Κατερίνα Καριζώνη, Η δική μου πόλη

Η δική μου πόλη

Φυσάει ένας αέρας που ξεριζώνει τα τοπία
κεραυνοί χαρακώνουν τον ορίζοντα
στήνονται σιγά σιγά οι κήποι της βροχής.

Στο Κέντρο με τις σκονισμένες γιακαράντες
και τις άρρωστες πορτοκαλιές
το αίμα λιπαίνει ακόμα το τσιμέντο της πόλης
στα παλιά κτήρια, στα έρημα ξενοδοχεία
στις γειτονιές των Εβραίων
με τις μισοσβησμένες επιγραφές
τις κλειστές τράπεζες, τις χρεοκοπημένες βιοτεχνίες∙
στους δρόμους που περπάτησες
στα χρόνια της νιότης σου
με τα βαριά βήματα των απόντων
Λέοντος Σοφού, Φράγκων, Βαλαωρίτου, Αγίου Μηνά
πετούν ακόμη αόρατα έγγραφα, μυστικά συμβόλαια
δάνεια που σκόρπισαν, χρήματα που διασπαθίστηκαν, ψυχές
ιδεολογήματα μιας πρόσκαιρης δυναστείας
μιας παράξενης εποχής
σκόνη και τέφρα από τις πυρκαγιές της πόλης.

Περνούν σαν μελαγχολικές παρελάσεις οι γενιές
αναδύονται στο σκοτεινό παρόν
χάνονται άδοξα στο μέλλον
κι εσύ ποτίζεις με μελάνη το χαρτί
για να ξορκίσεις το κακό
να φτάσεις στη ρίζα, στον ύποπτο σπόρο
να αγγίξεις το διαμπερές τραύμα με τα χείλη σου
στο αρχαίο εικόνισμα της πόλης, να γονατίσεις
μπροστά το ιερό του απογεύματος
να ξεπλύνεις τα χέρια σου
στο μαύρο νερό της Ιστορίας.

Από τη συλλογή Αρχαία δίψα (2020) της Κατερίνας Καριζώνη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Κατερίνα Καριζώνη

Κατερίνα Καριζώνη, Η γυναίκα του Λωτ

Η γυναίκα του Λωτ

Δεν ξέρω τι είναι αυτό
που με γυρίζει στην ποίηση
σαν τη γυναίκα του Λωτ που γύρισε να δει
– και τι είδε τελικά
τον εραστή της που έτρεχε να την προλάβει
να υποκύπτει χτυπημένος απ’ τη θεϊκή οργή
κι έγινε στήλη άλατος όπως λένε…
Όμως εγώ κάθε φορά που επιστρέφω στην ποίηση
νιώθω σαν να ξαναγυρίζω στις αρχαίες αλυκές του κόσμου
κάτω από τροπικές βροχές
πλάι σε ωκεανούς που εξατμίστηκαν
πασχίζοντας ίσως να βρω τα ίχνη απ’ το πέρασμα
εκείνης της αρχέγονης γυναίκας που παράκουσε
– κι η ποίηση μια ανυπακοή είναι κατά βάθος
ένας παρα-πόταμος που περνάει
απ’ την Κόλαση και εκβάλλει στο χαρτί
μπροστά στα έκπληκτα μάτια σου.

Να γιατί λοιπόν νιώθω σαν τη γυναίκα των Γραφών
κάθε φορά που στρέφω το κεφάλι μου
στην αλμυρή, κινούμενη έρημο της ποίησης
στις χαίνουσες πληγές-πηγές των λέξεων.

Από τη συλλογή Αρχαία δίψα (2020) της Κατερίνας Καριζώνη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Κατερίνα Καριζώνη

Κατερίνα Καριζώνη, Η αναμέτρηση

Η αναμέτρηση

Τα δέντρα παλεύουν μεταξύ τους
για ένα μικρό κομμάτι γης
για μια σταγόνα νερό
για μια ακτίνα του ήλιου.
Δίνουν μάχες κάτω απ’ το έδαφος
μάχες σώμα με σώμα
αρπάζονται απ’ τις ρίζες τους, σπάζουν τα κλαδιά
ουρλιάζουν με υπέρηχους που φτάνουν μέχρι τα άστρα
ανοίγουν τραύματα στις φλούδες τους
τρυπάει το τρυφερό ξύλο του κορμού
πληγώνεται η κρυμμένη νύμφη τους
χύνεται το ζαχαρωμένο αίμα της στο χώμα.

Το δέντρο που θα επικρατήσει στο τέλος
θα πάρει ως έπαθλο το έδαφος
τον ανοιχτό ουρανό, την αέναη φωτοσύνθεση
θα φωνάξει θριαμβευτικά με όλα του τα αρώματα
νά ’ρθουν τα έντομα να στήσουνε χορό
να αρχίσει η επικονίαση του ισχυρού
να γεννηθεί απ’ αυτό σιγά σιγά το δάσος.

Το άλλο θα ζαρώσει ηττημένο, θα τρέμει
κούτσουρο στις παγωνιές, θα διψάει
θα γείρει στη γη, θα ξεψυχάει κάτω απ’ τις βροχές
θα καίγεται σιωπηλό στα τζάκια τον χειμώνα
κι από το μαρτύριό του θα ζεσταίνονται οι άνθρωποι.

Από τη συλλογή Αρχαία δίψα (2020) της Κατερίνας Καριζώνη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Κατερίνα Καριζώνη

Κατερίνα Καριζώνη, Ένα ποίημα για τον Μίλτο Σαχτούρη

Ένα ποίημα για τον Μίλτο Σαχτούρη

Ξημέρωνε στο όνειρο
από ένα παράθυρο με κοίταζε ο Σαχτούρης
κραδαίνοντας ένα σκουριασμένο ξίφος
και λίγο πιο πέρα ο Πίτερ Μπρίγκελ
με ξύλινα φτερά έκοβε ένα ψωμί
πάνω σ’ ένα απέραντο τραπέζι
– τα ψίχουλα ήταν οι αιώνες
και το τραπέζι ο ουρανός.
Ένα θηρίο με σιδερένια δόντια είχε βγει
από ένα ποίημα και καταβρόχθιζε τα ψίχουλα.

Γεια σου, κυρ-Μίλτο, φώναξα γελώντας
κι εσύ, κυρ-Πέτρο, με τα πλουμιστά σου γένια
γεια σας κι εσείς που ακόμα δεν έχετε ονόματα
κι άγραφα ποιήματά μου που πετάτε
σαν μακρινοί χαρταετοί μες στο μυαλό μου
κι εσείς, χαμένα χρόνια, που ματώνετε
άσκοπα μέσα στα λευκά χαρτιά μου…

Μην το σκουντάς το ποίημα να ξυπνήσει
μου φώναξε τότε αυστηρά ο Σαχτούρης
ακόμη είναι νωρίς.

Από τη συλλογή Αρχαία δίψα (2020) της Κατερίνας Καριζώνη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Κατερίνα Καριζώνη

Κατερίνα Καριζώνη, Εκδρομή στον Πολύγυρο

Εκδρομή στον Πολύγυρο

Ο Πολύγυρος δεν είναι βουνό
είναι ένας γέρος ηγούμενος
βράζει καζάνια με χυλό κάθε απόγευμα
για να φάνε οι άρρωστοι της ενορίας του
κι οι ποιητές που έχουν στο αίμα τους ψήγματα χρυσού.

Στη Γαλάτιστα σκότωσαν κάποτε τον τελώνη
κι ο φαρισαίος φορούσε πουκάμισο από καραβόπανο
και κρατούσε πιστόλι
ένα παλιό Στάγιερ του ’43.
Ε, μπαμπά, η Γαλάτιστα δεν έχει θάλασσα
παρά μονάχα μια αχλύ που σου τρυπάει τα κόκαλα
κι η Αρναία δάση που σε πνίγουν
όπου κι αν πας σ’ ακολουθούνε μνήμες:
ο ασβέστης του καλοκαιριού, το παιδικό άσθμα
η Βάβδος με τον καλό αέρα
και το αγόρι που κάποτε αγάπησες.
Ο Πάνας τριγυρίζει στα δάση
και φυσάει το σουραύλι του
παρασέρνει τους άντρες στους γκρεμούς
θάβει τις κοπέλες στους κορμούς των δέντρων
κατρακυλάει τις πέτρες στις πλαγιές με θόρυβο
γίνεται καλόγερος

πετάει στο Άγιο Όρος.

Από τη συλλογή Αρχαία δίψα (2020) της Κατερίνας Καριζώνη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Κατερίνα Καριζώνη

Κατερίνα Καριζώνη, Αρχαία δίψα

Αρχαία δίψα

Στη λάμψη απ’ τις φωτιές του Αϊ-Γιαννιού
ώρες με κοίταζες στα μάτια και σε κοίταζα
και πάλευα να ξεδιαλύνω τα σημάδια.

Ξάφνου θυμήθηκα πού σε είχα ξαναδεί
σ’ εκείνο τον λοιμό των Αθηνών
είχαμε δώσει ραντεβού κοντά στα τείχη
Αύγουστος του 430 π.Χ.
κάποιοι ανάβαν φωτιές
για να κάψουν τους νεκρούς
και την αρρώστια που είχαν φέρει
οι Δωριείς στην πόλη
νύχτωνε κι εσύ αργούσες να φανείς
εγώ είχα μολυνθεί απ’ την ασθένεια και διψούσα
μα τα πηγάδια ήταν μήνες αδειανά
στις στέρνες ζέχναν πτώματα
και δεν υπήρχε αλλού νερό να πιω
παρά μονάχα απ’ το φιλί σου.

Στη λάμψη απ’ τις φωτιές του Αϊ-Γιαννιού
που τις φυσούσε ύπουλα ένας γλυκός νοτιάς
και άναβαν οι σπινθήρες των άστρων ψηλά στον γαλαξία
ώρες σε κοίταζα στα μάτια και με κοίταζες
και αιώνες διψούσα.

Από τη συλλογή Αρχαία δίψα (2020) της Κατερίνας Καριζώνη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Κατερίνα Καριζώνη

Κατερίνα Καριζώνη, Mother

Mother

Με μισούσες και σε μισούσα, μαμά
γι’ αυτό γράφω απελπισμένα
γράφω χωρίς να τολμώ να ψελλίσω
την αλήθεια που ούτως ή άλλως δεν ενδιαφέρει κανέναν.
Ήσουν πελώρια για μένα, μαμά
γλιστρούσα απ’ τις πτυχές του φουστανιού σου
απ’ τις λεπίδες του γέλιου σου
και χανόμουν αιμόφυρτη, χωρίς πυξίδα
ω, υποκρίτρια των παιδικών μου θαλασσών
ίσως αν μου έδινες μια στάλα αγάπη
να κέρδιζα όλες τις παρτίδες του κόσμου
και να στεφόμουν βασίλισσα
στους χάρτες με τους ροδώνες
και τα ευάλωτα αγάλματα της εφηβείας μου.

Με μισούσες και σε μισούσα, μαμά
κι έτσι πέρασε αμετάκλητα ο χρόνος
και τώρα ετοιμάζεσαι να πεθάνεις
πίσω απ’ τις μισογερμένες γρίλιες των λέξεων
μέσα σ’ εκείνο το παράξενο σπίτι με τις ροδακινιές
που δεν μου άνοιξες ποτέ να μπω
και το έβλεπα καμιά φορά να αχνοφέγγει
στις ήρεμες λίμνες των ματιών σου.

Από τη συλλογή Σκοτεινός χρόνος (2017) της Κατερίνας Καριζώνη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Κατερίνα Καριζώνη

Κατερίνα Καριζώνη, Χαλκιδική

Χαλκιδική

Από παντού με κυνηγούν πευκοβελόνες
χύνεται η θάλασσα στο αριστερό μου αυτί
οι βάρκες αναποδογυρίζουνε στα φύκια
γίνονται βαριές, δυσκίνητες χελώνες
τρων τους κολυμβητές με τις πολύχρωμες ομπρέλες
τρων τις καρέκλες των παράκτιων καφενείων
κανείς δεν φεύγει, όλοι μαγεμένοι
ακούν μια ορχήστρα που φλέγεται στον ουρανό
κάποιος περνάει με μια τάβλα λουκουμάδες
στον ουρανίσκο ανοίγει μια αρχαία πληγή.

Ξάφνου διακρίνω τον Ελύτη σε μια ψάθα
να γράφει το όνομά μου σ’ ένα όστρακο
και τον ζωγράφο Παραλή
να βγαίνει από τη θάλασσα
μαζί με κάτι γερασμένα πεύκα
κι έναν ένστολο άγιο στον ορίζοντα
να σημαδεύει έναν άσπρο καρχαρία
κι αναρωτιέμαι πάλι… αν τάχα τότε…
ίσως να μην… και αν όμως… τι…
και γιατί…

Από τη συλλογή Σκοτεινός χρόνος (2017) της Κατερίνας Καριζώνη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Κατερίνα Καριζώνη

Κατερίνα Καριζώνη, Φθινόπωρο

Φθινόπωρο

Σε είδα κλεισμένο σε μια σταγόνα της βροχής
σκάλιζες ένα παλιό σταματημένο ρολόι
μια λάμπα λαδιού έκαιγε στο πλάι σου.
Ο τελευταίος ωρολογοποιός της πόλης
πέθανε, μου φώναξες
άλλωστε το σπίτι δεν υπάρχει πια
κι ο χρόνος δεν έχει την ίδια σημασία που του δίναμε.
Ο Οκτώβρης σε φυλακίζει
μέσα στις σταγόνες της βροχής
όπως σε μπουκαλάκια
από ξεθυμασμένα αρώματα.

Φέτος το φθινόπωρο θα ’ναι σκληρό να προσέχεις
θα φέρει οριζόντιες βροχές
θα φέρει ανθρώπους απ’ τη θάλασσα
κλεισμένους σε μποτίλιες
θα φέρει κίτρινα φύλλα απ’ τον ορίζοντα
καρέκλες με μακριά, απέραντα πόδια.

Από τη συλλογή Σκοτεινός χρόνος (2017) της Κατερίνας Καριζώνη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Κατερίνα Καριζώνη

Κατερίνα Καριζώνη, Υποτίμηση

Υποτίμηση

Ήταν κάποτε ένας φτωχός σαλμαδάριος* στην Κωνσταντινούπολη
που έκλεισε το μαγαζί του ένα βράδυ
μηνί Μαρτίω ινδικτιώνος του 1351 μ.Χ.
ημέρα που έγινε μια διαστροφή του κέρματος
πέσαν απότομα τα χάλκινα κι ανέβηκε ο χρυσός
κι έχασαν την αξία τους οι λιγοστές εισπράξεις του.

Πώς γύρισε άραγε στο σπίτι του
τι είπε στη γυναίκα του
και πώς εξήγησε στα ανύποπτα παιδιά του
τι σημαίνει να μη σε λογαριάζει ο καιρός
να τριγυρίζεις με άδεια χέρια μες στα εμπορεία
– κι ας γράφουν κάποτε οι ιστορικοί του μέλλοντος
περί των νομισματικών υποτιμήσεων
στο ύστερο Βυζάντιο
και άλλα μεγαλόσχημα.

Μάλλον δεν είπε τίποτε ο σαλμαδάριος
μόνο ανέβηκε σ’ ένα ξύλινο σκαμνί
πήρε λίγο κρασί αραιωμένο απ’ το φανάρι
ένα μικρό κρεμμύδι κι ένα πιατάκι γάρο αλμυρό
έριξε μια ματιά στον Βόσπορο
και κάθισε να φάει.

* Σαλμαδάριος: μπακάλης

Από τη συλλογή Σκοτεινός χρόνος (2017) της Κατερίνας Καριζώνη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Κατερίνα Καριζώνη

Κατερίνα Καριζώνη, Το φουστάνι

Το φουστάνι

Μην το φορέσεις τούτο το φουστάνι
είναι στοιχειωμένο από έρωτες που έσβησαν
και βίαιους χωρισμούς
το κέντησε με αγκάθια η μοδίστρα του
αυτό που έβαψε το ακριβό μετάξι του
τρελάθηκε ένα βράδυ
κι αυτός που σου το χάρισε
χάθηκε σ’ έναν πόλεμο.
Ένας περίεργος άνεμος φυσάει
πότε πότε απ’ τις πτυχές
φαίνεται από μέσα ένα γκρεμισμένο σπίτι
και κάποιος με μια λάμπα που τρέχει αιμορραγώντας
κι άλλοτε πάλι τις νύχτες πετάει μαζί με τα πουλιά
θροΐζοντας ανατριχιαστικά στα δέντρα.

Μην το φορέσεις τούτο το φουστάνι
είναι ποτισμένο με χαλκό κι αρσενικό
άμα βγεις στη βροχή, θα σε σκοτώσει
είναι δεμένο με μια παλιά αγάπη
αν το φορέσεις, θα ’ρθει να σε βρει
κάτω απ’ το δέρμα, μέσα απ’ τις ραφές.

Από τη συλλογή Σκοτεινός χρόνος (2017) της Κατερίνας Καριζώνη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Κατερίνα Καριζώνη

Κατερίνα Καριζώνη: Το Σχίσμα, ή Ο υπερκαινοφανής του 1054 μ.Χ.

Το Σχίσμα, ή Ο υπερκαινοφανής του 1054 μ.Χ.

Μια νύχτα σαν τη σημερινή
ο επίσκοπος Ουμβέρτος
μπήκε τρεχάτος στην Αγια-Σοφιά κραυγάζοντας
πως αφορίστηκε η Ανατολική Εκκλησία
με βούλα και ανάθεμα του Πάπα
και πως επήλθε αναπόφευκτα το μοιραίο Σχίσμα.

Τότε άστραψε ξαφνικά ένα αστέρι
πιο φωτεινό κι απ’ την ολόγιομη πανσέληνο
κι οι αστρονόμοι έσβησαν τις λάμπες τους
κι οι καρδινάλιοι σβήσαν τις επίσημες γραφές
για το ύποπτο αυτό ουράνιο σημάδι, όπως είπαν.

Ποιος όμως μπόρεσε ποτέ
να σβήσει ένα αστέρι
– κι ενώ όλοι είχαν ξεχυθεί στους δρόμους και σεργιάνιζαν
κάτω απ’ το εκτυφλωτικό του φως
μέσα στην ανοιξιάτικη ατμόσφαιρα
μην ξέροντας τι να υποθέσουν
εκείνη την ασυνήθιστα λαμπρή βραδιά
που σκίστηκε στα δυο η χριστιανοσύνη
πριν από δέκα περίπου συναπτούς αιώνες.

Από τη συλλογή Σκοτεινός χρόνος (2017) της Κατερίνας Καριζώνη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Κατερίνα Καριζώνη

Κατερίνα Καριζώνη, Το προπατορικό λάθος

Το προπατορικό λάθος

Τα δέντρα είναι πανάρχαια πουλιά
που δεν τ’ αφήσαν να πετάξουν
τις κρίσιμες ώρες της δημιουργίας
κι εκείνα το αποδέχτηκαν.
Γι’ αυτό έρχονται
και κουρνιάζουν στα κλαδιά τους τα πουλιά
που τότε αντισταθήκανε
κερδίζοντας τον ουρανό.

Σύμφωνα με άλλη άποψη:

Τα δέντρα είναι τα σκελετωμένα χέρια των νεκρών
που ξεφυτρώνουν αθόρυβα απ’ το χώμα
και μας προσφέρουν ταπεινά
–με μόνο αντάλλαγμα να μας αγγίξουν φευγαλέα–
τους εύγευστους καρπούς
που κλέβουν
από τους κήπους του Επέκεινα.

Από τη συλλογή Σκοτεινός χρόνος (2017) της Κατερίνας Καριζώνη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Κατερίνα Καριζώνη

Κατερίνα Καριζώνη, Το μετρό της Θεσσαλονίκης

Το μετρό της Θεσσαλονίκης

Το μετρό της Θεσσαλονίκης
τρυπάει κάθε νύχτα το μυαλό μου
τρέχει με ιλιγγιώδη ταχύτητα
και φώτα μακρινά
σφυρίζει όπως οι σειρήνες του πολέμου
κι ύστερα βυθίζεται στα ερείπια κάτω απ’ την πόλη
εκεί σταματάει και φορτώνει τους νεκρούς
εμπόρους, χρυσοχόους, τεχνίτες χαλκού
ακόμα και ραβίνους και μαυραγορίτες.

Καμιά φορά γλιστρώ ανάμεσά τους
και τους παρατηρώ
ρωτούν με πάθος για τις αξίες των ακινήτων
που αφήσαν πίσω τους στην Εγνατία οδό
δείχνουν παλιούς, λιωμένους χάρτες και μιλούν
για τις τιμές του χρυσού και τον υδράργυρο
που αναπνέουν οι εργάτες στις υπόγειες αρτηρίες
για τις σκαπάνες που ταράζουν τον γαλήνιο ύπνο τους
για τον χρόνο που δεν γυρίζει πίσω
κι άλλα πολλά.

Ξυπνώ αλαφιασμένη και ανάβω το φως
πλησιάζω στο παράθυρο και κοιτώ την πόλη
που κρύβει πλήθος μυστηρίων και δεν έχει μετρό
κι αναρωτιέμαι για τη σημασία
των άσκοπων αυτών ενυπνίων αινιγμάτων
και την αφόρητη ασυναρτησία των καιρών.

Από τη συλλογή Σκοτεινός χρόνος (2017) της Κατερίνας Καριζώνη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Κατερίνα Καριζώνη

Κατερίνα Καριζώνη, Τα υλικά

Τα υλικά

Κάθε μέρα δυο κουταλιές λάδι
και σιωπή
κάνουν τα λόγια σοφότερα.
Λάδι χρειάζονται και οι πληγές
και η ορχήστρα μέσα μας
και το καντήλι του σώματος θέλει το λαδάκι του.
Όμως εσύ καταλύεις εντός μου όλα τα υλικά
μπερδεύεις συνταγές και εξισώσεις
κάνεις το αίμα ουρανό
βγάζεις χρυσάφι απ’ τους πόρους του δέρματος
πλουτώνιο απ’ το δάκρυ
εσύ, ο μάγος των μελαγχολικών μου ημερών
μιλάς τη γλώσσα των σαλιγκαριών και των φύλλων
κατέχεις τον αριθμό των σταγόνων της βροχής
και τους κλειδάριθμους της άνοιξης
κάνεις παρέα με τους Κενταύρους πάνω στα βουνά
σβήνεις με μέλι τη φωτιά του έρωτα
και με το γέλιο σου λιώνεις το χιόνι.

Ω, μύστη της μνήμης του νερού και των δέντρων
να το θυμάσαι
η λογική ταιριάζει μόνο στους θνησιγενείς.

Από τη συλλογή Σκοτεινός χρόνος (2017) της Κατερίνας Καριζώνη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Κατερίνα Καριζώνη

Κατερίνα Καριζώνη, Τα συρτάρια

Τα συρτάρια

Αμέτρητα συρτάρια κατέβαιναν από τον ουρανό
άλλα μισάνοιχτα, άλλα κλειδωμένα
από μέσα ξεπρόβαλλαν οι άκρες των πραγμάτων, χαμένα χαρτιά
σύννεφα από ξεθυμασμένη πούδρα και παλιά πομπόν.
Στο βάθος κάποιου συρταριού κοιμόταν η γιαγιά μου
είχε απέραντα μαλλιά και ξυλιασμένα δάχτυλα
ξυπνούσε κάθε τόσο τρομαγμένη κι έβαζε τις φωνές
Σούλα, Τούλα, Κατερίνα, Πολυξένη
– πάντοτε μπέρδευε τα ονόματά μας η γιαγιά
ούτε θυμότανε ποτέ γιατί μας φώναζε.

Από τα πάνω συρτάρια τσίριζαν οι κλειδωμένοι
κι ένας λαθραίος μετανάστης σε μια κρύπτη στενή, ηλεκτροσυγκολλημένη
ένα λιοντάρι που πάλευε να βγει
για να μας φάει
κι ένα κορίτσι που γάζωνε
κλαίγοντας στη ραπτομηχανή
– μέρες παλιές, δίχως νόημα, που κιτρινίζαν
πρόσωπα που αγαπήσαμε, σαν ακτινογραφίες.
Τα δάκρυά σου κύλησαν και λάδωσαν τις κλειδαριές
και τα κλειδιά γυρίσαν όπως τα μαχαίρια
κι άνοιξαν ξάφνου τα συρτάρια στο σώμα σαν πληγές.

Από τη συλλογή Σκοτεινός χρόνος (2017) της Κατερίνας Καριζώνη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Κατερίνα Καριζώνη

Κατερίνα Καριζώνη, Τα πράγματα

Τα πράγματα

Τα πράγματα πετούν
όταν κανείς δεν τα προσέχει
με κάτι τεράστια φτερά από ζελατίνα
κι απ’ τα παλιά τους χάρτινα περιτυλίγματα∙
ζουν μέσα μας και βγαίνουν κάθε τόσο
πίνουν νερό απ’ τους κρυφούς χάρτες των πόθων μας
και μας πολιορκούν
γνωρίζουν τις αφύλακτες πόρτες της ψυχής
και τις ανοίγουν, γίνονται ανεμοστρόβιλοι
αφήνουν τα καρφιά τους μες στα χέρια μας
αφήνουν απέραντες κορδέλες από γαϊτανάκια
όπου γυρίζουμε όλη μέρα σαν υπνωτισμένοι.

Τα πράγματα πετούν
μας παίρνουν μαζί τους
μες σε στενάχωρα κουτιά και σε κιβώτια
μες σε μικρά σπιρτόκουτα που δεν ανοίγουν
μας αφαιρούν την κίνηση
μας συρρικνώνουν
μας κάνουν σιγά σιγά πληροφορίες
για τις οποίες δεν ενδιαφέρεται κανείς.

Από τη συλλογή Σκοτεινός χρόνος (2017) της Κατερίνας Καριζώνη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Κατερίνα Καριζώνη

Κατερίνα Καριζώνη, Τα πνιγμένα ποιήματα

Τα πνιγμένα ποιήματα

Τόσα καράβια πάνω στο χαρτί
ολόκληρες νηοπομπές από λέξεις
πλέουν αθόρυβα δεμένες με σκοινιά
στόλοι περήφανοι σε πλήρη ιστιοφορία
φυσάει λεβάντες και φουσκώνει τα πανιά τους
από κάτω περνούν σαρκοβόρα ψάρια
αιωρούνται ναυάγια, δηλητηριώδη φυτά
περπατούν λοξά άγνωστα πτώματα.

Αιφνίδιες μπόρες ξεσπούν καμιά φορά
οι λέξεις πνίγονται, σκορπίζουν τα νοήματα
σπάζουν τα καραβόσκοινα, ακούγονται λυγμοί
ξύλα και δάκρυα αναδύονται στην επιφάνεια
το ποίημα γέρνει σαν καράβι και βυθίζεται.

Κάποιος τότε σκίζει νευριασμένος το χαρτί
στα δάχτυλά του μένει ένα μαύρο αλάτι
ναυαγοί τού χτυπούν την πόρτα τα μεσάνυχτα.

Από τη συλλογή Σκοτεινός χρόνος (2017) της Κατερίνας Καριζώνη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Κατερίνα Καριζώνη

Κατερίνα Καριζώνη, Στρατώνι

Στρατώνι

Στον Άλκη

Φυσούσε ο χρόνος, σήκωνε την κρούστα του νερού
φαινόταν από κάτω ένα σκουριασμένο πλοίο
το είχαν στολίσει με χρωματιστά φωτάκια
τα ορυχεία γύρω μας γεμάτα μαύρη ζάχαρη
στα φύκια πεθαμένες πεταλούδες
στα μάγουλα ζωγραφισμένα δάκρυα.

Αλήθεια, τι απέγινε ο Κοστέλο;
Τον είχες αφήσει σ’ ένα καφενείο της Χαλκιδικής
όπου τον τάιζαν άνεργοι μεταλλωρύχοι.
Στα χωριά τον χειμώνα ο χρόνος σταματά
κι οι λύκοι κατεβαίνουν ως τη θάλασσα
στα καφενεία πρέφα, στα μεταλλεία θάνατος
κι όμως εδώ υπήρχε κάποτε ένας έναστρος ουρανός
τώρα απομένουν μόνο μολυσμένα νερά
και ο Κοστέλο ίσως πια δεν ζει
– κρίμα, δεν πρόλαβες να τον γνωρίσεις.

Ήταν ανθρακωρύχος
έκλεβε παλιά δυναμίτιδα για τους αντάρτες
και τη μετέφερε κρυμμένη μες στα ψάρια∙
άλλοτε, πάλι, μεταμορφωνόταν σε γλάρο
και πετούσε κρώζοντας παράφωνα πάνω απ’ τα νερά.

Από τη συλλογή Σκοτεινός χρόνος (2017) της Κατερίνας Καριζώνη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Κατερίνα Καριζώνη