Μυρτώ Αναγνωστοπούλου, Βρέχει στην Ανατολή

Μίκης Θεοδωράκης, Στην ανατολή
(τραγούδι: Στέλιος Καζαντζίδης & Χάρις Αλεξίου / δίσκος: Στην ανατολή (1974))

Βρέχει στην Ανατολή

Βρέχει στην Ανατολή
και οι πρόγονοί μου ξαγρυπνούν

Νανούρισέ με νύχτα
μεγάλωσέ με αλλιώς
ή πνίξε με
όσο είναι καιρός
με την μετάξινη κλωστή
που έμεινε απ’ τα χρόνια

Από τη συλλογή Το χρονικό των υποδόριων γεγονότων (1995) της Μυρτώς Αναγνωστοπούλου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Μυρτώ Αναγνωστοπούλου

Εύα Λιάρου-Αργύρη, Οι κύριοι συνωμότες

Ανδρέας Κάλβος & Μίκης Θεοδωράκης, Τα ηφαίστεια
(τραγούδι: Μαρία Φαραντούρη & Μίκης Θεοδωράκης / δίσκος: Τα τραγούδια του αγώνα (1974))

Οι κύριοι συνωμότες

[Ενότητα δ’]

Βροχή που δεν ακούγεσαι
Ψυχή που δε σε βλέπω
Ο ήλιος που δεν έβγαινε
Ο αέρας που θυμώνει

Κι όλα ανακατεύονται
και κύκλοι του ορίζοντα
και των νησιών ηφαίστεια
κι ασύμμετρα του κόσμου

Για να μη δω τα κύματα
πως τσάκισαν τ’ αμάθητα σκαριά

και πως εκοκκινίσανε

τα σπλάχνα της θαλάσσης.

Από τη συλλογή Μεταβάσεις (1995) της Εύας Λιάρου-Αργύρη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Εύα Λιάρου-Αργύρη

Αναστάσης Βιστωνίτης, Από τη μεριά της θάλασσας

Μίκης Θεοδωράκης & Νίκος Γκάτσος, Φέρτε μου τη θάλασσα
(τραγούδι: Γρηγόρης Μπιθικώτσης / δίσκος: Θαλασσινά φεγγάρια (1974))

Από τη μεριά της θάλασσας

[Ενότητα Ηλικία (1986)]

Νύχτα κατεβήκαμε από το στενό μονοπάτι στη θάλασσα. Δεν φυσούσε κανένας αέρας, όπως χθες. Φώτα καθρεφτίζονταν πάνω σ’ ένα μαύρο γυαλί. Εκεί είδαμε αρνητικά τα πρόσωπά μας.

Φαίνονταν μακριά οι τελευταίες λάμψεις μιας μεγάλης φωτιάς.

Εδώ θα μείνουμε ως το πρωί, είπα κι οι υπόλοιποι δεν μίλησαν. Μια άλλη χώρα άρχιζε εκεί που χαμήλωνε η φωτιά και κανείς δεν την ήξερε. Κανένας δεν γνώριζε αν αυτό που φλεγόταν ήταν το μεγάλο ανάκτορο, όπως έλεγαν οι φήμες της μέρας, ή ανταύγειες μιας δόξας που καιγόταν μέσα στο χρόνο. Κάποιος πρότεινε να πάμε να βρούμε τη στάχτη που θα μείνει πριν τη σκορπίσει ο αέρας.

Πάντα μεσολαβεί μια θάλασσα, είπε ο άλλος, με τη φωνή του σκεπάζοντας το πρόσωπο. Θα μπορούσαμε να βάλουμε κι εμείς μια φωτιά να κάψουμε τη θάλασσα. Δεν καίγεται το γυαλί κι αυτό που βλέπεις δεν είναι η θάλασσα.

Ώστε ήταν ψέματα λοιπόν. Και ποιος φταίει για την απάτη; Άφησέ με, δεν ξέρω. Δεν ξέρω σου λέω.

Θα μπορούσε ίσως να υπήρχαν κάποια άστρα. Αν προβάλεις τη θάλασσα στον ουρανό, δημιουργείς ένα τοπίο. Αυτό το γυαλί δεν καθρεφτίζει τίποτε, δεν φέγγει από πουθενά. Κοίτα μπροστά, κοίτα το πέρασμα, αλλού το πέρασμα, αλλού το μπροστά.

Αν έλεγα ότι μιλώ, δεν θα με πίστευε κανείς. Ήρθαμε για να σωπάσουμε. Τ’ άστρα είναι τα ψάρια, κι αν ο βυθός γεμάτος άστρα, ήταν δικός μας. Καλύτερα να ψάρευα στον ουρανό, να διώξω τη νύχτα.

Ποιος είναι η νύχτα, τι είναι η νύχτα, αριστερά δεξιά, ω αριστερά δεξιά, ω να ’ταν αυγή να ’βγαινα στο δρόμο ή να γλιστρούσα τώρα εδώ, ποιος είπε πως η θάλασσα γαλάζια, ν’ ασπρίσουμε τη θάλασσα, η θάλασσα εκμαγείο της νύχτας, υπάρχει μια νύχτα που είναι ο ουρανός, υπάρχει μια νύχτα που είναι ο βυθός, υπάρχει μια άλλη νύχτα και το άπειρο διάστημα καθώς διασχίζεις το μαύρο καθρέφτη.

Αλήθεια, δεν ξέρω. Γεννήθηκα μ’ ένα γυάλινο μάτι, να βλέπεις εκεί μέσα εκείνο που φαίνεται. Ό,τι βλέπω εγώ μου καίει το στομάχι.

Μου φαίνεται ότι έρχεται ο αέρας, ναι, τώρα ξέρω, ήρθαμε για τον αέρα, είναι ο δικός αέρας, όχι, είναι ο αέρας των άλλων, όχι, δεν είναι ο αέρας, είναι ο αέρας του αέρα, είναι ένα ξέφτι από το ανάκτορο, είναι η σκόνη από τη στάχτη των ανακτόρων, είναι ο καπνός από το φόρεμα της βασίλισσας, το κόκκινο άρωμά της, όχι, είναι το βογκητό της βασίλισσας στην αγκαλιά των εραστών της. Ναι, είναι ο αέρας – αλλά δεν έχει σημασία.

Αν πηδούσα θα βρισκόμουν στην άλλη άκρη αυτού του ουρανού, αν γύριζα γύρω από τον εαυτό μου. Αν.

Αν κοίταζα ταυτόχρονα μια πίσω και μια μπροστά, θα ήξερα αμέσως πως η Γη κινείται, ναι, θα έβλεπα ίσως τον Γαλιλαίο, αν ήμουν τηλεσκοπικός με το παλιό του κάτοπτρο.

Αν άπλωνα το χέρι, αν μάζευα το χέρι, αν γελούσα…

Αν εγώ ήμουν εγώ, αν εγώ ήμουν σαν κι εσένα κι αν εσύ δεν ήσουν εσύ αλλά αυτός που τώρα μου γνέφει, αν όλα με μια υπόθεση ή χωρίς υπόθεση, ή τέλος πάντων αν μπορούσαμε να στήσουμε έναν καθαρό συλλογισμό, αν βάζαμε κάποια όρια στο παιχνίδι, ποιο παιχνίδι, ποιος παίζει, ποιος σημαδεύει την τράπουλα, ποιος είναι ο Εωσφόρος και ο Άγγελος του χρόνου, ποιος μας φυλλορροεί…

Νύχτα κατεβήκαμε από το στενό μονοπάτι στη θάλασσα. Δεν είχε άστρα, κανένα φεγγάρι δεν φώτιζε. Τα ερείπια της φωτιάς στο ανάκτορο πήραν να βασιλεύουν.

Από τη συγκεντρωτική έκδοση Χώμα από ουρανό [1983-1995] (1996) του Αναστάση Βιστωνίτη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Αναστάσης Βιστωνίτης

Αναστάσης Βιστωνίτης, Κυριακή

Βασίλης Δημητρίου & Βαρβάρα Τσιμπούλη, Μια Κυριακή η καρδιά μου
(τραγούδι: Χάρις Αλεξίου / δίσκος: Ω! τι κόσμος, μπαμπά (1974))

Κυριακή

Κυριακή, μέρα των παιδιών.

Το ίδιο δωμάτιο.
Το ταξίδι της μνήμης.

Το ίδιο έντομο αντίθετα στο φως.

Κυριακή, μέρα των παιδιών,
πλυμένη στο αίμα του Σαββάτου.

Από τη συλλογή Μετοικεσία (1972) του Αναστάση Βιστωνίτη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Αναστάσης Βιστωνίτης

Γιάννης Νεγρεπόντης, Αυτός ο τόπος

Λήδα Χαλκιαδάκη & Σπύρος Βλασσόπουλος, Έλα να δεις τον τόπο μου
(φεστιβάλ τραγουδιού Θεσσαλονίκης 1974)

Αυτός ο τόπος

Κουραστήκαμε. Άλλο δεν μπορούμε
σ’ αυτόν τον τόπο εδώ
που η ιστορία αναβλύζει
σε κάθε μας βήμα.

Κι αυτές οι πληγές
που δε λένε να κλείσουν
σε κάστρα, σε ναούς, σε αγάλματα
σε τάφους συλημένους που δε συγχωρούν
σε αγίων εικόνες
μιας θρησκείας παρθένας μαινάδας∙
παντού το πάθος∙ το δέος αυτό
άλλο δεν το μπορούμε.

Τι να καταλάβουν οι άλλοι;
Έρχονται, φωτογραφίζουν, σημειώνουν
φεύγουν, περιγράφουν, ησυχάζουν.

Τι ξέρουν αυτοί απ’ τα δικά μας
μ’ αυτόν τον τόπο τον ανοικτίρμονα
τον παντοκράτορα, τον αβασίλευτο.

Από τη συλλογή Δωρήματα (1963) του Γιάννη Νεγρεπόντη

Πηγή: ανθολογία Η δεύτερη μεταπολεμική ποιητική γενιά (1950-1970) του Ανέστη Ευαγγέλου (εκδ. Παρατηρητής, 1994)

Σταύρος Κουγιουμτζής & Μάνος Ελευθερίου, Του κάτω κόσμου τα πουλιά

Του κάτω κόσμου τα πουλιά

Μουσική: Σταύρος Κουγιουμτζής
Στίχοι: Μάνος Ελευθερίου
Τραγούδι: Γιώργος Νταλάρας & Άννα Βίσση
Δίσκος: Σταύρος Κουγιουμτζής / μικρές πολιτείες (1974)

Φαρμακωμένος ο καιρός παραμονεύει
μες στα στενά του κάτω κόσμου να σε βρει
και δεκατρείς αιώνες άνεργος γυρεύει
την κιβωτό σου και το αίμα να σου πιει

Σε καρτερούν μαστιγωτές και συμπληγάδες
μες στα μαλάματα μια νύφη ξαγρυπνά
κι έχει στ’ αφτιά της κρεμασμένες τις Κυκλάδες
κι είν’ το κρεβάτι της λημέρι του φονιά

Κρυφά τα λόγια τα πικρά μες στο κοχύλι
κρυφά της θάλασσας τα μάγια στο βοριά
θα σβήσει κάποτε στο σπίτι το καντήλι
και μήτε πόρτα θάβρεις μήτε κλειδαριά

Του κάτω κόσμου τα πουλιά και τα παγόνια
με φως και νύχτα σού κεντούν μια φορεσιά
άνθρωποι τρίζουν κι ακονίζουν τα σαγόνια
πηδούν και τρέχουν και σε φτάνουν στα μισά

Γιώργος Χ. Θεοχάρης, Οικογένεια Λ. Σφουντούρη

Γιάννης Ρίτσος & Μίκης Θεοδωράκης, Μνημόσυνο
(τραγούδι: Γιώργος Νταλάρας / δίσκος: 18 λιανοτράγουδα της πικρής πατρίδας (1974))

Οικογένεια Λ. Σφουντούρη

ΛΟΥΚΑΣ [ΕΤΩΝ 55]
ΦΛΩΡΟΥ [ΕΤΩΝ 50]
ΘΕΜΙΣΤΟΚΛΗΣ [ΕΤΩΝ 3]
ΙΩΑΝΝΗΣ [ΕΤΩΝ 25]
ΟΛΓΑ [ΕΤΩΝ 20]
ΠΑΝΑΓΙΩΤΑ [ΕΤΩΝ 14]

ΕΦΟΝΕΥΘΗΣΑΝ ΠΑΡΑ ΤΩΝ ΓΕΡΜΑΝΩΝ ΤΗ 10-6-44

Άκουσε φίλε,
σ’ αυτό το κενοτάφιο βρίσκεται, μ’ έναν τρόπο, η σύνοψη της τραγωδίας του Διστόμου.
Ο Θεμιστοκλής πιάστηκε όμηρος, με άλλους έντεκα ξωμάχους, από τους Γερμανούς, σαν έφταναν στο Δίστομο, το μαύρο Σάββατο στις 10 Ιουνίου 1944. Λίγο μετά σκοτώσανε την αδερφή του Παναγιώτα που αμέριμνη έβοσκε τ’ αρνιά της στο Βρυόρεμα. Όσο βαστούσε η μέρα μέσα στο χωριό μακέλεψαν οι Ούννοι, νέους γέρους νήπια ζώα κι ό,τι ζωντανό – ανάμεσό τους τον Θεμιστοκλή και τον πατέρα του. Κίνησε η Φλωρού κι η Όλγα, η κόρη της, με δυο μουλάρια –σαν μάθανε τα μαύρα νέα– να φέρουνε τη σκοτωμένη Παναγιώτα τους. Φορτώσανε το πτώμα της και επιστρέφοντας απάντησαν το θάνατο να φεύγει για τη Λειβαδιά συντεταγμένος. Ήταν από τα τελευταία θύματα. Απόμειναν στις γράνες της δημοσιάς, μαζί με τα μουλάρια τους και τη νεκρή τους, θερισμένες από τα πολυβόλα.

Γι’ αυτό σου λέω φίλε,
σταμάτα μια φορά σ’ αυτό το κενοτάφιο της μνήμης.
Άφησε ένα αγριολούλουδο για τους 218 μακελεμένους του Διστόμου και συνέχισε, δρέψε την ευτυχία της ειρηνικής ζωής μας στην Αράχωβα τη νύχτα.

Περνώντας απ’ του Καραϊσκάκη το άγαλμα δείξε του πως θυμάσαι, κλείνοντάς του πονηρά το μάτι.

Από το ποιητικό βιβλίο Από μνήμης (2010) του Γιώργου Χ. Θεοχάρη

Ορέστης Αλεξάκης, Το ωράριο

Μίκης Θεοδωράκης & Νίκος Γκάτσος, Το πανηγύρι των άστρων
(τραγούδι: Γρηγόρης Μπιθικώτσης / δίσκος: Θαλασσινά φεγγάρια (1974))

Το ωράριο

Θα πρέπει ωστόσο να παραδεχθείς
πως έχει πλέον η ώρα προχωρήσει
πως πρέπει πια να κλείσεις το πρατήριο
κι αν ίσως
δεν συμπληρώθηκε εντελώς ο χρόνος
αν μένει κάποιο υπόλοιπο ωραρίου
όμως για ποιο σκοπό να περιμένεις
αφού το εμπόρευμα έχει εξαντληθεί
στο δρόμο η κίνηση έχει λιγοστέψει
φίλος δεν θά ’ρθει να σ’ επισκεφθεί
– πού χάθηκαν; Πώς χάθηκαν οι φίλοι; –
και τι να κάνεις πια στον άδειο χώρο
μόνος κι ασάλευτος ένα tableau vivant
μ’ αυτό το κρύο χαμόγελο που μάταια προσποιείται
σβήσε το φως
κλείσε τη θύρα
ηρέμησε
ξέχνα για μια στιγμή την ύπαρξή σου
τα δούναι και λαβείν της κάθε μέρας
τον κουρνιαχτό… το συρφετό της πόλης

Και σκέψου λίγο το βαθύ ουρανό
Τα εκατομμύρια πάνω εκεί των άστρων…

Από τα επιλεγμένα ποιήματα της έκδοσης Το ρόπτρο (2014) του Ορέστη Αλεξάκη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Ορέστης Αλεξάκης

Σταύρος Ξαρχάκος & Ιάκωβος Καμπανέλλης, Το μεγάλο μας τσίρκο

Το μεγάλο μας τσίρκο

Μουσική: Σταύρος Ξαρχάκος
Στίχοι: Ιάκωβος Καμπανέλλης
Τραγούδι: Τζένη Καρέζη, Νίκος Ξυλούρης & θίασος της παράστασης «Το μεγάλο μας τσίρκο» (1973)
Δίσκος: Το μεγάλο μας τσίρκο (1974)

Μεγάλα νέα φέρνω από κει πάνω
περίμενε μια στάλα ν’ ανασάνω
και να σκεφτώ αν πρέπει να γελάσω
να κλάψω να φωνάξω
να φωνάξω ή να σωπάσω

Οι βασιλιάδες φύγανε και πάνε
και στο λιμάνι τώρα κάτω στο γιαλό
οι σύμμαχοι τους στέλνουν στο καλό

Καθώς τα μαγειρέψαν και τα φτιάξαν
από ξαρχής το λάκκο τους εσκάψαν
κι από κοντά οι μεγάλοι μας προστάτες
αγάλι-αγάλι εγίναν νεκροθάφτες

Και ποιος πληρώνει πάλι τα σπασμένα
και πώς να ξαναρχίσω πάλι απ’ την αρχή
κι ας ήξερα τουλάχιστον γιατί

Το ριζικό μου ακόμα τι μου γράφει
το μελετάνε τρεις μηχανορράφοι
Θα μας το πουν γραφιάδες και παπάδες
με τούμπανα παράτες
με παράτες και γιορτάδες

Το σύνταγμα βαστούν χωροφυλάκοι
και στο παλάτι μέσα οι παλατιανοί
προσμένουν κάτι νέο να φανεί

Στολίστηκαν οι ξένοι τραπεζίτες
ξυρίστηκαν οι Έλληνες μεσίτες
εφτά ο τόκος πέντε το φτιασίδι
σαράντα με το λάδι
με το λάδι και το ξίδι

Κι αυτός που πίστευε και καρτερούσε
βουβός φαρμακωμένος στέκει και θωρεί
τη λευτεριά που βγαίνει στο σφυρί

Λαέ, μη σφίξεις άλλο το ζωνάρι
μην έχεις πια την πείνα για καμάρι
Οι αγώνες που ’χεις κάνει δε ’φελάνε
το αίμα το χυμένο
το χυμένο αν δεν ξοφλάνε

Λαέ, μη σφίξεις άλλο το ζωνάρι
η πείνα το καμάρι είναι του κιοτή
του σκλάβου που του μέλλει να θαφτεί

Αλεξάνδρα Μπακονίκα, Λίγο απ’ τη θωριά του

Γιάννης Κιουρκτσόγλου & Γιάννης Λογοθέτης, Σε παρακαλώ
(τραγούδι: Θέμης Ανδρεάδης / δίσκος: Κάτι άλλο μου θυμίζει (1974))

Λίγο απ’ τη θωριά του

Ήταν το παράπονό του:

«Της αρέσουν μόνο οι γεροδεμένοι.
Τα έχει μ’ ένα στρατιώτη
που την εξευτελίζει.
Φέρνει γυναίκες και την απατάει
μπροστά στα μάτια της.
Κλαίγεται, κι όμως πάντα
στην αγκαλιά του γυρίζει.
Έχω κουραστεί να την παρακαλώ
να έρθει μαζί μου».

Αν ορέγονταν την κοπέλα
άλλο τόσο θαύμαζε τον στρατιώτη,
που ήταν σκληροτράχηλος και δυνάστης.
Λίγο από τη λάμψη και τη θωριά του
να είχε, θα της έκανε τα τρισχειρότερα.

Από τη συλλογή Θείο κορμί (1994) της Αλεξάνδρας Μπακονίκα

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Αλεξάνδρα Μπακονίκα

Γιάννης Ποδιναράς, Κάθαρση

Μάνος Λοΐζος, Ο μέρμηγκας
(τραγούδι: Μάνος Λοΐζος / δίσκος: Τα τραγούδια του δρόμου (1974))

[Μέρος Β’]

Κάθαρση

Χαμένα μυρμήγκια
κυνηγούν τη λήξη των συμβολαίων.
Γερνούν τα σώματα.
Σταφιδιάζουν οι πνοές των ιερών ανέμων.
Κτίζουν οπές στη γη
και θερμοκήπια στους ουρανούς.
Τρέχουν τρελοί
να προλάβουν τη λήξη των ονείρων
στην άνυδρη χώρα.

Μα ο μικρός βροχοποιός
αψήφησε τους φύλακες.
Έβγαλε τη μάσκα
κι είδαμε γυμνό κι ελεύθερο
το πρόσωπό μας
να φέγγει αρυτίδωτο
στα σκοτάδια.

Από τη συλλογή Φαράγγια των Αγγέλων (2008) του Γιάννη Ποδιναρά

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Γιάννης Ποδιναράς

Γιάννης Ποδιναράς, Εδέμ

Μίκης Θεοδωράκης & Νίκος Γκάτσος, Φέρτε μου τη θάλασσα
(τραγούδι: Γρηγόρης Μπιθικώτσης / δίσκος: Θαλασσινά φεγγάρια (1974)

[Μέρος Β’]

Εδέμ

Γυρεύουμε ένα δέντρο
να κρυφτούμε.
Να λυθούν οι πλάνες
στο οξύ αγιάζι των ίσκιων.
Στο θρόισμα της σιγανής φωτιάς.
Στην αρμυρή ηδονή της θάλασσας.

Από τη συλλογή Φαράγγια των Αγγέλων (2008) του Γιάννη Ποδιναρά

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Γιάννης Ποδιναράς

Μαρία Κέντρου-Αγαθοπούλου, Στο λιβάδι

Federico Garcia Lorca & Χρήστος Λεοντής, Νανούρισμα
(απόδοση στα Ελληνικά: Λευτέρης Παπαδόπουλος, τραγούδι: Τάνια Τσανακλίδου / δίσκος: αχ… έρωτα (1974))

Στο λιβάδι

Ευτύχησα να δω έστω κρυφά
Από μια τρύπα σκοτεινή
Το σπίτι που όλο γέλια
Πήγε εκδρομή σ’ εκείνο το λιβάδι

Θαρρώ ήταν χειμώνας κι ίσως γι’ αυτό
Έλαμπε γυμνό μες στην εικόνα του

Πουλιά και σαύρες τρέχανε
Στην κεραμοσκεπή σαν σε κυνηγητό
Και μια δεκαοχτούρα πίσσα μαύρη
Περιπαίζοντας το γελαδάρη έλεγε
Δέκα-οχτώ δέκα-οχτώ χρονώ
Σ’ αγάπησα τρελά

Απ’ τα μαλλιά πιανότανε τα ζούδια
Αστεία κορμιά με χάχανα σα να ’ταν
Βασιλιάδες με κεραίες στ’ αυτιά
Κι αχ τι γελοία τραγούδια τι ψέματα
Φωνάζανε στην μπόχα του μεσημεριού
Που των αλόγων νέμονταν τη χαίτη και την ουρά
Αλογόμυγες και τσιμπούρια μέχρι αίματος

Και το σπίτι της εκδρομής
Έζησε για πάντα κάτω στο λιβάδι
Μέχρι τους τάφους βαθιά κι ακόμα
Η δεκαοχτούρα περιπαίζει το γελαδάρη
Δέκα-οχτώ δέκα-οχτώ χρονώ σ’ αγάπησα τρελά

Από τη συλλογή Σεντόνια της αγρύπνιας (2006) της Μαρίας Κέντρου-Αγαθοπούλου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Μαρία Κέντρου-Αγαθοπούλου

Νίκος Γρηγοριάδης, Φωτογράφιση

Μάνος Λοΐζος & Γιάννης Νεγρεπόντης, Τρίτος Παγκόσμιος
(τραγούδι: Βασίλης Παπακωνσταντίνου / δίσκος: Τα τραγούδια του δρόμου (1974))

Φωτογράφιση

Γίναμε πια διάσημοι,
μας κυνηγούν να μας φωτογραφίσουν.

Πάνε τα χρόνια εκείνα
που κοιτάζαμε από μακριά
τον πλανόδιο φωτογράφο ή
ποζάραμε με τα κυριακάτικά μας.

Τώρα μας περνούν στις φωτογραφίες
εκ του φυσικού,
δίπλα στις Αύρες και τα τανκς
με λιμνούλες αίμα αστραφτερό
στην άσφαλτο.

Από τη συλλογή Δειγματοληψία Α’ (1981) του Νίκου Γρηγοριάδη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Νίκος Γρηγοριάδης

Χριστόδουλος Χάλαρης & Γιάννης Κακουλίδης, Του θάνατου παράγγειλα

Του θάνατου παράγγειλα

Μουσική: Χριστόδουλος Χάλαρης
Στίχοι: Γιάννης Κακουλίδης
Τραγούδι: Νίκος Ξυλούρης & Χρύσανθος (Θεοδωρίδης)
Δίσκος: Ακολουθία (1974)

Του θάνατου παράγγειλα
του χάρου παραγγέλνω
ανάθεμά σε, χάροντα
και μια κατάρα στέλνω
και λέω της χαρόντισσας
στα χαροπαίδια λέω

Ρούχο ’χω πράσινο, είναι αφόρεγο
φορώ το και γελώ σε
άρτος στο χέρι μου είναι επτάζυμος
τρώγω τον και θωρώ σε

Και λέω τις χαρόντισσας
στα χαροπαίδια λέω
ανάθεμά σας, όφιδες
και άλλο πια δεν κλαίω
του θάνατου παράγγειλα
του χάρου παραγγέλνω
ανάθεμά σε, χάροντα
και μια κατάρα στέλνω