Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης, Εις έν αγίασμα

Εις έν αγίασμα

Ο θάνατος δεν είναι το τέλος της ύπαρξης
τέλος της ύπαρξης βλέπει μόνο η εντροπή,
αυτή κρατά όλη την έννοια της αμαρτίας της αρχικής,
της αιτίας της αποβολής μας από τον παράδεισο.

Δεν ήθελα να πιστέψω στον άλλο κόσμο, όπου αδώνια
ίαμα ρέει πρόσχαρο, καθάριο, πλούσιο το νερό.
Δεν ήθελα την οδό της συνάντησης, όπου το ένα
το χέρι τείνεται σε χειραψία και βρίσκει τ’ άλλο.

Έτσι βλέποντας το τέλος των πάντων εγγύς
έλεγα ότι πεθαίνω, αλλά, μάλλον ντρεπόμουνα,
που ενώ έν’ άξιο μάτι μ’ έβλεπε, δεν άφηνα
με το νερό η βρύση να ποτίσει τη βλάστηση.

Έτσι, όσο κι αν προσπαθούσα, παγώνοντας τα νερά,
τα φυσικά να μιμηθώ φύλλα, πάντα ήμουν βρόμικος,
ο χρόνος μέρα με τη μέρα μέσα μου, σώριαζε
πράγματα, που δεν ήξερα πώς να τ’ αποβάλλω.

Αυτή ’ναι η ουσία της ακαθαρσίας που ντρεπόμαστε.
Ούτε τώρα μιλώ, αλλά τ’ ακούω εύγλωττα τη σιωπή μου
με τη μετακίνηση τριγύρω από το σώμα μου,
των νερών της πηγής όπου βυθίζομαι.

Αγίασμα Χριστιανικό, αρχαίας Νύμφης επώνυμο,
στους δαιδαλώδεις δρόμους της χώρας καταμεσής,
χάρις σου ανακτώ την υγεία μου την ψυχική,
μετ’ έναν θάνατο εικονικό, διώχνοντας την ντροπή.

(12 Μαρτίου 1951)

Από τη συλλογή Ποιήματα (Παλαιοντολογικά) (1988) του Νίκου Γαβριήλ Πεντζίκη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης

Advertisements

Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης, Δάκρυα των ματιών

Δάκρυα των ματιών

Η λίμνη της παραμυθένιας Καστοριάς (με τους γουναράδες,
με τις εκκλησίες σαν κοσμηματοθήκες, με τ’ αρχοντικά)
όλ’ η έκταση του νερού πο’ ’χει ο ποιητής μπρος στα μάτια του,
αγναντεύοντας μαρμαρωμένος απ’ τ’ Απόζαρι, το Τειχιό και το Απόσκεπο,

Όλο το νερό ίσαμε τα καλάμια και την εκκλησιά του Δισπηλιού,
που φαίνεται απ’ τα παράθυρα του γέρ’ οπλαρχηγού στον Ντουλτσό,
το νερό π’ απ’ τον Αϊ-Θανάση στην κορφή του βουνού της Χελώνας,
βλέπει ο χριστιανός ν’ αποκόβει το Μακροχώρι και το Παλιόρεμα,

η λίμνη έως πέρ’ απ’ την άκρη της Παναγιάς της Μαυρώτισσας,
γέμισε από τα δάκρυα ενός που τίποτα δεν έκαμε σωστό.
Όταν λιωμένος μέσα στα δάκρυα, ώστε να μοιάζει σαν αντάρα,
είδε αυτός πως πάλι με την αλμύρα τους κάμαν τ’ ανάποδο,

δίνοντας νερό ακατάλληλο για τ’ άλλα ψάρια και το γουλιανό,
για τη βοσκή των αρχοντοκόριτσων πουλιών της λίμνης,
ανέβηκε σ’ ένα ψηλό καμπαναριό και βάλθηκε να σημαίνει.
Γλυκός τόσο ήταν ο αχός της Ορθόδοξης Χριστιανοσύνης,

ώστε κάθε φορά, που άγγιζε το γλωσσίδι το χυτό μέταλλο,
χυνότανε κι ένα τσουβάλι ζάχαρη για να γλυκάν’ η λίμνη.
Τη γλύκα τούτη γεύονται εκείνοι π’ αναπαύονται, πέρα στ’ αμπέλια,
«τόση γλύκα μόν’ η αγάπη μπορεί να ’χει που τη ζητούσα κι άλλαξα».

(1951)

Από τη συλλογή Ποιήματα (Παλαιοντολογικά) (1988) του Νίκου Γαβριήλ Πεντζίκη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης

Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης, Ατένιση θησαυρού

Ατένιση θησαυρού

Ο πεθαμένος άνθρωπος είν’ ένας λίθος πολύτιμος,
το ζώο τον κατέχει σαν κοιτά τον αφέντη του,
δίχως τη δύναμη να μιλήσει βυθισμένο στη σιωπή,
στο δάσος το μεγάλο που ευωδιάζει χαρά.

Εκείνο που ελπίζουμε δεν είναι ν’ αποκτήσουμε
το θησαυρό που λαχταράμε στ’ αντίκρισμά του,
αρκεί και μόνο η ματιά για τον περίπατο,
των ψυχών έξω από τις κάμαρες.

Ο δρόμος όπου χαιρετιόμαστε μοσκοβολά,
από τις βλαστικές ουσίες του δάσους που στάζουν,
ρυθμικά ανθίζοντας έξω απ’ τα όργανα,
αιώρες του έρωτος κρεμαστές απ’ τα κλώνια.

Τα πρόσωπα ξαπλώνουν εκεί κι ονειρεύονται,
ξεχνώντας των σκοτεινών σωμάτων την αριθμητική,
μπορούν και διακρίνουν την πολύτιμη ποιότητα
του λίθου, με τα μάτια τ’ άγρυπνα του νου.

(1952)

Από τη συλλογή Ποιήματα (Παλαιοντολογικά) (1988) του Νίκου Γαβριήλ Πεντζίκη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης

Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης, Ανάμνηση

Ανάμνηση

Ανάμνηση ενός ανθρώπου
στιγμές που σβήσαν με την ευκολία του σχηματισμού τους
δεσμώτες στον κύκλο των περιστατικών.
Ποτέ δεν ενεργούμε περισσότερο ώστε να σταματάμε,
λίγο μπορεί να καταλαγιάζουμε τη δράση μας
απορία για την κατασκευή.
Θάλασσα πέφτει σε κύματα η σταθερότητα
πόση αγωνία ώστε να μας σκεπάσει η διάρκεια
ξεχνούμε την ατομική ονομασία της
κλονισμός της συνέχειας της ζωής
εντυπωμένες ποιότητες της ύλης αναφέρω,
νερά αγαπημένα όραμα της θάλασσας,
αγκαλιά ποταμού μαξιλάρι της λίμνης
δέντρο της βλάστησης, πλάτανος, πράσινο
διάπλαση της γης στα μύχια.
Ουρανού προστασία φωτισμός της Σελήνης
άνεμος που τον διψά η αναπνοή
γνώριμο πλοίο με ξύλα προσάρμοσαν
σώμα ανθρώπου ράχη και πρόσωπο.

Χρωματιστές κορδέλες που πλέκονται στα μαλλιά
πράσινο και καφετί, μαβί και κίτρινο
πηγή προσκυνήματος, προσευχή στην εικόνα.

(1940)

Από τη συλλογή Ποιήματα (Παλαιοντολογικά) (1988) του Νίκου Γαβριήλ Πεντζίκη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης

Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης, Αίσθημα

Αίσθημα

Δεν είναι ψέμα ο μύθος,
αρκεί να κοιμήσουμε το φίδι
προπατορικό εχτρό του ανθρώπου,
όσα επαγγέλλεται περί ουρανού.

Ανοίγω το παράθυρο κι έρχεται,
δικό μου τ’ αγαθό σύννεφο,
τ’ ακαθόριστο κι άπιαστο σχήμα του,
δεν επιτρέπει την παραμικρή αμφιβολία στα ζώα.

Το μοσχάρι με το δέρμα ξανθό,
ο σκύλος με τα υποταχτικά μάτια,
φυλάγουν όλη την άπειρη αλήθεια του,
γι’ αυτό και λογαριάστηκαν Θεοί, κάποτε.

Τα πρωτοξύπνητα μάτια τ’ ανθρώπου,
που αγκαλιάζει την ευφορία του σύννεφου,
η χωμάτινή του καρδιά γεμίζει
με τη χαρούμενη ελπίδα της βροχής.

(1936)

Από τη συλλογή Ποιήματα (Παλαιοντολογικά) (1988) του Νίκου Γαβριήλ Πεντζίκη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης

Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης, Αγών ψυχής

Αγών ψυχής

Μόνος μέσα στου ονόματός μου τη φυλακή,
παρ’ όλο τον ήλιο τον πλούσιο της ημέρας,
στενοχωριέμαι και νιώθω τυφλός,
τη γλυκιά στερημένος ελπίδα του κόσμου.

Σύννεφο άυλης ποιότητας άχρονης,
μπαίνει στο σπίτι των θυρών κεκλεισμένων,
αλλάζοντας τη νύχτα σε παράδεισο,
φως, η γλυκιά ελπίδα του κόσμου.

Εκεί που δεν την περιμένεις, αναπάντεχα,
από τις άκρες στο σώμα των δαχτύλων εισορμά
ακμή ζωής και θάνατος ταυτόχρονα,
ανάσα, η γλυκιά ελπίδα του κόσμου.

Μες στην απόγνωση της κάθε μέρας ερωτώ,
το δέντρο που με την απουσία της σαραβάλιασε,
πώς διψασμένο να χορτάσει μπορεί
ψωμί, τη γλυκιά ελπίδα του κόσμου;

(1952)

Από τη συλλογή Ποιήματα (Παλαιοντολογικά) (1988) του Νίκου Γαβριήλ Πεντζίκη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης

Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης, [Είναι τάχα ώρα να σηκωθώ μέσα στο ζωντανό δάσος…]

2

Είναι τάχα ώρα να σηκωθώ μέσα στο ζωντανό δάσος
βρίσκω την τροφή μου δίχως να ξεχωρίζω της νύχτας και της μέρας τα σύνορα
πρέπει όλα τα πρόσωπα του διαβατάρη χρόνου να σταθούν
Ψηλότερα απ’ όπου βρισκόμαστε εκτείνεται η θάλασσα
γκρέμισε η πεζούλα κι ο πόντος σμίγει με τη στεριά
τρεις σταλιές ονόματα στο τρύπιο πιθάρι των Δαναΐδων,
απόγευμα με όμορφο ήλιο εκείνος εσύ κι εγώ
αφήνομαι ξαπλωμένος σ’ αποθήκες ακριβές
τα σανίδια γρήγορα σκευρώνουνε μέσα στη λάσπη
πώς είναι δυνατό να νιώθω τη ζωή όταν μου είσαι ξένη
σύμφωνα με τη γνώμη της εποχής φοράμε ρούχα
ατίθασα ψαρά μαλλιά στο βορειοελλαδικό κρανίο
η πέτρα με τα χρόνια που περνάν ενισχύει τη μνήμη
για τη χαρά του φίλου ανταμώσαμε μαζί
μέσα απ’ όλες τις καταστάσεις όλων των σημείων του κόσμου
βραδιάζοντας ανταμώνουν τα τρία πρόσωπα της μνήμης.

Από την ανέκδοτη συλλογή Φωτογραφίες του Νίκου Γαβριήλ Πεντζίκη

Το ποίημα γράφτηκε στις 4 Αυγούστου του 1943.

Πηγή: Ανθολογία «Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης (1930-1980)» [Νίκος Καρατζάς (1981)]

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης

Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης, [Συνήθως δεν βλέπουμε τίποτα…]

4

Συνήθως δεν βλέπουμε τίποτα
σαν τα παιδιά έχουμε λίγες ανάγκες
υποθέτουμε απλώς αληθινά τα φαινόμενα
συγχέουμε στην αρχή τις δυνάμεις
τον άνθρωπο με τα επιβλητικά ζώα
μας κυριαρχούν οι άμεσες εντυπώσεις
το παιδί σχεδιάζει μεγάλα κεφάλια
παριστάνεται η μορφή εκ του πλαγίου
αναπόσπαστο μέρος ενός συνόλου
δεν είναι αυθύπαρκτη διακοσμεί
τα πρόσωπα συγχέονται
το πλήθος και η μονάδα είν’ ένα
καταργείται του χρόνου η έννοια
διαθέσεις τρόποι φωνές
την στέρεα ιεραρχία των φαινομένων
με τόλμη υπερπηδούν οι Έλληνες
αδίσταχτα χαρακτηρίζουν τον θνητό
δεν αντιπαρέρχονται μπροστά στο θάνατο
προκειμένου όμως για κάτι που χάνεται
αμείλιχτο εγείρεται το πρόβλημα
τι πράγμα έχει σημασία να προσέξουμε
τα μαλλιά τα ωραία μαλλιά
τα μάτια τη μύτη το μουστάκι
το σώμα ολόκληρο καταστρέφεται
κάτι που περνά είναι η έκφραση
τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά
διηγιένται υποθέσεις του παρελθόντος
οποιοσδήποτε ανύπαρκτος δεν μ’ ενδιαφέρει
ανύπαρκτος τρομάζω
βλέπω πίσω απ’ το τζάμι το θάνατο
γυρεύω την ασφάλεια της πίστης
την υποταγή στην ιεραρχία της πυραμίδας
εντελώς έρημος δεν καταλαβαίνω
η σεμνότητά μου τι χρειάζεται
ο στοχασμός των σφιγμένων χειλιών μου
το φιλήδονο βλέμμα
το γέρσιμο του κεφαλιού με παράπονο
σκέφτομαι την κάθε λεπτομέρεια
μέχρι που ξεχωρίζει με δική της οντότητα
περνά απ’ το υποκείμενο στ’ αντικείμενο
τ’ αντικείμενο έχει δική του αξία
αν αγαπώ τη ζωή δεν πρέπει να το υποτάξω
αν δεν έρχεται να με δει δεν πειράζει
την Τρίτη βράδυ ξεράθηκαν τα μάτια μου
δεν σε βλέπω πια γύρισα κι είπα
ανοίγεται με τα δικά του φτερά υπερήφανο
αυτό που για να το σηκώσω τσακίστηκα
συγχώρεσέ με για τους κόπους που σου ’δωκα
οι αισθήσεις σβήνουν διαλύεται το σώμα
πεθαίνω όμως γνωρίζοντας ευδαίμονα
ο άλλος θα πεθάνει όπως πεθαίνω
όταν τ’ αντικείμενό του συμπληρώσει
δεν υπάρχω όπως δεν υπάρχεις
αθάνατη μόνη η ομοιότητά μας μένει
στον τάφο διασώζεται η σχέση
με τις μάχες που ιστορούνται σώμα προς σώμα.

Από το βιβλίο Ν. Γ. Πεντζίκη, Παλαιότερα ποιήματα και νεώτερα πεζά (1980)

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης

Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης, [Πλαγιάζω όπως διαμορφώνονται τα πετρώματα…]

3

Πλαγιάζω όπως διαμορφώνονται τα πετρώματα
από περασμένη βλάστηση έν’ απολίθωμα
αγνοώντας την ατραπό του σπηλαίου της δοκιμασίας
δεν ξέρω πώς μπορεί η μορφή να διασωθεί
θρηνώ την καταστροφή και ασθένεια του σώματος
θυμούμαι τον καιρό που έπαιζα με το χέρι της
τώρα την βλέπω κατάκοιτη που έχει προσβληθεί
με τα υφάσματα που εκφράζουν τα συναισθήματα
τα κύματα των ημερών τις πτυχές
αποργανωμένος ο λίθος ζητεί την έκφραση
σκελετός από τις κακοκαιρίες λευκασμένος
δεν μας απαντούν δεν έρχονται δε μας βρίσκουν
εφ’ όσον είμαστε ανόμοιοι πώς να ζητήσω
πώς με τη ζωή να ταυτιστώ να πιστέψω
ο κάθε δρόμος εσφαλμένη άγνοια
γυρεύοντας κάτι δικό μου εμφανίζομαι
πώς μπορώ να ξέρω ότι υπάρχω
όταν και η πλάκα του τάφου δεν βρίσκεται
κάθε συζυγία διαγράφεται
τα ενωμένα χέρια διαλύονται
πεθαίνουν με την ομορφιά τους οι θεοί
με το παράστημα τ’ ανθρώπινο ενάρετα
η σιωπηλή γυναίκα με το σεμνό χτένισμα
με τους στοχασμούς ο αρήιος άντρας
να υπάρχω εξακολουθώ
κατεβαίνοντας στον άδη και γνωρίζοντας
την αχανή από κάθε πρόσωπο ερημία
μαθαίνεις ότι η σκιά σε ακολουθεί
το προσφιλές επανέρχεται ίνδαλμα στη ζωή
η ασφαλισμένη γνώση και σχέση
η εμορφιά απ’ όλα τ’ άνθη της άνοιξης
αρκεί ανεβαίνοντας την ατραπό
όπως επιθυμούμε όλα τ’ αντικείμενα
δεν πρέπει να σταθείς και να προσβλέψεις
πρέπει να εξορύξω λοιπόν τα μάτια μου
να καταστρέψω τις αισθήσεις του σώματος
αμείλιχτη πάλη αγωνίζομαι
ένα βήμα μπροστά το πόδι
πίσω κάμπτεται ο κορμός
τα χέρια μου δεμένα με λουριά
αλήθεια αναλογίζομαι θ’ αγκαλιάσει
ο ανδρικός Απόλλωνας με την χρυσή χαίτη
το νεκρικό άγαλμα της γυναίκας
το χέρι που κρατά αναστραμμένο το μαφόρι
το χέρι που στη μέση ακουμπά της κοιλιάς
θα θραύσουν τις πτυχές τα πόδια
το στόμα το ωραίο τη σιωπή
απερίγραπτα είμαι χαρούμενος
μ’ όλους της πολιτείας βγαίνω εκδρομή
καταλαβαίνω την φροντίδα των επισήμων
τη δύναμη απ’ τον εργάτη τον γυμνό
όλοι μαζί πηγαίνουμε στα δέντρα
στα έργα μας να θυσιάσουμε τα άλογα
στεφάνι στη προσπάθειά του φορεμένος
σαν ιερέα ο καθένας μ’ ακολουθεί
μέχρι πού πρέπει να πάω
δεν είμαι τάχα άνθρωπος εγώ
αν δεν είμαι ποιος είναι ο θεός
χώρου και χρόνου κενό που δε συμπληρώνεται
ποιο είναι που λείπει το πρόσωπο απ’ τη λιτανεία
από την τάξη που πορευόμαστε οι ενήλικες
έχοντας στο κεφάλι των παιδιών το χέρι
κρατώντας δοξαστικά κλάδους βάγια
αν κρίνω λογικά στρεφόμενος πίσω μου
μπορεί να μην υπάρχει τίποτα
μπορεί ο συνηθισμένος κόσμος να γελάστηκε
να έχει γελαστεί επειδή γελάστηκα
να σηκώνουν ένα εκμαγείο που της μοιάζει
ακριβώς αποδομένα στην πέτρα τα χαρακτηριστικά
μαλλιά μάτια στόμα μύτη φρύδια
πτυχές του ενδύματος πάνω στο στήθος
ολόκληρη μέσα στο πέπλο της η μορφή
όπως τη γνώρισα στο μακρινό ακρωτήριο
όταν ποτέ να μη χωρίσουμε ορκιστήκαμε
ρίχνοντας τον αρραβώνα μας στη θάλασσα
διαλύοντας όλους τους πρόσκαιρους δεσμούς
κι απ’ τη γης για να την ανταμώσω ξενιτεύτηκα
σμίγοντας το ένα χέρι μου με τ’ άλλο
ατενίζοντας κατά μέτωπο μ’ ορθάνοιχτα μάτια
δεν μπόρεσε η νύχτα να μου την κρύψει
θα στρέψω πίσω να δω
δε μπορούν να μου αφαιρέσουν το έργο μου
χάρου άνθρωπε την ειρήνη της πίστης
πράγματα πλίνθους κεραμίδια και ξύλα
αναίσθητες πέτρες κρατάμε
σκόρπια λόγια βλέπουν οι αισθήσεις μας
αλλά την πρόφτασα ν’ απομακρύνεται
θα εξακολουθούσε να υπάρχει ακόμα
αν δεν είχα παραβεί την εντολή
η εργασία μας είναι δεσμός άρρηκτος
σχέση αληθινή της αιωνιότητας
εφ’ όσον αίμα ρέει στις φλέβες μου
ανακατώνοντας με το ρυθμό του τη γη
μπορώ τη στάμνα που έσπασε να αποκαταστήσω
όπως τα χέρια του παιδιού που τη ρίχνει
καταγής απ’ το παράθυρο και δεν σπάνει
η πηγή του δάσους ανθοστόλιστη
δροσοπάροχη γεμίζει τη στάμνα
ζώα και πουλιά συγγενή
έρχονται να ξεδιψάσουν
σε σκιά και σε φως μέσα στο δάσος
μην εμποδίζετε το διψασμένο ελάφι
όταν τρέπεται προς την πηγή
σαν τους πολύτιμους λίθους το κλάμα του
όταν πίνει νερό θολωμένο
το ελάφι μ’ ένα άστρο στο μέτωπο
με το σύμβολο του Σωτήριου μαρτυρίου
δε μπορεί να το πειράξει κανένας
λαχταρώντας άγριο θήραμα
το λάβωσα και θρησκεύομαι
με τις αμαρτίες που φέρνουν το τέλος
στον κρυφό ατομικό εγωισμό
ώστε ν’ αναγνωρίζω το σύνολο.

Από το βιβλίο Ν. Γ. Πεντζίκη, Παλαιότερα ποιήματα και νεώτερα πεζά (1980)

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης

Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης, [Οδύνη θλίψη πόνος λύπη και στεναγμός…]

2

Οδύνη θλίψη πόνος λύπη και στεναγμός
όταν συλλογιέμαι τα καθ’ εαυτόν
όταν μεμονωμένα εξετάζω τον απέναντι
όλα τα πάντα διαψεύδονται
όταν περιορίζω την εξέταση στην κίνηση
δίχως να ξεχωρίζω τον σκοπό που υπηρετεί
σκοπός της σαρκός σαρκικός άσαρκος
αισθητός με την σάρκα που την σκοτώνει
αγαπώ και το αγαπώμενο δεν είναι δικό μου
αγαπώ και στο αγαπώμενο δεν ανήκω
συμβατικά και κατά συνθήκη πλησιαζόμαστε
δεν λέω πως ψέματα μας πληροφορούν οι αισθήσεις
παραδομένος είμαι σαν φελλός στον Ωκεανό των αισθητών
απ’ το Βοριά ίσαμε τη Μεσημβρία
από τους πάγους ίσαμε τους τροπικούς
στην ίδια πρόχειρη μένουμε κατοικία
σ’ ένα ξύλινο σπίτι τον ανήφορο παίρνοντας
πριν ο στραβός κατήφορος με βγάλει αντίπερα
τα ονόματα των δρόμων στις δυο πλευρές
στον αριθμό η είσοδος δέκα επτά
πίσω απ’ τα παράθυρα με τα παραπετάσματα
μέσα στις κάμαρες με την αισθητή εμπειρία
σαν τον κάθε χειρώνακτα εργάζομαι
κοπιάζω για τις μορφής μου τη συντήρηση
δεν είναι δυνατόν να ζήσω πολλά χρόνια
τέλος με διαλύει η αντιφατική πάλη
οι δαίμονες της σαρκός καταπολεμούνε τη σάρκα
τα γεννήματα τρων τον γεννήσαντα
γκρεμίζουν τους γονείς απ’ τον γεροντόβραχο
λογάρι τα περισωζόμενα λείψανα
καθημερινά μεταβαλλόμαστε σε αξίες
στο ισόγειο είναι το μαγαζί που συναλλάσσομαι
δίνω τη σάρκα μου και τρέφομαι με ξένη
δεν μπορώ να ξέρω τι αποτελώ
σήμερα ξύπνησα το πρωί νικητής
είδα στην πλώρη ν’ αρμενίζει έναν άγγελο
η κάθε στιγμή μας είναι έν’ άγαλμα
αυτές τις μορφές πιστεύω
έμορφη πανέμορφη πεντάμορφη
πόσο εξυμνείται το φυσικό άνθος υψηλά
απ’ τη γη της δουλείας το σηκώνουν τα χέρια μου
βλέποντάς με μου το προσφέρεις
επειδή σε είδα σου το χαρίζω
εμπλέκονται τα χέρια μας στους καρπούς
δεν πρόκειται για σένα ούτε για μένα
ατενίζοντας αναπαυμένα
υπάρχουμε οι δύο μαζί
όλοι μαζί σε μια κοινότητα
άντρες και γυναίκες όπως είμαστε
η βαριά υλική πέτρα κρατεί τ’ αχνάρι
σαν το φεστόνι της θάλασσας στον άμμο
η αγάπη των μαλλιών διαφυλάγεται
το ιερό και σεμνό χτένισμα
κάτι απ’ την ομοιότητα στα μάτια
μέσα στις πτυχές των ενδυμάτων
αιώνιες οι μορφές πορεύονται
λιτανεία επίσημη και εορταστική
πάν’ από της πεθαμένης αγάπης τον τάφο
δεν κάθομαι τη συντέλεια περιμένοντας
πανηγυρίζοντας φαιδρώς ακολουθώ
βλέποντας το έργο των χεριών του ανθρώπου
γεμάτος αγαλλίαση τραγουδώ.

Από το βιβλίο Ν. Γ. Πεντζίκη, Παλαιότερα ποιήματα και νεώτερα πεζά (1980)

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης

Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης, Διδαχή

1

Διδαχή

Ποιο είναι το αληθινό που μπορούμε πρόσωπο να δούμε της ζωής
ως αλήθεια ότι από μακριά θεωρεί ο ιδεαλιστής αγαπά
δεν ανέχεται να δει να τρώει μακαρόνια η Ρεγγίνα
θα τον βαλάντωνε η απογοήτευση αν πολέμαγε μαζί με τους σκλάβους
μεγάλο κατόρθωμα μέσα στη νύχτα του στόλου η πυρπόληση
η φήμη γεμίζει τον κόσμο με τ’ όνομα του μπουρλοτιέρη
ο γλύπτης όμως της μορφής του δεν πηγαίνει από κοντά να τον γνωρίσει
για λόγους ιδιοσυγκρασίας ασθενικής δικαιολογημένα αποτραβιέσαι
στην έρημο πύργο μπορείς με των πεθαμένων τους ίσκιους να ζεις
η πυκνότητά των είναι ελάχιστη άντικρυ στην πραγματική παρουσία
θα χανόσουν μπροστά στην ισχυρότερη ύπαρξη με την ομορφιά
μόνος πειθαρχικός ανεβαίνεις την πρώτη βαθμίδα του τρομερού
οι άγγελοι πραγματικά είναι αντικείμενα που έχουν έδρα τους το αίμα
όσοι νηστεύοντας βαδίσανε στην έρημο τους είδαν
όχι εντελώς πάντοτε ελευθερωμένα απ’ τον οργανισμό
η τομή των ιστών για την εσωτερική όραση είναι δύσκολη
με το υποχλωριώδες αντιδραστήριο καταστρέφεται κοντά στο κύτταρο και το πλάσμα
άξιες είναι για μελέτη όλες οι αντικειμενικότητες του υποκειμένου
περίλαμπρη η απεικόνιση στον τρούλο απ’ το σπίτι που συγκεντρωνόμαστε όλοι
στα παιδιά διηγήθηκα έν’ από τα θαύματα της Αγίας Γραφής
για να πιστέψουν είπα πως είναι μια από τις ατομικές περιπτώσεις
ουδέποτε το σύνολο αρνιέται οποιαδήποτε περίπτωση ατομική
ζωντανό σύνολο αρρώστων θεραπεύει η γιατρική
συλλογιέμαι λοιπόν ότι ετάχτηκα παιδαγωγός
πρέπει να εκφράσω το αιώνιο συνολικό πρόσωπο της ζωής
μαραμένο τριαντάφυλλο η μνήμη των αισθήσεων μέσα μου
μέθη γεμάτη νου αγκαλιάζει τους χαρακτήρες
κέντημα που στολίζει και πράμα που πιάνεται ξεχωριστό
μαντίλι γεμάτο απ’ το πρόσωπο με τον καημό
με τα μαλλιά που χτενίζω τον μισό κόσμο που κλειούνε
μ’ όλα τα κατάρτια κι άρμενα τα ταξίδια μαλλιά
των αισθηματικών κινήσεων έχω ποτιστεί τη θλίψη
ξέρω το ασύμπτωτο των δρόμων όπου επανερχόμαστε
την βαριεστημένη στειρότητα που διασπά υποκείμενο κι αντικείμενο
δεν μπορώ ως σκοπό να διδάξω της γνώσης τον έρωτα
η αγάπη που τον ήλιο και τ’ άλλα τ’ αστέρια κινεί
είναι μέσο, λειτουργία, μέθοδο για τον σκοπό της γνώσης
μ’ όλες τις φαντασίες του ο καθένας πρέπει να πειθαρχεί
πειθαρχία στα πράγματα που εξακολουθούν πέρα από κάθε απόπειρα
πειθαρχία στον πλησίον που είναι ίδιος όπως εγώ
πειθαρχία στους νόμους για την προκοπή του συνόλου
πεθαίνω γνωρίζοντας κι ό,τι γνώρισα κληρονομώ
ακόμα να γνωρίσω θέλοντας γονατώ και κάνω υπακοή
αυτά είναι τα πόδια σου με τα καλίγια που φορούν
τα χέρια το κορμί το πρόσωπο και τα μαλλιά
στην κάθε περίπτωση που τυχαίνει να γνωρίσω
καμιά ιδέα αγαθού και καλού δεν θα επιτρέψω να τ’ αρνηθεί
η αγάπη πρέπει και τα κόπρανα να με μάθει να τρώω του άλλου
η γνώση μέσα μου μπαρούτι βόλια μαχαίρι μίσος
για όσους περιορισμένα θέλουν τη ζωή με σακάτικο σώμα
φέρνω τα ατομικά αγαθά στην κοινότητα για όλους
ευρύνω τον ορίζοντα πέρα απ’ τον ωκεανό
εκτείνω τη γη απ’ τους ουρανούς πέρα
δίχως φόβο τη ζωή του ανθρώπου πέρ’ απ’ τον θάνατο

Από το βιβλίο Ν. Γ. Πεντζίκη, Παλαιότερα ποιήματα και νεώτερα πεζά (1980)

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης

Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης, Τους είδε το σπίτι

Τους είδε το σπίτι

Ανέσυραν δύο πνιγμένους
μαθητές του γυμνασίου
της Ελληνογαλλικής εμπορικής σχολής
τους είδε το σπίτι που μου ’διναν
όμως την κοπέλα δεν την πήρα
δέρμα πλιθιά με άχυρο
ανάστημα σαν κομπόδεμα
κάλτσα παραγεμισμένη
συρτά λαϊκής τέχνης κουφώματα
ανάμεσα στα μαλλιά
μια σοφίτα
πάνω από το μέτωπο
χειρομαντείας όνειρο ξεκούραστο
εικόνα γαλλικού vocabulaire
δασκάλα και των δύο μια κουτσή
καθώς ανεβαίνανε
μέσ’ απ’ τα γυαλιά της
μύριζε λάχανο
περπατούσαν με τερλίκια
ένα δύο τρία ή τέσσερα χρόνια
και ο εφοπλιστής έστειλε
εκ των αποθεμάτων του στην Ελβετία
αγοράσαν βότσαλα και χτίσανε
ασημικά πάνω στο μπουφέ
υαλόφρακτα δωμάτια
καναπέδες από δέρμα του Καναδά
θαυμάζουν το ένα και το άλλο τα ορφανά
γλάστρες με μαβιές ποδιές
μέσα στο θερμοκήπιο τραμπαλιζόντουσαν
από τον καιρό που πολεμώντας
πάνω από τις στέγες των εκκλησιών
εκδιωχθήκαν οι Βούλγαροι
που είχαν φθάσει
Λαγκαδόθεν και Γαλλικόθεν
με τον Σκυλογιάννη και τον Μαναστρά
στα πρόθυρα και τους σκόρπισε
ασπροφορώντας ο Άγιος Δημήτριος
και δεν αναπαυθήκαν
στο οίκημα με τα δέντρα
κατάντικρυ στα επικίνδυνα
θαλασσινά πηγάδια
που τρομάζουνε τα ορφανά
ότι ο δράκος θέλει να τα φάει
και τα κύματα σκέπασαν
την απαρνημένη του λοχία.

(1958)

Από τη συλλογή Ανακομιδή (1961) του Νίκου Γαβριήλ Πεντζίκη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης

Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης, Τοπογραφία

Τοπογραφία

Ψηλότερ’ απ’ τα σπίτια που κρύβ’ η ομίχλη,
στο άνω της πλατείας με τους πολλούς ναούς,
(που σώζονται περίβλεπτοι ή κάηκαν,
και περισώθηκαν μόνο ως ονόματα)

στα μισά σχεδόν του λόφου όπ’ ανέβαιν’ η πόλη,
περίπου εις το ύψος του Κέντρου των εργατών,
σιμά εις τον μέγα του Πολιούχου Ναό,
αγνάντια στις κούνιες όπου διασκεδάζουν τα παιδιά,

στη θέση του παλαιού αθλητικού σταδίου,
(όπου την ισχύ του μονάρχη, που θαρρούσε ως άπαντο
τον υλικό πλούτο και έκτιζε ανάκτορα,
αντιμετώπισε ο Μάρτυς εγκαρδιωμένος,

απ’ τ’ άκουσμα διαμέσου των κιγκλίδων της φυλακής,
της φωνής του διδασκάλου του εν Χριστώ)
όπου πιθανόν ο Ναός και ο Τάφος του Νέστορος
πάνω στο κυλισμένο μάρμαρο, η αγάπη μου κάθεται.

Από τη συλλογή Ανακομιδή (1961) του Νίκου Γαβριήλ Πεντζίκη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης

Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης, Σκόρπια φύλλα

Σκόρπια φύλλα

Σκόρπια φύλλα του φθινόπωρου
οι αγρότες για τη σπορά περιμέναν βροχή
ο άνεμος κλωθογύριζε ανοίγοντας τα επουράνια
«ποια οδό ακολουθούν τα κίτρινα φύλλα που πέφτουν;»
αντίθετο δρόμο παίρνοντας ο απόστολος των εθνών
από Νεαπόλεως της νυν Καβάλας
Προς Θεσσαλονικείς Α΄ Επιστολής το ανάγνωσμα
ου θέλω υμάς αγνοείν περί των κεκοιμημένων
ίνα μη λυπήσθε καθώς και οι λοιποί
ψηλό σαν τηλόπτης φάρος το καμπαναριό
καμπύλ’ ανοίγματα προς όλα τα σημεία του ορίζοντα
ότι είναι και δεν είναι σειρά συμπτώσεων
στο περιβόλι τάφοι με σταυρούς
κατάντικρυ η φωτιά κατάτρωγε το καράβι
πέθανε η πολυαγαπημένη μάνα του
έξ’ απ’ την ξύλινη θύρα καθόταν και περίμενε το κορίτσι
όπως κάθονται απάνω στ’ άνθη οι πεταλούδες
μια ωραία πεταλούδα κι έν’ άδειο γραμματοκιβώτιο
ενώ οι πόρτες ήταν κλειστές
νύχτα ερχόταν και τον έβρισκε
στον μυχό του κόλπου όπου εκβάλλει η ενδοχώρα
στο αναπεπταμένο πέλαγος που κατάπιε τον πατέρα
όταν δε μπόρεσε να καταλάβει τις κινήσεις του γιου του
ότι το πένθος σημαίνει νίκη και τρανή χαρά
έρχεται να φορτώσει σιτάρι στην αποβάθρα
και σχολιάζουν το θέαμα οι γνωστικοί
ερμηνευτές του ζωντανού ονείρου δακτυλοδεικτούν
πίσω ταφόπετρες με μάτια το χωριό
με αναστήματα υψηλά πλούσια βλάστηση το σκιάζει
ανάμεσα στις υπερκείμενες στέγες των φυλλωμάτων
και στους υπόροφους θάμνους ανέρπει μνήμη
αφοσίωσις και πίστη θερμή ο κισσός
όπως ακριβώς ήσουν και ήταν
κάτω από την επιφάνεια κάνοντας βουτιά
όπου τα πλοία του Μαρδονίου εναυάγησαν
αλλά ξέρουμε ασφαλώς πως ο θησαυρός διεσώθη
στις θαλασσοσπηλιές όπου οι φώκιες μοιρολογούν
στου αγιώνυμου Όρους τους βράχους τους κρυσταλλώδεις
αρωγή σε όποιον τεκταίνεται μεγάλα και πολλά
τον ήλιο που βυθά στη λεκάνη της μάνας του
και θρηνούν όσοι τον πίστεψαν γιατί σβήνει
άλλη δυνατότητα προσφέροντας εκ των υγρών εγκάτων
να μας πας στην ξενιτειά
να μας πας στα πέρα μέρη
φύσα θάλασσα πλατιά
φύσ’ αγέρι, φύσ’ αγέρι.

(1958)

Από τη συλλογή Ανακομιδή (1961) του Νίκου Γαβριήλ Πεντζίκη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης