Νίκος Δόικος, Μέτρησα τις χαρές μου

Μέτρησα τις χαρές μου

Βαριά μου ευθύνη πάντα κι έγνοια βασανιστική
μην γονατίσω στις τραχιές τις ανηφόρες. Να μείνω
ορθός στο προσκλητήριο των γονυπετών.

Γύρω μου κύκνοι αμίλητοι σχημάτιζαν καρδιές
με τους κατάλευκους λαιμούς, δικό τους σύμβολο,
ορμέμφυτο πρωτόγονο, με σαγηνευτική νωχέλεια.

Ερημοκκλήσια ισοκρατούσαν στις κορφές, μνήμες
διάσπαρτες παλιάς λαμπρής κοινότητας
που χάθηκε με μια γενναία ζαριά
σε κάποιο χρηματιστήριο αξιών για πάντα.

Μέτρησα τις χαρές μου στο χρυσάφι της οξιάς,
στα ματωμένα κράνα το Φθινόπωρο, εκεί
ανάμεσα στα βράχια και τα δέντρα λιγοστά, εκεί
με τ’ άσπρα περιστέρια στις αμμούδες του Ιούλη,
θυσία στα λιόδεντρα
και την κλαίουσα Πεύκη της Σιθωνίας.

Μέτρησα τις χαρές στα ταπεινά αραβουργήματα του
χείλους μιας κανάτας, με τα φτωχά κτερίσματα των
Θησαυρών στον Ομφαλό της Γης, τα όστρακα δειλά
να ξεπηδούν στο χορτασμένο χώμα, κάτ’ απ’ τις λαίμαργες
αχτίνες του Ήλιου που λαμπάδιαζαν τις φλέβες του γρανίτη.

Μέτρησα τις χαρές μου σε αγρυπνίες κρυφές,
στις κατακόμβες πειρασμών,
στις κόχες τους αμέτρητα κεράκια ξοδεμένα,
σταγόνα τη σταγόνα, σαν δάκρυα φειδωλά
που στο κεχριμπάρι βάλθηκαν ν’ αποθεώσουν
λογής λογής επίλογους ανείπωτων ερώτων.

Κανένα πρωινό δεν συγχωρεί τον έρωτα της νύχτας.

Οι μαχητές, οι μαχητές μιλούν τη γλώσσα
της παπαρούνας. Δεν την ακούς, μόνο την
καμαρώνεις κατακόκκινη, τις λέξεις της
κατανοείς αν θα γυρέψεις πέρ’ απ’ τους καπνούς,
αν διαπεράσεις την αχλή των γεγονότων.

Εκεί συνάντησα τους πειρατές, όλα τα πάθη τών
εξεγέρσεων, στο περίκλειστο πέλαγος παίζοντας
με τις αντοχές μου, αψύς, ανυπότακτος, ανεπίδεχτος
διδαχών, δήθεν δοκιμασμένων συνταγών
αντίδοτων στη ζάλη του μυαλού την κοσμογονική.

Μέτρησα τις χαρές μου ζάλη κοσμογονική με την
δική σου ανάσα, με την δική σου ορμή, ψηλά
στο μάτι του κυκλώνα, σε κείνη την απόκοσμη,
απέραντ’ ηρεμία της προσμονής, όταν φαντάζεσαι
τα χρώματα του Τόξου ν’ αγκαλιάζουν τις κορφές
για πάντα.

Μαστοροχώρια απλωμένα εκεί σε χάλκινες πλαγιές
και Ταρσανάδες στους γαλήνιους όρμους οι χαρές μου,
νοικοκυρόσπιτα και τρεχαντήρια σκαρωμένα
με το ίδιο κι απαράλλαχτο ερωτικό μεράκι.

Στων Βησιγότθων τις περίκλειστες ρυμοτομίες και
στων σοφών τους τα χειρόγραφα δεν βρήκα απαντήσεις.
Ούτε στα θέατρα των μαχών, μόνο
σε δυο αγγελούδια που μ’ ανάστησαν και πέταξα μαζί τους.
Με κείνες μέτρησα μονάκριβες χαρές.
Ψαρό το άτι, παραμύθι για τ’ απόβραδο,
τ’ άρωμα του βασιλικού και
λιμανάκια να χαμογελούν σαν Άνοιξες.

Οι μαχητές, οι μαχητές μιλούν τη γλώσσα της Άνοιξης.
Και τα πουλιά χτίζουν φωλιές και ξαναχτίζουν κάθε
χρόνο, απ’ την αρχή όσες γκρεμίζονται κι αλλού, με
λίγα μερεμέτια, συγυρίζοντας τις ίδιες απαράλλαχτες φωλιές,
τις ίδιες απαράλλαχτες ελπίδες. Μέτρησα τις χαρές μου
με τους μαχητές, χρόνο με χρόνο πελεκώντας τ’ όνειρο.

Η κίτρινη γύρις των πεύκων στο σώσιμο του Απρίλη,
άχνη χρυσή, ασεβεί στις παστρικές επιφάνειες των
πραγμάτων τριγύρω. Μια επίμονη ρυτίδα στο μέτωπό σου
κι οι ουράνιες σαΐτες τα χελιδόνια να διασχίζουν τις ώρες,
σ’ αλλεπάλληλες χαμηλές πτήσεις, βολιδοσκοπώντας τις
διαθέσεις σου. Πλάι μου στέκεις και πλάι σου μέτρησα
τις χαρές τις απόκρυφες, όσες αποκαλύπτονται με την
σοφία του χρόνου.

Μέτρησα τις χαρές μου ισοζυγιάζοντάς τες
πάντα με των αλλονών τις λύπες
και γίναν οι χαρές μου χαρμολύπες.

Από τη συλλογή Συναμφότερα και λίγα μόνα (2015) του Νίκου Δόικου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Νίκος Δόικος

Νίκος Δόικος, Με κάθε ανάσα

Με κάθε ανάσα

Γελάς κι ανοίγουνε παράθυρα στ’ αστέρια,
φιλάς κι ανθίζουνε στα βράχια οι πασχαλιές,
ζητάς κι απλώνονται μεμιάς χιλιάδες χέρια,
κοιτάς και χάνονται οι πίκρες οι παλιές.

Πονάς κι εμπρός σου χαμηλώνει το φεγγάρι
κι όταν δακρύζεις βαλαντώνει ο ουρανός,
μα σαν περνάς στη γειτονιά με τόση χάρη,
κάθε ναυτάκι θε να γίνει στεριανός.

Σαν τι να κάνω, πώς μπορώ να σε κερδίσω,
πόσα τραγούδια να σου γράψω για ν’ ακούς,
στην αγκαλιά μου εκεί σφιχτά να σε κρατήσω,
με κάθε ανάσα να σου διώχνω τους καημούς.

Από τη συλλογή Συναμφότερα και λίγα μόνα (2015) του Νίκου Δόικου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Νίκος Δόικος

Νίκος Δόικος, Κυρά της Λίμνης

Κυρά της Λίμνης

Κυρά της Λίμνης με τ’ αστέρια στα φλουριά σου,
πού τριγυρνάς με τόσους σένιους συνοδούς,
ποιος να πρωτοθαυμάσει τον ταφτά σου,
την στόφα, τον τζουμπέ της σπάνιας ζιμπελίνας,
ποιος να τολμήσει να προβάλει αντίρρηση,
ν’ αμφισβητήσει την αιώνια δεσποτεία σου;

Πόσες ακόμα νύχτες αξημέρωτες
θα καρτερώ να με δεχτείς,
με τόσες στείρες αντιρρήσεις στις γωνιές,
παρακοιμώμενους που σε κρατούν απρόσιτη,
εξαγοράζοντας σκιές να σβήσουνε τον ήλιο,
να μην πυρώσουν τ’ αλαβάστρινά σου
μάγουλα τα χάδια του Γαρμπή;

Κυρά της Λίμνης με τ’ αστέρια στα φλουριά σου,
τι να τους κάνεις τόσους πλάνους αυλικούς,
άφησ’ ελεύθερη για λίγο την καρδιά σου
ν’ αγκαλιαστεί με λίγους φίλους καρδιακούς.

Από τη συλλογή Συναμφότερα και λίγα μόνα (2015) του Νίκου Δόικου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Νίκος Δόικος

Νίκος Δόικος, Κυλιόμενος διάδρομος

Κυλιόμενος διάδρομος

Ταυτότητες φιλοδοξίες υπέρβαρες αποσκευές,
φοβίες εισιτήρια δραμαμίνες ελιξίρια
και κείνη η βραδινή και θορυβώδης διαφωνία,
του Χρέους υπολογισμοί,
μια πόλη ολόκληρη αργοκυλά στον ίδιο χρόνο.

Σημάνσεις ομοιόμορφες, κίνηση γραμμική
αργή αδιάκοπη αναπόδραστη,
αέρας συμπιεσμένος μυρωδιά ανακυκλώσεων
–πολύσχημα τα νούφαρα σ’ αργό ποτάμι–
στον ίδιο αδιαλείπτως τον μηχανικό ρυθμό.

Αισθάνεσαι άβολα στον κυλιόμενο διάδρομο.
Αν κάνεις και συγχρονιστείς με τους αργούς
υπάρχει κίνδυνος να χάσεις το ταξίδι,
κι έλα να πείσεις τον αυστηρό προορισμό
πως φταίει η συγχρονισμένη ομοταξία.

Ανοίγεις βήμα προσπερνάς και σου ’ρχεται
ένα αίσθημα ενοχής ανυποχώρητο
πως τάχα ξεχωρίζεις με την αντοχή σου
κι αφήνεις πίσω μάνες αβοήθητες,
μωρά και μύριους σάκους ζαλωμένες,
μα φτάνεις έγκαιρα στον έλεγχο επιβίβασης
κι έλα να πείσεις την πεισματάρα ενοχή
πώς φταίει ο προγραμματισμένος προορισμός.

Παράδοξα του κυλιόμενου διαδρόμου όλα τούτα.
Όσα τυχαία στον ρυθμό του συγχρονίζονται
κινούνται αναπότρεπτα στον ίδιο χρόνο
παρότι έχουν διάφορους καθένας προορισμούς
κι ασύμβατους καθένας χρόνους να προλάβει.

Κι εγώ γεμάτος ενοχές αν προσπεράσω και προκάνω
ή πάντα εκτός προορισμού αν πειθαρχήσω και σταθώ
σε τούτη την αργή μηχανική ομοχρονία.

Από τη συλλογή Συναμφότερα και λίγα μόνα (2015) του Νίκου Δόικου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Νίκος Δόικος

Νίκος Δόικος, Κοιλώματα της γης

Κοιλώματα της γης

Πλαγιάσαμε στα μυστικά κοιλώματα της γης
γιομάτα πλατανόφυλλα του Οκτώβρη,
πέτρινες φλέβες σκαλισμένες στις πλαγιές,
μαλαματένιο φόντο, ιδεογράμματα
γνωστά μόνο στους μύστες
των παλιών μας εξεγέρσεων.

Ψηλάφισες με δισταγμό στο στήθος μου
βαθιάν ουλή παλιάς πληγής
στο στέρνο χαραγμένη
και μάτωσες χωρίς να πληγωθείς.

Σύννεφο πέρασε μπροστά ’πό το φεγγάρι
αρπάζοντας το φως του, καμαρώνοντας
τις φωτεινές ανταύγειες στις καμπύλες του,
τις φορτωμένες με ιδρώτα και βροχή.

Πόσες απρόσμενες βροχές
τότε που θέλαμε ήλιο
και πόσες άλλες αρνηθήκανε
τις λιτανείες και τα ξόρκια των αγρών
αφήνοντας λίγ’ άνθη ξηρασίας
ν’ απολογούνται για την στείρ’ απροθυμία τους.

Θά ’ρθει καιρός και πάλι να πλαγιάσουμε
στα μυστικά κοιλώματα της γης
γιομάτα ελπίδες κι όνειρα της Άνοιξης,
κόκκινες φλέβες κεντημένες στις πλαγιές
σε σμαραγδένιο φόντο, τα ορμητικά πρωινά,
όταν με πάθος θα εφορμάνε τα παιδιά μας
χωρίς τους μύστες των παλιών μας εξεγέρσεων.

Από τη συλλογή Συναμφότερα και λίγα μόνα (2015) του Νίκου Δόικου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Νίκος Δόικος

Νίκος Δόικος, Ἴλαθι φίλ’ Ἀφαία

Ἴλαθι φίλ’ Ἀφαία

Έρχεσαι πάλι και ξανάρχεσαι
φίλη παλιά του ριζικού μου,
άτεγκτη, αμείλικτη
αφέντρα των ανείδωτων ονείρων.

Στο δουλεμένο τούτο λατομείο
τι νά ’βρεις προσδοκάς καλή μου,
δεν μείναν φλέβες ν’ αποκαλυφθούν,
ούτ’ έν’ αστέρι στις παρειές των βράχων.

Στις σκοτεινές του τις στοές
θα συναντήσεις κάτι άγριες μονάχα,
ξεμαλλιασμένες, αγαλήνευτες,
θυμίζουν Ευμενίδες,
κάτι σαν χθόνιες Δεσποινίδες της Αβινιόν,
τρομακτικές όταν τις πρωτοδείς
ώσπου καλύτερα να τις γνωρίσεις,
και πάντως ανεξήγητες αφού ήμουν
πάντα λάβρος εραστής
της τάξης των πραγμάτων,
τουλάχιστον της φυσικής,
της ηθικής ξεχνώ.

Μάλλον (τότες) θα πρόκειται
για θεότητες των άφαντων,
των αφανών ερώτων, ίσως,
όσων θα θέλαμε να γίνουν
και δεν γίνανε,
όσων ερώτων δανεικών
δεν ξεπληρώσαμε.

Θεότητες των δανεικών κι απλήρωτων,
θεραπαινίδες, ίσως, της Αφαίας
της άφαντης θεάς των αφανέρωτων.

Από τη συλλογή Συναμφότερα και λίγα μόνα (2015) του Νίκου Δόικου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Νίκος Δόικος

Νίκος Δόικος, Ήρθε η ώρα

Ήρθε η ώρα

Εντάξει.
Το είδαμε κι αυτό.
Τι άλλο θέλεις;
Αεροπλάνα γράφουν τ’ όνομά σου,
με τους κρυστάλλους πάγου
που εκτοξεύουνε ξοπίσω τους,
σαν άσπρη συννεφογραμμή
–μανούβρες του θανάτου–
ακροβατώντας επικίνδυνα για χάρη σου.

Τι άλλο θέλεις απ’ την αιθέρια διαφήμιση,
τόσες ουράνιες γνωριμίες και δεν σου φτάνουν;

Πόσοι ανδριάντες σου (αγάλματα θέλεις να πω)
πρέπει να φιλοτεχνηθούν και πόσες παρελάσεις
να σε προσπεράσουν χαιρετώντας;

Σε πόσα πούλμαν ημερήσιων εκδρομών ζητάς
ν’ ακούγεσαι ως ύμνος των Λυκείων;

Πόσες διευκολύνσεις θέλεις,
πόσα εργαλεία στη συλλογή σου αραδιασμένα,
ουρές οι θαυμαστές σου απ’ το Ελσίνκι και το Σίδνεϊ,
τζάμπο να ξεφορτώνουνε τους άλλους απ’ την Σαγκάη
κι εσύ, εκεί, να καμαρώνεις
τα άδηλα και κρύφια της αγοραίας θρησκείας σου;

Πόσα πελώρια φράγματα αντέχουν οι αντιστάσεις σου
(αν σου ’μεινε καμιά),
να μην μπορούνε τα πουλιά να φτάσουν στις πηγές τους
κι οι πέστροφες να πλέκουνε φωλιές σ’ άδεια κλωνάρια;

Πόσες γενιές πολεμοκάπηλους ακαδημαϊκούς ξαγόρασες
να μηχανεύονται θεωρίες επί πτωμάτων
και συναφείς συγκρούσεις των πολιτισμών,
κει στη Βοστόνη, στο Λονδίνο, στο Γιοχάνεσμπουργκ;

Πόσους φωστήρες δουλοπάροικους χρειάζεσαι,
πόσα μυαλά στα κάγκελα
στα θερμοκήπια εγκεφάλων Μπανγκαλόρ*,
πόσα φτηνά εργατικά να συναρμολογούν τη βουλιμία σου,
τη σιγουριά του μέλλοντός σου;

Πόσα παιδιά σου πρέπει να χαθούν στις υποδόριες Ατλαντίδες,
θυσία στους δείκτες, τους ρυθμούς και τις καμπύλες;

Και πόσα αηδόνια να εξολοθρευτούνε κελαηδώντας τη σιωπή σου,
φαρμακωμένα στα επίδοξα, εντατικά χωράφια σου;

Πόσες φορές να ταξιδέψει ο θυμός σου
σε χώρες απροστάτευτες, σ’ ανήμπορους λαούς,
λαούς για στόχους αοράτων βομβαρδιστικών
της αοράτου εξουσίας σου;

Πόση απληστία να χωρέσει στον μικρό σου κόσμο
και πόσος θάνατος για να χωνέψεις επιτέλους,
πως ήρθε η ώρα της αυτόβουλης θυσίας σου
ή αλλιώς η ώρα του χαμού σου.

Στο θυσιαστήρια αδημονούν μέρες ανθρώπινες
κι η λύτρωση του Κόσμου.

* Πόλη της Ινδίας που αποτελεί κέντρο της νέας υψηλής τεχνολογίας.

Από τη συλλογή Συναμφότερα και λίγα μόνα (2015) του Νίκου Δόικου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Νίκος Δόικος

Νίκος Δόικος, Ηγεμονία του Φωτός

Ηγεμονία του Φωτός

Να χαίρεστε μαζί με την οργή σας
γι’ αυτή την μπόρα που περάσαμε
κι αντέξαμε.

Με τα ίδια χέρια που κρατήσανε ψηλά
τις έγνοιες και τις έννοιες της ζωής μας
ορμάτε να δουλέψουμε βουνά και θάλασσες
κι έπειτα με μεράκι να σμιλέψουμε
τις προτομές βοσκών και σφουγγαράδων.

Κοιτάξτε πώς ανθοφορούνε φέτος οι ροδακινιές
και πώς γυρίζουνε τα τρεχαντήρια φορτωμένα.

Ευλογημένα χώματα και πέλαγα το βιος μας,
λιασμένα τα σταφύλια μας κι οι πέτρες μας καυτές
να ιριδίζουνε στους λόφους φωτοστέφανα.

Πόσες βραδιές αναγαλλιάσατε με
τα ιριδίσματα π’ ανάβαν τα σκοτάδια
στις κορφές, λες και κυοφορούνταν,
κει ψηλά, μια νέα Ηγεμονία του Φωτός.

Να χαίρεστε μαζί με την οργή σας.

Πλούσια και τα ελέη των ουρανών,
αγέρηδες, ακόμα κι όταν αγριεύουν, μετρημένοι,
πουλιά με σεβασμό για τους καρπούς μας,
λιτοδίαιτα, προσεκτικά κορφολογήματα,
σταγόνες και νιφάδες διάφανες, ρανίδες
καθαρές σαν την ζεστήν ανάσα του Πελάγους.

Προσέξτε και τα λόγια των παιδιών μας.
Είναι σταράτα, χωρίς περιστροφές, χωρίς κρυφές
προθέσεις, ασυγκράτητα, πολλές φορές, γι’ αυτό
κι αληθινά. Λόγια που πάνω τους μπορείς
να κτίσεις θαύματα πανανθρώπινα.

Να χαίρεστε, να χαίρεστε ανενδοίαστα.

Ορθοί σταθήκαμε. Ας είν’ καλά οι δικοί μας,
οι ανοιχτές οι αγκαλιές που επαγρυπνούν
–νάματα των κρυφών σχολειών της μοίρας μας–
σ’ αυτόν τον τόπο που και το σκοτάδι ακόμα
μοιράζεται έν’ αντίδωρο χρυσό απ’ το φως του Ήλιου.

Να χαίρεστε λοιπόν μαζί με την οργή σας.

Τώρα θα διαγράψουμε τα χρέη και τους ηγέτες μας
και θα σκαρώσουμε από την αρχή, με φίνο Παριανό,
αμφιθέατρα για την ελεύθερη Εκκλησία του Δήμου
και για τους νέους Τραγωδούς και Κωμωδιογράφους.

Από τη συλλογή Συναμφότερα και λίγα μόνα (2015) του Νίκου Δόικου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Νίκος Δόικος

Νίκος Δόικος, Έστω για λίγο

Έστω για λίγο

Στις σχολές του Χρόνου
μιαν αλήθεια κέρδισα:
– Δανειστές και Χορηγοί
σκάρωσαν μαζί ένα φόντο,
όπου, πάντα, σαν σε αδράχτι
νοικιασμένου αργαλειού,
ίδιοι καημοί υφαίνουνε
τα σάβανα του κόσμου.

Χορηγούς των ιδρυμάτων,
των μεγάρων, των αγώνων
δεν εγνώρισα,
μέτρησα μόνο τις κηρήθρες
άδειες
να τις ξαναγεμίζουνε αδιάκοπα
οι εργάτριες με χρυσόν ιδρώτα.

Την Ευταξία διδάχτηκα
στις πολιτείες του Χάους,
όπου σφαχτάρι η Τάξη
στον βωμό τής
Ανακύκλωσης Διαθεσίμων.

Ίδρωσα, μάτωσα να ιδώ,
πέρα απ’ το φέγγος της ξερολιθιάς,
τα μυστικά του αρχιμάστορα,
τους Πελεκάνους
ν’ ανασταίνουν ωραίες κοινότητες.

Τη θυμαρίσια ’πόλαυσα ευωδιά
στον ιδρώτα του πάτερου,
κι είδα και πάλι Χορηγούς
να ξεπουλάνε
τα Ιερά Κληροδοτήματα,
στοιχήματα
στις Επιλεκτικές Χρεοκοπίες.

Κάρπισα με τα δάκρυα
–λιπάσματα εξεγέρσεων–
μα όσο κι αν πάντοτε νικήθηκα,
και δεν νικήθηκα ’πό τις στρατιές
των Χορηγών
μ’ από τις μεταλλάξεις
των Συντρόφων,
καθόλου δεν μετάνιωσα
για τις θυσίες στους προμαχώνες,
ψυχή ψυχή
με τους γενναίους συμμαχητές,
απέναντι στους αδυσώπητους,
τους ακατάβλητους στρατούς.

Καθόλου δεν μετάνιωσα.

Γιατί έζησα και χάρηκα,
έστω για λίγο,
τα Μυστικά τ’ απόκρυφα
και γιατί γεύτηκα,
έστω σε μια γουλιά,
τα Θεία.

Από τη συλλογή Συναμφότερα και λίγα μόνα (2015) του Νίκου Δόικου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Νίκος Δόικος

Νίκος Δόικος, Επτάστιχο

Επτάστιχο

Αντάρτες στίχοι κι ο καθένας τον θεό του,
πριν απολαύσουν την στροφή την προσπερνούν,
ακούν θαυμάσιες παρηχήσεις και σωπαίνουν,
μαλώνουν πάντα με τις ρίμες στο χαρτί
– τις συνωμότρες λέξεις που ριμ-άζουν.

Πώς να στεριώσεις ποίημα με αντάρτες;

Ο πρώτος δάκρυσε ψελλίζοντας γι’ Αγάπη,
μελίρρυτος, βαλτός να παρασύρει
και τους άλλους στον δικό του τον καημό.

Ο δεύτερος ξεστράτισε στη Θάλασσα,
ούτε που νοιάστηκε για τους καημούς του πρώτου,
φίλιωσε με τους πειρατές στον μόλο και τον πήρανε
σε πολυάρμπουρο μαντάρια να τραβάει.

Τρίτος παρέστη ο Λογικός, λέξεις ψαγμένες, ξάστερες,
να προσπαθεί να συμβιβάσει τ’ ασυμβίβαστα,
το Σπιτικό με τα Καράβια.

Ο Χωροτάκτης τέταρτος απόκαμε,
ελπίδα την ελπίδα πελεκώντας τ’ αγκωνάρια,
να στήσει πέτρινο γιοφύρι σε ξερό ποτάμι.

Ο πέμπτος μάτωσε μ’ αγκάθινο στεφάνι
σφιχτά πλεγμένο εκεί στο χέρι της γραφής
–δεύτερες σκέψεις, αυστηροί λογοκριτές–
τρέμοντας την οργή της αρχικής ιδέας.

Έκτος εφάνη ο Δάσκαλος λάβρος διαλαλώντας
πως η Ποίηση πρώτα με την Καρδιά φιλιώνει
πολύ πριν να την ερμηνεύσει ο Νους.

Έβδομος όρμησε ο Κριτής, δεν έβγαλε κουβέντα,
έδειξε μόνο τις στρατιές τους νέους ρακοσυλλέκτες,
στις λαμπερές πρωτεύουσες της Νέας Αλληγορίας,
έσκισε αμέσως το χαρτί και σκόρπισε τους στίχους.

Από τη συλλογή Συναμφότερα και λίγα μόνα (2015) του Νίκου Δόικου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Νίκος Δόικος

Νίκος Δόικος, Εμβατήριο

Εμβατήριο

Καταλυτής και καταλύτης
Ομοειδείς κι ομότροποι
Κι οι δυο χαλάνε τα παλιά
Και στήνουν τα καινούρια
Γκρεμίζουν ζωές αφύλαχτες
Ζυμώνουν γιοματάρια
Ψυχορραγούνε τα παλιά
Και φέγγουν τα καινούρια
Γλυκοχαράζει την αυγή
Καλλίνικος ο Λαός σου
Κι οι τοκογλύφοι όπου γης
Ρήγες χωρίς ρηγάτα.

Από τη συλλογή Συναμφότερα και λίγα μόνα (2015) του Νίκου Δόικου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Νίκος Δόικος