Ανέστης Ευαγγέλου, Ο Ιησούς εγκαταλείπει τον πατέρα του

Ο Ιησούς εγκαταλείπει τον πατέρα του

Βρήκα χτες βράδυ το Χριστό,
ρακένδυτο, σε μια γωνιά να ζητιανεύει.

Ήταν ισχνός και κάτωχρος, μες στο δριμύ
ψύχος του φετινού χειμώνα, αξύριστος,
τα δόντια του χτυπούσαν, βήχας φριχτός
του ξέσκιζεν αλύπητα το στήθος.

Καθίσαμε σ’ ένα παγκάκι κι έβγαλα
κονιάκ από το πανωφόρι μου και του έδωσα.

Μάλωσα με το γέρο μου, αδελφέ μου,
τα βρόντηξα όλα κι όπως όπως τώρα
στου λιμανιού τα στέκια αυτά τη βγάζω,
μου είπε και μου ζήτησε τσιγάρο.

Από τη συλλογή Η επίσκεψη και άλλα ποιήματα (1987) του Ανέστη Ευαγγέλου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Ανέστης Ευαγγέλου

Advertisements

Ανέστης Ευαγγέλου, Το φεγγάρι

Το φεγγάρι

Πότε θα κουραστείς και θα με λησμονήσεις;
ρώτησα το φεγγάρι.
Δεν τιμωρήθηκα αρκετά;
Άλλος δεν είναι
που όμοια να σε προκάλεσε για ν’ αποσπάσει
την προσοχή και τα χτυπήματά σου;

Δεν θα σου ξαναρίξω πέτρες –σου τ’ ορκίζομαι
θα είμαι καλό παιδί
και θα κοιτάζω μόνο τα μαθήματά μου.

Εσύ δεν είσαι σαν τους άλλους, είπε αργά
και βαθιά λυπημένο το φεγγάρι,
εσύ έχεις αίμα φεγγαρίσιο
εσένα πάντοτε θα σ’ αγαπώ.

Από τη συλλογή Η επίσκεψη και άλλα ποιήματα (1987) του Ανέστη Ευαγγέλου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Ανέστης Ευαγγέλου

Ανέστης Ευαγγέλου, Υπεραστική συνδιάλεξη

Υπεραστική συνδιάλεξη

Εχτές το βράδυ μου τηλεφώνησε
ο πατέρας μου.
Στείλε μου μερικά
πενηνταράκια ούζο, μου είπε,
και καναδυό κούτες τσιγάρα
σέρτικα, να κάθουμαι τα βράδια
να σας συλλογιέμαι.
Και –να μην
το ξεχάσω– και πεντέξι δίσκους
φωνογράφου μ’ εκείνα τα παλιά, ξέρεις,
ποντιακά τραγούδια, τα λυπητερά.

Εδώ στα ξένα δύσκολα περνούν οι μέρες
και πού να βρεις τσιγάρα, ούζο και τραγούδια
της πατρίδας, στα μαγαζάκια τ’ ουρανού.

Από τη συλλογή Η επίσκεψη και άλλα ποιήματα (1987) του Ανέστη Ευαγγέλου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Ανέστης Ευαγγέλου

Ανέστης Ευαγγέλου, Χέρια

Χέρια

Χέρια του έρωτα ανυπόμονα, όλα
να τα γνωρίσουνε, για ν’ απομείνουνε και πάλι άδεια

χέρια που υψώνονται γροθιές σε διαδήλωση, ενωμένα
και φεύγει νικημένη η μοναξιά

χέρια που με τα νύχια χάραξαν στους υγρούς τοίχους
των φυλακών ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ Ή ΘΑΝΑΤΟΣ και τώρα
εγγράφουν κέρδη και ζημίες σε λογιστικά βιβλία

χέρια των νηπίων σπαραχτικά γιατί όταν
μεγαλώσουν θα γίνουν χέρια συναλλαγής
και χέρια
άπρακτα των ανθρώπων όταν αμίλητοι
κάνουνε το σταυρό τους ή βγάζουν το καπέλο τους
μπροστά στο μυστηριακό και το αναπότρεπτο.

Από τη συλλογή Η επίσκεψη και άλλα ποιήματα (1987) του Ανέστη Ευαγγέλου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Ανέστης Ευαγγέλου

Ανέστης Ευαγγέλου, Κέντημα

Κέντημα

Καθώς χαράζουνε το δέντρο της μαστίχας
με ξυραφάκι ή με μαχαίρι κοφτερό
και κέντημα το λεν
κι εκείνο βγάζει δάκρυ που ευωδάει
και το μαζεύουν κόμπο κόμπο–
όμοια
με ξυραφάκι και μαχαίρι κοφτερό
χαράχτηκε απ’ τα χρόνια η ζωή μου
κι απ’ του κορμιού μου τις ρωγμές ανάβλυσαν
σταλιά σταλιά οι λιγοστοί μου στίχοι.

Από τη συλλογή Η επίσκεψη και άλλα ποιήματα (1987) του Ανέστη Ευαγγέλου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Ανέστης Ευαγγέλου

Ανέστης Ευαγγέλου, Λουκάς Βενετούλιας


Λουκάς Βενετούλιας, Οδός Δωδεκανήσου (λάδι) [Δημοτική Πινακοθήκη Θεσσαλονίκης]

Λουκάς Βενετούλιας

Κύριε, ανάπαψέ τον με τους δίκαιους.
Το κόκκινο
που τόσο αγάπησε, κι από τα χέρια του
παρήγορα έλαμψε ευγενέστερο των ρόδων,
δεν ήταν μόνο της ιδέας που τον αξίωσε
αδελφικά να σμίξει με συντρόφους, φεύγοντας
–όσο αποφεύγεται με τέτοια, όσο ξορκίζεται–
την κοινή μοίρα.
Το κόκκινο, που τόσο αγάπησε,
ήταν η αθώα καρδιά του που αγρυπνούσε
τις νύχτες που η αγαπημένη του Θεσσαλονίκη
γλυκοκοιμόταν, και μυστικά, δίχως παράπονο,
μάτωνε για τ’ ανθρώπινα.
Κύριε, αν υπάρχεις,
κι ένα ολιγόπιστο μπορείς ν’ ακούς, κατάταξέ τον
–ότι πολύ μαρτύρησε η ψυχή του για την ομορφιά
και στον τροχό οσιώθηκε το φτωχό σώμα–
κατάταξέ τον με τους δίκαιους κι ανάπαψέ τον.

Από τη συλλογή Η επίσκεψη και άλλα ποιήματα (1987) του Ανέστη Ευαγγέλου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Ανέστης Ευαγγέλου