Σοφία Πόταρη, Το ονειροπούλι

Το ονειροπούλι

[Α’ μέρος – Ποιήματα]

Κάθε αυγή και σούρουπο, ανατολή και δείλι
ο ήλιος ολομέταξος στο βράχο σκαρφαλώνει
με τρυφεράδα περισσή την πέτρα του μαλώνει
που πάνω της ματώσανε της Παναγιώς τα χείλη

αφού αρνήθη ο έρωτας χαρές να την κεράσει
πήρε το δρόμο που ξεβγάζει απάνω στη ραχούλα
με ξαναμμένη την καρδιά η άγουρη παιδούλα
από το βράχο ρίχτηκε κι αγκάλιασε την πλάση

λαφριά την είπαν στο χωριό τη δύστυχη Πανάγιω
και πως αυτά παθαίνουνε οι άμυαλες κοπέλες
που κρίματα πληρώνουνε στου έρωτα τις τρέλες
ο έρωτας πως στον τρελό δίνει τρελό κουράγιο!

κανείς ποτέ δεν ένιωσε πως η φλογάτη κόρη
λαβώθηκε για να γενεί λευκό ονειροπούλι
που απλώνει τα φτεράκια του πιο έξω απ’ το κουκούλι
ο βράχος μόνο σπλαχνικός και τα θλιμμένα όρη

Από τη συλλογή Ασφόδελοι και Κυπάρισσοι (2017) της Σοφίας Πόταρη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Σοφία Πόταρη

Σοφία Πόταρη: Της Πόλης – Εάλω η Πόλις

Της Πόλης – Εάλω η Πόλις

[Β’ μέρος – Μοιρολόγια-Θρήνοι]

Βαρύς βογκάει ο ουρανός και κλαίει ξαρματωμένος
καρφιά τ’ αστέρια γίνονται και το φεγγάρι βέλος
το άγιο σώμα σπαρταρά, ματώνει και ξεπνέει
επήρανε την Πόλιν μας κι ο αετός μας κλαίει

της εκκλησιάς το ιερό οι σκύλοι μαγαρίζουν
κορμιά κλαδεύουν και πατούν, κεφάλια τα θερίζουν
κρύψου φεγγάρι τ’ ουρανού κι εσείς πουλιά σωπάστε
επήρανε την Πόλι μας, τον θρήνο μας κοπάστε

το κλάμα και το αίμα μας ποτάμια να σας πνίξουν
μαύρες φουσκώνουν θάλασσες, μαύρο βυθό θ’ ανοίξουν
μαύρο υφαίνουν σάβανο που πάνω σας θα πέσει
επήρατε την Πόλι μας και ποια καρδιά ν’ αντέξει;

Μα θά ’ρθουν χρόνοι και καιροί που πάνω σας θα ρίξουν
τα άγια που πατήσατε κατάρες να σας πνίξουν
στοιχειά οι νεκροί που δεν ξεχνούν κι αιώνια ματώνουν
στης Βασιλεύουσας τη γη ήλιο χρυσό θα υψώνουν

Από τη συλλογή Ασφόδελοι και Κυπάρισσοι (2017) της Σοφίας Πόταρη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Σοφία Πόταρη

Σοφία Πόταρη, Της μάνας

Της μάνας

[Β’ μέρος – Μοιρολόγια-Θρήνοι]

Εσύ πουλί, μικρό πουλί, μαύρο μου κοτσυφάκι
που κελαηδείς τ’ απόβραδο για τους αποθαμένους
και βάνεις τέχνη ζηλευτή και τη γλυκιά λαλιά σου
και σαν τραγούδι αρχινάς για τον καημό της ζήσης
κλαίνε ραχούλες και βουνά, γκρεμνοί και κορφοβούνια
σύρε σιγά και ταπεινά, μαύρο μου κοτσυφάκι
να ροβολήσεις το στρατί που πάει στον κάτω κόσμο
και νά ’βρεις τη μανούλα μου μαυρομαντιλωμένη
δώσ’ της κλωνί βασιλικό και χώμα απ’ το περβόλι
στον κόρφο της να το κρατεί κι εμένα να θυμάται

Από τη συλλογή Ασφόδελοι και Κυπάρισσοι (2017) της Σοφίας Πόταρη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Σοφία Πόταρη

Σοφία Πόταρη, Της Λένης

Της Λένης

[Β’ μέρος – Μοιρολόγια-Θρήνοι]

Οι ουρανοί μαυρίζουνε, τα σύγνεφα στενάζουν
οι στέρνες ξεραθήκανε κι οι νερομάνες βράζουν
ο ήλιος εσκοτείνιασε και το φεγγάρι εκρύβη
τ’ άνθια εμαραθήκανε και το αηδόνι εθλίβη
η μαυρομάνα που θρηνεί και τα μαλλιά μαδάει
σα νύφη την Ελένη της στην εκκλησιά την πάει
— Λένη μου, μαυρολένη μου και μαυροθυγατέρα
για πού πααίνεις κόρη μου ετούτη την εσπέρα;
— Γω πάω στον αρρεβώνα μου, γω πάω στον καλό μου
στο σπίτι το νυφιάτικο να στρώσω το προικιό μου
ν’ αλλάξω τ’ άσπρο νυφικό, να στολιστώ στα μαύρα
ψωμί να βγάλω και κρασί σ’ αραχνιασμένη τάβλα
τα πανεθύρια μου κλειστά κι η πόρτα αμπαρωμένη
ήλιος να μη με ματαϊδεί, στη μαύρη γης χωμένη

Από τη συλλογή Ασφόδελοι και Κυπάρισσοι (2017) της Σοφίας Πόταρη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Σοφία Πόταρη

Σοφία Πόταρη, Της κόρης

Της κόρης

[Β’ μέρος – Μοιρολόγια-Θρήνοι]

Ζήλεψε ο Χάρος μάτια μου τ’ ολόγλυκό σου στόμα
όρμησε αντάρα και φωτιά και σ’ έριξε στο στρώμα
είκοσι μέρες πολεμάει το φως σου για να σβήσει
και μια λαμπρή Παρασκευή δέησε να σ’ αφήσει
ανθίσαν τα ματάκια σου και μύρωσε η πνοή σου
τ’ άστρα καθίσαν πλάι σου, τραγούδι και γιορτή σου
νυφούλα μας στολίστηκες σε κάτασπρη δαντέλα
κι έφεγγε η νύχτα πιότερο κι απ’ τη λαμπρή τη μέρα
μα ο Χάρος δεν σε ξέχασε πεντάμορφή μου κόρη
κι ήρθε καβάλα μιαν αυγή από τα πέρα όρη
δεν σ’ ελυπήθη μάτια μου, δεν σ’ εψυχοπονέσε
σίδερο μπήγει και καρφί και μ’ άλυσο σ’ εδέσε
σπαθιά τραβάει στο λαιμό και μαχαιριά στα στήθια
και μ’ αγκιστριά φαρμακερή γατζώνει σου τα βύθια
στ’ άλογο σε καβάλησε, μαυροκουκουλωμένη
νύφη πανώρια και κυρά απάνω του δεμένη

Από τη συλλογή Ασφόδελοι και Κυπάρισσοι (2017) της Σοφίας Πόταρη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Σοφία Πόταρη

Σοφία Πόταρη, Της γιαγιάς

Της γιαγιάς

[Β’ μέρος – Μοιρολόγια-Θρήνοι]

Αχ γιαγιούλα μου καλή, ήρθες και φεύγεις μοναχή
με τ’ άσπρα τα μαλλάκια σου και τα χρυσά χεράκια σου
που ’χαν βελόνι και κλωστή και μου ’πλεκαν ζεστό σκουφί
και μου ’φαιναν την ομορφιά κι όλο τον κόσμο ζωγραφιά
αχ γιαγιούλα μου καλή, με την καρδούλα τη χρυσή
με τη γλυκιά σου τη φωνή, χάδι ως μέσα στην ψυχή
καθόσουν στη γωνίτσα σου, στα χέρια η δαντελίτσα σου
κι έπιανες με ψιλή φωνή παραμυθάκ’ απ’ την αρχή
καθόσουν στο σκαμνάκι σου κι εγώ το εγγονάκι σου
μάτια κι αυτιά είχ’ ανοιχτά, για δράκους και για ξωτικά
κι όταν το σούρουπο γλυκά κατέβαινε μια αγκαλιά
το καντηλάκι άναφτες και τον σταυρό σου έκανες
κι έπεφτες για να κοιμηθείς και να γλυκονειρευτείς
σύρε γιαγιά μου στο καλό, κι έχε μαζί σου φυλαχτό
τα γονικά σου τα καλά και των παιδιών σου την καρδιά
σύρε γιαγιούλα μου να δεις τ’ αποθαμένα σου να βρεις

Από τη συλλογή Ασφόδελοι και Κυπάρισσοι (2017) της Σοφίας Πόταρη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Σοφία Πόταρη

Σοφία Πόταρη, Σώμα

Σώμα

[Α’ μέρος – Ποιήματα]

Σώμα μου εσύ λατρευτό και δροσερό
πέτα με της χρυσής σου νιότης τα φτερά
το χέρι, το πόδι, το νύχι, το μυαλό
τροφή και τάμα στην αρχαία θεά
νύχτα ποθεί να σ’ αγκαλιάσει κρύα
και στη δροσούλα σου να θρέψει βρύα

χαίρου την ηδονή χυτό μου εσύ κορμί
στα σπλάχνα μέσα σπρώξε το μαχαίρι
άσε στις φλέβες σου ν’ αχνίσει το φιλί
του έρωτα να σ’ αφρατέψει το αγέρι
γοργά της άνοιξης τα ρόδα ξεφυλλούν
κι ο θάνατος δεν νιώθει που παρακαλούν

Από τη συλλογή Ασφόδελοι και Κυπάρισσοι (2017) της Σοφίας Πόταρη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Σοφία Πόταρη

Σοφία Πόταρη, Πόνος

Πόνος

[Α’ μέρος – Ποιήματα]

Κορμάκι ξυλιασμένο μες στου δρόμου τη στροφή
παρατημένο στέκει, ελεεινό και ματωμένο
κουφάρι ζώου ξέπνοου παραδίδει την ψυχή
μια γάτα είναι, πλασματάκι περιφρονημένο

χάρος το πρόλαβε τροφή όταν έψαχνε να βρει
φτωχό! άλλο δεν είχε απ’ το να ζει αλαφιασμένο
ο κόσμος γύρω βιαστικά περνά κι αδιάφορα θωρεί
κάποιοι το βλέμμα τους αλλού έχουν στραμμένο

κορίτσι ανέμελο τον φίλο του κρυφοφιλεί
κανείς στο άγριο δράμα της ψυχής μάτι δεν στρέφει
εκεί στην άσφαλτο που ο θάνατος ζωή συλεί
κάπου, γατάκια καρτερούν το στήθος που τα θρέφει

πλάσματα πόσα εδώ στην γη, κορμάκια τρυφερά
της μάνας την ζεστή αγκαλιά δεν λαχταρούνε;
πώς να τους πεις πως η αγάπη πέταξε μακριά
και πως τη θέρμη της ποτέ ξανά δεν θα τη βρούνε;

Από τη συλλογή Ασφόδελοι και Κυπάρισσοι (2017) της Σοφίας Πόταρη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Σοφία Πόταρη

Σοφία Πόταρη, Οι νεκροί μας

Οι νεκροί μας

[Α’ μέρος – Ποιήματα]

Κάποτε τους νεκρούς μας βλέπουμε ορθούς
να φωσφορίζουν, όνειρα λευκά
διάφανα της νύχτας ξωτικά,
που γαληνεύουν σε γαλάζιους βυθούς

ακούμε να μας προσκαλούν με απαλή φωνή
στ’ αφτιά πνοή αέρα σιγανού
ή θρόισμα των δένδρων του βουνού
κι αναρωτιόμαστε αν είναι οιωνοί

τους βλέπουμε άλλοτε σ’ αστερινό ουρανό
τρεμουλιαστά ματάκια, να κοιτούν
ή τρελά πουλιά, που αναζητούν
ξερό κλαδί κι υπομονεύουν τον ανθό

κάποτε οι νεκροί έρχονται άγγελοι λευκοί
με βλέμμα άδολο, μικρού παιδιού
ή μ’ ουρλιαχτό ετοιμοθάνατου γατιού
δικοί τους είμαστε άγγελοι, οι σπλαχνικοί

Από τη συλλογή Ασφόδελοι και Κυπάρισσοι (2017) της Σοφίας Πόταρη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Σοφία Πόταρη

Σοφία Πόταρη, Ο χορός

Ο χορός

[Α’ μέρος – Ποιήματα]

Αγαπημένε μου,

έξω κρουστό απλώνεται το χιόνι
και στροβιλίζονται αλαφρές νιφάδες
όπως το άχυρο λιχνίζεται στ’ αλώνι

πόσο η ψυχή φλογίζεται κι ωραία
που με τρυπάει σαν μακρύ βελόνι
της παγωνιάς η αψάδα κι η παρέα!

ο χρόνος μου ολοένα και τελειώνει
όπως τελειώνει των νιφάδων ο χορός
σαν το κεράκι εκείνο που αργολιώνει

τώρα η ψυχή σιγά σιγά σκαλώνει
κι η φλόγα λιγοθυμισμένη τρέμει
της αγωνίας η σκάλα δεν τελειώνει.

αγαπημένε μου

κοίτα με στων νιφάδων το χορό
πόσο ωραία η γη φιλεί το χιόνι!
μια λάμψη φευγαλέα, μια μελωδία κι εγώ

Από τη συλλογή Ασφόδελοι και Κυπάρισσοι (2017) της Σοφίας Πόταρη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Σοφία Πόταρη

Σοφία Πόταρη, Μόνος Θεός ο θάνατος ή ο Αγέννητος θάνατος

Μόνος Θεός ο θάνατος ή ο Αγέννητος θάνατος

[Α’ μέρος – Ποιήματα]

Στο λαμπερό σου αίμα υπάρχω, κολυμπώ, χωρίς
να με αντιληφθείς και όπου εσύ κυριαρχείς
ανώτερός σου εγώ, κυρίαρχος του θέλω
των ιστών και των λευκών οστών σου
οι φλέβες, το μυαλό, το χρώμα των μαλλιών σου,
ο έρωτας, η λάμψη των ματιών σου
λες πως δικά σου είναι, μα ολάκερη για μένα ζεις
μου ανήκεις πριν ακόμα γεννηθείς

ακμάζω μέσα σου εισβολέας, ηγήτωρ των δικών σου
αγγέλων και δαιμόνων κι όλων σου των αγίων, μόνος
μάχη δεν κινώ κι όμως, σε όλες ο θριαμβευτής,
ο μόνος κουρσευτής! να παρακολουθώ
το αίμα σου το ζωντανό, σε με παραδομένο,
εγώ τα κάστρα του εκπορθώ,
ζει όπως εγώ το επιθυμώ, να θάλλει κόκκινο
ή μαύρο να σαπίζει υγρό, ο μόνος

σε περίπλου συνεταίρος σου, που μέσα κολυμπώ,
στην επιφάνειά του και στον πλέον απόκρυφο βυθό,
συγκάτοικός σου σε καράβι με πορεία εν κρυπτώ,
μου ανήκει, καπετάνιος του εγώ
ξεφρενιασμένο να ξεφύγει θέλει κι όμως το τιμόνι του
σφιχτά κρατώ και πάει όπου εγώ του πω
ιεροφάντης είμαι, και Θεός όλων σου των Θεών
ο πιο τρανός! καραδοκώ

μέχρι την τελευταία σταγόνα γάλα να σε πιω εγώ μητρικό,
να σε ρουφήξω ως τον πιο μέσα σου τον σκελετό
και λάγνα το μεδούλι σου να γλείψω, ως την μήτρα σου
να εισχωρήσω, κι όχι, δεν με λυγάς
με παρακαλετά, τον χρόνο σου με κόλπα μην χαλάς,
πιο αρχαίος εγώ, μην πολεμάς
γιατί εντολή απ’ τον ανώτερό μου έχω εαυτό,
σε αφανέρωτο κι αρχαίο μυστικό

που για εμέ αργάζετ’ έρωτα, βλαστήματα θρεμμένα,
από την γέννα τους νεκρά υπάρχουνε και μιλημένα
τα χείλη τα φιλήδονα εμένα ξεγεννούν,
εμένα, κι ας γλυκόν υπόσχονται οργασμό
εμένα, τον αγέννητο Θεό, το γεγονός το βλαστερό,
το πιο φρικιαστικά ερωτικό
η μήτρα και οι όρχεις σου ζωή διαφεντεμένα
σε αργαστήρια υπόγεια και κρυμμένα

που η ωραία Ευρυάνθη και η Εκάβη των παθώ τους
κι ο πολυμήχανος Δυσσέας ο τρανός, δικό τους
υφαντό σε αργαλειό σάπιο υφαίνουν και θυσίες
σε αδύναμους θεούς προσφέρουν
και η γητεύτρα Μούσα που παραληρεί,
στην στάχτη μου τους οδηγεί, χωρίς να ξέρουν
πως είμ’ εγώ ο αργαλειός και το υφαντό τους,
και η θυσία και το σφάγιο κι ο Θεός τους

που φίδι μες στων σπλάχνων σου τ’ ανέγνωρα δρομάκια
επεκτείνω και τ’ αυγό μου αφήνω
μες στις κοιλάδες που εσύ ευλογάς και τους καρπούς σου
που κοιλοπονάς εγώ ξεκοκαλίζω
μέχρι την τελευταία ικμάδα, και την φλούδα και την λάβρα
της σαρκός σου την λαμπράδα ξεψαχνίζω
σαν λήθη σε κερνά, μα τίποτα όμως δεν με προσπερνά,
σε καταπίνω και σε φτύνω

κι απ’ την αρχή ξανά, ν’ αγκομαχάς κι ανίδεη να γελάς,
ω θλιβερή, σ’ ένα κουκούλι μέσα
χρυσαλλίδα εγκλωβισμένη, ζουμερό το σώμα σου
αγαπημένη για εμέ να θρέφεις
όλα να μου τα δίνεις κι ας νομίζεις πως σ’ ορίζεις
κι ας ψάχνεις ελιξίρια για ν’ αντέχεις
αδίκως, για εμέ δουλεύεις, σαν την αράχνη στον ιστό της
ελλοχεύεις μα σε άλλονε ιστό είσαι μέσα

που θεριεμένος πλέκεται και μ’ εξυμνεί μόνο Θεό,
το ουρλιαχτό αντηχώντας της ψυχής
ω υποκλίσου μου ζωή, άλλο δεν είσαι απ’ ανάγκη ξοδιασμένη,
μια τυχαιότητα πια στερημένη
γέλα και το κρασί σου πιες και κάνε ό,τι άλλο θες,
ήσυχα εγώ να σε ρουφώ γλυκοθρεμμένη
μόνος Θεός ο Θάνατος! να η κραυγή πια της ζωής
νενικημένης στον αιώνα της σιωπής

Από τη συλλογή Ασφόδελοι και Κυπάρισσοι (2017) της Σοφίας Πόταρη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Σοφία Πόταρη