Δημήτρης Θέμελης, Ευδηλιώτικος με λύρα

Δημήτρης Θέμελης: Ευδηλιώτικος με λύρα

Ο Δημήτρης Θέμελης γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη το 1931 και ήταν γιος του ποιητή Γιώργου Θέμελη. Καθοριστικό για την σταδιοδρομία του υπήρξε το γεγονός ότι πέρασε ένα μέρος των παιδικών του χρόνων στην Ικαρία –τόπο καταγωγής της μητέρας του, μάλιστα κατά τη δύσκολη χρονική περίοδο 1940-1944, όπου του δόθηκε η ευκαιρία να μάθει να παίζει νησιώτικη λύρα από λυράρηδες εκείνης της εποχής και να γνωρίσει τη ζωντανή πράξη της παραδοσιακής μας μουσικής. Απόφοιτος του Κρατικού Ωδείου Θεσσαλονίκης –βιολί και θεωρητικά– συνέχισε με υποτροφία (DAAD) τις σπουδές του στο Μόναχο: βιολί με τον καθηγητή Kurt Stiehler και Μουσικολογία, Βυζαντινολογία και Αρχαία Ιστορία στο Πανεπιστήμιο του Μονάχου, απ’ όπου αποφοίτησε ως διδάκτωρ της Φιλοσοφικής Σχολής.

Διετέλεσε διευθυντής του Κρατικού Ωδείου Θεσσαλονίκης (1971-1985), και από το 1985 καθηγητής Μουσικολογίας στο Τμήμα Μουσικών Σπουδών του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, του οποίου διετέλεσε πρόεδρος επί τέσσερις θητείες. Επίσης διετέλεσε κοσμήτορας της Σχολής Καλών Τεχνών του ΑΠΘ και πρόεδρος της καλλιτεχνικής επιτροπής της Κρατικής Ορχήστρας Θεσσαλονίκης. Από το Σεπτέμβριο του 1998 ήταν ομότιμος καθηγητής του ΑΠΘ. Είναι μέλος της Ένωσης Ελλήνων Μουσουργών, διετέλεσε εκπρόσωπος του Διεθνούς Συμβουλίου Παραδοσιακής Μουσικής (ICTM) στην Ελλάδα, μέλος της Γερμανικής Εταιρίας Μουσικής Έρευνας και της Διεθνούς Εταιρείας Εθνομουσικολογίας, μέλος του Προεδρείου του Διεθνούς Οργανισμού Λαϊκής Τέχνης (IOV), επίσης τακτικό μέλος της Ακαδημίας Επιστημών της Νέας Υόρκης. Το 1990 τιμήθηκε από την Μουσική Εταιρεία Βορείου Ελλάδος με το «χρυσό βραβείο» μουσικής προσφοράς.

Πραγματοποίησε πολλές διαλέξεις και συμμετείχε σε διεθνή μουσικολογικά συνέδρια. Έχει πολυάριθμες δημοσιεύσεις, μεταξύ άλλων για την ελληνική μουσική (έντεχνη και παραδοσιακή) για τη διδακτική του βιολιού κ.ά. Από τα νεανικά του χρόνια ασχολείται επίσης με τη σύνθεση, ωστόσο το μεγαλύτερο μέρος των έργων του το συνέθεσε τις δύο τελευταίες δεκαετίες, στις οποίες διαμόρφωσε μια δική του μουσική γλώσσα. Συνθέσεις του έχουν παιχτεί στην Ελλάδα και το εξωτερικό.

Πραγματοποίησε πολλές διαλέξεις και συμμετείχε σε διεθνή μουσικολογικά συνέδρια. Έχει πολυάριθμες δημοσιεύσεις, μεταξύ άλλων για την ελληνική μουσική (έντεχνη και παραδοσιακή) για τη διδακτική του βιολιού κ.ά. Από τα νεανικά του χρόνια ασχολείται επίσης με τη σύνθεση, ωστόσο το μεγαλύτερο μέρος των έργων του το συνέθεσε τις δύο τελευταίες δεκαετίες, στις οποίες διαμόρφωσε μια δική του μουσική γλώσσα. Συνθέσεις του έχουν παιχτεί στην Ελλάδα και το εξωτερικό.

Πέθανε στη Θεσσαλονίκη το 2017.

Έγραψε μεταξύ άλλων:

* τέσσερις Συμφωνίες, ένα Συμφωνικό Δίπτυχο, δύο Συμφωνιέτες για ορχήστρα εγχόρδων
* Πέντε Κοντσέρτα με ορχήστρα (για βιολί, για βιολοντσέλο, για βιόλα, για κοντραμπάσο και για Φαγκότο)
* 17 Κουαρτέτα εγχόρδων, Κουϊντέτο εγχόρδων
* Κουαρτέτο για φλάουτο, όμποε, κόρνο και φαγκότο, τρία Κουαρτέτα Σαξοφώνων
* Τέσσερα Τρίο με πιάνο, Τρίο για δυο βιολιά και βιόλα
* τραγούδια για φωνή και πιάνο, τραγούδια με ορχήστρα εγχόρδων, χορωδιακά
* έργα για διάφορα σόλο όργανα

Advertisements

Μελίτα Τόκα-Καραχάλιου, Δύο κόσμοι

Ο αμανές της καληνύχτας (παραδοσιακό Σμύρνης / ερμηνεία: Αντώνης Διαμαντίδης (Νταλγκάς))

Δύο κόσμοι

Δύο κόσμοι ερωτοτροπούν
με μια κορδέλα βαθυγάλαζη
η λάγνα Ανατολή από τη μια
η φωτισμένη Δύση από την άλλη
–Πάνω στα χίλια βότσαλα καθισμένη
έβλεπα την ιστορία να ταξιδεύει–

Με κοφτερές δρεπανιές τ’ αγέρι, από την
αντιπέρα ακτή πατρίδα του Ηρόδοτου
κεντρίζει τον αστραφτερό Δίκαιο.
Ο φαντάρος χωμένος στο αμπρί
δίνει αναφορά για τα σήματα
–Τ’ αρχαία νήματα κόπηκαν,
τα πλοκάμια του τόπου ψαλιδίστηκαν–

Η βαθυγάλαζη κορδέλα καίγεται
από τον πυροδοτημένο ήλιο
τα γλαροπούλια μετέωρα
εκσφενδονίζουν αιχμές λευκές
Απ’ αντίκρυ φτάνει –μακρόσυρτος αμανές–
η πνοή του ανέμου
και πλάι μου η φωνή του σκοπού:
Αλτ! τις ει;

Απόβραδο.
– Βαθιά τομή στα πλεμόνια του καιρού η πυρπολημένη κορδέλα
Επειδή η ιστορία ταξιδεύει πάντα.

Από τη συλλογή Περιπλανήσεις (1983) της Μελίτας Τόκα-Καραχάλιου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Μελίτα Τόκα-Καραχάλιου

Έγκλειστες συναντήσεις (2008): μετουσίωση

Σε ψηλό βουνό (παραδοσιακό Κρήτης με τον Νίκο Ξυλούρη)

μετουσίωση

Ποθώ η ψυχή μου να είναι άσπρο, κάτασπρο βουνό
Να ’χει το λευκό της καθαρότητας
Το παρθένο της αγνότητας

Ποθώ τη σκληρότητα του βράχου
Στα δύσκολα

Να λιώνω σαν το χιόνι
Να γίνομαι απαλός, μαλακός
Σαν το χώμα
Στον πόνο του άλλου
Βουνό!

Από τη συλλογή έγκλειστες συναντήσεις (2008) ανήλικων κρατουμένων στις δικαστικές φυλακές Διαβατών Θεσσαλονίκης

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Ανήλικοι κρατούμενοι στις δικαστικές φυλακές Διαβατών Θεσσαλονίκης

Χ. Δ. Καλαϊτζής, Πομάκοι

Παραδοσιακό πομάκικο τραγούδι με την Εμινέ Μπουρουτζή

Πομάκοι

Κατεβαίνοντας τρυπώνουν στο παζάρι
αγοράζουν αλάτι και κουδούνια
βιαστικά
τα φορτώνουν στις γέρικες μούλες κι ανηφορίζουν.
Ο τόπος πλιθί και κατσικότριχα
άζυμα ψωμιά, και το κριθάρι να φτάνει ως τα μισά και να μη φτάνει.
Στα κοτρόνια η σπορά με τ’ αλάτι που γλείφουν οι πέρδικες,
και το κοπάδι το καύκαλο που τυλίγει ας μην ασπρίσει.

Αργά σαλιώνοντας εφημερίδες
τον καπνό τυλίγουν με ρετσίνι
μη φύγει το κατράμι στην φτέρνα και κατέβει,
ξεπετώντας πού και πού λυκίσιο δόντι
τις αυγές να δαγκώνει και να σκούζει
μη σηκωθεί αγέρας και νοτίσει
τη μαρμαριά μη ξετινάξει απ’ το σαμάρι.
Οπλές τριμμένες στο πυρολίθι∙
αστράφτει ο Θρακιάς, χαρακωμένο βράδυ –
άχυρο παστρικό δεν τ’ αφήνει.
Φύλλα ξερά αυτοί θα κυνηγούνε
κι ο ασκός να λύνει να γεμίζει κομμάτια σύννεφου και νύχια.

Το σάλιο που παράτησαν στους ρόζους
ας πάει κι αυτή η χρονιά χωρίς νυχτέρι
μόν’ το χαρμπί να τρυπάει την σανίδα
και τα όρνιά τους στον απάγγειο να δαγκώνουν
χαμηλά την προβιά με την γλίτζα

η μαρμαριά ας ήταν να κρατούσε.

Από τη συλλογή Λύθρον (1988) του Χ. Δ. Καλαϊτζή

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Χ. Δ. Καλαϊτζής

Χ. Δ. Καλαϊτζής, Καλλίπολη

Έναν καιρό επήγαινα (συρτός Κωνσταντινούπολης)
(τραγούδι: Χρόνης Αηδονίδης / δίσκος: Φίλοι μ’, καλώς ορίσατε (2004))

Καλλίπολη

Ενάτη του μηνός, και μεσημέρι
συνεπείς οι Βυζαντινοί πάντα πληρώνουν τους μισθούς.
Ο Αθηναίος Κονδιλέρης Σοφιανός,
ζυγιάζει στην παλάμη τ’ αλάτι
στην άλλη δυο χρυσά υπέρπυρα
απ’ την σκουριά του ήλιου της Αθήνας.
Κάθεται και ζυγιάζει,
και κάθε ενάτη του μηνός
συλλογάται σε ποιον αιώνα τάχα να ’ναι,
και πόσο άραγε ν’ απέχει η Καλλίπολη.

Από τη συλλογή Κίνναμος (1987) του Χ. Δ. Καλαϊτζή

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Χ. Δ. Καλαϊτζής

Απόστολος Λυκεσάς, Μνήμη

Αγρίμια κι αγριμάκια μου (παραδοσιακό Κρήτης / τραγούδι: Νίκος Ξυλούρης)

Μνήμη

Οι φαμελίτες μας
ορμητικοί καταρράκτες ξεχύθηκαν απ’ το Βέρμιο
φορτωμένοι τη θλίψη που τους κληροδότησαν οι πρόγονοι.
Κεραμοπλάστες τούς έσπειραν
«Εδώ να ζήσετε» ορμήνεψαν
«καλό το χώμα να σας χωνέψει ο θάνατος
πάρτε το απόφαση, αγόγγυστα, χαθείτε στις καστανοξιές,
ταΐστε αγρίμια.

Αυτά, με τον αψίκορο βίο τους μες στην αβεβαιότητα
παίζοντας με τα κόκαλά σας θα μάθουν κυνήγι στα παιδιά τους
όπως τα παιδιά σας, θα μάθουν να παίζουν με τα κότσια τους.
Βαριά η ευθύνη.»

Από τότε φρυγανίζεται το αίμα μας στις ματαιοδοξίες
τυχαίνει όμως κάποτε, καθώς ο άνεμος κυκλώνει τις ζωές μας,
το ματοτσίνορο του πεθαμένου πατέρα να μπαίνει στο μάτι μας
κι ενώ αυτό θολώνει
–μια φορά στον αιώνα είναι καλά, και δυο όμως μπορεί να τύχει–
ψηλά το κεφάλι σηκώνουμε
και το σαγόνι μπήγουμε, κυπαρίσσι στα σύνορα,
σφραγίδα στο διαβατήριο.

Από τη συλλογή Μότορσιπ «Προκρούστης» (2008) του Απόστολου Λυκεσά

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Απόστολος Λυκεσάς

Γιώργος Θέμελης: Προοίμιο (από την «Ωδή για να θυμόμαστε τους ήρωες»)

Ένας αϊτός (τσάμικος)
(τραγούδι: Χρήστος Καρακώστας / δίσκος: Γιάννης Μαρκόπουλος: ρίζες (1980))

Συλλογή Ωδή για να θυμόμαστε τους ήρωες (1949) του Γιώργου Θέμελη

Πρέπει η γη να χαίρεται, πρέπει να καμαρώνει
Δημοτικό

Προοίμιο

Κρυφά το λένε τα πουλιά, κρυφά το λέν’ τ’ αηδόνια
Δημοτικό

Ας σταματήσει ο ήλιος

Ας γείρει πίσω μια στιγμή να ιδεί τ’ άλλο του πρόσωπο,
Τον άλλο ήλιο, που κυλάει στον κάτω κόσμο.

***

Δεν τραγουδώ τους γυρισμούς των καραβιών,
Τ’ αστέρια που κεντούν ηλιοτρόπια στη ζωή του καλοκαιριού.

Ούτε τα χελιδόνια που παν στον ουρανό,
Να πάρουν το αίμα μιας αυγής να βάψουν τα λουλούδια.

Ακούω τι λένε τα μεγάλα δέντρα,
Τι τραγουδούνε τα βουνά και γράφουν τ’ ακρογιάλια.

Κι η θάλασσα η πολύφωτη με τα λευκά μαντίλια.

Ακούνε κάτω τα όστρακα κι ανοίγουν τους φεγγίτες,
Ακούν τα ψάρια και θυμούνται τον άνεμο
Και θέλουν ν’ αλλάξουνε φτερά και να γίνουν κοπέλες.

Κι οι άνθρωποι που περπατούν στην γη παίρνουν βαθιάν ανάσα.

Νύχτα σελώνουν, νύχτα περνούν, και την αυγή σκορπάνε,
Νάβρουν τα πλουμιστά πουλιά και τις ψηλές γυναίκες,
Που φέγγουν στα προσκέφαλα τη νύχτα που κοιμούνται.

Φέγγουνε κι ονειρεύονται ένα μεγάλον έρωτα,
Ένα μεγάλο γιο.

Νάχει έναν ήλιο στα μαλλιά, καθρέφτη ένα φεγγάρι
Και τον αϊτό στο πρόσωπο να του φυλάει τον ύπνο.

Από τη συγκεντρωτική έκδοση Γ. Θέμελη Ποιήματα I (1969)

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Γιώργος Θέμελης

Γιώργος Θέμελης, Ραψωδία στη θάλασσα του Αιγαίου

Μες στου Αιγαίου τα νερά (παραδοσιακό Δωδεκανήσου με τη Μαρίζα Κωχ)

[Ενότητα Τρία ποιήματα (1947-1948)]

Ραψωδία στη θάλασσα του Αιγαίου

Εδώ ξυπνάει κάθε πρωί
Ανάμεσα σ’ ελληνικά γλυπτά κι ιωνικά κοντύλια
Πάνω σε φαγωμένες απ’ το πάθος του γλαυκού πέτρες που βαθαίνουν τα έλκη τους

Ανεβαίνει και παίρνει βασιλικό και σπαρτολούλουδο
Χτυπώντας το πέταλο ψηλά ψηλά να φιλήσει τα στέφανα του νεκρού χιονιού
Και ξεπεζεύει, περπατάει γυμνόποδη σε μαρμαρένιες γούρνες
Σκαλίζοντας αχιβάδες και ρόδακες στις πλάκες των αετών,
Τυλίγοντας με άχνη κι αφράλατο τα παγωμένα περιστέρια.

***

Ασπίλωτη,
Γαλαζοαίματη,
Αγναντεμένη.

Πο’ ’χεις τα παραθύρια σου σχιστά πανιά,
Τα μάτια μου κλειστά λιμάνια γεμάτα νεκρούς κι άσπρα χαλίκια.
Που ηχείς και σαλεύεις με ηχώ χίλιων πουλιών στις κρύπτες του ύπνου μου
Σκεπάζοντας τους τοίχους μου με τα σεντόνια της κρυφής σου αυγής
Και τα θαμμένα ζώα μου που κρατούν τους κήπους μου σαν υπνωτισμένες γυναίκες.
Με τι όνομα να σε πω, με ποια αιχμή να σε πλήξω,
Να σου πληθαίνει τα μαλλιά, να σου κεντάει τη μνήμη…
Να σε φωνάξω χαραυγή, θα σβήσουν τα γαρούφαλα
Να σε χαράξω αγνή κι απείραχτη, θα τρυπηθούν οι κρίνοι
Να σ’ αγκαλιάσω μάνα μου, θα κλάψουν τα πουλιά.

Σε γράφω τοξεύτρια του ψηλού καπνού, χορδή των αηδονιών,
Μητέρα απάρθενη, απαλή, που σε ματώνουν χωρίς να σ’ αγγίζουν
Αετοί φεγγαριών, καβαλάρηδες, κι ακάθαρτοι ποταμοί,
Με λάσπη, με σχισμένα πανιά, με χωνεμένα κόκαλα.

Να ’μουν πουλί θαλασσινό κι ένα προς ένα
Τα σκαλοπάτια να μετρώ του διάφανου ύπνου σου,
Τα κλώνια της τριανταφυλλιάς μέσα στις στάχτες των βυθών
Εκεί που κείτονται οι νεκροί σου σε τάφους φεγγερούς
Σε κήπους βουλιαγμένων καραβιών που έχασαν την ψυχή τους,
Τον καπετάνιο των εφτά κλειδιών που φύλαγε τους ανέμους,
Τις διαμαντένιες πόρτες που άνοιγαν για τις μεγάλες θάλασσες,
Και πήγαν από μαραμένο πανί κι από πικρό κατράμι.

Εκεί πονείς.
Εκεί σβήνεις τα φώτα σου και γλείφεις την καρδιά σου.

***

Ανήσυχη καμπυλωτή, σπηλιά της βοής, στυφή από χρόνο και θάνατο,
Σήκω μες απ’ την κουφωτή κραυγή σου, πνίξε τον ήλιο και κύλησε την πολύφωτη ρόδα σου.
Γύρισε σα μάνα στη σχισμένη γη και σφράγισε το αίμα της.
Πλύνε τα ρούχα των παιδιών, τα πόδια των πουλιών
Με καταρράχτες από κύανο, με κουρνιαχτό από γιασεμί.
Κι ύστερα έμπα κι αρμάτωσε στην ερημιά της φλέβας μας τα εωθινά καράβια σου.

Από τη συγκεντρωτική έκδοση Γ. Θέμελη Ποιήματα I (1969)

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Γιώργος Θέμελης

Γιώργος Θέμελης, Περπατώ μέσα στους κάμπους

Η ώρα του αποχαιρετισμού (διασκευή του παραδοσιακού τραγουδιού της Δωδεκανήσου Πέρα στους πέρα κάμπους)
[διασκευή & διεύθυνση ορχήστρας: Μάνος Χατζιδάκις / έργο: Πασχαλιές μέσα από τη νεκρή γη (1962)]

[Ενότητα Στα ίχνη των πουλιών]

Περπατώ μέσα στους κάμπους

Περπατώ μέσα στους κάμπους από ένα χαμόγελο
Τα βήματά μου σχηματίζονται
Σε μιαν άνοιξη

Ποιος ξεδιπλώνει τη γαλάζια απλωσιά της ημέρας
Το βαθύ μεσημέρι που φτεροκοπάει ο ουρανός
Ανάμεσα στα σιωπηλά δέντρα
Την αιωνιότητα που χαϊδεύει τους βράχους

Ένα πρόσωπο ένα φεγγάρι μέσα στο βλέμμα μου
Ένα φεγγάρι που έγειρε μες σε κατάλευκο πρωινό
Δεν είμαι μονάχος τα βήματά μου δεν αντηχούν

Αγαπώ τον ποταμό που αφήνεται στη βοή της καρδιάς του
Όπως ένας καβαλάρης όπως ο άνεμος που στρώνει την πεδιάδα
Που ξαφνιάζει τ’ ακρογιάλια ραγίζοντας τη μοναξιά των καθρεφτών σαν ένα πουλί

Κι αυτό το φτερό που ζυγιάζεται σαν ένας λυγμός μες στο διάστημα
Κι αυτό το δέντρο που σηκώνεται σαν ένα γυμνό γυναικείο σώμα
Αδέρφια είμαστε λυμένα ταξίδια μέσα στην ίδια ματιά
Άστρα σα βρέφη μέσα στην ίδια τρυφερότητα μιας πρωίας

Ποιος ξεδιπλώνει τη γαλάζια απλωσιά της ημέρας
Δεν είμαι μονάχος τα βήματά μου δεν αντηχούν

Περπατώ μέσα στους κάμπους από ένα χαμόγελο

Από τη συλλογή Άνθρωποι και πουλιά (1947) του Γιώργου Θέμελη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Γιώργος Θέμελης

Αλεξάνδρα Μπακονίκα, Μαυλιστικά

Δε σε θέλω πια
(παραδοσιακό Σμύρνης σε μία από τις πρώτες εκτέλεσεις του (ίσως το 1910) από την Ελληνική Εστουδιαντίνα)

Μαυλιστικά

Σταμάτησες παθιάρικα να με προσελκύεις
και να με κυνηγάς.
Πια αποσύρθηκες.
Σίγουρα σε κούρασαν
και οι τόσες αρνήσεις μου.

Τα πολλά χρόνια
που μαυλιστικά με κυνηγούσες
φτιάχνουν μια ολόκληρη,
περασμένη εποχή.

Από τη συλλογή Μαυλιστικά (1997) της Αλεξάνδρας Μπακονίκα

Το ποίημα ξαναδημοσιεύτηκε με τον ίδιο τίτλο στη συλλογή Παρακαταθήκη ηδυπάθειας (2000).

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Αλεξάνδρα Μπακονίκα

Αλεξάνδρα Μπακονίκα, Ο χορός

Τζιβαέρι (παραδοσιακό Σμύρνης με τη Μαρία Σουλτάτου)

Ο χορός

Σ’ έφερα στο νου μου καθώς χόρευα
και σκέφτηκα με τι φλογερότητα,
με τι παλμό θα χόρευες
και τι καημούς θα σκόρπιζες.
Σ’ έφερα μπροστά μου
και πέρασα όλη τη λαγνεία μου για σένα
σε κάθε μου βήμα.

Από τη συλλογή Το γυμνό ζευγάρι και άλλα ποιήματα (1990) της Αλεξάνδρας Μπακονίκα

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Αλεξάνδρα Μπακονίκα

Γιάννης Ποδιναράς, Μόρφου 1997

Το γιασεμί (παραδοσιακό Κύπρου)
(τραγούδι: Σαβίνα Γιαννάτου / δίσκος: Τραγούδια της Μεσογείου (1998))

[Μέρος Γ’]

Μόρφου 1997

Δρόμοι στενοί
και πόρτες ανοιχτές.
Περνούσαμε γιασεμί τ’ απόγευμα
–χαϊμαλιά της πρώτης αγάπης–
Αλυσίδες απλώναμε
τις ευωδιές των παθών
στις διαδρομές των υγρών ονείρων
και χτίζαμε τα θεμέλιά μας
στα ριζωμένα στη γη
λευκά αγγίγματα
της πρώτης και ανεξίτηλης γεύσης.

Από τη συλλογή Φαράγγια των Αγγέλων (2008) του Γιάννη Ποδιναρά

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Γιάννης Ποδιναράς

Νίκος Γρηγοριάδης, Οι μηλιές

Μήλο μου κόκκινο (μακεδονικός συρτός με τον Πέτρο Γαϊτάνο)

Οι μηλιές

Ο προπάππος μου δε θυμάμαι αν είχε όνομα, είχε όμως τον κήπο του γεμάτο απ’ όλα τ’ αγαθά του θεού, δεινόσαυρους και μήλα, φίδια και μπανάνες, χωρίς να τον καλλιεργεί, γιατί, όπως έλεγε, είναι πολύ προτιμότερο να κάθεσαι παρά να ξεθεώνεσαι στη δουλειά. Ακόμη και τους δούλους του, που τους ονόμασε Αδάμ και Εύα, για να θυμάται τους πρωτόπλαστους, συμβούλευε να περνούν τη μέρα τους κάτω απ’ τα δέντρα τραγουδώντας στη βροχή. Ο ίδιος καθόταν στην πολυθρόνα του –ένα είδος θρόνου– πάντα μισοκοιμισμένος ή προσποιούμενος ότι κοιμάται, με το εσωτερικό όμως μάτι του ακοίμητο ή προσαρμοσμένο στην κλειδαρότρυπα του ήλιου, μπας και φανούνε ξαφνικά τίποτα μαύροι καβαλάρηδες ή μονόφθαλμοι πειρατές, αλλά κυρίως για το αφρόλουτρο της Εύας ανάμεσα στους κροκόδειλους και τους μακρόλαιμους πονηρούς κύκνους. Τις ώρες αυτές είχε τέτοια αθωότητα το πρόσωπό του που ήταν αδύνατον οι δούλοι του, αλλά και εμείς οι ελεύθεροι απόγονοί του να φανταστούμε κάποια τιμωρία για οποιοδήποτε παράπτωμά μας. Γι’ αυτό με βλέπετε απορημένο, τόσο που η μπουκιά να μου καθίσει στο λαιμό, όταν το κορίτσι μου μού πρόσφερε, με το αθώο της εκείνο κούνημα, μια δαγκωνίτσα μήλο – χαρά στο πράμα, όταν είχαμε ήδη γευτεί όλου του κόσμου τις λιχουδιές. Σκέφτομαι (κι όμως αμέσως το απορρίπτω, γιατί ήταν πραγματικά Πάνσοφος) μήπως τον πιάσαμε στον ύπνο εκείνο το εξαίσιο δειλινό που είχαμε κλέψει όλα του τα χρώματα και βάψαμε πολύχρωμους σαν πεταλούδες τούς αγγέλους του που στρίγκλιζαν πετώντας γύρω απ’ το ουράνιο τόξο. Μήπως τελικά ούτε έβλεπε, ούτε άκουγε και μας ξεγελούσε; Πώς αλλιώς εξηγείται που ρήμαξαν τον κήπο του κάθε λογής στρατηγοί και μεταπράτες, στέλνοντας οπλοφόρους και εμπόρους που μας ξεθέωσαν στο κυνηγητό; Ή μήπως νομίζει στ’ αλήθεια πως αυτοί που σκάβουν με τις κροτίδες τους αμέτρητους λάκκους είναι για να φυτέψουμε μηλιές;

Από τη συλλογή Βουστροφηδόν | Το σύνταγμα της ζωής (1988) του Νίκου Γρηγοριάδη (με το ψευδώνυμο Νικόλας Ταλμάν)

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Νίκος Γρηγοριάδης

Νίκος Γρηγοριάδης, Ο Πόντιος

Πυρρίχιος (από την τελετή λήξης στην Ολυμπιάδα της Αθήνας το 2004)

Ο Πόντιος

Ο Πόντιος είναι Πόντιος, έλεγε ο παππούς μου, κι όσο και να τον πλένεις πάντα στο δέρμα του φεγγοβολά ζωγραφισμένος ο πυρρίχιος και χορεύει στο μάτι του η Μαύρη θάλασσα μ’ ένα δελφίνι. Ανεβασμένος στο τελευταίο κλωνάρι τ’ ουρανού κρατά, όπως οι Άγιοι, στην αγκαλιά του γυμνές παρθένες που αναβλύζουν μύρο. Το άλογό του πίνει νερό από τη λάμψη της χλόης, κι όπου κινείται η Μοίρα βάζει μπροστά το ένα του φτερό, κι όπου χλοάζει φύτρο με τ’ άλλο το σκεπάζει. Και το κορμί του μες στα τόσα πλην αυτού του κόσμου και του άλλου είναι το μέγα πλούτος και η λάμψη όπου χτίζει το σπίτι του και το γκρεμίζει απέναντι στα φώτα των γυμνών παρθένων, ώσπου ν’ αντιφεγγίσει Αχειροποίητο.

Από τη συλλογή Βουστροφηδόν | Το σύνταγμα της ζωής (1988) του Νίκου Γρηγοριάδη (με το ψευδώνυμο Νικόλας Ταλμάν)

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Νίκος Γρηγοριάδης