Μαρία Κουγιουμτζή, Η καρέκλα

Σταύρος Κουγιουμτζής & Μαρία Κουγιουμτζή, Άδειοι οι δρόμοι
(τραγούδι: Γιώργος Νταλάρας / δίσκος: Τρελοί και άγγελοι (1986))

Η καρέκλα

Είναι πολύ κρύα αυτή η καρέκλα
Μου επιτίθεται με ριπές πάγου.
Είναι γιατί καθόσουν πάνω της όταν…
Της λείπουν τα ζεστά σου χέρια στο ξύλινο κορμί της.

Η γραφή σου, ο καπνός του τσιγάρου σου
Τα μυστικά σου
Ήσουνα το μαντείο της.

Όταν κάθομαι εγώ
ορμάει πάνω μου η άρνησή της.
και μου πετάει κατάμουτρα το χιόνι της.

Είναι μια συνηθισμένη καρέκλα
Με την ανάσα των πεύκων στα χέρια της
ξύλινα μπράτσα που αγκαλιάζουν

Ξεθωριασμένο το κάλυμμα
κρύβει την ευωδιά της αφής σου
στα τρεμάμενα νήματα της ύφανσής της.

Οι άγγελοί σου
λικνίζονται πάνω της
βυθίζοντας τα άηχα πέλματά τους
στο άδειο.

Είναι μια ερωτευμένη καρέκλα
Που επιμένει να κλείνει μέσα της
τον ίσκιο σου ζεστό.

Με τους λύκους του δάσους
να παραμονεύουν.

Όμως εσύ
Γονατίζοντας έγραφες
στα πράσινα φύλλα της

Έγλειφε ο κρόκος του πρωινού
Την άδεια πλάτη
κι ένα μεθυσμένο αηδόνι
κοιμόταν πάνω στο μπράτσο της.

Τραγούδα
Κανείς μας δεν σ’ αφήνει να φύγεις

Τι καλά που δεν είδες τον κόσμο μας
Πιασμένο στο δίχτυ του τρόμου.

Το συγκεκριμένο ποίημα της Μαρίας Κουγιουμτζή δημοσιεύτηκε στον ιστότοπο bibliotheque (2014).

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Μαρία Κουγιουμτζή

Μαρία Κουγιουμτζή, Άθωνες

Μίκης Θεοδωράκης & Ιάκωβος Καμπανέλλης, Ο εχθρός λαός
(τραγούδι: Βασίλης Παπακωνσταντίνου / έργο: Ο εχθρός λαός (1975))

Άθωνες

Εσύ να μην κοιτάς τους Άθωνες
που τρώνε ζωντανά τα ψάρια
Αυτοί σ’ εχθρούς και φίλους
με το ίδιο μένος φέρονται
τους κόβουν χέρια και πόδια
άμα τους προδώσουν

Εσύ που μες στο μέλι ψάρευες τα μύδια
και με τις φτερωτές γοργόνες
ξενυχτούσες κάθε βράδυ
Πρέπει να είσαι μαλακός
με τους εχθρούς σου.

Το συγκεκριμένο ποίημα της Μαρίας Κουγιουμτζή δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Πάροδος (τεύχος 14, Ιούνιος 2007).

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Μαρία Κουγιουμτζή

Γιώργος Ιωάννου, Η μεγαλοκόρη

Η μεγαλοκόρη

Όταν πέθανε η μεγαλοκόρη, την έβγαλαν σέρνοντας απ’ το κοτέτσι, έβαλαν τρεις σανίδες πάνω σε δυο σιδερένια στριπόδια και την ξάπλωσαν σεμνά κάτω απ’ τη βερικοκιά της ξένης πια αυλής. Στα ξεθωριασμένα μαύρα φορέματά της ξεχώριζα χώματα και λάσπες απ’ το σούρσιμο, καθώς κοίταζα την αυλή τους απ’ το καφασωτό παραθυράκι της θειας μου. Μ’ εμπόδιζε, είναι αλήθεια, κάπως και η ασύστολα ανθισμένη βερικοκιά. Αλλά ήταν άνοιξη και μάλιστα του 1942.

Την άφησαν εκεί και ξανακλείστηκαν στο κοτέτσι. Σίγουρο όμως πως θα την κοίταζαν διαρκώς μέσα απ’ το διχτυωτό. Ο γιος της αδελφής της δε φαίνονταν πουθενά. Θα ζητιάνευε κάπου ή θα είχε τρέξει στα χωριά για να τους προφτάσει. Πάντως, από τότε που οι αγοραστές τούς είχαν πετάξει απ’ το δίπατο σπίτι τους, και ύστερα από πολλά παρακάλια τούς είχαν επιτρέψει να κατοικήσουν προσωρινά στο κοτέτσι, το παιδί είχε σχεδόν εξαφανιστεί. Δεν εννοούσε να μπει εκεί μέσα. Τώρα, όταν τον συναντώ καμιά φορά στο δρόμο, κατεβάζει το κεφάλι. Το ξαναπήρε, βέβαια, προ πολλού το σπίτι, σύμφωνα με τον μεταπολεμικό νόμο, και το ’δωσε κι αυτός για πολυκατοικία.

Το κοτέτσι τους ήταν ψηλό και μερακλίδικα καμωμένο. Μεταπολεμικά έτρεφαν πολλές κότες. Τη μέρα που πέθανε η μεγαλοκόρη σώζονταν ακόμη ο κάτασπρος πετεινός και μια κότα. Άγνωστο τι τα ’διναν να φάνε. Τα πουλιά ξαφνιάστηκαν στην αρχή απ’ τη φασαρία. Πήδηξαν στον περίβολο, έτοιμα να πετάξουν στις διπλανές αυλές. Μα, σαν ησύχασαν τα πράγματα, κατέβηκαν κοιτάζοντας συνεχώς λοξά. Την αγαπούσαν τη μεγαλοκόρη. Αυτή πάντα τα τάιζε κι αυτή τα είχε διασώσει μέχρι τώρα. Την άκουγα συχνά που τα μιλούσε.

Ο πετεινός πήδηξε πρώτα στην άκρη του σανιδιού και περίμενε κάποια κίνηση. Ύστερα, θαρρετά, διέσχισε το σώμα, πάτησε στα σταυρωμένα χέρια, κάτι τσιμπολόγησε, και ξαφνικά τεντώθηκε κι άρχισε να λαλάει. Πάνω στο δεύτερο ή τρίτο λάλημα τον έκοψε ένα χέρι μέσα απ’ το κοτέτσι. Πήδηξε κάτω αναψοκοκκινισμένος κι αμέσως σχεδόν ανέβηκε στην κότα. Πού να φανταζόταν η σεμνή μεγαλοκόρη, η οποία όταν πήγαινε στον μπακάλη ή τον ψωμά έκανε ολόκληρο γύρο για να μην περάσει μπροστά απ’ το καφενείο «Ο Σκοπός» και τη βλέπουν οι άντρες, πως θα ’ρχονταν ώρα που θα καμάρωνε ξελιγωμένο πάνω της το ερωτιάρικο αρσενικό πουλί.

Όταν νύχτωσε, την άφησαν εκεί. Όλη νύχτα ακούγονταν πνιγμένα αναφιλητά μέσα απ’ το κοτέτσι.

Πρωί πρωί ήρθε το κάρο της δημαρχίας. Την έριξαν στο κοινό κασόνι και την έβγαλαν, ευτυχώς, απ’ την πόρτα και όχι απ’ το γκρεμισμένο τοιχαράκι της αυλής, απ’ όπου τους επέτρεπαν να περνούν οι αυστηρών αρχών νέοι ιδιοκτήτες. Το κάρο ξεκίνησε αμέσως, χωρίς τσιριμόνιες κι αργοπορίες. Σαν τα φαντάσματα τρίκλιζαν στην αρχή το κατόπι η αδερφή της με τον άντρα της. Ο καροτσιέρης όμως δε χαμπάριζε από τέτοια, δεν μπορούσε να περιμένει, είχε πολλή δουλειά. Στη γωνιά σταμάτησαν, ήταν αδύνατο να συνεχίσουν. Το κάρο έτρεχε πιο γρήγορα στον ίσιο δρόμο. Πιάστηκαν για να μην πέσουν κι άπλωσαν τα σκεβρωμένα χέρια σε χαιρετισμό.

Από τη συλλογή πεζογραφημάτων η σαρκοφάγος (1971) του Γιώργου Ιωάννου

Πηγή: Translatum | Fiction of Thessaloniki / Γιώργος Ιωάννου

Γιώργος Ιωάννου, Δούλος ιερός του έρωτα (III)

Δούλος ιερός του έρωτα

III

Μόνο το σπίτι μου υπάρχει,
όλα τ’ άλλα χάθηκαν.
Είσαι μέσα εσύ, είσαι εντός,
με καρτεράς που έρχομαι.
Περνάς απ’ τις πολύξερες τις κάμαρες,
τη σκόνη παίρνεις, τη φριχτή σκουριά,
το τόσο χνούδι που κρυφομαζεύτηκε.

Το μεσημέρι με τη λήξη της δουλειάς,
χυμάω σαν το σίφουνα ερχόμενος.
Τρία ποτάμια διασχίζω ολοφούσκωτα.
Ούτε ο Έβρος είναι, ούτε ο Αξιός,
ούτε ο Αλιάκμονας, δικός μας ποταμός:
Σταδίου, Πανεπιστημίου και Ακαδήμειας.

Συμπλέκομαι με άλλους βιαστικούς,
δεν ξέρω αν το κάνουνε επίτηδες.
Κοιτάω στην πλατεία τους αναρχικούς,
τις κλούβες πιο εκεί κι αντιπαρέρχομαι.
Καιρό δεν έχουμε γι’ αυτά,
κοιτάω το μπαλκόνι φλογιζόμενος.

Αχ, βάζω το κλειδί όπως στον έρωτα.
Το σπίτι ευωδιάζει απ’ την ανάσα σου,
τα μέλη σου ανθούνε στο ημίφωτο.
Έλα και τύλιξέ με, δε ζητώ φαΐ,
δεν θέλω ύπνο, μιας στιγμής ξεκούραση.
Ακούμπα με, με το κορμί σου ντύσε με.

Κλειστά τα παραθύρια,
πεσμένα όλα τα παραπετάσματα.
Δεν μας χρειάζονται τα ξένα βλέμματα,
ούτε οι φωνές, ούτε τα ξένα βήματα.
Χαμηλωμένο ας μένει το τηλέφωνο.
Στα μάτια κοίταξέ με, καταδέξου με.

Από το ποίημα Δούλος ιερός του έρωτα (1980) του Γιώργου Ιωάννου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Γιώργος Ιωάννου

Γιώργος Ιωάννου, Δούλος ιερός του έρωτα (II)

Δούλος ιερός του έρωτα

II

Κλεισμένος είμαι
καρτεράω το μήνυμα.
Κι άλλα σινιάλα μάζεψα που έκανες∙
το χέρι που απάνω μου ξεχάστηκε,
θερμό ιδιαίτερα της χειραψίας σου το σφίξιμο,
και το φιλί αποχαιρετισμού δεν έμοιαζε.

Κάποιο σημείωμα,
κάποιο βαθύ ξεμακρισμένο τηλεφώνημα
από το δορυφόρο θα χυμήξει επάνω μου.
Του βλέμματός σου θα ’ναι η αντανάκλαση,
λάμψη μεταλλική στο αεροδρόμιο,
την ώρα που περνούσες απ’ τον έλεγχο.

Γελούνε γύρω, για κορόιδο μ’ έχουνε.
Ούτε για πασατέμπο τέτοια δεν τους φτάνουνε.
Μα εγώ τραβάω στις λεωφόρους σαν αόμματος,
ζέστα βαθιά ανακαλύπτω μέσα μου,
καθώς μ’ όλα τα ράκη μου τυλίγομαι
και εισχωρώ μες στην καρδιά της χόβολης.

Το νιώθω τώρα πως θα ’ρθεις,
αν έχει, φτάνει μόνο που με κοίταξες,
εμένα τον ουτιδανό, τον άσχημο,
τον τιποτένιο, το φριχτό και τον απαίσιο.

Αχ, θέλω να τ’ ακούσω από το στόμα σου,
μια γεύση κι εγώ να ’χω απ’ το μαρτύριο.

Ευτυχισμένος πέφτω στο κρεβάτι μου,
δε νιώθω πια την επανάσταση της σάρκας μου.
Εσύ με νοιάζεις και θα έρθεις κάποτε.
Μπορώ να περιμένω χρόνους άπειρους,
να περπατώ και να μη βλέπω γύρω μου.
Έστω για να με φτύσεις, έλα κάποτε.

Από το ποίημα Δούλος ιερός του έρωτα (1980) του Γιώργου Ιωάννου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Γιώργος Ιωάννου

Γιώργος Ιωάννου, Δούλος ιερός του έρωτα (I)

Δημήτρης Παπαδημητρίου & Κώστας Φασουλάς, Βαθύ ποτάμι ο έρωτας
(τραγούδι: Παντελής Θαλασσινός / δίσκος: Έτσι ξαφνικά (2005))

Δούλος ιερός του έρωτα

I

Γυρνώντας από το ταξίδι
θα βρω έναν έρωτα.
Πηγαίνοντας στο ταξίδι
θα βρω έναν έρωτα.
Καλύτερα στο γυρισμό να βρω τον έρωτα,
να τον φέρω γρήγορα στο σπίτι.

Περπατώντας στην Πατησίων
θα σκοντάψω στον έρωτα,
Θα ’ναι μια τρύπια δεκάρα,
δε θα τη μαζεύει κανείς.
Θα πάρω μια αλυσιδίτσα,
θα την κρεμάσω στο λαιμό μου.

Όλο στο σπίτι μέσα
θα περιμένω τον έρωτα.
Σηκώνοντας το ακουστικό
θα ορμάει της λεωφόρου ο θόρυβος.
Πάνω και κάτω βηματίζοντας
του κουδουνιού θα προσμένω το χτύπημα.

Θα πλαγιάζω μαζί με τον έρωτα.
Το ξυπνητήρι θα βάζω του έρωτα.
Θα ψήνω καφέ, θα βάφω παπούτσια κατάμαυρα.
Υποχείριος θα ’μαι του έρωτα.
Ποτέ μονάχος πια,
δούλος ιερός του έρωτα.

Ομίχλης σύννεφο στο σπίτι ο έρωτας.
Με φώτα θα διέρχομαι τους διαδρόμους του.
Σαν μαξιλάρι πουπουλένιο ο έρωτας,
για πνίξιμο αθόρυβο κατάλληλος.
Αχ, μουλιασμένος με λαγνείας οράματα
περπατώ στης Αθήνας τα κράσπεδα.

Από το ποίημα Δούλος ιερός του έρωτα (1980) του Γιώργου Ιωάννου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Γιώργος Ιωάννου

Γιώργος Ιωάννου, Υποψία

Υποψία

Γελούσαν πολύ στη γιορτή∙
γελούσαν ύστερα στο δρόμο.
Κάτι ψιθύρισαν στ’ αυτιά.
Ωρίμασε κάτι στα μάτια.

Δεν έχω τίποτε απάνω μου, θαρρώ.
Τίποτε απολύτως δεν το δείχνει
το πυρωμένο εκείνο σίδερο,
που όλο τις γιορτές με κυνηγάει
και η καρδιά μου λαχταράει να μη φωνάξει.

Αφού γελούσαν όμως, το κατάλαβαν κι αυτοί.

Από τη συλλογή Τα Χίλια Δέντρα (1963) του Γιώργου Ιωάννου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Γιώργος Ιωάννου

Γιώργος Ιωάννου, Το μόνο

Το μόνο

Ανήκω πλέον σ’ όλα τα Ταμεία∙
πληρώνω Φόρο Καθαράς Προσόδου,
Ταμείο Αρωγής, Ταμείο της Προνοίας,
Υγειονομική Περίθαλψη, Έκτακτη Εισφορά,
Μετοχικό Ταμείο, για δυο λόγους,
Ταμείο της Συντάξεως, Ταμείο Ασφαλείας.

Τώρα το μόνο που μπορώ είναι να αρρωστήσω…

Από τη συλλογή Τα Χίλια Δέντρα (1963) του Γιώργου Ιωάννου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Γιώργος Ιωάννου

Γιώργος Ιωάννου, Το κέρδος

Το κέρδος

Καμιά φορά ζηλεύεις κάτι πρόσωπα
που δε σ’ αφήνουν ούτε ν’ αναπνεύσεις,
μόνο επιμένουν να σου δείχνουν την ασκήμια σου,
τη μαλθακότητα που πάντα σε προδίδει.

Μα όταν τύχει να μιλήσουν και δε φωτιστούν,
όταν το στόμα τους, τα δόντια τους προβάλλουν,
όταν κουτσαίνουν, όταν, τέλος, βρεις κάποιο ελάττωμα
με πόση περιφρόνηση επαναπαύεσαι, τι θρίαμβος!

Θαρρείς πως κάτι κέρδισες εσύ ο ίδιος.

Από τη συλλογή Τα Χίλια Δέντρα (1963) του Γιώργου Ιωάννου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Γιώργος Ιωάννου

Γιώργος Ιωάννου, Το διάστημα της σιωπής

Το διάστημα της σιωπής

Με κέρδισε ο φόβος μου – τίποτα δεν υπάρχει.
Χαμένος μες στους δρόμους, μες στα σινεμά,
δεν είμαι πια ο νεαρός που δεν καταλαβαίνει.
Με γύμνωσε ο πανικός, με τίναξε,
με τις καθημερινές, με τις επίμονες παρεμβολές του.
Πυκνώνουν, δένουν μέσα στα συμπτώματα,
το διάστημα της σιωπής μικραίνει.

Κανείς – ούτε η μητέρα δε με σώζει.

Από τη συλλογή Τα Χίλια Δέντρα (1963) του Γιώργου Ιωάννου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Γιώργος Ιωάννου

Γιώργος Ιωάννου, Το βάρος του

Το βάρος του

Ζητώ τους μυστικούς Χριστούς
στα τέμπλα και τους νάρθηκες.
Αυτό που έβλεπα παιδί ξανά με συνταράζει.

Μες στα σκοτάδια τον πατέρα μου ζητώ,
διψώ για τη στοργή του κάθε βράδυ.
Από το βάρος του γυρίζοντας τρεκλίζω.

Κάθε καινούρια γνωριμία με γελά.
Ούτε ο πατέρας ήταν, ούτε ο Χριστός μου.

Από τη συλλογή Τα Χίλια Δέντρα (1963) του Γιώργου Ιωάννου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Γιώργος Ιωάννου

Γιώργος Ιωάννου, Τα Χίλια Δέντρα

Τα Χίλια Δέντρα

Φωτιά απόψε πάλι στο βουνό∙
πάνε τα Χίλια Δέντρα – θα τα κάψουν.

Κραυγάζει κάποιος μες στο πάρκο, τους παρακαλεί,
λέει πως είναι νέος, αδελφός τους.

Ποτέ δε μας ξανάρθε το παιδί,
που έφερνε πρωί πρωί το γάλα.
Σαν αλογάκι ήτανε, σα ζαρκαδάκι.

Από τη συλλογή Τα Χίλια Δέντρα (1963) του Γιώργου Ιωάννου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Γιώργος Ιωάννου

Γιώργος Ιωάννου, Τα βήματά σου

Τα βήματά σου

Όλα μπορείς να τα σωπάσεις,
όμως ποτέ τον έρωτα∙
την ώρα που ανοίγουν τ’ άστρα
όταν αρχίζει στην καρδιά η μουσική
και κόβονται γλυκά τα γόνατα.

Τότε σε οδηγούν τα βήματά σου.

Από τη συλλογή Τα Χίλια Δέντρα (1963) του Γιώργου Ιωάννου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Γιώργος Ιωάννου

Γιώργος Ιωάννου, Σφραγίδα μοναξιάς

Σφραγίδα μοναξιάς

Έσφιξα τα μάτια να μη βλέπω πια
– να μη με βλέπουν, αυτοί που τριγυρνούνε
με μια σφραγίδα μοναξιάς στο μέτωπο.

Μα ζωγραφίστηκες εσύ στα βλέφαρά μου
με το χαμόγελο της τελευταίας συγκατάβασης.

Κακά τα ψέματα, δεν επαρκεί η μνήμη.

Από τη συλλογή Τα Χίλια Δέντρα (1963) του Γιώργου Ιωάννου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Γιώργος Ιωάννου

Γιώργος Ιωάννου, Στρατόπεδο Παύλου Μελά

Στρατόπεδο Παύλου Μελά

Είσαι σκοπός
και γύρω σου χορεύουν τσοπανόσκυλα∙
φεύγουν κοπαδιαστά, μόλις ακούν το σφύριγμα.

Η έφοδος το μπέρδεψε το σύνθημα∙
ρώτησα και μου είπε άλλ’ αντ’ άλλων.

Ο τοίχος είναι απέναντί μου που τους έστηναν∙
στο δέντρο που ακουμπάω τους κρεμνούσαν.
Το όπλο αυτό ζωντάνεψε κάτω απ’ τη νύχτα.

Από τη συλλογή Τα Χίλια Δέντρα (1963) του Γιώργου Ιωάννου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Γιώργος Ιωάννου