.
Βρωμούσε αψέντι. Εξύπνησα, ως λένε οι ποιητές
«μόλις εσκόρπιζεν η αυγή τα ροδοπέταλά της».

Όταν την είδα και στο φως τ’ αχνό το πρωινό,
μου φάνηκε λυπητερή, μα κολασμένη τόσο,
που μ’ ένα δέος αλλόκοτο, σαν να ’χα φοβηθεί,
το πορτοφόλι μου έβγαλα γοργά να την πληρώσω.

Δώδεκα φράγκα γαλλικά… Μα έβγαλε μια φωνή,
κι είδα μια εμένα να κοιτά με μάτι αγριεμένο,
και μια το πορτοφόλι μου… Μ’ απόμεινα κι εγώ
έναν σταυρό απάνω της σαν είδα κρεμασμένο.

Ξεχνώντας το καπέλο μου βγήκα σαν τον τρελό,
σαν τον τρελό που αδιάκοπα τρικλίζει και χαζεύει,
φέρνοντας μέσα στο αίμα μου μια αρρώστια τρομερή,
που ακόμα βασανιστικά το σώμα μου παιδεύει.

Λένε για μένα οι ναυτικοί που εκάμαμε μαζί
πως χρόνια τώρα με γυναίκα εγώ δεν έχω πέσει,
πως είμαι παλιοττόμαρο και πως τραβάω κοκό.
Μ’ αν ήξεραν οι δύστυχοι, θα μ’ είχαν συχωρέσει…

Το χέρι τρέμει… Ο πυρετός… Ξεχάστηκα πολύ,
ασάλευτο ένα Μαραμπού στην όχθη να κοιτάζω.
Κι έτσι καθώς επίμονα κι εκείνο με κοιτά,
νομίζω πως στη μοναξιά και στη βλακεία τού μοιάζω…

Από τη συλλογή Μαραμπού (1933) του Νίκου Καββαδία

Νίκος Κούνδουρος, Τραγούδια της φωτιάς (1975)

Νίκος Κούνδουρος, Τραγούδια της φωτιάς (Songs of fire)

Σκηνοθέτης: Νίκος Κούνδουρος
Διεύθυνση φωτογραφίας: Νίκος Αδαμόπουλος, Νίκος Γαρδέλης, Συράκος Δανάλης, Νίκος Καβουκίδης, Αριστείδης Καρύδης Fuchs, Σάκης Μανιάτης, Παύλος Φιλίππου
Μοντάζ: Αριστείδης Καρύδης Fuchs
Ηχολήπτης: Θανάσης Γεωργιάδης
Μουσική: Μίκης Θεοδωράκης, Μάνος Λοΐζος, Γιάννης Μαρκόπουλος, Σταύρος Ξαρχάκος
Ποίηση/Στίχοι: Μανόλης Αναγνωστάκης, Νίκος Γκάτσος, Μάνος Ελευθερίου, Μίκης Θεοδωράκης, Μάνος Λοΐζος, Κ. Χ. Μύρης, Λευτέρης Παπαδόπουλος, Γιάννης Ρίτσος, Γιώργος Σκούρτης
Τραγούδι: Αλέκα Αλιμπέρτη, Χαράλαμπος Γαργανουράκης, Μίκης Θεοδωράκης, Αντώνης Καλογιάννης, Μαρίζα Κωχ, Μάνος Λοΐζος, Μελίνα Μερκούρη, Λιζέτα Νικολάου, Γιώργος Νταλάρας, Νίκος Ξυλούρης, Κώστας Σμοκοβίτης, Μαρία Φαραντούρη, Λάκης Χαλκιάς, Λιλή Χριστοδούλου
Διεύθυνση παραγωγής: Φοίβη Σταυροπούλου
Ειδικοί συνεργάτες: Γ. Αθανασιάδης, Στέφανος Αλεξάνδρου, Παύλος Ζάρας, Τάσος Ζωγράφος, Γιάννης Καμπανάρης, Κώστας Καραμανίδης, Μίμης Κασιμάτης, Μίμης Κιμωλιάτης, Τάκης Κούνδουρος, Λάκης Κυρλίδης, Ερρίκος Μερόντης, Θανάσης Μπερμπεράκης, Γιώργος Μπουκλάκος, Μαρία Πάουελ Κουμαριανού, Θανάσης Σβορώνος, Κώστας Φέρρης
Παραγωγή: Finos Film, Νίκος Κούνδουρος, Κυπριακός Αγών
Ταινία: Τραγούδια της φωτιάς (πολιτικό ντοκιμαντέρ μεγάλου μήκους, 1975)

Σύνοψη της υπόθεσης:
Ένα ντοκιμαντέρ που αποτυπώνει την αντίδραση του ελληνικού λαού στη χούντα των συνταγματαρχών, και τους πανηγυρισμούς μετά την πτώση του μισητού καθεστώτος. Παρουσιάζονται οι δύο συναυλίες που έγιναν το 1974 για την υποστήριξη του αγώνα των Κυπρίων, οι πορείες του 1974 για την επέτειο του Πολυτεχνείου, η αναπαράσταση των βασανιστηρίων στα οποία υποβλήθηκε ο αγωνιστής του ΠΑΜ Χρήστος Ρεκλείτης και η κηδεία του Κύπριου Δώρου Λοΐζου.

Τι έχει πει για την ταινία ο Νίκος Κούνδουρος:
Τα «Τραγούδια της Φωτιάς», το μόνο ντοκιμαντέρ που έχω φτιάξει, είναι μια ταινία συντεθειμένη από φωνές και αιτήματα όπως αυτά διαμορφώθηκαν στους δρόμους της Αθήνας αμέσως μετά την παλινόρθωση της Δημοκρατίας. Μία ταινία ωδή στη λευτεριά. Αυτό, τίποτε άλλο.

Η ταινία έχει ως κύριο άξονα δύο συναυλίες, στο στάδιο Καραϊσκάκη με τον Μίκη Θεοδωράκη και στο γήπεδο της λεωφόρου Αλεξάνδρας με τον Γιάννη Μαρκόπουλο. Και οι δύο συναυλίες έγιναν το 1974, λίγο μετά την πτώση της χούντας.

Πηγές πληροφοριών:
Ταινιοθήκη της Ελλάδος
Ιστολόγιο «Τίποτα το σημαντικό»
Finos Film

Γιώργος Θέμελης, Ραψωδία στη θάλασσα του Αιγαίου

Μες στου Αιγαίου τα νερά (παραδοσιακό Δωδεκανήσου με τη Μαρίζα Κωχ)

[Ενότητα Τρία ποιήματα (1947-1948)]

Ραψωδία στη θάλασσα του Αιγαίου

Εδώ ξυπνάει κάθε πρωί
Ανάμεσα σ’ ελληνικά γλυπτά κι ιωνικά κοντύλια
Πάνω σε φαγωμένες απ’ το πάθος του γλαυκού πέτρες που βαθαίνουν τα έλκη τους

Ανεβαίνει και παίρνει βασιλικό και σπαρτολούλουδο
Χτυπώντας το πέταλο ψηλά ψηλά να φιλήσει τα στέφανα του νεκρού χιονιού
Και ξεπεζεύει, περπατάει γυμνόποδη σε μαρμαρένιες γούρνες
Σκαλίζοντας αχιβάδες και ρόδακες στις πλάκες των αετών,
Τυλίγοντας με άχνη κι αφράλατο τα παγωμένα περιστέρια.

***

Ασπίλωτη,
Γαλαζοαίματη,
Αγναντεμένη.

Πο’ ’χεις τα παραθύρια σου σχιστά πανιά,
Τα μάτια μου κλειστά λιμάνια γεμάτα νεκρούς κι άσπρα χαλίκια.
Που ηχείς και σαλεύεις με ηχώ χίλιων πουλιών στις κρύπτες του ύπνου μου
Σκεπάζοντας τους τοίχους μου με τα σεντόνια της κρυφής σου αυγής
Και τα θαμμένα ζώα μου που κρατούν τους κήπους μου σαν υπνωτισμένες γυναίκες.
Με τι όνομα να σε πω, με ποια αιχμή να σε πλήξω,
Να σου πληθαίνει τα μαλλιά, να σου κεντάει τη μνήμη…
Να σε φωνάξω χαραυγή, θα σβήσουν τα γαρούφαλα
Να σε χαράξω αγνή κι απείραχτη, θα τρυπηθούν οι κρίνοι
Να σ’ αγκαλιάσω μάνα μου, θα κλάψουν τα πουλιά.

Σε γράφω τοξεύτρια του ψηλού καπνού, χορδή των αηδονιών,
Μητέρα απάρθενη, απαλή, που σε ματώνουν χωρίς να σ’ αγγίζουν
Αετοί φεγγαριών, καβαλάρηδες, κι ακάθαρτοι ποταμοί,
Με λάσπη, με σχισμένα πανιά, με χωνεμένα κόκαλα.

Να ’μουν πουλί θαλασσινό κι ένα προς ένα
Τα σκαλοπάτια να μετρώ του διάφανου ύπνου σου,
Τα κλώνια της τριανταφυλλιάς μέσα στις στάχτες των βυθών
Εκεί που κείτονται οι νεκροί σου σε τάφους φεγγερούς
Σε κήπους βουλιαγμένων καραβιών που έχασαν την ψυχή τους,
Τον καπετάνιο των εφτά κλειδιών που φύλαγε τους ανέμους,
Τις διαμαντένιες πόρτες που άνοιγαν για τις μεγάλες θάλασσες,
Και πήγαν από μαραμένο πανί κι από πικρό κατράμι.

Εκεί πονείς.
Εκεί σβήνεις τα φώτα σου και γλείφεις την καρδιά σου.

***

Ανήσυχη καμπυλωτή, σπηλιά της βοής, στυφή από χρόνο και θάνατο,
Σήκω μες απ’ την κουφωτή κραυγή σου, πνίξε τον ήλιο και κύλησε την πολύφωτη ρόδα σου.
Γύρισε σα μάνα στη σχισμένη γη και σφράγισε το αίμα της.
Πλύνε τα ρούχα των παιδιών, τα πόδια των πουλιών
Με καταρράχτες από κύανο, με κουρνιαχτό από γιασεμί.
Κι ύστερα έμπα κι αρμάτωσε στην ερημιά της φλέβας μας τα εωθινά καράβια σου.

Από τη συγκεντρωτική έκδοση Γ. Θέμελη Ποιήματα I (1969)

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Γιώργος Θέμελης

Γιάννης Ποδιναράς, Στους βυθούς του ανείπωτου

Νίκος Καββαδίας & Μαρίζα Κωχ, Fata Morgana
(τραγούδι: Μαρίζα Κωχ / δίσκος: Μαρίζα Κωχ (1977))

[Μέρος Α’]

Στους βυθούς του ανείπωτου

Κόκκοι της άμμου
χαϊδεύουν τα μέλη.
Γράφουν μορφές στον κύκλο του αίματος.
Πόθοι –πόνοι βαθιοί της μοίρας–
στις κόρες των ματιών που συναντήθηκαν.

Ένα κύμα στα μέλη.
Ένα μαχαίρι από ήλιο
χάραξε το γυμνό σώμα
βυθίζοντας το φως
σ’ αμμουδερά πηγάδια.
Θαλασσινά νερά
στέγνωσαν τη δίψα μας.

Από τη συλλογή Φαράγγια των Αγγέλων (2008) του Γιάννη Ποδιναρά

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Γιάννης Ποδιναράς