Σοφία Πόταρη, Της γιαγιάς

Της γιαγιάς

[Β’ μέρος – Μοιρολόγια-Θρήνοι]

Αχ γιαγιούλα μου καλή, ήρθες και φεύγεις μοναχή
με τ’ άσπρα τα μαλλάκια σου και τα χρυσά χεράκια σου
που ’χαν βελόνι και κλωστή και μου ’πλεκαν ζεστό σκουφί
και μου ’φαιναν την ομορφιά κι όλο τον κόσμο ζωγραφιά
αχ γιαγιούλα μου καλή, με την καρδούλα τη χρυσή
με τη γλυκιά σου τη φωνή, χάδι ως μέσα στην ψυχή
καθόσουν στη γωνίτσα σου, στα χέρια η δαντελίτσα σου
κι έπιανες με ψιλή φωνή παραμυθάκ’ απ’ την αρχή
καθόσουν στο σκαμνάκι σου κι εγώ το εγγονάκι σου
μάτια κι αυτιά είχ’ ανοιχτά, για δράκους και για ξωτικά
κι όταν το σούρουπο γλυκά κατέβαινε μια αγκαλιά
το καντηλάκι άναφτες και τον σταυρό σου έκανες
κι έπεφτες για να κοιμηθείς και να γλυκονειρευτείς
σύρε γιαγιά μου στο καλό, κι έχε μαζί σου φυλαχτό
τα γονικά σου τα καλά και των παιδιών σου την καρδιά
σύρε γιαγιούλα μου να δεις τ’ αποθαμένα σου να βρεις

Από τη συλλογή Ασφόδελοι και Κυπάρισσοι (2017) της Σοφίας Πόταρη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Σοφία Πόταρη

Σοφία Πόταρη, Σώμα

Σώμα

[Α’ μέρος – Ποιήματα]

Σώμα μου εσύ λατρευτό και δροσερό
πέτα με της χρυσής σου νιότης τα φτερά
το χέρι, το πόδι, το νύχι, το μυαλό
τροφή και τάμα στην αρχαία θεά
νύχτα ποθεί να σ’ αγκαλιάσει κρύα
και στη δροσούλα σου να θρέψει βρύα

χαίρου την ηδονή χυτό μου εσύ κορμί
στα σπλάχνα μέσα σπρώξε το μαχαίρι
άσε στις φλέβες σου ν’ αχνίσει το φιλί
του έρωτα να σ’ αφρατέψει το αγέρι
γοργά της άνοιξης τα ρόδα ξεφυλλούν
κι ο θάνατος δεν νιώθει που παρακαλούν

Από τη συλλογή Ασφόδελοι και Κυπάρισσοι (2017) της Σοφίας Πόταρη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Σοφία Πόταρη

Σοφία Πόταρη, Πόνος

Πόνος

[Α’ μέρος – Ποιήματα]

Κορμάκι ξυλιασμένο μες στου δρόμου τη στροφή
παρατημένο στέκει, ελεεινό και ματωμένο
κουφάρι ζώου ξέπνοου παραδίδει την ψυχή
μια γάτα είναι, πλασματάκι περιφρονημένο

χάρος το πρόλαβε τροφή όταν έψαχνε να βρει
φτωχό! άλλο δεν είχε απ’ το να ζει αλαφιασμένο
ο κόσμος γύρω βιαστικά περνά κι αδιάφορα θωρεί
κάποιοι το βλέμμα τους αλλού έχουν στραμμένο

κορίτσι ανέμελο τον φίλο του κρυφοφιλεί
κανείς στο άγριο δράμα της ψυχής μάτι δεν στρέφει
εκεί στην άσφαλτο που ο θάνατος ζωή συλεί
κάπου, γατάκια καρτερούν το στήθος που τα θρέφει

πλάσματα πόσα εδώ στην γη, κορμάκια τρυφερά
της μάνας την ζεστή αγκαλιά δεν λαχταρούνε;
πώς να τους πεις πως η αγάπη πέταξε μακριά
και πως τη θέρμη της ποτέ ξανά δεν θα τη βρούνε;

Από τη συλλογή Ασφόδελοι και Κυπάρισσοι (2017) της Σοφίας Πόταρη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Σοφία Πόταρη

Σοφία Πόταρη, Οι νεκροί μας

Οι νεκροί μας

[Α’ μέρος – Ποιήματα]

Κάποτε τους νεκρούς μας βλέπουμε ορθούς
να φωσφορίζουν, όνειρα λευκά
διάφανα της νύχτας ξωτικά,
που γαληνεύουν σε γαλάζιους βυθούς

ακούμε να μας προσκαλούν με απαλή φωνή
στ’ αφτιά πνοή αέρα σιγανού
ή θρόισμα των δένδρων του βουνού
κι αναρωτιόμαστε αν είναι οιωνοί

τους βλέπουμε άλλοτε σ’ αστερινό ουρανό
τρεμουλιαστά ματάκια, να κοιτούν
ή τρελά πουλιά, που αναζητούν
ξερό κλαδί κι υπομονεύουν τον ανθό

κάποτε οι νεκροί έρχονται άγγελοι λευκοί
με βλέμμα άδολο, μικρού παιδιού
ή μ’ ουρλιαχτό ετοιμοθάνατου γατιού
δικοί τους είμαστε άγγελοι, οι σπλαχνικοί

Από τη συλλογή Ασφόδελοι και Κυπάρισσοι (2017) της Σοφίας Πόταρη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Σοφία Πόταρη

Σοφία Πόταρη, Ο χορός

Ο χορός

[Α’ μέρος – Ποιήματα]

Αγαπημένε μου,

έξω κρουστό απλώνεται το χιόνι
και στροβιλίζονται αλαφρές νιφάδες
όπως το άχυρο λιχνίζεται στ’ αλώνι

πόσο η ψυχή φλογίζεται κι ωραία
που με τρυπάει σαν μακρύ βελόνι
της παγωνιάς η αψάδα κι η παρέα!

ο χρόνος μου ολοένα και τελειώνει
όπως τελειώνει των νιφάδων ο χορός
σαν το κεράκι εκείνο που αργολιώνει

τώρα η ψυχή σιγά σιγά σκαλώνει
κι η φλόγα λιγοθυμισμένη τρέμει
της αγωνίας η σκάλα δεν τελειώνει.

αγαπημένε μου

κοίτα με στων νιφάδων το χορό
πόσο ωραία η γη φιλεί το χιόνι!
μια λάμψη φευγαλέα, μια μελωδία κι εγώ

Από τη συλλογή Ασφόδελοι και Κυπάρισσοι (2017) της Σοφίας Πόταρη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Σοφία Πόταρη

Σοφία Πόταρη, Μόνος Θεός ο θάνατος ή ο Αγέννητος θάνατος

Μόνος Θεός ο θάνατος ή ο Αγέννητος θάνατος

[Α’ μέρος – Ποιήματα]

Στο λαμπερό σου αίμα υπάρχω, κολυμπώ, χωρίς
να με αντιληφθείς και όπου εσύ κυριαρχείς
ανώτερός σου εγώ, κυρίαρχος του θέλω
των ιστών και των λευκών οστών σου
οι φλέβες, το μυαλό, το χρώμα των μαλλιών σου,
ο έρωτας, η λάμψη των ματιών σου
λες πως δικά σου είναι, μα ολάκερη για μένα ζεις
μου ανήκεις πριν ακόμα γεννηθείς

ακμάζω μέσα σου εισβολέας, ηγήτωρ των δικών σου
αγγέλων και δαιμόνων κι όλων σου των αγίων, μόνος
μάχη δεν κινώ κι όμως, σε όλες ο θριαμβευτής,
ο μόνος κουρσευτής! να παρακολουθώ
το αίμα σου το ζωντανό, σε με παραδομένο,
εγώ τα κάστρα του εκπορθώ,
ζει όπως εγώ το επιθυμώ, να θάλλει κόκκινο
ή μαύρο να σαπίζει υγρό, ο μόνος

σε περίπλου συνεταίρος σου, που μέσα κολυμπώ,
στην επιφάνειά του και στον πλέον απόκρυφο βυθό,
συγκάτοικός σου σε καράβι με πορεία εν κρυπτώ,
μου ανήκει, καπετάνιος του εγώ
ξεφρενιασμένο να ξεφύγει θέλει κι όμως το τιμόνι του
σφιχτά κρατώ και πάει όπου εγώ του πω
ιεροφάντης είμαι, και Θεός όλων σου των Θεών
ο πιο τρανός! καραδοκώ

μέχρι την τελευταία σταγόνα γάλα να σε πιω εγώ μητρικό,
να σε ρουφήξω ως τον πιο μέσα σου τον σκελετό
και λάγνα το μεδούλι σου να γλείψω, ως την μήτρα σου
να εισχωρήσω, κι όχι, δεν με λυγάς
με παρακαλετά, τον χρόνο σου με κόλπα μην χαλάς,
πιο αρχαίος εγώ, μην πολεμάς
γιατί εντολή απ’ τον ανώτερό μου έχω εαυτό,
σε αφανέρωτο κι αρχαίο μυστικό

που για εμέ αργάζετ’ έρωτα, βλαστήματα θρεμμένα,
από την γέννα τους νεκρά υπάρχουνε και μιλημένα
τα χείλη τα φιλήδονα εμένα ξεγεννούν,
εμένα, κι ας γλυκόν υπόσχονται οργασμό
εμένα, τον αγέννητο Θεό, το γεγονός το βλαστερό,
το πιο φρικιαστικά ερωτικό
η μήτρα και οι όρχεις σου ζωή διαφεντεμένα
σε αργαστήρια υπόγεια και κρυμμένα

που η ωραία Ευρυάνθη και η Εκάβη των παθώ τους
κι ο πολυμήχανος Δυσσέας ο τρανός, δικό τους
υφαντό σε αργαλειό σάπιο υφαίνουν και θυσίες
σε αδύναμους θεούς προσφέρουν
και η γητεύτρα Μούσα που παραληρεί,
στην στάχτη μου τους οδηγεί, χωρίς να ξέρουν
πως είμ’ εγώ ο αργαλειός και το υφαντό τους,
και η θυσία και το σφάγιο κι ο Θεός τους

που φίδι μες στων σπλάχνων σου τ’ ανέγνωρα δρομάκια
επεκτείνω και τ’ αυγό μου αφήνω
μες στις κοιλάδες που εσύ ευλογάς και τους καρπούς σου
που κοιλοπονάς εγώ ξεκοκαλίζω
μέχρι την τελευταία ικμάδα, και την φλούδα και την λάβρα
της σαρκός σου την λαμπράδα ξεψαχνίζω
σαν λήθη σε κερνά, μα τίποτα όμως δεν με προσπερνά,
σε καταπίνω και σε φτύνω

κι απ’ την αρχή ξανά, ν’ αγκομαχάς κι ανίδεη να γελάς,
ω θλιβερή, σ’ ένα κουκούλι μέσα
χρυσαλλίδα εγκλωβισμένη, ζουμερό το σώμα σου
αγαπημένη για εμέ να θρέφεις
όλα να μου τα δίνεις κι ας νομίζεις πως σ’ ορίζεις
κι ας ψάχνεις ελιξίρια για ν’ αντέχεις
αδίκως, για εμέ δουλεύεις, σαν την αράχνη στον ιστό της
ελλοχεύεις μα σε άλλονε ιστό είσαι μέσα

που θεριεμένος πλέκεται και μ’ εξυμνεί μόνο Θεό,
το ουρλιαχτό αντηχώντας της ψυχής
ω υποκλίσου μου ζωή, άλλο δεν είσαι απ’ ανάγκη ξοδιασμένη,
μια τυχαιότητα πια στερημένη
γέλα και το κρασί σου πιες και κάνε ό,τι άλλο θες,
ήσυχα εγώ να σε ρουφώ γλυκοθρεμμένη
μόνος Θεός ο Θάνατος! να η κραυγή πια της ζωής
νενικημένης στον αιώνα της σιωπής

Από τη συλλογή Ασφόδελοι και Κυπάρισσοι (2017) της Σοφίας Πόταρη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Σοφία Πόταρη

Σοφία Πόταρη, Μήτρα

Μήτρα

[Α’ μέρος – Ποιήματα]

Κάποιες φορές ξυπνώ από ύπνου θάνατο βαθύ
κι ακούνητη στο στρώμα μου ν’ αφουγκραστώ γυρεύω
της νύχτας τη φωνή, που ωραίο τ’ ουρανού παιδί
παρακαλεί το θάνατο ζωή να τον πιστεύω

της πλάσης η φωτιά, νύχτα γλυκομαζεύεται
και στην καρδιά της κουλουριάζεται έμβρυο τρυφερό
σαν τον σκαντζόχοιρο, που αγκαθωτός διπλώνεται
για να ξεφύγει απ’ του εχθρού το δόντι το σκληρό

νύχτα σοφή, συ που προστάζεις πλάσματα δικά σου
γεννήματά σου της στιγμής που πλέουν στον αιώνα
μητέρα τρυφερή που νανουρίζεις τα παιδιά σου
σαν μέσα μου αγέρωχη εισβάλλεις αμαζόνα

υπόσχεσαι νίκες γλυκές σ’ αλαργινά τοπία
κι άσμα στα χείλη μου κεντάς με ψιλοβελονιά
ω μήτρα δίκαιη συ, λυτρώνεις απ’ την αγωνία
μητέρα μου, πάνω μου δένεσαι μ’ αρχαία σχοινιά

Από τη συλλογή Ασφόδελοι και Κυπάρισσοι (2017) της Σοφίας Πόταρη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Σοφία Πόταρη

Σοφία Πόταρη, Ικεσία

Ικεσία

[Α’ μέρος – Ποιήματα]

Λυπήσου με Χάρε γλυκέ και άσε το παιδί μου
στην αγκαλιά μου να κρατώ, να χαίρεται η ψυχή μου
μην μου το παίρνεις, άσ’ το μου, μικρούλι είναι κι αγνό
αυγή του πρέπει γαλανή και όχι σκούρο δειλινό

κοίταξε τα ματάκια του πώς γλυκοπεταρίζουν!
άνθη κήπου απάτητου τη λάμψη τους σκορπίζουν
της μέρας το ωραίο φως πόσο γλυκά θωρούνε!
και τα στηθάκια του τα νια ζωής κραυγή ανθούνε

μην μου το παίρνεις, άσ’ το μου, λυπήσου την θωριά του
άγγελος και λαμποκοπά ο ήλιος στα μαλλιά του!
και χειλάκια του τα δυο, ρόδα, μοσχομυρίζουν
πώς θα τα κόψεις θάνατε, που νια ζωή θροΐζουν;

κοίταξε τα χεράκια του, κατάσπρα μας χαϊδεύουν
περιστεράκια είναι λευκά, σταράκι μας γυρεύουν
άκουσε την ψυχούλα του πόσο γλυκά στενάζει
θέλει τραγούδια να μας πει, χαρές να μας μοιράζει

είσαι καλός, πονετικός, ψυχούλες ξαποσταίνεις
από καημούς και βάσανα εσύ τις ξαλαφραίνεις
φανού καλός και τρυφερός στο τρυφερό βλαστάρι
κι άσε το νιόβγαλτο ανθί δώρο η ζωή να πάρει

μην μου το παίρνεις θάνατε το άγουρο παιδί μου
κι αν για ψυχή εσύ διψάς, να, πάρε την δική μου
άσ’ το να ζήσει, να χαρεί, να νιώσει, να αντριέψει
ζωή που δεν εζήθηκε, πώς η ζωή ν’ αντέξει;

Από τη συλλογή Ασφόδελοι και Κυπάρισσοι (2017) της Σοφίας Πόταρη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Σοφία Πόταρη

Σοφία Πόταρη, Θάνατος

Θάνατος

[Α’ μέρος – Ποιήματα]

Τη συντροφιά του θέλω, τον προσμένω, τον επιθυμώ
το ζοφερό το γέρο, το λιπόσαρκο, τον άσχημο
εκείνο τον παράξενο τον ξένο θέλω να τιμώ
σαν με κοιτάζει με το κρύο μάτι του το βλάσφημο

ο διεστραμμένος μου εραστής, αυτός, ο μισερός
με στόμα μελανό με βεβηλώνει, με μασάει
γύρω μου καμπυλώνει, όφις σε σκοινί, σιχαμερός
καραδοκεί για τη στιγμή τα σπλάχνα μου που θα ρουφάει.

κι αν για να φύγει θέλει, πάνω μου τον σφίγγω, τον ποθώ!
εκείνος ξέρει, μέσα μου ξεσπάει κεντρί και μαύρο κρίνο
και σαν η αθανασία του θρασεύει ξίφος σκοτεινό
ακόρεστος καρφώνεται και την ανάσα μου του δίνω

Από τη συλλογή Ασφόδελοι και Κυπάρισσοι (2017) της Σοφίας Πόταρη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Σοφία Πόταρη

Σοφία Πόταρη, Ηλιοβασίλεμα

Ηλιοβασίλεμα

[Α’ μέρος – Ποιήματα]

Είναι κάτι παλιά ξεθωριασμένα κεραμίδια
που στέκονται σαρακοφαγωμένα θαλασσόξυλα
ψημένα απ’ την αλμύρα, φαγωμένα απ’ τη βροχή
απ’ το λιοπύρι άγρια πυρπολημένα, σα δέρματα ξερά
το δειλινό ο ήλιος πάνω τους απλώνεται
τη σκόνη τους δειπνά και ξεψυχά ολόμαυρος
σαν αίμα ξεραμένο, που έχει πια λιμνάσει
πέρα μακριά η θάλασσα βουλιάζει κατακόκκινη
κι ένας ίσκιος απρόσκλητος τρυπώνει σε ιστορίες
πλεγμένες κάτω απ’ τα μισοσπασμένα κεραμίδια

Από τη συλλογή Ασφόδελοι και Κυπάρισσοι (2017) της Σοφίας Πόταρη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Σοφία Πόταρη

Σοφία Πόταρη, Η οδύνη της Οφηλίας

Η οδύνη της Οφηλίας

[Α’ μέρος – Ποιήματα]

Οδύνη αργοσαλεύει στου βουνού τα σωθικά
λυγμό πηχτώνοντας, που σπαρταράει ψιχάλα
ποιος να θρηνεί; αγγέλοι ή κόλασης δαιμονικά;
στοιχειά ή του δυστυχισμένου η κρεμάλα;

οδύνη σκίζει τώρα των δενδρώνε την καρδιά
κορμιά παλιά που αιματώνουν μυστική θυσία
η πάχνη αργοστάζει στα κλαδιά σιωπή βαθιά
και η γη συσπάται σε φριχτή τελετουργία

δεν είναι του Ορφέα η λύρα που πικρά θρηνεί
η Ευρυδίκη στου Άδη τώρα κλαίει στρώμα
στου Πόντου την αρμύρα πια ο Φρίξος δεν πονεί
της Έλλης που εγύρευε το εράσμιο σώμα

μια κόρη είναι, χλωμή ξωθιά, η Οφηλία
φλόγα στου δάσους της τη σκοτεινή λατρεία

Από τη συλλογή Ασφόδελοι και Κυπάρισσοι (2017) της Σοφίας Πόταρη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Σοφία Πόταρη

Σοφία Πόταρη, Η νύχτα

Η νύχτα

[Α’ μέρος – Ποιήματα]

Κόκκινο το τριαντάφυλλο που άφησε στα χέρια σου
στα χέρια σου τα μαλακά, τ’ ασπριδερά σα χιόνι
κι εκείνο φλόγα σκοτεινή απλώθηκε στα στήθια σου
δόλιο σκουλήκι φώλιασε και την καρδιά σου λιώνει

κι εκείνη μαύρος άγγελος για σένα τραγουδάει
τριαντάφυλλο μ’ ασφόδελο στα λόγια της μπολιάζεις
πηγάδι ανοίγεται βαθύ και στ’ άπατα σε πάει
του ερέβους κόρη και φωτιά που λησμονιά προστάζεις

κι είναι θαυμάσια η στιγμή που το κρασί σου δίνεις
τα στήθια σου σαν τρέχουνε κι αχόρταγα κυλάνε
νύχτα, που πέπλο ανακινάς κι όλο το φως το πίνεις
μάγια και φίλτρα σκοτεινά τα βάθια σου πετάνε

κρύσταλλο κόκκινο πηχτό, αίμα που ξημερώνεις
κοιλάδα, ήλιο εγκυμονείς κι αυγή φαρμακωμένη
γλυκό τον θάνατο γεννάς κι ανθό τον σαβανώνεις
σελήνη σκοτεινής γητειάς σε νέφια τυλιγμένη

το ρόδο εκείνο τ’ όμορφο και το γλυκό σαν αίμα
που άλικο τ’ απίθωσες απάνω στην καρδιά της
μαύρο βελούδο υφαίνεται στου δειλινού το γέρμα
λάμια και κόρη όμορφη που τρώει τα παιδιά της

Από τη συλλογή Ασφόδελοι και Κυπάρισσοι (2017) της Σοφίας Πόταρη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Σοφία Πόταρη

Σοφία Πόταρη, Η κόρη του ανέμου

Η κόρη του ανέμου

[Α’ μέρος – Ποιήματα]

Κόρη του ανέμου στέκεσαι
στου ποταμού την άκρη
το σύννεφο ασπροντύνεσαι
και του νερού το δάκρυ

κλαδιά είναι τα χεράκια σου
και ρίζες τα μαλλιά σου
και το κορμάκι σου το νιο
στολίδι στα προικιά σου

κόρη του ανέμου αυγινή
λάμπεις ασπροντυμένη
η κρουσταλλένια σου ομορφιά
στον ποταμό δοσμένη

Από τη συλλογή Ασφόδελοι και Κυπάρισσοι (2017) της Σοφίας Πόταρη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Σοφία Πόταρη

Σοφία Πόταρη, Έρωτας και θάνατος

Έρωτας και θάνατος

[Α’ μέρος – Ποιήματα]

Ετοιμοθάνατο θέλω εγώ του έρωτα το σώμα
φύλλο παραδαρμένο απ’ το μίσος του χειμώνα
να σπαρταράει ελάφι τρυπημένο από βέλος
πουλί να χάνεται που κρύο σκιάζεται το τέλος

ετοιμοθάνατο θέλω εγώ του έρωτα το σώμα
ξεγέννημα βασιλικό που σήπεται στο χώμα
ήλιο ωριοπλούμιστο σ’ άγριο βυθό που οδεύει
νερό που λίγο σώνεται και η ζωή αγριεύει

έτσι το λαχταράω εγώ του έρωτα το σώμα
στου χρόνου τ’ αργαστήρι καταχρεωμένο, σώσμα
ψυχή αποσταμένη που απ’ το στόμα πριν να βγει
μεθοκοπάει μ’ έρωτα και ας φρικτά αιμορραγεί

Από τη συλλογή Ασφόδελοι και Κυπάρισσοι (2017) της Σοφίας Πόταρη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Σοφία Πόταρη

Σοφία Πόταρη, Βασιλικός

Βασιλικός

[Β’ μέρος – Μοιρολόγια-Θρήνοι]

— Βασιλικέ μου τρίκλωνε και μοσχομυρισμένε
γιατί μαράθηκες και κλαις βασιλικέ καημένε;
— Είχα κυρά πεντάμορφη που ’χε χρυσό μαντίλι
με πότιζε τη χρυσαυγή, με σκάλιζε το δείλι
μα ψες αργά το σούρουπο πού ’σκυψε στο πηγάδι
ο μαυροχάρος ζήλεψε τα δροσερά της κάλλη
στ’ άπατα τηνε τράβηξε και στα βαθιά την πήγε
ήλιος να μην την ματαϊδεί και τη χαρά μου πήρε
τα φύλλα μου ξεράθηκαν και δεν μπορώ να γειάνω
χεράκι κρινοδάχτυλο δε με μυρώνει άλλο

Από τη συλλογή Ασφόδελοι και Κυπάρισσοι (2017) της Σοφίας Πόταρη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Σοφία Πόταρη

Σοφία Πόταρη, Αποχωρώ

Αποχωρώ

[Α’ μέρος – Ποιήματα]

Η αίγλη της ημέρας θλιβερή
και το τραγούδι της σπασμένο κρίνο
σκουλήκι μαύρο στην καρδιά κερδοσκοπεί
χολή και ξίδι στάζει η σιωπή
η νύχτα αλείφει μέλι την πληγή
μα ω! με δηλητήριο με πληθύνω

το φως λεπίδι μες στου ήλιου το φιλί
και τα ουράνια μολυσμένο στόμα
δελφίνι από τα δίχτυα ψάχνει να κρυφτεί
κι η θάλασσα έχει ξοδευτεί
αλλόκοτο κλαδί ’ξεχάστη το κορμί
σε λασπερού βυθού το κρύο δώμα

αποχωρώ

δεν θέλω πια να ζω και σε νυχτιά πυκνή
λιγόπνοη δάδα ν’ αργοσβήνω
σήμαντρο άηχο και πνευμόνι που πονεί
στου χρόνου την πηχτή σιωπή
φύσημ’ αγέρα και σπιθίτσα μακρινή
σε κύκλο ατελείωτο θα μείνω

Από τη συλλογή Ασφόδελοι και Κυπάρισσοι (2017) της Σοφίας Πόταρη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Σοφία Πόταρη