Ζωή Καρέλλη, Το τραγούδι της παλλακής

Το τραγούδι της παλλακής

Απόψε ο αφέντης θα πάει με την κυρά.
Εκείνη τον περιμένει. Στολίστηκε τη χαρά,
φόρεσε την αγάπη της.
Την έβαλε στα μάτια, στο πρόσωπό της,
την έχει στη λαλιά, στα χείλη
που θα του μιλήσουν, θα τον φιλήσουν
στα μάτια, στα σγουρά μαλλιά,
τρυφερά κι ύστερα πιο σκληρά∙
μα ίσως η κυρά να μη γνωρίζει
να φιλεί σκληρά. Δεν έχει μάθει,
έχει η αγάπη της τρανή σειρά.

Ο αφέντης είναι περήφανο,
γυμνό βουνό που το πυρώνει ο ήλιος.
Δέντρο μοναχικό,
τα χέρια του είναι κλαδιά που περιπλέκουν,
τα δάχτυλά του φύλλα δροσερά.
Τα πόδια του είναι κολόνες στο γεφύρι,
όπου περνούνε οι γυναίκες εκεί
που δεν θα τον ξεχάσουν πια.
Το μελαχρινό του στήθος είναι
μια μπρούτζινη πόρτα, απ’ όπου μπαίνεις
σε κάμαρη μυστική και χάνεσαι.

Κρατάει ψηλά την κεφαλή του
και σκύβεις δίχως να το σκεφτείς.
Τα μάτια του είναι σαν του άγριου πουλιού
που δε λογαριάζει.
Δεν λογαριάζει
ο αφέντης τίποτα όταν σε κοιτάζει.
Σε λυγίζει και φεύγει.
Απόψε γυρίζει στης κυράς.

Κλείνω τα μάτια για μην ιδώ
κι αυτόν βλέπω μπροστά μου.
Τα χέρια μου σφιχτά κλειδώνω,
τα πόδια μου βάζω να περπατούν,
θέλω να σκίσω τη λαλιά μου.

Τι ήθελε κι ακούμπησε το χέρι
στην καρδιά μου.
Γιατί έσκυψε απάνω μου,
δε μ’ άφηνε στη μοναξιά μου
και τώρα τον γνωρίζω και φαντάζομαι.

Ας δείξει εκείνη τη λαχτάρα της,
ας τον αγγίξει.
Αυτός
που ξέρει με τα λόγια να σ’ αγγίζει
επίτηδες, όπου πονείς, τι θα της πει;

Γυρεύω απάνω μου τ’ αχνάρια του
κι έχουνε φύγει τα καλά σημάδια.
Γυρεύω τη λαλιά του μέσα μου
και γλίστρησε η φωνή σαν το νερό
από στάμνα ραϊσμένη.

Πώς μου πονεί το ράισμα
και μου παθαίνεται η ψυχή,
που θέλει να κρυφτεί,
να μη φανεί πόσο υποφέρει.

Και μου τσακίζει το κορμί
υποταγή ασήκωτη
και προσμονή αφανισμένη.

Από τη συλλογή Αντιθέσεις (1957) της Ζωής Καρέλλη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Ζωή Καρέλλη

Advertisements

Ζωή Καρέλλη, Εστάμπα

Ζωή Καρέλλη & Νένα Βενετσάνου, Εστάμπα (δίσκος: Καφέ Γκρέκο (2003))

Εστάμπα

Από τις άκρες των δαχτύλων της
κυλάει φως.
Από τα δάχτυλά της κυλάει
ένας ήχος οπάλινος.
Γέρνουν τα δάχτυλά της
και γλιστράν οι σταγόνες στιλπνές
ξεφεύγουν, μικρές, διάφανες φωνές…

και στη μια παλάμη
έχει τον άγνωστο καρπό,
που τον κυβερνά το ευλύγιστο
λύγισμα, του λιγνού, δικού της καρπού.

Από τη συλλογή Αντιθέσεις (1957) της Ζωής Καρέλλη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Ζωή Καρέλλη

Ζωή Καρέλλη: Μνήμη απίθανη…

Μνήμη απίθανη…

… σαν όνειρο,
ή κάποια φαντασία ωραίου χρόνου
της ζωής.
Ιδανικής νεότητας χαρά,
άσπιλη καθαρότητα,
προτού αρχίσει η πάλη,
ακάθαρτη.

Από τη συλλογή Αντιθέσεις (1957) της Ζωής Καρέλλη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Ζωή Καρέλλη

Ζωή Καρέλλη, Σεχραζάντ

Σεχραζάντ

Της Κ.

Σαν πλησιάζει το ήσυχο βράδυ,
περιμένω τον ερχομό σου.
Τότε ζει η ψυχή μου,
το σώμα που, όλη τη μέρα,
σαν όνειρο συντροφεύει δική σου,
η σκέψη μου.
Δε χαλά,
καθημερινή, της αναμονής η χαρά
κι ας περνά της ζωής μου ο χρόνος.
Η αγάπη μου, της κάθε ώρας λαχτάρα,
κάθε βράδυ για σένα ξυπνά,
σαν τη μυστική αντηλιά του νυχτερινού άνθους,
που περιμένει να βασιλέψει ο ήλιος,
για να λάμψει η χλωμή του θωριά.

Όταν έρχεσαι από κει,
όπου εσύ βασιλεύεις και δείχνεις
της δύναμής σου τη σημασία,
τοιμάζομαι ανήσυχη.
Γλυκός ο τρόμος περνά
τις φλέβες των χεριών μου,
που θ’ απλωθούν σε σένα δισταχτικά,
προσφορά ορμητική
και συγκρατημένη παραφορά με κρατεί
και σε σένα με φέρνει.

Ολημερίς συλλογίστηκα την ομιλία
που θ’ αλαφρώσει τη δική σου προσπάθεια.
Το χαμόγελο να τοιμάσω
που σου αλλάζει την έκφραση
και ξεκουράζει τη δική σου ορμή.
Θα φανερώσει το πρόσωπό σου
όπως εγώ μονάχα το γνωρίζω.
Δόξα μου γίνεται η αλλαγή σου.

Τούτην αποζητώ και δική μου νίκη
την έχω εγώ μ’ αυτήν σε κρατώ
και σου δίνω, ό,τι σε κάνει
πιο βέβαιο και πιο δυνατό,
για να ξαναρχίζεις με τον πρωινό ήλιο
το δρόμο σου, αφήνοντάς με πάλι
να σε περιμένω, γνωρίζοντας
πως πάντα σ’ ακολουθώ με την έγνοια μου.

Τόσο υπάρχω για σένα,
που σ’ αισθάνομαι πάντα κι έχοντας
τη δική σου ζωή, εγώ ζω
κι είμαι κοντά σου, για να τη φυλάγω,
όταν η προσοχή σου καταλαγιάζει,
κι η δύναμή σου έχει ανάγκη
απ’ τη δική μου αδυναμία,
χρειάζεται να παραδοθεί,
για να ησυχάζει αμέριμνη.

Από τη συλλογή Αντιθέσεις (1957) της Ζωής Καρέλλη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Ζωή Καρέλλη

Ζωή Καρέλλη, Της δύσης


Claude Monet: Marine View | Sunset (1874)
Πηγή: famousartistsgallery.com

Της δύσης

Στο μέτωπο αχτίδα μελαγχολίας το φεγγάρι
και στο σώμα, ακόμα,
η φλόγα του ήλιου που βασιλεύει∙

εσπέρα, η δύναμή σου διπλόηχη μουσική
του λυκόφωτος κι η σιωπή που προχωρεί
είναι βαριά απ’ τη συγκομιδή
όλων των ήχων που φώναξε
η ξακουστή μέρα με τα ηχηρά λόγια,
το άφθονο φως.

Καθώς τώρα λιγοστεύει το φως,
ψίθυρος θ’ απομείνει πνοή γεμάτη σκιές
του χρόνου μαγεία, σκιόφως.

Εσπέρα, με περιβάλλεις
κι είναι τα σπλάχνα μου ρόδι
σκασμένο απ’ την πολλήν πύρα
που δέχτηκε πρόθυμη.

Η σκιά δροσίζει, εισχωρώντας,
ανάμεσα στους λάμποντας ρόδινους σπόρους.

Όταν παύεις να τοξεύεις, θείε Απόλλωνα,
ξεκινά η χλωμή, λυγερή αδελφή σου,
για το γοργό κυνήγι των ονείρων.

Από τη συλλογή Αντιθέσεις (1957) της Ζωής Καρέλλη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Ζωή Καρέλλη

Ζωή Καρέλλη, Το ταξίδι των Μάγων


Leonardo da Vinci, Adoration of the Magi (1481-1482)
Oil on wood. Uffizi Gallery, Florence, Italy.
Πηγή: merry-christmas.com

Το ταξίδι των Μάγων

Έπρεπε να ’μαστε τρεις.
Αν δεν ήταν τόσο σκοτάδι,
θα καταλάβαινα ίσως, γιατί
έχω μείνει τόσο μονάχος.

Πόσο έχω ξεχάσει.
Πρέπει απ’ αρχής πάλι το ταξίδι
ν’ αρχίσει.
Πότε ξεκινήσαμε, τότε, οι τρεις;
Ή μήπως, κάποτε, είχαμε ανταμώσει…
Μαζί πορευτήκαμε ένα διάστημα,
όσο μας οδηγούσε άστρο λαμπρό.
Αυτό άλλαξε την οδό ή εγώ
τίποτα πια να δω δεν μπορώ;
Πού βρίσκομαι τώρα, σε τέτοιον καιρό,
σκληρό, ανένδοτο, δύσκολο,
εγώ, ανήσυχος, βιαστικός.
Μήπως κι η ώρα πλησίασε;
Πού να το ξέρω!

Πού είναι τα δώρα;
είχαμε τότε τοιμάσει δώρα
ήμερα, ήσυχα
δώρα ημών των ταπεινών, χρυσόν
λίβανον και σμύρναν άλλοτε
με θαυμασμό κι ευλάβεια του φέρναμε.

Τώρα σ’ αυτόν τον καιρό
σίδερο, κεραυνό και φωτιά.

Ήμασταν τρεις,
τώρα κανέναν άλλον δε βλέπω
κι αισθάνομαι τα χέρια μου
πότε άδεια, πότε βαριά.
Βασιλείς τότε προς τον βασιλέα
του κόσμου, τώρα κανείς
δε βασιλεύει με βεβαιότητα.
Σκοτάδι βαρύ. Ποιος μ’ οδηγεί;
Δίχως συντροφιά,
δίχως άστρο κανένα πηγαίνω.
Μόνη προσφορά, η μεγάλη που γνωρίζω,
συμφορά της στέρησής Του.
Τι να προσφέρω σημάδι ευλάβειας
κι υποταγής; Εμείς, άνθρωποι
της παράφορης τούτης εποχής,
τι μπορούμε, δικό μας, ευτυχείς
να Του δώσουμε; Είναι ανάγκη
να βρούμε την προσφορά.
Τίποτα δεν προσφέρει της ψυχής μας
ο τόσος αγώνας.
Χρυσόν, λίβανον και σμύρναν
άλλοτε, δώρα απλά.
Μας παιδεύει η ασυμπλήρωτη προσφορά.
Τώρα που πορεύομαι στο σκοτάδι,
χωρίς τη χαρά των δώρων, μονάχος,
δεν έχω παρά τον εαυτό μου να δώσω.

Εν συντριβή βαδίζοντα.

Από τη συλλογή Κασσάνδρα και άλλα ποιήματα (1955) της Ζωής Καρέλλη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Ζωή Καρέλλη

Ζωή Καρέλλη, Άνθηση

Άνθηση

Έμορφα της ζωής ξεσπάσματα
των δέντρων άνθη, ανθίσματα
της ορμής που ανεβαίνει
στο σιωπηλό, κλειστό κορμό.
Ανοίγουν οι εύχρωμες λαλιές τους,
εύηχες
γίνονται προσφορές.
Ευαίσθητες, λεπτές εκφράσεις
του έρωτα λέξεις ερωτικές,
πάνω στο σκληρό σώμα των δέντρων
της άνοιξης.

Από τη συλλογή Παραμύθια του κήπου (1955) της Ζωής Καρέλλη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Ζωή Καρέλλη

Ζωή Καρέλλη, Αγάπη

Αγάπη

Ποιος ημπορεί ν’ απλώσει
τη γλυκιά την ώρα,
να τυλιχτεί σ’ αυτήν και ν’ αποκοιμηθεί;
Σε όνειρο να θυμηθεί
της μάνας του τα σπλάχνα,
για να μη φοβηθεί
που στην πυκνή τη γη θα ξαπλωθεί.

Από τη συλλογή Παραμύθια του κήπου (1955) της Ζωής Καρέλλη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Ζωή Καρέλλη

Ζωή Καρέλλη, Παραμύθια του κήπου (Ι)

[Ενότητα Παραμύθια του κήπου]

Ι

Η αναρριχώμενη τριανταφυλλιά
άσπρα φορεί, άσπρα κρατεί, άσπρη είναι η φορεσιά της.
Απλώνεται, ξαπλώνεται στον ήλιο,
και περιμένει να της φιλήσει
τα μικρά τριαντάφυλλα, να τα μεθύσει τόσο
από χρυσάφι και φωτιά γλυκιά,
ώσπου να κοκκινίσουνε
απ’ την πολλή του αγάπη.

Από τη συλλογή Παραμύθια του κήπου (1955) της Ζωής Καρέλλη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Ζωή Καρέλλη

Ζωή Καρέλλη, Συνέπειες

Συνέπειες

[Ενότητα Χαλκογραφίες]

Είναι σαν Ερινύες οι Συνέπειες…
Σκληρές στέκονται και μας εμποδίζουν τη δράση.
Πίσω μάς γυρίζουν, μας κυνηγούν
φαντάσματα της φαντασίας μας,
φαντάσματ’ από πράξεις
που δε θανατώσαμε καν.
Ίσκιοι ψυχροί παγώνουν την κίνησή μας
οι Συνέπειες, καθώς μας περιμένουν.
Ποια γνώση της πραγματικότητας
εμπόδια τις υψώνει; Φανταστικά ίσως
ακόμα πιο τρομαχτικά,
αφού προέρχονται από μας τους ίδιους.
Δημιουργούνται οι Συνέπειες δυνατές
απ’ την αδυναμία μας,
για να μας κατατρέχουν.

Από τη συλλογή Χαλκογραφίες και εικονίσματα (1952) της Ζωής Καρέλλη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Ζωή Καρέλλη

Ζωή Καρέλλη, Ενδυμίων

Ενδυμίων

Η Σελήνη αγάπησε τον Ενδυμίωνα,
ίσως γιατί αποκοιμήθηκε αυτός
τον γλυκόν ύπνο βαθιά.
Δεν θα ταράξει με λαμπρές κινήσεις
κι απότομες των νέων ανθρώπων,
την εμορφιά του προσώπου της,
ησυχία σχεδόν παγερή.
Ο νέος που κοιμάται ευτυχής,
δεν θα φοβηθεί την Κυρά της Νύχτας,
με το αργυρό, άσπιλο πρόσωπο, λείο
και την άχρονη ηλικία, άχροη
την παντοτινή της παρθενικότητα.

Από τη συλλογή Της μοναξιάς και της έπαρσης (1951) της Ζωής Καρέλλη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Ζωή Καρέλλη

Ζωή Καρέλλη, Σκιές στο χρόνο (Ι)

[Ενότητα Σκιές στο χρόνο]

Trattando l’ ombra come cosa salda
Purgatorio c. 21 v. 136

I

Μόλις άνοιξα το βιβλίο με τις σειρές,
άρχισαν οι σκιές να γλιστρούν.
Γι’ αυτό δεν μπορώ ποτέ να ησυχάσω
σε κανένα καιρό, όσο υπάρχουν
τόσα φαντάσματα, ακατάλυτα
σε παρελθόν και μέλλον.
Πώς οι άνθρωποι συζούν,
ζώντας σε χρόνους διάφορους;
Ποιος τους συνδέει καιρός,
πώς λησμονούν;

Σκιές σειρές που προσέρχονται
και παρέρχονται,
σηκώνομαι
να κινηθώ και δεν είμαι
μαζί μου. Σκιώδεις κινήσεις,
θα έπρεπε κάποτε να βρεθώ
ευτυχείς να βρεθούμε σε αρμονίες,
στις εποχές βέβαιοι,
πως υπάρχουμε στην επιθυμία
του χρόνου. Άλλα, άλλοτε, αλλού,
πού ψυχή μου;
Μια πάνω στην άλλη
χαλάν αυτές, γίνονται σκιές
οι επιθυμίες,
ξαναρχίζουν πάλι
καταστάσεις παλιές να ξανάρχονται,
στιγμές αχάλαστες, οι σκιές
υπάρχοντας άτρωτες φαντασίες
δεν καταστρέφονται.

Από τη συλλογή Φαντασία του χρόνου (1949) της Ζωής Καρέλλη

Πηγή: Τα ποιήματα της Ζωής Καρέλλη, τόμος πρώτος (1940-1955) [Οι εκδόσεις των φίλων, Αθήνα, 1973]

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Ζωή Καρέλλη

Ζωή Καρέλλη, Στο χρόνο


Wassily Kandinsky, Composition VI (1913)
Πηγή: famousartistsgallery.com

Στο χρόνο

Η αλλαγή δεν ήρθε να μου προσφέρει
την αλλαγή. Τι είναι μήπως
η αλλαγή και τι μπορεί ν’ αλλάξει,
απαλλαγή καμιά δεν θα υπάρξει
του εαυτού μας το τέλμα
μας κρατάει καλά. Αυτό είναι
και το τέρμα.

Η αρχή ωστόσο είναι
μόνο κάποια συναλλαγή.

Από τη συλλογή Φαντασία του χρόνου (1949) της Ζωής Καρέλλη

Πηγή: Τα ποιήματα της Ζωής Καρέλλη, τόμος πρώτος (1940-1955) [Οι εκδόσεις των φίλων, Αθήνα, 1973]

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Ζωή Καρέλλη

Ντίνος Χριστιανόπουλος, Το απόγευμα

Το απόγευμα

[Ενότητα Ο αλλήθωρος (ποιήματα 1949-1970)]

Ήταν ωραίο εκείνο το απόγευμα με την ατέλειωτη συζήτηση στο πεζοδρόμιο.
Τα πουλιά κελαηδούσαν, οι άνθρωποι πέρναγαν, τ’ αυτοκίνητα τρέχανε
και χάνονταν εκεί που είχαμε κατέβει την τελευταία φορά.
Στο απέναντι παράθυρο το ράδιο έπαιζε ρεμπέτικα
και το κορίτσι του διπλανού μας τραγούδαγε το ντέρτι του.
Φυλλορροούσε η ακακία κι ευώδιαζε το γιασεμί
και μες στην Τάπια τα παιδιά παίζαν κρυφτούλι
και τα κορίτσια γύρναγαν σχοινί –
παίζαν στην Τάπια και δεν ξέραν από θάνατο,
παίζαν στην Τάπια και δεν ξέραν από τύψη,
κι εγώ τους αγάπησα πολύ τους ανθρώπους εκείνο το απόγευμα,
δεν ξέρω γιατί, πολύ τους αγάπησα, σαν ένας μελλοθάνατος.

(1946)

Από τη συγκεντρωτική έκδοση Ντίνος Χριστιανόπουλος | Ποιήματα (Ιανός, 2004)

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Ντίνος Χριστιανόπουλος

Ντίνος Χριστιανόπουλος, Αποστρατευμένοι

Αποστρατευμένοι

[Ενότητα Ο αλλήθωρος (ποιήματα 1949-1970)]

Τώρα δεν έχει πια ΕΣΑ,
φωνές δεκανέων να σου ξηλώνουν τα όνειρα,
κυρίες ταγματαρχών να σφουγγαρίζεις την κουζίνα τους,
και κάθε βράδυ στο θάλαμο διψώντας για λίγη θαλπωρή,
καπνίζοντας απανωτά τσιγάρα.

Τώρα,
δίχως μπερέ και ζωστήρα,
οι λερωμένες αρβύλες δίνουν μια ιδέα λευτεριάς,
ξεκουμπωμένο στήθος θα πει είμαι κύριος,
να και το κορδονάκι που καθάριζα το όπλο μου,
θα το κρατήσω να θυμάμαι τις επιθεωρήσεις.

Θα ’θελα κάτι ν’ αγοράσω πριν φύγω,
ένα τσιτάκι για την αδελφή μου, κανένα παιχνίδι για τα μικρά,
μα η τσέπη μου είναι άδεια σαν την καρδιά μου.
Θα ’θελα να τριγυρίσω και πάλι στους δρόμους,
να δω για τελευταία φορά τη Σαλονίκη,
όμως δεν έχω πόδια πια, δεν έχω μάτια,
δεν έχω όρεξη ούτε να μιλήσω,
ο νους μου κιόλας ταξιδεύει στο χωριό.

Ίπποι 8, άνδρες 40
(αυτό ας είναι το τελευταίο μας στρίμωγμα,
η τελευταία ανταμοιβή απ’ την πατρίδα),
όμως ετούτο το τράνταγμα γιατί μου σφίγγει έτσι την καρδιά;
Αυτό που πέρασε δεν ήταν τίποτα μπροστά σ’ αυτό που θά ’ρθει,
αναδουλειά, ξηρασίες, καταστροφή της σοδειάς,
η καθημερινή αγωνία για το καρβέλι,
και τ’ αδελφάκια να κλαίνε, κι η σύνταξη του πατέρα μικρή,
κι ο θείος από την Αμερική μονάχα υποσχέσεις.

Δεν έχει τέλος αυτή η θητεία.

Από τη συγκεντρωτική έκδοση Ντίνος Χριστιανόπουλος | Ποιήματα (Ιανός, 2004)

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Ντίνος Χριστιανόπουλος