Μανόλης Αναγνωστάκης, Επίλογος (από τη συλλογή «Ο στόχος»)

Κώστας Καρυωτάκης & Μίκης Θεοδωράκης, Μπαλάντα στους άδοξους ποιητές των αιώνων
(τραγούδι: Βασίλης Παπακωνσταντίνου / δίσκος: Καρυωτάκης (1984))

Επίλογος

Κι όχι αυταπάτες προπαντός.

Το πολύ-πολύ να τους εκλάβεις σα δυο θαμπούς προβολείς μες στην ομίχλη
Σαν ένα δελτάριο σε φίλους που λείπουν με τη μοναδική λέξη: ζω.

«Γιατί», όπως πολύ σωστά είπε κάποτε κι ο φίλος μου ο Τίτος,
«Κανένας στίχος σήμερα δεν κινητοποιεί τις μάζες
Κανένας στίχος σήμερα δεν ανατρέπει καθεστώτα.»

Έστω.
Ανάπηρος, δείξε τα χέρια σου. Κρίνε για να κριθείς.

Από τη συλλογή Ο στόχος (1970) του Μανόλη Αναγνωστάκη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Μανόλης Αναγνωστάκης

Κ. Γ. Καρυωτάκης, Gala

Gala

Θα γλεντήσω κι εγώ μια νύχτα.

Μαυροντυμένοι απόψε, φίλοι ωχροί,
ελάτε στο δικό μου περιβόλι
μ’ ένα παλμό το βράδυ το βαρύ
για να το ζήσουμ’ όλοι.

Τ’ αστέρια τρεμουλιάζουνε, καθώς
το μάτι ανοιγοκλεί προτού δακρύσει.
Ο κόσμος των δεντρώνε ρέβει ορθός.
Κλαίει παρακάτου η βρύση.

Από τα σπίτια που είναι σαν βουβά,
κι ας μίλησαν τη γλώσσα του θανάτου,
με φρίκη το φεγγάρι αποτραβά
τ’ ασημοδάχτυλά του.

Είναι το βράδυ απόψε θλιβερό
κι εμείς θα το γλεντήσουμε ως το βράδυ,
όσοι έχουμε το μάτι μας ογρό
και μέσα μας τον Άδη.

Οι μπάκοι μάς προσμένουν. Κι όταν βγει
το πρώτο ρόδο στ’ ουρανού την άκρη,
όταν θα σκύψει απάνου μας η αυγή,
στο μαύρο μας το δάκρυ.

Θα καθρεφτίσει το απαλό της φως.
Γιομάτοι δέος, ορθοί θα σηκωθούμε,
τον πόνο του θα ειπεί κάθε αδερφός
κι όλοι σκυφτοί θ’ ακούμε.

Κι ως θα σας λέω για κάτι ωραίο κι αβρό
που σκυθρωποί το τριγυρίζουν πόθοι,
τη λέξη τη λυπητερή θα βρω
που ακόμα δεν ειπώθη.

Μαυροντυμένοι απόψε, φίλοι ωχροί,
ελάτε στο δικό μου περιβόλι,
μ’ έναν παλμό το βράδυ το βαρύ
για να το ζήσουμ’ όλοι.

Από τη συλλογή Ο πόνος των ανθρώπων και των πραγμάτων (1919) του Κώστα Καρυωτάκη

Πηγή: Νεοέλληνες λυρικοί (επιμέλεια Γιώργου Θέμελη, εκδ. Αετός, 1954)

Κ. Γ. Καρυωτάκης, Θάνατοι

Θάνατοι

Είναι άνθρωποι που την κακή ώρα
την έχουν μέσα τους

Χεράκια που κρατώντας τα τριαντάφυλλα
κι απ’ την χαρά ζεστά των φιλημάτων,
χεράκια που κρατώντας τα τριαντάφυλλα
χτυπήσατε τις πόρτες των θανάτων∙

ματάκια μου που κάτι το εδιψάσατε
και διψασμένα εμείνατε ποτήρια,
ματάκια μου που κάτι το εδιψάσατε
κι εμείνατε κλεισμένα παραθύρια∙

μάτια, χεράκια, στόματα, ιστορήστε μου
τον πόνο κάποιας ώρας, κάποιου τόπου,
μάτια, χεράκια, στόματα, ιστορήστε μου
τον Πόνο των Πραγμάτων και του Ανθρώπου.

Από τη συλλογή Ο πόνος των ανθρώπων και των πραγμάτων (1919) του Κώστα Καρυωτάκη

Πηγή: Νεοέλληνες λυρικοί (επιμέλεια Γιώργου Θέμελη, εκδ. Αετός, 1954)

Γιώργος Βαφόπουλος, Μέτρα του βίου και της τέχνης

Κώστας Καρυωτάκης & Ηδύλη Τσαλίκη, Δικαίωση
(τραγούδι: Ηδύλη Τσαλίκη / Κέρκυρα, Αγώνες Ελληνικού Τραγουδιού 1981)

Μέτρα του βίου και της τέχνης

«Ο βίος βραχύς, η δε τέχνη μακρή».
Φαίνεται έτσι πως πρέπει να είναι, αφού έτσι τόπε
ο αρχαίος σοφός, κι αφού έτσι το ξανάπε πάλι
ο μεγάλος εκείνος γέροντας της Βαϊμάρης.

Αλλά όπως μ’ απόλυτα μέτρα οι αλήθειες δε μετριούνται,
γιατί όλες τους έχουν όψεις πολλές κι εξίσου αυθεντικές,
έτσι και το μάκρος του βίου και της τέχνης
με δύο μέτρα ξεχωριστά πρέπει να μετρηθεί.

Ναι, ο βίος είναι βραχύς, η τέχνη μακρά. Ωστόσο
υπάρχουν, φαίνεται, και τέχνες, που το μάκρος τους
είναι κομμένο στα ίδια μέτρα με του βίου το μήκος.
Τότε η τέχνη κι ο βίος πεθαίνουνε την ίδιαν ώρα.

Όλβιοι λοιπόν όσοι, στην αυταπάτη τους δοσμένοι,
μαζί με την τέχνη και τον βίον τους τελειώνουν,
βέβαιοι πως είχαν φθάσει πια στο διορισμένο τέρμα.

Υπάρχουν ακόμα και τέχνες, που το μάκρος τους
είναι πολύ βραχύτερο απ’ του βίου το μήκος.
Εδώ πια των σοφών τα ρήματα αντιστρέφονται.

Δυστυχισμένοι τώρα όσοι την τέχνη τερματίζουν
πολύ πριν απ’ του βίου τους το τελείωμα.
Είναι οι επιζήσαντες νεκροί, που από καιρό πολύ
την ίδια τους νεκρώσιμη εκφορά είχαν συνοδέψει,
με το αίσθημα ενός πρόωρου κι άδικου θανάτου.

Όμως μακάριοι εκείνοι, που έχουνε συλλάβει
το βαθύ πλήρες νόημα των σοφών ρημάτων,
πως η τέχνη κι ο βίος του ανθρώπου είναι μεγέθη,
που με τον ίδιο πήχη δεν μπορεί να μετρηθούνε.

Στο μακρύ δρόμο μιας πικρής αυτογνωσίας,
όπου η σοδειά τους βάραινε από λάθη ασύγγνωστα,
απ’ τη γεύση στυφών λωτών κι απ’ την οδυνηρή
διάψευση ευγενών ίσως, αλλ’ ανέφικτων προσδοκιών,
διδάχθηκαν τώρα και την έννοια των συγκρίσεων.

Είναι βραχύς ο βίος, πολύ βραχύς, βραχύτερος
απ’ όσο ο πόθος μας τον είχε προσδοκήσει.
Πώς τώρα θα μπορέσουμε να συνεχίσουμε
τον άλλο εκείνο δρόμο, τον ατέρμονα,
που και μ’ αυτό το μήκος μιας απέραντης σειράς
από σοφά βιωμένους βίους δεν καλύπτεται;

Αν ήρεμα, με σωφροσύνη, το δεχόμασταν
την ατελή σκυτάλη μας να εμπιστευθούμε
σε μια διαδοχικήν εναλλαγή των επιγόνων,
ίσως για λίγο θα μπορούσαμε τα μέτρα
του διορισμένου βίου να ξεπεράσουμε,
στον ατέρμονα δρόμο, εκεί που στήσαν οι σοφοί
την πινακίδα: «Ο βίος βραχύς, η δε τέχνη μακρή».

Από τη συλλογή Τα επιγενόμενα (1977) του Γ. Θ. Βαφόπουλου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Γιώργος Θ. Βαφόπουλος

Αλεξάνδρα Μπακονίκα, Τα χαμόγελα εξαφανίζονται

Κώστας Καρυωτάκης & Μίκης Θεοδωράκης, Υποθήκαι
(τραγούδι: Βασίλης Παπακωνσταντίνου / έργο: Καρυωτάκης (1984))

Τα χαμόγελα εξαφανίζονται

Μέσα από γεγονότα
για κάποιους από τον κοινωνικό σου περίγυρο
διαπιστώνεις:
άδικοι, αναίσχυντα βίαιοι άνθρωποι.
Περιφρουρούν την ιδιοτέλειά τους,
ξεκάθαρα πράγματα.
Αν είσαι εμπόδιο,
και επειδή τους δίνει αίσθηση υπεροχής,
θα σε συντρίψουν.

Από τη συλλογή Ηδονή και εξουσία (2009) της Αλεξάνδρας Μπακονίκα

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Αλεξάνδρα Μπακονίκα

Εδώ τελειώνει η παρουσίαση του έργου της Αλεξάνδρας Μπακονίκα. Ελπίζω να απολαύσατε τα γραπτά της και τα σχόλιά της όσο κι εγώ και να την αγαπήσατε όσο κι εγώ. Νιώθω αμηχανία και λύπη, όπως κάθε φορά που τελειώνω την παρουσίαση ενός ποιητή «μου». Αυτή τη φορά είναι ακόμη πιο ανάμεικτα και περίεργα τα συναισθήματά μου γιατί η Αλεξάνδρα είναι συν τοις άλλοις προσωπική μου φίλη και αυτούς τους τέσσερις μήνες που ασχολούμαι καθημερινά με τα γραπτά της ήταν σαν να μηδενιζόταν η απόσταση μεταξύ Θεσσαλονίκης και Αθήνας, σαν να ήμασταν συνεχώς καθισμένες η μια δίπλα στην άλλη και κουβεντιάζαμε ολημερίς για την ποίηση, τη μουσική και άλλα πολλά.

Αλεξάνδρα, να ’σαι πάντα γερή, δυνατή και χαρούμενη για να μπορείς να γράφεις, να σκέφτεσαι και να ζεις με την ίδια αφοπλιστική ειλικρίνεια, εντιμότητα και ευθυκρισία – αρετές για τις οποίες ξεχωρίζεις ως ποιήτρια και, πρωτίστως, ως άνθρωπος.

Κλείνουμε από τώρα ραντεβού για τη διαδικτυακή παρουσίαση της επόμενης συλλογής σου και ως τότε ένα μπορώ να σου πω με σιγουριά: θα μου λείψεις πολύ από αύριο.

Αναπνέω και κοιτάζω (Γιώργος Θέμελης)

Κώστας Καρυωτάκης & Μίκης Θεοδωράκης, Για τη ζωή σου μου ’λεγες
(τραγούδι: Βασίλης Παπακωνσταντίνου / δίσκος: Καρυωτάκης (1984))

[Ενότητα Στα ίχνη των πουλιών]

Αναπνέω και κοιτάζω

Αναπνέω και κοιτάζω τους δρόμους
Τ’ ουρανού και τ’ ανέμου
Κοιτάω τα παράθυρα τα βαθουλωμένα πρόσωπα
Το φως που χτυπάει τα ερημικά μου χέρια

Ακούω τους χτύπους του σφυριού της καρδιάς μου

Πότε θ’ ανάψουνε τα βλέφαρά μου ανταύγειες
Σε δειλινή αποθέωση πότε θα στρώσει
Τα βήματά σου ο άνεμος με πρώιμη άνοιξη
Πλημμυρισμένη από χλωρή αγωνία

Έζησα καρτερώντας μέσα στο μαρτύριο
Σαν ανοιχτό παράθυρο σε βαθύ καλοκαίρι

Έζησα μέσα στην ηχώ από κάποια βήματα
Που περπατούν σε κάποιο παγερό ουρανό

Από τη συλλογή Άνθρωποι και πουλιά (1947) του Γιώργου Θέμελη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Γιώργος Θέμελης

Ορέστης Αλεξάκης, Αυτοχειρία

Κώστας Καρυωτάκης & Δήμος Μούτσης, Ιδανικοί αυτόχειρες
(τραγούδι: Χρήστος Λεττονός / δίσκος: Δήμος Μούτσης | Τετραλογία (1975))

[Ενότητα Ταρατατάμ ή το ξόρκι]

Αυτοχειρία

Κι αν ίσως κάποτε συμπράττω
θύμα κι εγώ μοιραίων συσχετισμών..
Ο ληξίαρχος, «Ο περιπατητής της παραλίας»

Και βέβαια κάποτε συμπράττεις
Κάποτε ακούσια προσχωρείς
Ο χρόνος τήκεται νωρίς
Κι όλο σου γνέφει ο σχοινοβάτης

Κοιτάς σημάδια του προσώπου
Ζεις σε μιαν άγνωστη εποχή
Το τέλος είναι στην αρχή
Το σύμπαν στο κλουβί του ανθρώπου

Πόλη θαμπή και κουρασμένη
Μνήμη που γλείφει σαν σκυλί
Κανείς δεν ξέρει ποιο σκαλί
Το μάταιο βήμα κατεβαίνει

Κανείς δεν ξέρει ποιος ζυγώνει
Ποιος στη σκιά καραδοκεί
Ποιος στο κορμί σου κατοικεί
Ποιος επιστρέφει από τη σκόνη

Στο μεταξύ πετούν μπαλόνια
Γέμισε ο τόπος κομφετί
Γίνεται ο θάνατος γιορτή
Πωλούνται φέρετρα και χρόνια

Κάποιος ανοίγει την παρτίδα
Κάποιος ορίζει την τιμή
Σε παρασύρουν οι αριθμοί
Στη φοβερή τους πλημμυρίδα

Χάνεσαι μέσα στη χοάνη
Σε προσμετρούν στο ποσοστό

(Το πτώμα βρέθηκε ζεστό
Κι άγγιξε ο κρόταφος την κάννη)

Από τη συλλογή Μου γνέφουν (2000) του Ορέστη Αλεξάκη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Ορέστης Αλεξάκης