Σαράντος Παυλέας, Η Διδασκάλισσα

Μάνος Χατζιδάκις & Ιάκωβος Καμπανέλλης, Ρίχνω την καρδιά μου στο πηγάδι
(τραγούδι: Λάκης Παππάς / δίσκος: Ματωμένος γάμος / Παραμύθι χωρίς όνομα (1965))

Η Διδασκάλισσα

«… Σφαίρα είναι η σελήνη
γι’ αυτό οι θάλασσες είναι κυρτές…»

Από τα «Παραλειπόμενα από την άλλη όψη»

Λίγο να χαμογελούσε ο πεντάγνωμος ήλιος του Μάρτη
χαμογελούσε και της πεταλούδας το πέταγμα πανάλαφρο. Με κλειδιά
δεν ανοιγόταν κανένας ουρανός, γιατί μόνο τα φυσικά φτερά της ψυχής
τον ουράνιο παράδεισο ξεκλείδωναν.
Μέσα μας ένας ήλιος άναβε καλός
και όταν αδειάζαμε τον εαυτό μας από άγνοια
τον ξαναβρίσκαμε κι ένα γέλιο από μέσα μας
ανέβαινε βαθύ και δροσερό σαν νερό κατάκρινο
από βαθύ πηγάδι το καλοκαίρι
με χιούμορ εμπαίζοντας τις ανοησίες μας όλες
τις δαπανηρές κι ανώφελες. Και η δαμασκηνιά μάς κοίταζε
ανάμεσα στα πρώτα φύλλα της και στ’ άνθη της
που σιγά-σιγά αποχωρούσαν.
Πολλά μας δίδασκε η φύση∙
μας μάθαινε την τρυφερότητα της αγάπης,
της εμπιστοσύνης τη δύναμη την ακέραια
για να ’μασταν γιορτινοί και να δεχόμασταν
ό,τι επρόσφερναν για να μας γύμναζαν
οι σωστές εποχές γεμάτες σύνεση
με την αντοχή που κέρδιζε ένα δέντρο
μέσα στη νυχτερινή θύελλα
βρίσκοντας μέσα στην αυγή πάλι την όρθια του θέση,
με την υπομονή την μεγάλη του
την καλή και σοφή διδασκάλισσα.

Από τη συλλογή Συμπαντική ιθαγένεια (1998) του Σαράντου Παυλέα

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Σαράντος Παυλέας

Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης, Ένας ψαράς

Μάνος Χατζιδάκις, Κοντέσα Εστερχάζυ (έργο: Gioconda’s smile (Το χαμόγελο της Τζοκόντας) (1965))

Ένας ψαράς

Με την επάλληλη επαλλαγή, των κυμάτων του πεπρωμένου,
στον μυχό του ευρύστερνου κόλπου, ένας ψαράς στην άμμο,
κάτω από ’να πάπλωμα, αγρό της άνοιξης, κοιμάται,
ζώντας τους αιώνες της ιστορίας,
με τον αχό του φλοίσβου των πραγμάτων.

Η Κοντέσα καβάλα σε άσπρο άλογο
κι ο ψαράς από μόνος του συλλογιέται:
«Βάρκα θ’ αρματώσω για να σε κλέψω»,
στρέφοντας μέσα στον ύπνο το βλέμμα του,
μες στο σκοτάδι προς τ’ άστρα,
πάνω απ’ τα γυμνά ερείπια του πύργου.

Απάντεχε να ξημερώσει για να σηκώσει το πλεμάτι του,
με μπλεγμένες, κατά τη νυχτερινή βοσκή,
τις λαχτάρες του,
ταξίδι με γαλιότες κουρσάρικες, του βαλαντωμένου
με το υπερήφανο της Κοντέσας παράστημα.

Το χέρι του αποκοιμισμένου, αυτόματα,
προκειμένου να εκμηδενίσει κάθ’ αντίσταση στον πόθο του,
αρπάζει το κολοκοτρωνέικο σουγιά που χρησιμοποιεί,
στ’ άνοιγμα των μονόθυρων και δίθυρων οστράκων
της θάλασσας,
και σα να επρόκειτο γι’ απελατιλίκι αντρειωμένου,
το μπήγει στο χώμα της γης,
σκοτώνοντας την πραγματικότητα.

(1952)

Από τη συλλογή Ποιήματα (Παλαιοντολογικά) (1988) του Νίκου Γαβριήλ Πεντζίκη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης

Έγκλειστες συναντήσεις (2008): Το μυστικό

Μάνος Χατζιδάκις & Αλέκος Σακελλάριος, Έχω ένα μυστικό
(τραγούδι: Αλίκη Βουγιουκλάκη / ταινία: Το ξύλο βγήκε απ’ τον παράδεισο (1959) του Αλέκου Σακελλάριου)

Το μυστικό

Ό,τι αγαπάς μπορεί να είναι λουλούδι
Λουλούδι η αγαπημένη μου
Στα πέταλά του η ψυχή ανοίγει
Στα σύννεφα απλώνεται
Το κρατώ στα χέρια μου σαν το μοναδικό μυστικό
Μέσα στη σκληρότητα
Δε θέλω να μαραθεί
Δε θέλω να φυλλορροήσει
Το σύμπαν θα σβήσει.

Από τη συλλογή έγκλειστες συναντήσεις (2008) ανήλικων κρατουμένων στις δικαστικές φυλακές Διαβατών Θεσσαλονίκης

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Ανήλικοι κρατούμενοι στις δικαστικές φυλακές Διαβατών Θεσσαλονίκης

Έγκλειστες συναντήσεις (2008): ελπίδα

Μάνος Χατζιδάκις & Νίκος Γκάτσος, Άσπρο περιστέρι
(τραγούδι: Δήμητρα Γαλάνη / δίσκος: Της γης το χρυσάφι (1971))

ελπίδα

Με το στήθος στην πάλη
Στον αγώνα
Στον πόλεμο της ζωής
Στον ΕΡΩΤΑ
Άσπρο περιστέρι το αύριο

Από τη συλλογή έγκλειστες συναντήσεις (2008) ανήλικων κρατουμένων στις δικαστικές φυλακές Διαβατών Θεσσαλονίκης

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Ανήλικοι κρατούμενοι στις δικαστικές φυλακές Διαβατών Θεσσαλονίκης

Έγκλειστες συναντήσεις (2008): βροχή

Μάνος Χατζιδάκις, Βροχή (έργο: Το χαμόγελο της Τζοκόντας (1965))

βροχή

Η φύση ξύπνησε
Τα μάτια της φούσκωσαν
Ματωμένες παπαρούνες
Μισάνοιχτα τα πέταλα της μυγδαλιάς
Λύτρωση
Ανάταση
Ζωντάνεμα ψυχής

Από τη συλλογή έγκλειστες συναντήσεις (2008) ανήλικων κρατουμένων στις δικαστικές φυλακές Διαβατών Θεσσαλονίκης

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Ανήλικοι κρατούμενοι στις δικαστικές φυλακές Διαβατών Θεσσαλονίκης

Γ. Ξ. Στογιαννίδης, Η επάνοδος της Περσεφόνης

Μάνος Χατζιδάκις & Νίκος Γκάτσος, Ο εφιάλτης της Περσεφόνης
(τραγούδι: Μαρία Φαραντούρη / δίσκος: Τα παράλογα (1976))

Η επάνοδος της Περσεφόνης

Ανέβηκε∙
ούτε ένας νάρκισσος, κρύο κι υγρασία πολλή μες στην κάμαρη.
Σαν κάτι να ’χε ξεχάσει κι έψαχνε.
Δυνάμωσε τη φωτιά στο τζάκι για να θυμηθεί.
Σκύβοντας ο ένας μαστός της επρόβαλε ατίθασος
φωτίζοντας μια στιγμή το μυαλό του.
Δέκα χρόνια περίμενα τούτη την άνοιξη
και τα τριαντάφυλλα πέφταν σ’ εκείνο το σκοτεινό πηγάδι
και χάνονταν.
Φίδια φαρμακερά στο βυθό του σαλεύαν
όπως τα βρεγμένα μαλλιά της Μαρίας
όταν την ανέβαζα πνιγμένη.

Με τυραννά στον ύπνο μου ακόμη. Όμως εγώ
προτιμώ τις πορτοκαλάδες στο παραλιακό κέντρο
χαίρομαι τούτον τον πρόσκαιρο ήλιο
γιατί μπορώ να βγάζω τους νεκρούς μου περίπατο.
Έχουν φουσκώσει απ’ τη θαλπωρή της λιακάδας
κι ουρλιάζουν σαν τους ναυαγούς
που αντικρίσαν στεριά.

Από τη συλλογή Αφήγηση ξεναγού (1979) του Γιώργου Στογιαννίδη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Γ. Ξ. Στογιαννίδης

Χ. Δ. Καλαϊτζής, Τα όνειρα

Μάνος Χατζιδάκις & Νίκος Γκάτσος, Ο κυρ-Αντώνης (με τη Μελίνα Μερκούρη και τον Μάνο Χατζιδάκι)

Τα όνειρα

Όσο περνούν τα χρόνια
κονταίνουν τα όνειρα,
άλλα στρέφουν προς τα πίσω
τα περισσότερα βαραίνουν
πέφτουν πιο χαμηλά,
συντροφικά σ’ ακολουθούν στο τέρμα
για μια στιγμή συνωστίζονται
αίφνης σε κοιτούν κατάματα και σβήνουν.

Από τη συλλογή Προπατορικά (2000) του Χ. Δ. Καλαϊτζή

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Χ. Δ. Καλαϊτζής

Κατερίνα Καριζώνη, Τα παγόνια της μονής Βλατάδων

Μάνος Χατζιδάκις, Μια πόλη μαγική
(τραγούδι: Βασίλης Λέκκας / δίσκος: Ο Μάνος Χατζιδάκις στη Ρωμαϊκή αγορά (1986))

Τα παγόνια της μονής Βλατάδων

Τι γυρεύουν τα παγόνια
στο προαύλιο της μονής Βλατάδων
και τι βλέπουν χρόνια τώρα
κοιτάζοντας από ψηλά την πόλη;

Εδώ οι ψυχές μας συνορεύουν με τη θάλασσα
κι οι πεθαμένοι ζουν ανάμεσά μας
ο ήλιος κατεβαίνει κάθε απόγευμα
λερώνοντας με τη σκουριά του τα νερά,
όταν νυχτώνει
λιγνοί καλόγεροι πάνω σε σκαλωσιές
ξύνουν το σύμπαν
για να φανεί η τοιχογραφία των αστεριών
ενώ άλλοι, ηγούμενοι,
με αρχαίους αστρολάβους και διαβήτες τρίποδους
χαράζουν σύμβολα ανεξήγητα
στους τοίχους του ουρανού.

Τι γυρεύουν τα παγόνια
στο προαύλιο της μονής Βλατάδων;
Τις μέρες παίζουν με τα στάσιμα νερά
μέσα σε γούρνες ραγισμένες
τις νύχτες πετούν το φτέρωμά τους
και γίνονται γυναίκες
φορούν φορέματα δίχως ραφές
και βέλα μαγεμένα
και κατεβαίνουν κουβεντιάζοντας στην πόλη.

Από τη συλλογή Τα παγόνια της μονής Βλατάδων (1992) της Κατερίνας Καριζώνη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Κατερίνα Καριζώνη

Κατερίνα Καριζώνη, Τα ενδύματα των ποιητών

Μάνος Χατζιδάκις & Λουκάς Στρογγυλός, Ο γκρεμός
(ερμηνεία: Ορφέας Κρεούζης / δίσκος 78 στροφών του 1957)

Τα ενδύματα των ποιητών

Τα ενδύματα των ποιητών
μπορώ και τα διακρίνω
ακίνητα μέσα στο περιρρέον πλήθος της αγοράς
διαγνώσκω το τέλος μου μες στις πτυχές τους
το κοκκινόχρωμα που αφήνουνε στα δάχτυλα
καθώς περνάμε δίπλα τους τις Κυριακές.

Όμως μου είναι δύσκολο
να φανταστώ μες στις ντουλάπες σας
να στροβιλίζονται άφθαρτα
και να διαδίδουν αρρώστιες
κι άλλοτε να παλιώνουν
μ’ ένα θόρυβο φτερών από εξαπτέρυγα.

Τα ενδύματα των ποιητών
μπορώ και τα διακρίνω.

Όμως μη μου φοράτε
τέτοια ρούχα εμένα
ποιος σας είπε
πως αντέχω
τις αποχρώσεις του γκρεμού.

Από τη συλλογή Τσάι και μυθολογία (1985) της Κατερίνας Καριζώνη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Κατερίνα Καριζώνη

Κατερίνα Καριζώνη, Πάνε τόσα χρόνια

Μάνος Χατζιδάκις & Νίκος Γκάτσος, Το τραγούδι της Σειρήνας (με τη Μαίρη Λίντα)

Πάνε τόσα χρόνια

Πάνε τόσα χρόνια
από τότε που άκουσα τη φωνή της σειρήνας
στα βράχια κάτω απ’ το νερό
κι είδα το φως να χάνεται
και να ξαναγυρίζει
φέρνοντας πίσω την Ελένη.

Θυμάμαι εκείνους που ακόμα κολυμπάνε
προς τη στεριά που απομακρύνεται
εκείνους που ακόμα αγωνίζονται στα μετόπισθεν
μόνοι ολομόναχοι
και ποιος θα τους κρίνει.

Το καλοκαίρι ένα δωμάτιο κλειστό
με μια κόλλα μπλε στο παράθυρο
κι έναν ήλιο από πλαστελίνη
κι η φωτογραφία σου
γεμάτη μελτέμια και ιριδισμούς.

Πάνε τόσα χρόνια
έχω ξεχάσει πια
μου φτάνει λίγο φως στο κρεβάτι
για να διαβάζω πριν κοιμηθώ.
Μπορώ να ελπίζω σ’ έναν θάνατο
λιγότερο επικίνδυνο.

Από τη συλλογή Αναπάντεχο καλοκαίρι (1978) της Κατερίνας Καριζώνη

Πηγή: ανθολόγιο Ρεσάλτο (2009) της Κατερίνας Καριζώνη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Κατερίνα Καριζώνη

Γιάννης Καρατζόγλου, Ο ποιητής κι ο διευθυντής

Μάνος Χατζιδάκις & Νίκος Γκάτσος, Αθανασία
(τραγούδι: Δήμητρα Γαλάνη / δίσκος: Αθανασία (1976))

[Ενότητα Κατάθεσις προθεσμίας]

Ο ποιητής κι ο διευθυντής

Δεν είναι ο ίδιος πια για τους παλιούς του φίλους
ή μήπως είναι, αλλά παρατημένος σαν τους ανάπηρους πολέμου
που όλο ζητούν κάτι, ενοχλητικά, σαν να το δικαιούνται.

Άλλαξε οικογένεια, συνήθειες και ντυσίματα
χτένισμα στα μαλλιά τηλέφωνα και διευθύνσεις
μένει σε γειτονιές απίθανες στα παλιά στέκια δεν συχνάζει
χρόνια και χρόνια δεν έστελνε κάρτες και χαιρετίσματα
έρχονταν κι έφευγαν γιορτές κι ούτε μια υπόμνηση
αν ζει αν πέθανε τι γράφει ή αν στέρεψε.

Στο μεταξύ άλλοι γινόντουσαν πατέρες άλλοι πεθεροί
καθηγητές εκδότες βουλευτές και συγγραφείς
κι ο λόγος του ο καλός χαμένος όπως τα χρόνια του.

Χρόνια του τίποτα, νωθρά μέσα στην κίνησή τους
χρόνια κούφια, αλκοολικά, σε μια οθόνη απέναντι
με τσούλες να του τρων το βιος και να παράγει αδιάλειπτα
χρήματα μετοχές και σπίτια κι αυτοκίνητα και καταθέσεις
για να τα τρώνε πάλι.

Και τώρα έρχεται να ξαναζητήσει τα χνώτα τους
να μπει ξανά στους χώρους και στα σαλόνια τους
να παρεισφρήσει ξαφνικά στη σκέψη και στον λόγο τους
να παίξει με τους όρους τους παλιούς τους ξεχασμένους.

Έχασε όμως. Όσοι μπορούσαν να τον ξαναβάλουν στο παιχνίδι αποδήμησαν
στο στρώμα που άπλωσε εκεί πια θα κοιμηθεί ως την ανάσταση
από τον σπόρο τον μεταλλαγμένο που έσπειρε
μεταλλαγμένη πραγματικότητα τώρα θερίζει
χωμένος ως τα μπούνια στον μικρόκοσμό του ο διευθυντής
που ήταν ποιητής των ασημάντων, ο ποιητής που ήταν
διευθυντής του μηδενός.

Από τη συλλογή Αποτελέσματα χρήσεως (2006) του Γιάννη Καρατζόγλου

Το ποίημα περιλαμβάνεται στην ενότητα Οι μέρες του ποιητή στη συγκεντρωτική έκδοση Πηγαίος κώδικας (2009) του Γιάννη Καρατζόγλου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Γιάννης Καρατζόγλου

Γιάννης Καρατζόγλου, Μετά το τέρμα

Μάνος Χατζιδάκις & Νίκος Γκάτσος, Πώς να κρατήσω το φως που βασιλεύει
(τραγούδι: Μανώλης Μητσιάς / δίσκος: Χειμωνιάτικος ήλιος (1987))

Μετά το τέρμα

Εδώ που φτάσαμε θέλω κάτι να κρατήσω
λίγο απ’ τα φιλιά μας, λίγο απ’ τα θραύσματα,
ας μείνει κάτι, έστω ανεπαίσθητο, μες στην κοιλιά μου
ή λίγα ζωντανά μικρόβια απ’ την παρουσία σου.

Λέω, και πιστεύω, πόσο ο ερωτάς μας ήταν ανώφελος:
δεν τα κατάφερε, ας πούμε, να μη στείλουν τον Γιάννη στα νησιά
δεν είχε να κάνει με το ξύπνημα της εργατιάς,
δεn βοήθησε καν σε επίπεδο τοπικής ανταρσίας.

Μα τι τα θες, τα κανόνια κανόνια κι η καρδιά καρδιά
και να με εγώ, ικέτης της μνήμης σου, προσπαθώντας
να κλείσω στη χούφτα μου λίγη τελευταία περιγραφή σου
να ανασυνθέσω παλιά παιδικά μας παιχνίδια
να βρω κανένα ξεχασμένο σου γραμμάτιο που έληξε
να το κρατήσω.

Από τη συλλογή Πρατήριο καυσίμων (1982) του Γιάννη Καρατζόγλου

Το ποίημα περιλαμβάνεται στην ενότητα Σε κατάσταση πολιορκίας στη συγκεντρωτική έκδοση Πηγαίος κώδικας (2009) του Γιάννη Καρατζόγλου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Γιάννης Καρατζόγλου

Γιώργος Καλιεντζίδης, Ανεμόεσσα (7)

Μάνος Χατζιδάκις & Ιάκωβος Καμπανέλλης, Στην ποταμιά σωπαίνει το κανόνι
(ερμηνεία: Λάκης Παππάς / δίσκος: Ματωμένος Γάμος | Παραμύθι χωρίς όνομα (1965))

Ανεμόεσσα (7)

Το παιδί σαν πήρες
στα χέρια σου
άνοιξε ο δρόμος την αγκαλιά του
και χαμογέλασε.

Από τη συλλογή Ανεμόεσσα (1986) του Γιώργου Καλιεντζίδη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Γιώργος Καλιεντζίδης

Απόστολος Λυκεσάς, Μότορσιπ «Προκρούστης»

Μάνος Χατζιδάκις & Νίκος Γκάτσος, Κεμάλ
(αφήγηση: Μάνος Χατζιδάκις, τραγούδι: Αλίκη Καγιαλόγλου / δίσκος: Αντικατοπτρισμοί (1993))

Μότορσιπ «Προκρούστης»

Φορτωμένος θραύσματα αυτοκρατοριών.
Τ’ απόνερά μου διατάγματα αργοκίνητων επάρχων, κοιλαράδων μπέηδων,
σαρκία άδεια, ερειπωμένοι περιστερώνες.

Κρύβω κάτω απ’ τα τσιμέντα
Πάρθους με τροχισμένα γόνατα
απ’ το σούρσιμο στις σπηλιές της Καππαδοκίας
φαλαγγίτες του Αλέξανδρου με διεσταλμένο προς την Ινδία βλέμμα
ναύτες του Νέαρχου ξεβρασμένους σε αιγυπτιακές προκυμαίες
Φοίνικες λεπτεπίλεπτους, τσαγοπότηρα πορσελάνης με σπασμένα χείλη
του Τίγρη παραποτάμιους χασισοκαλλιεργητές
χουρμαδοκλέφτες του Ευφράτη
Σκύθισσες πρασινομάτες με μήτρες απονευρωμένες
απ’ το τραμπάλισμα του κάρου
τους γκρεμιστάδες των τειχών της Βαβυλώνας
του Μελχισεδέκ τους γόνους, γεφυροποιούς στα νησιά των άστρων
ευνουχισμένους καβαλάρηδες του Χαν όπως τα τυφλωμένα γεράκια τους.

Σαρμάτες κατουράνε από φόβο τα αμπάρια και τις βραχονησίδες
ξερνοβολάνε αίμα από ναυτία και πείνα
πριονίζουν με τα δόντια ληγμένες κονσέρβες
τις κουτσουλιές των γλάρων.
Τεντώνω τις επιθυμίες τους με μαύρα μεροκάματα
σε υγρά διαμερίσματα
πουλάω το ανθισμένο σπέρμα τους στις λιγωμένες κυρίες των προαστίων.

Για ένα κοντραμπάντο πολεμάω, ο έρημος, αχρείαστος πια
κελευστής φυγάδων κατάντησα για να τους πελεκάτε
κι ας ενοχλούν την καθαρή σας συνείδηση τα δύσωδα αχαμνά τους.
Κρεβάτι μου έχω τους νόμους σας για να χωράνε οι μαυροπόδαροι
σεντονάκι η ισότητα, καλοραμμένη, με άρθρα πριονοκορδέλες,
σείονται χαιρέκακα μουστακάκια χωροφυλάκων, κεραίες σκαθαριών
αλίπαστα, τους διπλώνετε σε χασαπόχαρτο
στα περάσματα, λιγδιάρηδες λαδοπόντικες
του δημόσιου –υποτίθεται– ταμείου.
Συνοφρυωμένος, δήθεν, ο θεός σάς επιβλέπει.

Από τη συλλογή Μότορσιπ «Προκρούστης» (2008) του Απόστολου Λυκεσά

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Απόστολος Λυκεσάς

Δημήτρης Καλοκύρης, Είτε παίδες

Μάνος Χατζιδάκις, Παίδες (δίσκος: Μάνος Χατζιδάκις 2000 μ.Χ. (1999))

Είτε παίδες

Ώστε ανεβήκαμε, θέλεις να πεις, στην πεντηκόντορο!
Στο καράβι του Φιλοκτήτη με το έκπληκτο μάτι στο έμβολο
σαν τα εξαγριωμένα βλέφαρα που ζωγραφίζουν στα πολεμικά
για να φοβούνται τις τουρμπίνες τα πουλιά
όταν ξεχύνονται προς τα ύψη του θέρους
έντρομα στα φυλλώματα των πρωινών ευκαλύπτων
διαβάζοντας την αλφάβητο του φωτός

Αττικοί μελανίες κελάδοντες
στα πανιά βοιωτίες ομίχλης
ορύγματα σαρωνικά
θερμαϊκοί πτωχολέοντες
στο λασίθι του καιρού
ανεμώνες της Κίχλης.

Ώστε ανεβήκαμε οριστικά στην πεντηκόντορο!
Στο κωπήλατο εύδρομο του φυλλόδεντρου Ορφέα
που πέταξε το σκουφί της εφηβείας ανατολικά
ν’ ανθίσει η άμμος κατά ριπάς με αμπέλια ψευδάργυρα
και κάθισαν να τα τρυγήσουν αγραυλούντες οι διώκτες του
στοχαστικά στη ζωφόρο του απείρου ριζωμένοι.

Κυνός Κεφαλαί, Αιγός Ποταμοί
Αρκτούρος, Πελασγία, Αρετούσα
εδάφη χαμένα, υγροί αριθμοί
μια κρυφή ρυμοτομία που αγνοούσα.

Αυτή είναι, λοιπόν, η πεντηκόντορος;
Το καράβι των έξι χρωμάτων που εξαντλήσαμε
στου καθρέφτη τις αχανείς Μελανησίες
ποντισμένοι στη νάφθα του νερού
στα περίστροφα ηλιοτρόπια μηδαμινών γραμμάτων;

(Πότε τα κίτρινα πυκνά θα κυανείς
άλλοτε μέσα σου θα ερυθρώ και θα τυρβάζω
και πότε πάλι μόνη θα πορτοκαλείς
στο φλογερό σου θαλασσί να σε πλαγιάζω)

Φυτολογία της γλώσσας όπως πάντα –θα μου πεις–
διάλεκτοι που εγκλιματίζονται
σε μια λιμνούλα βλέμματος οξειδωμένη
με δροσερά γαλακτώματα
καύματα υπεριώδη
ένα πάθος υδράργυρο
και κάτι ακραίες, δαίμονες ιδέες:

σ’ ένα πλωτό οπωροφόρο εξαπτέρυγο
με μια θεόρατη μηλιά μελανόμορφη για κατάρτι
γεμάτη κρότους και αόρατες τροχοπέδες
με σημαίες ανύπαρκτες ενός άκαρπου θρύλου
στο σκάφος των σημαιοφόρων φλεγόμενοι ουραγοί
είτε παίδες!

Μιλάς για το καράβι του Υμεναίου και του Γρανικού
των εμπορίων και των αρωμάτων
των κάτω κήπων και των νικηφόρων ουρανών
της Οδησσού, της Μάλτας και της Ροδεσίας

Νησιά του Πάσχα και των εθνικών μας εορτών
όπου υπηρέτησες ναύκληρος
ερασιτέχνης του Μουσείου θερμαστής
Βάσκο ντα Γκάμα της Ηδονησίας.

Αν αρρωστήσει παιδί με αρχαιότερο όνομα
θα το βαφτίσεις στα μαύρα Σαρακηνό ή Βικτώρια
προτού αλλάξει τους τριάντα γαλαξίες του στο στόμα.
Ότι αλλιώς θα μαθαίνει τα νεώρια
των ονείρων μεγαλώνοντας από στήθους.

Ώστε ανεβήκαμε στην κατάφωτη πεντηκόντορο!
Με φωνές συγγενών και ποτήρια υψωμένα
απαγγέλλοντας κατηγορίες για το παρελθόν
και με αντιφάσεις τριποδίζοντας του μέλλοντος τη χλεύη
μια ζωή μισθωμένος μες στου χρόνου την τρόπιδα
όπως μυρίζεται ο σκύλος τη φευγαλέα ανάμνηση
όπως σκυλεύει τις πρωτεύουσες η νεότητα
κι όπως αφομοιώνονται οι απόστρατοι στις επαρχίες της οθόνης.

Βιογραφίες ληξιπρόθεσμες
δάνειες σκέψεις, υπερημερίες
έντοκες αναλήψεις και υπαπαντές
παίρνοντας προκαταβολή
ακόμη και από τον οβολό του Αχέροντα.
Λόγια που θησαυρίζεις καταχρηστικά
ρευστοποιώντας ρήματα σε μηνιαίες δόσεις.

Μα τι λέω;
Ως πότε θα σ’ εξορίζουν σε τόπους τυραννικούς
και με τους νόμους νικημένων αγίων θα καταθέτεις
στις Τράπεζες της Πίστεως τις λυρικές επιταγές σου;

Οι πεινασμένοι του Θεού ψυχές ονειρεύονται
και οι θεοδόλειχοι ψίχουλα λάμψης.

Στο πλοίο αυτό, τουλάχιστον, δεν ξεχωρίζουν πια
τους ποιητές σε εθνικούς και χριστιανίζοντες.

Και φαντάσου σιωπηλά να ξετυλίγονται
από την αρτηρία της Ιστορίας ένα ένα
τα θηρία των ουρανίων και να σταυρώνονται
τα ζώδια στη λάμψη του νερού
και να πλευρίζουμε μια Γαία σαρδόνια αύριο
σε μια χώρα αλλιώτικη φθάνοντας:
μια Ελλάδα με τρία Λάμδα.

Ένας στόλος χελάνδια, δρόμωνες
τρικάταρτα, ναρκαλιευτικά ή καραβέλες
φρεγάτες, πετρελαιοφόρα, καταδρομικά
η «Έλλη», ο «Βαλκανικός», ο «Βασιλεύς Αλέξανδρος», η «Απληστία»
ολόκληρο το πλόιμο των ναυαγίων
δρουγγάριοι και πληρώματα
ναυτολογημένα με συμφωνίες ημιτελείς
ορκισμένοι σε αλλόκοτα λάβαρα
να ποτίσουν στη γλώσσα τους, τάχα, την οικουμένη…

Πικραλίδα απ’ τον Πάνορμο
παραμεθόριο μακεδονήσι
μ’ ένα αιθέριο σκότος χαμηλά
γλεύκος του μαραθώνα ποικιλόθερμο
της ήβης μυρωμένο κυπαρίσσι.

Άκου τα παραγγέλματα:

Πηδάλιο στον καιρό!
Πτέρωσον!
Το ιστίο στα φώτα!
Πτέρωσον.

Πλέουμε στη Μεσόγειο της ηλικίας.

[1997]

Από το ποίημα Είτε παίδες (1997) του Δημήτρη Καλοκύρη

Πηγή: συγκεντρωτική έκδοση Άτρακτος (2004) (1997) του Δημήτρη Καλοκύρη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Δημήτρης Καλοκύρης

Δημήτρης Καλοκύρης, [Αλλά και ο τίγρης, ακούω…]

Μάνος Χατζιδάκις & Γιάγκος Αραβαντινός: Ήρθε βοριάς, ήρθε νοτιάς
(τραγούδι: Ηλίας Λιούγκος & Μάνος Χατζιδάκις / δίσκος: Ο Μάνος Χατζιδάκις στη Ρωμαϊκή Αγορά (1986))

[Ενότητα XVIII. Πώς γίνεσαι όμως αόρατος; Η ιλαρή ιστορία των απογείων.]

Αλλά και ο τίγρης, ακούω,
είναι ζώο που ευφραίνεται
στα πεδινά της Ινδικής.

Κάτω από τα δασύφυλλα, μυρεψικά αετόξυλα
βαδίζει στη χλόη και αφουγκράζεται
το τρίξιμο του τροχού
στους θυσάνους ανάμεσα
των αιμοφόρων αγγείων
του αμέριμνου περαστικού
Κυρίου Θεόφιλου Κάνθερ
που περιφέρεται βαθμοφόρος και ενδεής
θηρεύοντας ορεκτικές μαϊμούδες,

και ιχνηλατεί στο νου του φέρνοντας
ο Περιηγητής
την παράξενη διήγηση
της ανήλικης, τότε, συζύγου του
ότι στα μέρη της υπήρχαν εντολές
από την εποχή των δεσποτάτων
να μη χτενίζεται γυναίκα
έξω από το σπίτι της
γιατί σηκώνεται νοτιάς
και με το φύσημα αλλάζουν
τα πρόσωπα των περαστικών
και οι εκδοχές της αλήθειας.

Από τη συλλογή Ο κακός αέρας (1988) του Δημήτρη Καλοκύρη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Δημήτρης Καλοκύρης

Άννυ Κουτροκόη, Λεληθότως ο έρως (II)

Γιώργος Σαραντάρης & Μάνος Χατζιδάκις, Ποιος είν’ τρελός από έρωτα
(τραγούδι: Φλέρυ Νταντωνάκη / δίσκος: Ο μεγάλος ερωτικός (1972))

Λεληθότως ο έρως (II)

Με τύφλωσε το πρώτο φως
κι έτσι τυφλός σερνόμουνα
μες στα κλαδιά του παραδείσου.
Κάρφωσα οξύς
το μη στο μήλο,
χάραξα δρόμους
πάνω στο σώμα του Αδάμ,
βαθύ πηγάδι άνοιξα
μες στην ψυχή της Εύας.
Πάθος αμήχανο
πώς να κρυφτείς
πάμφεγγο που αναβλύζεις,
κι αμέτρητο
σε μετρημένο σώμα,
κυνήγησες
την ώρα του γλυκύτερου διωγμού
και με την πρόφαση την κάλπικη
στο απορημένο στόμα,
για τη δική μου αθανασία πάλεψες
στου είναι την παρθέν’ αυγή.

Από τη συλλογή Λεληθότως ο έρως (2000) της Άννης Κουτροκόη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Άννυ Κουτροκόη

Χρήστος Ντάλιας, Το άστρο

Μάνος Χατζιδάκις & Νίκος Γκάτσος, Τ’ αστέρι του βοριά
(τραγούδι: Μαρία Δημητριάδη, πιάνο: Στέφανος Κορκολής, κιθάρα: Στέλλα Κυπραίου)

Το άστρο

[Ενότητα Γ’]

Ανέβαινα τη σκάλα
τ’ ουρανού, μικρό παιδί,
να πιάσω τ’ άστρο.

Ξαγρυπνούσα μέσα στο γαλάζιο
τ’ όνειρο.

Μια φωτεινή νεροποντή
διέγραψε τ’ όνειρό μου
και χάθηκα περνώντας μ’ ορθάνοιχτα τα μάτια.

Τώρα μεγάλος κι άμορφος
κοιτάω ξανά∙ μες στο γαλάζιο
χάνομαι, βυθίζω
πιο βαθιά το βλέμμα.

Τ’ άστρο αναλάμπει μέσα μου.

Από τη συλλογή Παραπληρωματικά (1990) του Χρήστου Ντάλια

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Χρήστος Ντάλιας

Αργύρης Μαρνέρος, Το αχ των αγαλμάτων

Μάνος Χατζιδάκις & Άρης Δαβαράκης, Νυχτερινά αγάλματα
(τραγούδι: Νένα Βενετσάνου, Βασίλης Λέκκας, Ηλίας Λιούγκος, Έλλη Πασπαλά /
δίσκος: Οι μπαλάντες της οδού Αθηνάς (1983))

Το αχ των αγαλμάτων

Ο ποιητής που θα γυρίσει τις πλάτες
Στο θόρυβο και τις οσμές της αγοράς
Όσο και να βουτήξει την πένα του
Στον ουρανό το γαλάζιο απ’ τα ποιήματά του
Θα λείπει το άρωμα του ιδρώτα
Και εκείνο το ανθρώπινο αχ που
Το δανείζονται ακόμα και οι θεοί
Γιατί αλλιώς τα αγάλματά τους
Θα ήταν μόνο πέτρες σκαλισμένες.

Από τη συλλογή Αίθουσα αναμονής (2003) του Αργύρη Μαρνέρου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Αργύρης Μαρνέρος