Ανδρέας Καρακόκκινος, Αύριο θα ’ρθουν

Μίκης Θεοδωράκης & Λευτέρης Παπαδόπουλος, Κάποτε θά ’ρθουν
(τραγούδι: Παύλος Σιδηρόπουλος / από την ταινία «Ο ασυμβίβαστος» του Ανδρέα Θωμόπουλου (1979))

Αύριο θα ’ρθουν

[Ενότητα Αναζητώντας το χαμόγελο]

Αύριο
θα ’ρθουν
με τυμπανοκρουσίες
κρατώντας τα λάβαρα
των δικών τους «Όχι» και «Ναι»
να παρελάσουν χωρίς ντροπή
πάνω στο κουφάρι
μιας χαμένης Δικαιοσύνης
και μιας ξεχασμένης Αξιοπρέπειας.
Αύριο
θα ’ρθουν
με τα δικά τους «Όχι» και «Ναι»
να σβήσουν για πάντα
την Ιστορία που γράφαμε
κάθε πρωί πάνω στις πέτρες
και στους τοίχους
τρεις χιλιάδες χρόνια τώρα.
Αύριο
θα ’ρθουν
χωρίς ντροπή…

Από τη συλλογή Πνοή της άνοιξης (2007) του Ανδρέα Καρακόκκινου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Ανδρέας Καρακόκκινος

Γιώργος Καφταντζής, Το ξέρω

Γιώργος Χατζηνάσιος & Ανδρέας Θωμόπουλος, Ξέρω δε θα ’ρθεις
(τραγούδι: Δήμητρα Γαλάνη / δίσκος: Ένα γελαστό απόγευμα (1979))

Το ξέρω

Σαν ένας πρωτόγονος θεός το ξέρω
ότι θα γράφω με το χέρι σου
θα μιλώ με τη φωνή σου
θα περπατώ με την περπατησιά σου
κοιτάζοντας με το βλέμμα σου
στις λαμπερές προθήκες των βιβλιοπωλείων
τις νέες εκδόσεις των ποιητών
όταν το άπειρο θα ξεπηδάει απ’ την καρδιά μου
και μπροστά στο αιώνιο η νύχτα θα με ντύνει.

Από τη συλλογή Περίπλους (1991) του Γιώργου Καφταντζή

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Γιώργος Καφταντζής

Αλέξανδρος Ίσαρης, Η μέρα που νυχτώνει

Σπύρος Βλασσόπουλος & Δημήτρης Ιατρόπουλος, Αυτός που περιμένω
(τραγούδι: Άννα Βίσση / δίσκος: Κίτρινο γαλάζιο (1979))

Η μέρα που νυχτώνει

Η ψυχή βλέπει τη λίμνη
Στο είδωλό της
Στου χρόνου το βλέμμα που διστάζει
Και η προσμονή καλπάζει
Προς τα βουνά.

Αυτός που περιμένω
Έχει για πρόσωπο
Σμάρι από πουλιά.
Χαϊδεύει όμορφα όσο κανείς
Πετά επάνω από πόλεις
Ξαπλώνει σε αγρούς
Τρυπώνει σε σπηλιές.
Η ανάσα του βελούδινη πνοή
Κι η αγκαλιά του ανθισμένη.

Μούσκεψα μες στη βροχή
Τα δάκρυα κυλούν και τον καλούν.
Τόση επιθυμία
Κι αυτός ν’ αργεί!…

Από τη συλλογή Θα επιστρέψω φωτεινός [Ποιήματα 1993-1999] (2000) του Αλέξανδρου Ίσαρη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Αλέξανδρος Ίσαρης

Μελίτα Τόκα-Καραχάλιου, Βρέχει

Γιάννης Μαρκόπουλος & Μάνος Ελευθερίου, Ένας άπονος αέρας
(τραγούδι: Γιώργος Νταλάρας / δίσκος: Σεργιάνι στον κόσμο (1979))

Βρέχει

Βρέχει

Στη λευκή σελίδα μου
βρέχει σταγόνες
από ξενιτεμένες ημέρες.
Στο τσόφλι τους θεριέψανε
μυριόκλωνες αναζητήσεις
με ηδύχροα σκιρτήματα.
Δραπέτες ξάγρυπνοι,
ζήσανε το ελάχιστο
για να γευτούν το παν
κι απτόητοι πορεύτηκαν
σε ιερά της ζωής μονοπάτια.
Αναπότρεπτα σε σένα οδηγούν.

Κυριακή 2 Σεπτέμβρη 2007
ώρα 4 το απόγευμα

Από τη συλλογή Αποικία κοχυλιών (2008) της Μελίτας Τόκα-Καραχάλιου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Μελίτα Τόκα-Καραχάλιου

Έγκλειστες συναντήσεις (2008): Άθως

Δήμος Μούτσης & Νίκος Γκάτσος, Στ’ Άγιον Όρος
(τραγούδι: Μανώλης Μητσιάς / δίσκος: Δρομολόγιο (1979))

Άθως

Άθως ένα βουνό
Απομονώνεσαι
Ξεφεύγεις από τη σκληρότητα
Η ψυχή αδειάζει, αλαφρώνει
Από τον πόνο
Το θυμό
Τη ζήλια
Τη μοχθηρία
Το άγχος
Την πίεση
Σου δίνει καθαρότητα στη σκέψη
Απομακρύνει την ομίχλη του μυαλού
Της ψυχής
Να φτάσω στην κορυφή του
Να αγγίξω τον ουρανό
Που αγναντεύει την καθαρότητα του κόσμου που σκεπάζει

Από τη συλλογή έγκλειστες συναντήσεις (2008) ανήλικων κρατουμένων στις δικαστικές φυλακές Διαβατών Θεσσαλονίκης

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Ανήλικοι κρατούμενοι στις δικαστικές φυλακές Διαβατών Θεσσαλονίκης

Ντίνος Χριστιανόπουλος, Με κατάνυξη

Ντίνος Χριστιανόπουλος & Σταύρος Κουγιουμτζής, Έλα ν’ ανταλλάξουμε
(τραγούδι: Βίκη Μοσχολιού / δίσκος: Όταν σε περιμένω (1979))

Με κατάνυξη

Έλα να ανταλλάξουμε κορμί και μοναξιά.

Να σου δώσω απόγνωση, να μην είσαι ζώο,
να μου δώσεις δύναμη, να μην είμαι ράκος∙
να σου δώσω συντριβή, να μην είσαι μούτρο,
να μου δώσεις χόβολη, να μην ξεπαγιάσω.

Κι ύστερα να πέσω με κατάνυξη στα πόδια σου,
για να μάθεις πια να μην κλοτσάς.

Από τη συλλογή Ανυπεράσπιστος καημός (1960) του Ντίνου Χριστιανόπουλου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Ντίνος Χριστιανόπουλος

Γιάννης Καρατζόγλου: Τώρα, μαζεύει λέξεις

Ανδρέας Θωμόπουλος, Μη μου μιλάς για τίποτα
(τραγούδι: Παύλος Σιδηρόπουλος / δίσκος: Ο ασυμβίβαστος (1979))

[Ενότητα Κατάθεσις προθεσμίας]

Τώρα, μαζεύει λέξεις

Για να εκφράσει το κενό, τώρα μαζεύει λέξεις.

Ψάχνει σε πάπυρους παλιούς, σε ξεχασμένα αρχεία
σε άριες, σε ορατόρια και πινακοθήκες
να βρει τη λέξη την πιο στενή, την πιο λιτή
τη λιγότερο φωτεινή, την άλλη μια ιδέα πιο μπεζ
την παραπέρα που την έχουν στην παλιά Ελλάδα
εκείνη που κάποτε αγκάλιασε, την πιο αχρησιμοποίητη
λέξεις σχισμένες λέξεις σαν κουβάρια, εργονομικές

και μ’ όλες αυτές να μιλήσει για το τίποτε που τον περιβάλλει.

Από τη συλλογή Αποτελέσματα χρήσεως (2006) του Γιάννη Καρατζόγλου

Το ποίημα περιλαμβάνεται στην ενότητα Οι μέρες του ποιητή στη συγκεντρωτική έκδοση Πηγαίος κώδικας (2009) του Γιάννη Καρατζόγλου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Γιάννης Καρατζόγλου

Αναστάσης Βιστωνίτης: Ειδήσεις, 1

Γιώργος Πολυχρονιάδης & Σάσα Μανέτα, Το ραδιόφωνό μου
(ερμηνεία: Γιώργος Πολυχρονιάδης / δίσκος: Αν ξανακατεβείς, Χριστέ, στη γη μας (1979))

Ειδήσεις, 1

Γραμμές κάθετες, γραμμές οριζόντιες,
δύσκολη εποχή.
Αν ανοίξουν τα σύννεφα, θα λάμψει ο πάγος.

Περασμένα μεσάνυχτα γυρίζω στο σπίτι μου,
ο αέρας κυνηγάει τους ίσκιους,
η σιωπή περιγράφει το φόβο,
το σκοτάδι ξηλώνει τη σκέψη.

Η καρέκλα, το σάπιο τετράδιο,
έξω κινήσεις χωρίς ειρμό –
ανασφαλείς, οικτίρμονες, κενόδοξοι.

Κάνει κρύο σ’ αυτή την τρύπα.
Το σεληνιακό σου μάτι φωτισμένο,
η θάλασσα από μαύρο ασβέστη,
επίμονα ζώα μες στο κεφάλι,
κίτρινα ρολόγια τρελαίνουν το χρόνο.

Με το πρώτο ΚΡΑΚ δεν υπάρχουν ήχοι,
γέμισε ο κόσμος σφαίρες και περίστροφα,
γι’ αυτό κι η κάθε τρύπα αναγγέλλει ένα νεκρό.

Από τη συλλογή Τέφρες (1980) του Αναστάση Βιστωνίτη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Αναστάσης Βιστωνίτης

Νίκος Καββαδίας, Γυναίκα

Διαβάζει ο ποιητής.

Νίκος Καββαδίας & Θάνος Μικρούτσικος, Γυναίκα
(τραγούδι: Γιάννης Κούτρας / δίσκος: Σταυρός του Νότου (1979))

Θεσσαλονίκη ΙΙ

Στον Αντώνη Μωραΐτη

Χόρεψε πάνω στο φτερό του καρχαρία.
Παίξε στον άνεμο τη γλώσσα σου και πέρνα.
Αλλού σε λέγανε Γιουδήθ, εδώ Μαρία.
Το φίδι σκίζεται στο βράχο με τη σμέρνα.

Από παιδί βιαζόμουνα, μα τώρα πάω καλιά μου.
Μια τσιμινιέρα με όρισε στον κόσμο και σφυρίζει.
Το χέρι σου, που χάιδεψε τα λιγοστά μαλλιά μου,
για μια στιγμή αν με λύγισε, σήμερα δε με ορίζει.

Το μετζαρόλι ράγισε και το τεσσαροχάλι.
Την τάβλα πάρε, τζόβενο, να ξαναπάμε αρόδο.
Ποιος σκύλας γιος μάς μούτζωσε κι έχουμε τέτοιο χάλι,
που γέροι και μικρά παιδιά μάς πήραν στο κορόιδο;

Βαμμένη. Να σε φέγγει κόκκινο φανάρι.
Γιομάτη φύκια και ροδάνθη, αμφίβια Μοίρα.
Καβάλαγες ασέλωτο με δίχως χαλινάρι,
πρώτη φορά, σε μια σπηλιά, στην Αλταμίρα.

Σαλτάρει ο γλάρος το δελφίνι να στραβώσει.
Τι με κοιτάς; Θα σου θυμίσω εγώ πού μ’ είδες.
Στην άμμο πάνω σ’ είχα ανάστροφα ζαβώσει
τη νύχτα που θεμέλιωναν τις Πυραμίδες.

Το τείχος περπατήσαμε μαζί με Σινικό.
Κοντά σου ναύτες απ’ την Ουρ πρωτόσκαρο εβιδώναν.
Ανάμεσα σε ολόγυμνα σπαθιά στο Γρανικό
έχυνες λάδι στις βαθιές πληγές του Μακεδόνα.

Πράσινο. Αφρός, θαλασσινό βαθύ και βυσσινί.
Γυμνή. Μονάχα ένα χρυσό στη μέση σου ζωστήρι.
Τα μάτια σου τα χώριζαν εφτά Ισημερινοί
μες στου Giorgione το αργαστήρι.

Πέτρα θα του ’ριξα και δεν με θέλει το ποτάμι.
Τι σου ’φταιξα και με ξυπνάς προτού να φέξει.
Στερνή νυχτιά του λιμανιού δεν πάει χαράμι.
Αμαρτωλός που δε χαρεί και που δε φταίξει.

Βαμμένη. Να σε φέγγει φως αρρωστημένο.
Διψάς χρυσάφι. Πάρε, ψάξε, μέτρα.
Εδώ κοντά σου, χρόνια ασάλευτος να μένω
ως να μου γίνεις Μοίρα, Θάνατος και Πέτρα.

Ινδικός Ωκεανός 1951

Από τη συλλογή Τραβέρσο (1975) του Νίκου Καββαδία

Νίκος Καββαδίας, Θεσσαλονίκη

Νίκος Καββαδίας & Θάνος Μικρούτσικος, Θεσσαλονίκη
(τραγούδι: Γιάννης Κούτρας / δίσκος: Σταυρός του Νότου (1979))

Θεσσαλονίκη

Ήτανε κείνη τη νυχτιά που φύσαγε ο Βαρδάρης,
το κύμα η πλώρη εκέρδιζεν οργιά με την οργιά.
Σ’ έστειλε ο πρώτος τα νερά να πας για να γραδάρεις,
μα εσύ θυμάσαι τη Σμαρώ και την Καλαμαριά.

Ξέχασες κείνο το σκοπό που λέγανε οι Χιλιάνοι
– Άγιε Νικόλα, φύλαγε, κι Αγιά Θαλασσινή.
Τυφλό κορίτσι σ’ οδηγάει, παιδί του Modigliani,
που τ’ αγαπούσε ο δόκιμος κι οι δυο Μαρμαρινοί.

Νερό καλάρει το fore peak, νερό και τα πανιόλα
μα εσένα μια παράξενη ζαλάδα σε κινεί.
Με στάμπα που δε φαίνεται σε κέντησε η Σπανιόλα
ή το κορίτσι που χορεύει απάνω στο σκοινί:

Απάνου στο γιατάκι σου φίδι νωθρό κοιμάται
και φέρνει βόλτες ψάχνοντας τα ρούχα σου η μαϊμού.
Εχτός από τη μάνα σου κανείς δε σε θυμάται
σε τούτο το τρομαχτικό ταξίδι του χαμού.

Ο ναύτης ρίχνει τα χαρτιά κι ο θερμαστής το ζάρι
κι αυτός που φταίει και δε νογάει, παραπατάει λοξά.
Θυμήσου κείνο το στενό κινέζικο παζάρι
και το κορίτσι που ’κλαιγε πνιχτά μες στο ρικσά.

Κάτου από φώτα κόκκινα κοιμάται η Σαλονίκη.
Πριν δέκα χρόνια μεθυσμένη μου ’πες «σ’ αγαπώ».
Αύριο, σαν τότε, και χωρίς χρυσάφι στο μανίκι,
μάταια θα ψάχνεις το στρατί που πάει για το Depot.

Από τη συλλογή Πούσι (1947) του Νίκου Καββαδία

Νίκος Καββαδίας, Federico Garcia Lorca

Νίκος Καββαδίας & Θάνος Μικρούτσικος, Federico Garcia Lorca
(τραγούδι: Γιάννης Κούτρας / δίσκος: Σταυρός του Νότου (1979))

Federico Garcia Lorca

Στο Θανάση Καραβία

Ανέμισες για μια στιγμή το μπολερό
και το βαθύ πορτοκαλί σου μεσοφόρι.
Αύγουστος ήτανε δεν ήτανε θαρρώ,
τότε που φεύγανε μπουλούκια οι Σταυροφόροι.

Παντιέρες πάγαιναν του ανέμου συνοδιά
και ξεκινούσαν οι γαλέρες του θανάτου.
Στο ρωγοβύζι ανατριχιάζαν τα παιδιά
κι ο γέρος έλιαζε ακαμάτης τ’ αχαμνά του.

Του ταύρου ο Πικάσο ρουθούνιζε βαριά
και στα κουβέλια τότε σάπιζε το μέλι.
Τραβέρσο ανάποδο — πορεία προς το βοριά.
Τράβα μπροστά —ξοπίσω εμείς— και μη σε μέλλει.

Κάτου απ’ τον ήλιο αναγαλλιάζαν οι ελιές
και φύτρωναν μικροί σταυροί στα περιβόλια.
Τις νύχτες στέρφες απομέναν οι αγκαλιές
τότες που σ’ έφεραν, κατσίβελε, στην μπόλια.

Ατσίγγανε κι Αφέντη μου, με τι να σε στολίσω;
Φέρτε το μαυριτάνικο σκουτί το πορφυρό.
Στον τοίχο της Καισαριανής μας φέραν από πίσω
κι ίσα έν’ αντρίκειο ανάστημα ψηλώσαν το σωρό.

Κοπέλες απ’ το Δίστομο, φέρτε νερό και ξίδι.
Κι απάνω στη φοράδα σου δεμένος σταυρωτά
σύρε για κείνο το στερνό στην Κόρδοβα ταξίδι
μέσ’ απ’ τα διψασμένα της χωράφια τ’ ανοιχτά.

Βάρκα του βάλτου ανάστροφη, φτενή, δίχως καρένα.
Σύνεργα που σκουριάζουνε σε γύφτικη σπηλιά.
Σμάρι κοράκια να πετάν στην έρημην αρένα
και στο χωριό ν’ ουρλιάζουνε τη νύχτα εφτά σκυλιά.

Από τη συλλογή Πούσι (1947) του Νίκου Καββαδία

Νίκος Καββαδίας, Εσμεράλδα

Νίκος Καββαδίας & Θάνος Μικρούτσικος, Εσμεράλδα
(τραγούδι: Γιάννης Κούτρας / δίσκος: Σταυρός του Νότου (1979))

Εσμεράλδα

Στο Γιώργο Σεφέρη

Ολονυχτίς τον πότισες με το κρασί του Μίδα
κι ο φάρος τον ελίκνιζε με τρεις αναλαμπές.
Δίπλα ο λοστρόμος με μακριά πειρατική πλεξίδα
κι αλάργα μας το σκοτεινό λιμάνι του Gabes.

Απά στο γλυκοχάραμα σε φίλησε ο πνιγμένος
κι όταν ξυπνήσεις με διπλή καμπάνα θα πνιγείς.
Στο κάθε χάδι κι ένας κόμπος φεύγει ματωμένος
απ’ το σημάδι της παλιάς κινέζικης πληγής.

Ο παπαγάλος σού ’στειλε στερνή φορά το «γεια σου»
κι απάντησε απ’ το στόκολο σπασμένα ο θερμαστής,
πέτα στο κύμα τον παλιό που εσκούριασε σουγιά σου
κι άντε μονάχη στον πρωραίον ιστό να κρεμαστείς.

Γράφει η προπέλα φεύγοντας ξοπίσω: «Σε προδίνω»,
κι ο γρύλος το ξανασφυράει στριγκά του τιμονιού.
Μη φεύγεις. Πες μου, το ’πνιξες μια νύχτα στο Λονδίνο
ή στα βρομιάρικα νερά κάποιου άλλου λιμανιού;

Ξυπνάν οι ναύτες του βυθού ρισάλτο να βαρέσουν
κι απέ να σου χτενίσουνε για πάντα τα μαλλιά.
Τρόχισε κείνα τα σπαθιά του λόγου που μ’ αρέσουν
και ξαναγύρνα με τις φώκιες πέρα στη σπηλιά.

Τρεις μέρες σπάγαν τα καρφιά και τρεις που σε καρφώναν
και συ με τις παλάμες σου πεισματικά κλειστές
στερνή φορά κι ανώφελα ξορκίζεις τον τυφώνα
που μας τραβάει για τη στεριά με τους ναυαγιστές.

Από τη συλλογή Πούσι (1947) του Νίκου Καββαδία

Νίκος Καββαδίας, Cambay’s water

Νίκος Καββαδίας & Θάνος Μικρούτσικος, Cambay’s water
(τραγούδι: Γιάννης Κούτρας / δίσκος: Ο Σταυρός του Νότου (1979))

Cambay’s water

Στον Π. Π. Παναγιώτου

Φουντάραμε καραμοσάλι στο ποτάμι.
Είχε ο πιλότος μας το κούτελο βαμμένο
«κι αν λείψεις χίλια χρόνια θα σε περιμένω»
ωστόσο οι κάβοι σού σκληρύναν την παλάμη.

Θολά νερά και μίλια τέσσερα το ρέμα,
οι κούληδες τρώνε σκυφτοί ρύζι με κάρι,
ο καπετάνιος μας κοιτάζει το φεγγάρι,
που ’ναι θολό και κατακόκκινο σαν αίμα.

Το ρυμουλκό σφύριξε τρεις και πάει για πέρα,
σαράντα μέρες όλο εμέτραγες τα μίλια,
μ’ απόψε –λέω– φαρμάκι κόμπρα είχες στα χείλια,
την ώρα που ’πες με θυμό: «Θα ’βγω άλλη μέρα…»

Τη νύχτα σού ’πα στο καμπούνι μια ιστορία,
την ίδια που όλοι οι ναυτικοί λένε στη ράδα,
τα μάτια σου τα κυβερνούσε σοροκάδα
κι όλο μουρμούριζες βραχνά: «Φάλτσο η πορεία…»

Ξημέρωσε κι ήρθε ο φακίρης με τα φίδια,
η Μαραχάνα του Μυζόρ δε φάνηκε όμως!…
Μ’ αισχρές κουβέντες τον επείραζε ο λοστρόμος
και του πετούσε απά τα φίδια του σκουπίδια.

Σαλπάρουμε! Μας περιμένουν στο Μπραζίλι.
Το πρόσωπό σου θα το μούσκεψε το αγιάζι.
Ζεστόν αγέρα κατεβάζει το μπουγάζι∙
μα ούτε φουστάνι στη στεριά κι ούτε μαντίλι.

Από τη συλλογή Πούσι (1947) του Νίκου Καββαδία

Δημήτρης Ποταμίτης, Ο Άλλος Δημήτριος

Νίκος Τάτσης & Κώστας Παπαγεωργίου, Παπαρούνα
(τραγούδι: Ελένη Βιτάλη / δίσκος: Άιντε και φύγαμε (1979))

Ο Άλλος Δημήτριος

Με τη ζωή στο πέλμα της νύχτας, πέντε χρονών παιδί, άκουγα τη μητέρα να λέει πως τα πουλιά είναι λευκά, μόνο λευκά. Έμαθα τότε ν’ αψηφώ τα χρώματα, ώσπου μια κόκκινη παπαρούνα μου έδειξε το μέρος όπου τα πράγματα κηλιδώνονται.

Άρχισα να γίνομαι άντρας, όμως στα χέρια μου γλιστρούσε η αμφιβολία, αν πρέπει να ονειρεύομαι φτερωτά ψάρια και φλεγόμενες θάλασσες. Τέλος, κυνήγησα τη χίμαιρα, ως τη σπηλιά που πέρσι πνίγηκε ακόμα ένας άντρας.

Τώρα είμαι ο Άλλος Δημήτριος, εντεταλμένος κατά της φορμάικας και των πολιορκητικών μηχανών. Όμως τα χέρια μου δεν υποφέρουν πια άλλους νεκρούς ελέφαντες. Ακόμα κι ένα σύννεφο να περάσει, με πληγώνει.

Από τη συλλογή Ο Άλλος Δημήτριος (1970) του Δημήτρη Ποταμίτη

Πηγή: συγκεντρωτική έκδοση Δημήτρης Ποταμίτης, Ποιήματα 1964-2003 (εκδ. Καστανιώτη, Αθήνα, 2007)

Αλεξάνδρα Μπακονίκα, Ανθρώπινη φύση

Γιώργος Πολυχρονιάδης & Σάσα Μανέτα: Αν ξανακατεβείς, Χριστέ, στη γη
(Α’ βραβείο στο φεστιβάλ τραγουδιού της Θεσσαλονίκης το 1979)

Ανθρώπινη φύση

Αναγκαστικά μέσα στο ίδιο περιβάλλον
τους έζησα από κοντά:
τη μοχθηρή και ανάλγητη εγωπάθειά τους,
τη μανία τους να καταδυναστεύουν άγρια,
τα μυστικά τους εγκλήματα.
Τέτοια καθάρματα.

Από τη συλλογή Πεδίο πόθου (2005) της Αλεξάνδρας Μπακονίκα

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Αλεξάνδρα Μπακονίκα