Μαρία Κουγιουμτζή, Στον ασβέστη

Στον ασβέστη

Χριστούγεννα 1952

Εκεί που ψιλόβρεχε εκεί ψιλοχιόνιζε. Περπατούσα στους λασπωμένους δρόμους κι η υγρασία με τρυπούσε. Λεπτό το σουρτούκο που φορούσα, έμπαζε από παντού και έτρεμα. Τα παπούτσια μου, τρία νούμερα μεγαλύτερα απ’ τα πόδια μου, μαούνες, μπαινόβγαιναν σε κάθε βήμα και πιτσιλούσαν τις γάμπες μου, ενώ το φουστάνι μου κρεμόταν ως τους αστραγάλους. Αποσούρια από παιδιά κάπως λιγότερο φτωχά από μένα. Έλεγα τα κάλαντα και η σοδειά μου δυο μανταρίνια, πεντέξι καρύδια και μερικές δεκάρες. Άρχισε να σκοτεινιάζει, τ’ όνειρο μου να μαζέψω λίγες δραχμές να πάρω ένα μαντίλι δώρο στη νουνά μου ναυαγούσε. Εκείνη ήρθε το πρωί και άφησε στο προσκεφάλι μου μια ωραία καινούργια πλάκα με το κοντύλι δεμένο πάνω της με κόκκινο κορδόνι. Τη λαχταρούσα αυτή την πλάκα, πρώτη μου χρονιά, στο σχολείο, είχα ως τώρα μια σπασμένη και παιδευόμουνα.

Βλάκα, μου είπε η μάνα μου, δε ζήτησες ένα ζευγάρι παπούτσια να ξεπεζέψεις απ’ αυτές τις μαούνες. Εσύ να μου πάρεις παπούτσια, είπα. Και πώς, αφού ο μπαμπακαμένος σου μας άφησε κι έφυγε, που να τον φέρουν τέσσερις και ξαπλωμένο. Εδώ δεν έχουμε ούτε μακαρόνια να βράσουμε για αύριο Χριστούγεννα, κοίτα να μάσεις κάνα φράγκο απ’ τα κάλαντα να πάρουμε το κατιτίς μας. Τα κάλαντα τα θέλω για το δώρο της νουνάς, είπα, δε σ’ τα δίνω. Θα τα δώκεις και θα πεις κι ένα τραγούδι, δε θέλει δώρα εκείνη, έχει τον άντρα της, ακούς, φεύγα τώρα από μπροστά μου.

Εκεί που τα σκεφτόμουνα αυτά και τα λογάριαζα –είχα χωθεί σ’ ένα σοκάκι πιο γλιτσιασμένο από τ’ άλλα, τόσο στενό που απλώνοντας τα χέρια έπιανες τους υγρούς τοίχους των εβραίικων σπιτιών που τ’ αντικρίζανε, δεν το ’πιανε ο ήλιος–, είδα δυο αγοράκια λίγο μεγαλύτερα από μένα να με κοιτούν σαν χάννοι. Πάντα με κορόιδευαν τ’ αγόρια για τα σουρτούκο που φορούσα, ανταρτόπληκτη με φωνάζανε, απ’ τις μανάδες τους θα τ’ άκουσαν, και πήρα θέση άμυνας. Κοίταζα τι κουσούρια να βρω για να ’μαι έτοιμη ν’ αντιμιλήσω. Είχαν δυο προσωπάκια ολοστρόγγυλα σαν φεγγαράκια. Ήταν συμμαζεμένα τα ρουχαλάκια τους, σωστά, καθαρά τα κοντά παντελονάκια τους, και τα σακάκια τους, χοντρούτσικα, φαινόντανε ζεστά.

Με πλησίασε το μεγαλύτερο, τόσο που σχεδόν με άγγιξε. Κοριτσάκι, θέλεις να ’ρθεις σπίτι μας να πεις τα κάλαντα, η μαμά μου θα σου δώκει ό,τι θέλεις. Σίμωσε και το μικρότερο και μ’ έπιασε απ’ το χέρι. Ζεστό το χεράκι του πάνω στο παγωμένο δικό μου. Είχανε τσέπες τα σακάκια τους, εμένα κρέμονταν ξηλωμένες. Το βλέμμα τους, η ντροπαλοσύνη που με κοίταζαν, το ζεστό χεράκι του μικρού, ξεθάρρεψα. Και πού είναι το σπίτι σας; ρώτησα. Να, εδώ κοντά, παραδίπλα, και με τράβηξαν αγκαλιαστά σχεδόν. Τ’ ακολούθησα προσέχοντας οι λάσπες που πετούσαν οι μαούνες μου μην τα λερώσουν.

Σταθήκαμε έξω από μιαν αυλή κι ως να σηκώσουν το μάνταλο, κοίταξα το σπίτι. Μικρό μα φαινότανε γερό –εμάς όλο έσταζε η σκεπή κι αγωνιζόμασταν με τις κατσαρόλες όταν έβρεχε–, με πράσινα παντζούρια στα παράθυρα και μια ξερή κληματαριά, σκέπαστρο απ’ τη μέσα πόρτα μέχρι την έξω. Ως ν’ ανοίξουν μ’ έτρωγε η ντροπή. Λες να με διώξει η μάνα τους, να με περάσει για ζητιάνα;

Μια κοντούλα φάνηκε σκουπίζοντας τα χέρια στην ποδιά της, είχε σουρουπώσει για καλά, μόλις την έβλεπα, όμως το φως από μέσα έπεφτε πάνω μου και κάτι περισσότερο έβλεπε σε μένα. Είχε ολοστρόγγυλο πρόσωπο σαν μαραμένο μήλο. Με κοίταξε με κάτι μάτια ορθάνοιχτα, έκανε ένα βήμα πίσω σαν να την έσπρωξε δυνατός αγέρας κι απόμεινε να με κοιτά. Ετοιμάστηκα να το σκάσω, μα καθώς εκείνη αναστέναξε κι έπιασε την καρδιά της, τ’ αγοράκια με σπρώξαν κατά μέσα. Η σόμπα έκαιγε, τα ξύλα τσιτσίριζαν κι η ζέστη με τύλιξε σαν ζεστή κουβέρτα. Σ’ ένα μικρό κουζινάκι ένας τέντζερης χοχλάκιζε κι η μυρωδιά απ’ την κότα που έβραζε μου έφερνε ζαλάδα. Η γυναικούλα μ’ έπιασε απ’ τους ώμους και με κάθισε στο ντιβάνι. Με κοίταζε και δάκρυα τρέχαν απ’ τα μάτια της, έπιανε το σαγόνι μου και γύριζε το κεφάλι μου μια κατά δω μια κατά κει, εγώ τα μάτια χαμηλωμένα. Χαίρεσαι, μαμά, που τη βρήκαμε και σ’ τη φέραμε; είπανε τα παιδάκια και κείνη αναστέναξε.

Δίπλα μου ήταν το τραπέζι, έβλεπα μόνο τα πόδια του, μην ντρέπεσαι, είπε η γυναίκα, έβαλε ένα πιάτο σούπα, φάε, είπε. Παρ’ όλη την ντροπή μου έφαγα. Ως μ’ έμαθε η μάνα μου, αργά αργά και με κλειστό το στόμα. Προσπάθησα να μη σκουπίσω τα χείλια στο μανίκι μου.

Η γυναικούλα πήγαινε κι ερχόταν. Μου έφερε ένα ζευγάρι κατακόκκινα παπούτσια, ήταν λίγο φθαρμένα μα μου ήρθαν ίσα ίσα. Ντρεπόμουν, κάλτσες δεν φορούσα και δυο ολόμαυροι χαλκάδες γύρω απ’ τα κότσια, σημάδια απ’ τη λάσπη καθώς πάλευε με τις μαούνες μου, μ’ ένα βρεγμένο πανί μου τα καθάρισε και μου ’βαλε ζεστές καλτσούλες κάτασπρες με κόκκινη μπορντούρα. Έφερε κάτι φουστανάκια μάλλινα και ένα παλτουδάκι κατακίτρινο, αυτό μου ήτανε λίγο φαρδύ αλλά κατάζεστο.

Όλα δικά σου, είπε, για σένα, πας σχολείο; Ναι; Θα ’ρθω μαζί σου να πω της μάνας σου να σ’ αφήνει να ‘ρχεσαι όταν σκολνάς να τρως σε μας, να κάνεις και τα μαθήματα σου, θα σε πηγαίνει σπίτι ο Νικολάκης. Το μεγαλύτερο αγοράκι ένευσε ναι.

Ξεθάρρεψα σιγά σιγά και σήκωσα το βλέμμα. Τα μάτια της γυναίκας φέγγανε, το πρόσωπό της ήταν ιδρωμένο, χαρακωμένο απ’ τις ρυτίδες, τα χείλια της σουρωμένα σαν να φασκιώνανε τα δόντια της. Μου φάνηκε σαν τον παλιό μπουφέ της μάνας μου το πρόσωπό της. Συρτάρια οι ρυτίδες της που κρύβαν πονεμένα μυστικά, κλειδωμένες απελπισίες. Τα μαλλιά τσουμαδιασμένα σαν να της τα τραβούσανε αυτές οι δυστυχίες και μαδήσανε, κρέμονταν αλλού μαύρα αλλού άσπρα, σαν τ’ αλατοπίπερο, χωρίς να τηνε νοστιμίζουνε καθόλου. Η μάνα μου δεν κοιμάται τις νύχτες, είπε το μεγαλύτερο παιδί, λες και κατάλαβε τις σκέψεις μου. Μόνο τα μάτια, όχι τα μάτια της, εκείνα βούλιαζαν στο φουσκωτό τους πάπλωμα της λύπης, αλλά το φως τους, γαλαζωπό κι αγγελικό, με τύλιγε και με ξετύλιγε, και πάλι με ξανατύλιγε σε αχνούς ζεστής αγάπης. Έπεφτε πάνω μου σαν το ζεστό νερό του μπάνιου και μ’ έπλενε, έπλενε την ψυχή μου, και στεκόταν απάνω μου όπως ποτέ δεν είχε καιρό να σταθεί της μάνας μου το βλέμμα, από τις έγνοιες για να με ταΐσει άφηνε ατάιστη την ψυχή μου. Υπήρχαν έπιπλα μέσα στο σπίτι, μα εγώ δεν τα ’βλεπα, το μόνο που με τράβηξε ήτανε μια τεράστια φωτογραφία κρεμασμένη στον τοίχο. Ένα κοριτσάκι στην ηλικία μου με κοίταζε χαμογελώντας.

Η αδελφούλα μας, είπε το μικρότερο παιδί, έπεσε πέρσι σ’ ένα λάκκο με ασβέστη και κάηκε. Της μοιάζεις.

Από τη συλλογή διηγημάτων Άγριο βελούδο (2008) της Μαρίας Κουγιουμτζή

Πηγή: Translatum | Fiction of Thessaloniki / Μαρία Κουγιουμτζή

Advertisements

Γιώργος Ιωάννου, Η μεγαλοκόρη

Η μεγαλοκόρη

Όταν πέθανε η μεγαλοκόρη, την έβγαλαν σέρνοντας απ’ το κοτέτσι, έβαλαν τρεις σανίδες πάνω σε δυο σιδερένια στριπόδια και την ξάπλωσαν σεμνά κάτω απ’ τη βερικοκιά της ξένης πια αυλής. Στα ξεθωριασμένα μαύρα φορέματά της ξεχώριζα χώματα και λάσπες απ’ το σούρσιμο, καθώς κοίταζα την αυλή τους απ’ το καφασωτό παραθυράκι της θειας μου. Μ’ εμπόδιζε, είναι αλήθεια, κάπως και η ασύστολα ανθισμένη βερικοκιά. Αλλά ήταν άνοιξη και μάλιστα του 1942.

Την άφησαν εκεί και ξανακλείστηκαν στο κοτέτσι. Σίγουρο όμως πως θα την κοίταζαν διαρκώς μέσα απ’ το διχτυωτό. Ο γιος της αδελφής της δε φαίνονταν πουθενά. Θα ζητιάνευε κάπου ή θα είχε τρέξει στα χωριά για να τους προφτάσει. Πάντως, από τότε που οι αγοραστές τούς είχαν πετάξει απ’ το δίπατο σπίτι τους, και ύστερα από πολλά παρακάλια τούς είχαν επιτρέψει να κατοικήσουν προσωρινά στο κοτέτσι, το παιδί είχε σχεδόν εξαφανιστεί. Δεν εννοούσε να μπει εκεί μέσα. Τώρα, όταν τον συναντώ καμιά φορά στο δρόμο, κατεβάζει το κεφάλι. Το ξαναπήρε, βέβαια, προ πολλού το σπίτι, σύμφωνα με τον μεταπολεμικό νόμο, και το ’δωσε κι αυτός για πολυκατοικία.

Το κοτέτσι τους ήταν ψηλό και μερακλίδικα καμωμένο. Μεταπολεμικά έτρεφαν πολλές κότες. Τη μέρα που πέθανε η μεγαλοκόρη σώζονταν ακόμη ο κάτασπρος πετεινός και μια κότα. Άγνωστο τι τα ’διναν να φάνε. Τα πουλιά ξαφνιάστηκαν στην αρχή απ’ τη φασαρία. Πήδηξαν στον περίβολο, έτοιμα να πετάξουν στις διπλανές αυλές. Μα, σαν ησύχασαν τα πράγματα, κατέβηκαν κοιτάζοντας συνεχώς λοξά. Την αγαπούσαν τη μεγαλοκόρη. Αυτή πάντα τα τάιζε κι αυτή τα είχε διασώσει μέχρι τώρα. Την άκουγα συχνά που τα μιλούσε.

Ο πετεινός πήδηξε πρώτα στην άκρη του σανιδιού και περίμενε κάποια κίνηση. Ύστερα, θαρρετά, διέσχισε το σώμα, πάτησε στα σταυρωμένα χέρια, κάτι τσιμπολόγησε, και ξαφνικά τεντώθηκε κι άρχισε να λαλάει. Πάνω στο δεύτερο ή τρίτο λάλημα τον έκοψε ένα χέρι μέσα απ’ το κοτέτσι. Πήδηξε κάτω αναψοκοκκινισμένος κι αμέσως σχεδόν ανέβηκε στην κότα. Πού να φανταζόταν η σεμνή μεγαλοκόρη, η οποία όταν πήγαινε στον μπακάλη ή τον ψωμά έκανε ολόκληρο γύρο για να μην περάσει μπροστά απ’ το καφενείο «Ο Σκοπός» και τη βλέπουν οι άντρες, πως θα ’ρχονταν ώρα που θα καμάρωνε ξελιγωμένο πάνω της το ερωτιάρικο αρσενικό πουλί.

Όταν νύχτωσε, την άφησαν εκεί. Όλη νύχτα ακούγονταν πνιγμένα αναφιλητά μέσα απ’ το κοτέτσι.

Πρωί πρωί ήρθε το κάρο της δημαρχίας. Την έριξαν στο κοινό κασόνι και την έβγαλαν, ευτυχώς, απ’ την πόρτα και όχι απ’ το γκρεμισμένο τοιχαράκι της αυλής, απ’ όπου τους επέτρεπαν να περνούν οι αυστηρών αρχών νέοι ιδιοκτήτες. Το κάρο ξεκίνησε αμέσως, χωρίς τσιριμόνιες κι αργοπορίες. Σαν τα φαντάσματα τρίκλιζαν στην αρχή το κατόπι η αδερφή της με τον άντρα της. Ο καροτσιέρης όμως δε χαμπάριζε από τέτοια, δεν μπορούσε να περιμένει, είχε πολλή δουλειά. Στη γωνιά σταμάτησαν, ήταν αδύνατο να συνεχίσουν. Το κάρο έτρεχε πιο γρήγορα στον ίσιο δρόμο. Πιάστηκαν για να μην πέσουν κι άπλωσαν τα σκεβρωμένα χέρια σε χαιρετισμό.

Από τη συλλογή πεζογραφημάτων η σαρκοφάγος (1971) του Γιώργου Ιωάννου

Πηγή: Translatum | Fiction of Thessaloniki / Γιώργος Ιωάννου

Γ. Θ. Βαφόπουλος, Το παραμύθι της Θεσσαλονίκης

Το παραμύθι της Θεσσαλονίκης

Μια μικρή εισαγωγή

Ένας άνθρωπος που έχει περπατήσει πάνω από εβδομήντα χρόνια στους δρόμους μιας πολιτείας, αναμφισβήτητα είναι δεμένος μαζί της με πολλούς δεσμούς. Εκείνο που χαρακτηρίζει τη δική μου σχέση με τη Θεσσαλονίκη, είναι όχι μονάχα η απέραντη αγάπη μου γι’ αυτήν, αλλά κι ένα είδος λυρικής συναναστροφής μαζί της, που μ’ είχε κάμει, στα χρόνια της πρώτης μου νιότης, να της γράψω ένα ποίημα. Κι αληθινά, η κάπως ρομαντική ιδιοσυγκρασία μου, δε με βοήθησε καθόλου να συλλάβω «ιστορικά» την εικόνα της Θεσσαλονίκης. Αρνήθηκα τη μελέτη της λεπτομέρειας κι αδιαφόρησα για την ακρίβεια της χρονολογικής τοποθέτησης των γεγονότων μέσα στην ιστορία. Τη Θεσσαλονίκη θέλησα να την ιδώ «λυρικά», με μιαν όραση κυκλική, μ’ ένα κοίταγμα πανοραματικό, στη διαρκή πορεία της, καθώς αναδίνεται, μέσα από την ομίχλη της ιστορίας, και προχωρεί, με βήμα κυματιστό, σ’ ένα πραγματικά υπάρχον παρόν.

Μια αρχαία λάρνακα, τοποθετημένη μέσα σ’ ένα μουσείο, είναι ένα μέλος νεκρό, αποκομμένο οργανικά από το σώμα, που εξακολουθεί ακόμα να ζει. Μας λέγει τι μπορεί κάποτε να ήταν η Θεσσαλονίκη, αλλά ποτέ δε θα μπορέσει να μας πει τι είναι τώρα. Τα μουσεία, όσο κι αν μας βοηθούν στη μελέτης της ιστορίας και της τέχνης, δεν παύουν να είναι τα νεκροταφεία του παρελθόντος. Ο ζωντανός άνθρωπος τα θαυμάζει, κάποτε συγκινείται, όπως συγκινούμαστε από την ανάμνηση προσφιλών πεθαμένων προσώπων, αλλά αρνείται να τα συνθέσει οργανικά με τη ζωή του. Αντίθετα η βυζαντινή εκκλησία, μ’ όλο το βάρος και τη σκόνη της ιστορίας, δεν έχει αποκοπεί οργανικά από το ζωντανό σώμα. Ζει με τη βαθιά ανάσα των χρόνων, που αφομοιώνεται με τη σύγχρονη αναπνοή της πολιτείας.

Αυτή τη Θεσσαλονίκη αγάπησα, τη σύγχρονη, την παλλόμενη πόλη, με τις βυζαντινές της επιβιώσεις, που κάμνουν να συμπλέκεται το παλιό με το καινούργιο, σε μια αδιάσπαστη ζωντανή ενότητα. Και το κείμενο αυτό θέλει να διηγηθεί το παραμύθι της, όπως το έζησε ένας σύγχρονος άνθρωπος, τα εβδομήντα τελευταία χρόνια.

Λίγη ιστορία

Βέβαια η ιστορία λέγει πως η Θεσσαλονίκη κτίσθηκε το 315 π.Χ. από το βασιλιά της Μακεδονίας Κάσσανδρο. Πως πήρε τ’ όνομα της γυναίκας του Θεσσαλονίκης, που ήταν κόρη του Φίλιππου Β’ κι αδελφή του Μεγάλου Αλεξάνδρου. Η ιστορία αργότερα φέρνει στη Θεσσαλονίκη τους Ρωμαίους, που θ’ αφήσουν τα σημάδια τους με την πύλη του Γαλερίου.

Η ίδια ιστορία οδηγεί στη Θεσσαλονίκη τον Απόστολο Παύλο, που περιοδεύει στη Μακεδονία, για την ίδρυση των πρώτων Χριστιανικών εκκλησιών. Μια λαϊκή παράδοση λέγει πως οι εθνικοί τον κυνήγησαν με τις πέτρες. Και πως ο Απόστολος έχασε τη χριστιανική υπομονή κι έδωσε κατάρα ποτές να μη σηκωθούν οι πέτρες από τους δρόμους της πολιτείας. Κι από τότε η παράδοση ονομάτισε τους Θεσσαλονικείς «Παυλοκαταραμένους» κι οι δρόμοι της Θεσσαλονίκης δεν έχουν ακόμα καθαρισθεί από τις πέτρες. Έξυπνος μύθος, για να δέσει οργανικά σε ζωντανή ενότητα τον κορυφαίο Απόστολο με την πόλη και να κάμει διαρκή την παρουσία του ανάμεσά μας.

Η ιστορία έβαλε στη Θεσσαλονίκη το νεαρό αξιωματικό του Διοκλητιανού, που τον καθιέρωσε ως πολιούχο της, με το όνομα του Αγίου Δημητρίου. Και η δόξα του Αγίου μεγάλωνε μαζί με τη δόξα των Βυζαντινών Αυτοκρατόρων. Τότε ήταν που υψώθηκαν στην πόλη μνημεία λατρείας και τέχνης, οι βυζαντινές εκκλησίες. Αλλά η ιστορία φαίνεται πως είναι μια άστατη γυναίκα, γιατί αντικατέστησε στην εύνοιά της τους βυζαντινούς Αυτοκράτορες με τους Σαρακηνούς, τους Νορμανδούς, τους Φράγκους, τους Ενετούς. Τελευταίους έφερε στη Θεσσαλονίκη τους Τούρκους, για να τους κρατήσει εδώ πέντε σχεδόν αιώνες. Ήταν το 1430, είκοσι τρία χρόνια πριν από το πάρσιμο της Πόλης.

Μισόν αιώνα μετά, έστειλε κάμποσες καραβιές κατατρεγμένους Εβραίους από την Ιβηρική Χερσόνησο. Κι όταν, ύστερα από άλλους τρεις και μισό αιώνες, στα 1821, ακούστηκαν στο Μοριά οι πρώτες βροντές του Αγώνα, η ιστορία έφερε τον αχό τους ως τη Θεσσαλονίκη, για να δώσει φτερά στις ελπίδες των ραγιάδων. Ωστόσο το ξεσήκωμά τους πνίγηκε μέσα στο ίδιο τους το αίμα. Κ’ έπρεπε να περάσουν άλλα ενενήντα σχεδόν χρόνια, για να φέρει η ίδια ιστορία, με προπομπούς τους Μακεδονομάχους, την ελευθερία στην πανάρχαιη αλλά πάντα ζωντανή πόλη του Αγίου Δημητρίου. Κι έγινε τούτο στις 26 Οκτωβρίου 1912, ακριβώς τη μέρα της γιορτής του Αγίου.

[…]

Από το βιβλίο Το παραμύθι της Θεσσαλονίκης (εκδόσεις Παρατηρητής, 1997) του Γιώργου Βαφόπουλου

Πηγή: Translatum | Fiction of Thessaloniki / Γ. Θ. Βαφόπουλος

Ντίνος Χριστιανόπουλος, Ιπποκλείδης

Ιπποκλείδης

Μια φορά κι έναν καιρό, εδώ και δυόμιση χιλιάδες χρόνια, ήταν ένας βασιλιάς που τον έλεγαν Κλεισθένη, κι ήθελε να παντρέψει τη μοναχοκόρη του. Στέλνει λοιπόν ανθρώπους του σε όλα τα βασίλεια, να διαλαλήσουν την απόφασή του: εκείνοι που ήθελαν την όμορφη βασιλοπούλα, να μαζευτούνε στο παλάτι του∙ εκεί θα έκαναν αγώνες και τσιμπούσια, κι ο βασιλιάς θα διάλεγε στο τέλος τον καλύτερο. Σαν τ’ άκουσαν αυτό τα βασιλόπουλα, ξεκίνησαν για το παλάτι του Κλεισθένη. Άλλος ξεχώριζε για ομορφιά, άλλος για την παλικαριά του, άλλος για την καταγωγή του και άλλος για τα πλούτη του. Μα απ’ όλους ξεχώριζε ο Ιπποκλείδης, το πρώτο της Αθήνας αρχοντόπουλο, που έσκιζε σε ομορφιά και τσαχπινιά. Αυτόν τον συμπαθούσε ιδιαίτερα ο Κλεισθένης.

Σαν ήρθε ο καιρός να γίνει η κρίση, κι αφού τελειώσαν οι αγώνες, ο βασιλιάς οργάνωσε συμπόσια και γλέντια. Τρεις μέρες τρώγαν κι έπιναν με μουσικούς και αυλητρίδες∙ και ξαφνικά την τρίτη μέρα, σηκώνεται ο Ιπποκλείδης μες στη σούρα του κι αρχίζει να χορεύει ένα χορό από αυτούς που ξέραν μόνοι οι ηνίοχοι, και δώσ’ του να λυγάει μαργιόλικα τη μέση του, και δώσ’ του οι άλλοι ένα γύρο παλαμάκια. Ύστερα σάλταρε επάνω στο τραπέζι, στηρίχτηκε με το κεφάλι κάτω κι άρχισε να χορεύει με τα πόδια στον αέρα, χωρίς ούτε στιγμή να χάσει την ισορροπία του. Σε λίγο κατεβαίνει, αρπάζει το τραπέζι με τα δόντια του και το σηκώνει αψηλά, κι αρχίζει να χορεύει έναν κόρδακα, δίχως ν’ αφήσει να του πέσει ούτε ένα κύπελλο. Όλοι κρατούσαν την αναπνοή τους από θαυμασμό – ποιος να φανταζόταν τόση μαγκιά μες στο παλάτι! Μα ο Κλεισθένης, βλέποντάς τα όλα αυτά, άφριζε μέσα του απ’ το κακό του. Όσο κι αν συμπαθούσε το αρχοντόπουλο, τον διάδοχο τον ήθελε συμμαζεμένο και κιμπάρη, όχι μαγκάκι των χαμαιτυπείων. Γι’ αυτό και μόλις τέλειωσε ο χορός, κατέβηκε οργισμένος απ’ το θρόνο του και είπε στον Ιπποκλείδη: «Κρίμα, λεβέντη μου∙ μ’ αυτά σου τα καμώματα έχασες και το θρόνο και τη νύφη». Κι ο Ιπποκλείδης τού απάντησε κοφτά: «Σκασίλα μου!»

Έτσι έχασε και πλούτη και τιμές, για ένα κέφι, μα κέρδισε όλων τις καρδιές ο Ιπποκλείδης. Και έμεινε αθάνατος στην ιστορία, πρώτος ρεμπέτης του ντουνιά.

Από τα μικρά πεζά Οι ρεμπέτες του ντουνιά (εκδ. Ιανός, 2004) του Ντίνου Χριστιανόπουλου

Πηγή: Translatum | Fiction of Thessaloniki / Ντίνος Χριστιανόπουλος

Γιάννης Καρατζόγλου, Ουδείς οίκτος

Ουδείς οίκτος

Η «ολοσχερής καταστροφή του πολυτελούς αυτοκινήτου γνωστού επιχειρηματία», συνέβη στη Σχολή Διοίκησης και Οικονομίας, εκεί γύρω στις αρχές της δεκαετίας του ’90 που τα πάντα ανατρέπονταν: τα καθεστώτα του υπαρκτού σοσιαλισμού κατέρρεαν ένα-ένα σαν τραπουλόχαρτα με ταυτόχρονη θριαμβολογία των οπαδών του άκρατου καπιταλισμού, η σκέψη των Μαρξ και Ένγκελς μεταλλάσσονταν αργά και σταθερά από τα ρούχα των Μαρκς και Σπένσερ που επιτέλους είχαν φτάσει και στην Ελλάδα, ενώ στα πανεπιστήμια τα αμπέχονα και τα καφτάνια της προηγουμένης δεκαετίας εξαφανίζονταν κι αυτά, δίνοντας τη θέση τους σιγά-σιγά σε κομψά μπλουτζίν και χρωματιστά μπλουζάκια.

Εκείνη τη μέρα, ο κύριος Καθηγητής της έδρας Οργάνωσης Επιχειρήσεων, στο πλαίσιο του «ανοίγματος» της «από καθέδρας» διδασκαλίας, είχε καλέσει, όπως το συνήθιζε τελευταία, έναν γνωστό για την ραγδαία του επιτυχία αλλά και από τη συχνή παρουσία του στις σελίδες των κοσμικών στηλών επιχειρηματία, προκειμένου να μιλήσει στο Τμήμα και να αναπτύξει έτσι στους φοιτητές την αιτία της ανοδικής και επιτυχημένης επιχειρηματικής του πορείας, μια «μελέτη περιπτώσεως» δηλαδή, όπως λέγεται.

Το Αμφιθέατρο της Σχολής ήταν φίσκα. Διακόσιοι φοιτητές και βάλε ήρθαν να ακούσουν τη «μελέτη περιπτώσεως», μια που ο κύριος καθηγητής άφηνε πάντοτε να εννοείται ότι όποιος παρακολουθούσε τις έξτρα διαλέξεις που διοργάνωνε θα είχε ένα «μπόνους» στη βαθμολογία του Ιουνίου που θα επηρέαζε (προς τα πάνω, βέβαια) την «κατάκτηση» του πολυπόθητου 5.

Ο σαρανταπεντάρης επιχειρηματίας κατέφθασε με την ασημί διθέσια Μερσεντές του για την οποία ήτανε πολύ περήφανος και παρκάρισε το αυτοκίνητο έξω από το κυλικείο της σχολής, όπου τον περίμενε ο κύριος καθηγητής για να τον συνοδεύσει στο αμφιθέατρο που ήταν λίγα μέτρα παρακάτω. Μπήκανε στην αίθουσα μαζί, φθάσανε στα καθηγητικά έδρανα και ο καθηγητής τον παρουσίασε με θερμά λόγια στο ακροατήριο: —Σήμερα, παιδιά μου, θα σας παρουσιάσω έναν σημαντικό επιχειρηματία της περιοχής μας, που θα σας μιλήσει για την επιχειρηματική του επιτυχία, πώς έφθασε μέχρι εδώ και τι πρέπει να κάνει κάθε διευθυντής μιας επιχείρησης για να ανέλθει οικονομικά και κοινωνικά, πώς δηλαδή να διευθύνει την επιχείρηση που έφτιαξε ο ίδιος ή πώς να την διοικήσει αν η μοίρα το φέρει να διοριστεί ως διευθυντής, δηλαδή ως ανώτατο στέλεχος. Αλλά, ας αφήσω τις πολλές εισαγωγές κι ας δώσω κατευθείαν το λόγο στον πολύ γνωστό κ. Ντίνο Αβράσογλου. Το βλέμμα του επιχειρηματία σάρωσε γρήγορα το αμφιθέατρο, προσπέρασε κάποια αμπέχονα και μερικά αντάρτικα γένια (υπολείμματα της περασμένης δεκαετίας) και προσγειώθηκε στην επάνω σειρά των εδράνων, όπου σταμπάρισε μια όμορφη ξανθιά φοιτήτρια. Πάτησε αποφασιστικά το κουμπί του προβολέα για την εκκίνηση, η οθόνη πίσω του έδειξε έγχρωμα και μεγαλοπρεπώς την πιο μοντέρνα πλευρά του κτηρίου του εργοστασίου του και ξεκίνησε την ομιλία του.

Κατ’ αρχήν θα ήθελα να σας ευχαριστήσω, κύριε καθηγητά, για την ευκαιρία που μου δίνει η Σχολή σας να μιλήσω στους φοιτητές σας σχετικά με τον τρόπο που γίνεται κανείς επιτυχημένος επιχειρηματίας. Λόγω του περιορισμένου χρόνου, θα αναφερθώ μόνο σε ένα θέμα, αλλά –για μένα– πολύ βασικό. Δεν θα σας μιλήσω λοιπόν για το ξεκίνημα μου, εξ άλλου στον κόσμο των επιχειρήσεων το θέμα δεν είναι πώς ξεκινάει κανείς, αλλά πώς μπορεί να κρατήσει μια επιχείρηση ζωντανή ανάμεσα στις διάφορες σημερινές συμπληγάδες. Και, δυστυχώς, αυτό σήμερα πιστεύω ότι συνδέεται με το θέμα του υγιούς συνδικαλισμού. Θα καταλάβετε σε λίγο τι εννοώ.

Εγώ, κυρίες και κύριοι φοιτητές, είμαι αυτοδημιούργητος. Ένας αυ-το-δη-μι-ούρ-γη-τος ξαναλέω, που ξεκίνησε από μια μικρή πόλη της Ελλάδος. Φυσικά, εσείς λογικά δεν γνωρίζετε τι σημαίνει αυτό γιατί είστε ακόμα σπουδαστές. Όλα όσα βλέπετε στην οθόνη πίσω μου, αποθήκες, βιομηχανοστάσια, γραφεία, βγήκαν απ’ τον ιδρώτα μου κι απ’ τη δική μου τη δουλειά, αποκλειστικά. Ξεκίνησα με το μυστρί πριν από είκοσι χρόνια και τώρα βλέπετε αυτό το θαύμα. Και μη νομίζετε πως δεν αντιμετώπισα κινδύνους όλα αυτά τα χρόνια. Μη θαρρείτε ότι διάφοροι ζηλόφθονοι δεν έκαναν τα αδύνατα δυνατά να με καταστρέψουν – ανταγωνιστές, εφοριακοί, βαλτοί πολιτικάντηδες, μπαταχτσήδες πελάτες και άλλοι πολλοί. Εγώ, όμως, σκληρός κι αποφασιστικός σαν βράχος. Και σαν παράδειγμα της αποφασιστικότητας που χρειάζεται για να κρατήσει κανείς μια επιχείρηση όρθια, θα σας πω με δυο λόγια πώς έσπασα την πρώτη και μοναδική απεργία που μου κάνανε.

Το ακροατήριο άκουγε με προσοχή (προς το παρόν τουλάχιστον) μια και ο καθηγητής επόπτευε στιβαρά το περιβάλλον.

Είχα που λέτε κάποτε έναν αλήτη, αποθηκάριο. Δηλαδή τι αποθηκάριο, τρίχες αποθηκάριος ήτανε. Απλώς παραλάμβανε τα δείγματα που έρχονταν από τους προμηθευτές, τα μετρούσε, αν τα μετρούσε όλα ο κερατάς, τα ψευτοτακτοποιούσε στα ράφια τους και τα πέρναγε στο κομπιούτερ. Όταν έμπαινες στην αποθήκη του, έκανε πάντοτε πως ήτανε απασχολημένος, αλλά αυτουνού, όπως αποδείχτηκε, αλλού ήταν το μυαλό του. Άσκημη φάτσα, μαυριδερή, κατσικίσια. Θα μου πεις, γιατί τον πήρες, κύριε, στη δούλεψη σου αυτόν τον αχαΐρευτο; Έλα ντε… Να ’ναι καλά το ρουσφέτι. Είχε ένα θείο στην Εφορία Ανωνύμων –μεγάλο καθίκι κι αυτός ο θείος– που μια φορά, τη μοναδική φορά που δεν μου γύρεψε φακελάκι ή μάλλον, όπως το συνήθιζε, φακελάρα, με παρακάλεσε να προσλάβω το γιο του, που είχε τελειώσει το Λύκειο και βολόδερνε από καφενείο σε καφενείο τάχα πως έψαχνε για δουλειά. Έτσι τον προσέλαβα και τον έβαλα στην αποθήκη δειγμάτων. Φυσικά, στην αρχή ήτανε ψαρωμένος. Τι «καλημέρα σας, κ. Ντίνο, τα σέβη μου» μου έλεγε ο χαμηλοβλεπούσας μόλις τον τράκαρα στην αυλή του εργοστασίου, δεν λέγεται. Με πέθανε στα «σέβη» και στο ψέμα. Αυτός, λοιπόν, που δεν τον έκοβες ούτε για μισή οκά άνθρωπο, αυτός μου την έκανε όλη τη δουλειά.

Μια μέρα, πέρσι τον Ιούνιο, έρχομαι προς στο εργοστάσιο μαχμουρλής και κακόκεφος. Στρίβω απ’ τον κεντρικό δρόμο, πλησιάζω στην πύλη, οπότε τι να δω! Καμιά τριανταριά ρεμάλια στέκονται μπροστά στο φυλάκιο κρατώντας ο ένας τον άλλον αγκαζέ, δεν αφήνουν να περάσει κανένας μέσα, και βαστούν ένα πανό που γράφει «ΑΠΕΡΓΙΑ – Η ΤΡΟΜΟΚΡΑΤΙΑ ΔΕΝ ΘΑ ΠΕΡΑΣΕΙ». Άκου να δεις, κύριε, η τρομοκρατία…Αμέσως την ανθίστηκα τη δουλειά: η τρομοκρατία ήμουνα εγώ, εγώ που τους έδινα τόσο καιρό ψωμί και φαΐ, που θα είχαν πεθάνει στην πείνα από την ανεργία οι αχάριστοι. Εγώ που τους είχα σαν πατέρας κι αδερφός, που… άσ’ τα να πάνε. Σταματώ μπροστά τους το αυτοκίνητο (παρά λίγο να πέσω επάνω τους κι ύστερα ποιος τους μαζεύει), χαμηλώνω το τζάμι μου και ρωτώ δήθεν αθώα «Τι γίνεται εδώ, ρε παιδιά;»

Οπότε που λέτε, πετιέται εκείνος ο αληταράς ο αποθηκάριος και με αυθάδεια μου λέει: «Το Σωματείο του εργοστασίου στη χθεσινή του Γενική Συνέλευση αποφάσισε ομόφωνα να παλέψει ενάντια στην αυθαιρεσία του αφεντικού, ενάντια στις τρομοκρατικές μέθοδες της εταιρείας, για ένα ενιαίο και δυνατό σαν πυγμή συνδικαλιστικό κίνημα στο εργοστάσιο». «Κι εσύ τι ρόλο παίζεις, ρε;» τον ρωτάω. «Είμαι ο νέος Πρόεδρος του Σωματείου», μου απαντάει σαν φουσκωμένος γάλος. Κοιτάζω τους άλλους στα μάτια, όλοι απέφευγαν να με κοιτάξουν. Αλλά το αγκαζέ, αγκαζέ κι η πυγμή, πυγμή. «Εμένα θα με αφήσετε να περάσω τουλάχιστον;» του λέω με μισό χαμόγελο, φαρμακερό. «Μόνον εσάς και τους διευθυντές αλλά κανέναν άλλον», απαντάει ο κακορίζικος. Κάνουν μερικοί στην άκρη, αφήνουν πέρασμα απ’ την πύλη, πατάω γκάζι στην Μερτσέντες και παρκάρω στη θέση μου. Βλέπω στα παράθυρα των γραφείων τον Αργυρόπουλο τον οικονομικό και τον Πετρίδη τον διοικητικό να με περιμένουν με αγωνία στα πρόσωπα τους.

Ανεβαίνω επάνω και τους μαζεύω σε σύσκεψη. «Καλά, ρε άσχετοι, ανίκανοι, βλάκες, που σας έχω και διευθυντές με δικαίωμα υπογραφής και αυτοκινητάρες, κανένας σας δεν κατάλαβε τι γινόταν τόσο καιρό πίσω απ’ την πλάτη σας; Κανένας; Να σας τη φέρουν έτσι ένας άξεστος αποθηκάριος, δυο-τρεις οδηγοί φορτηγών και ένας φύλακας; Να κάνουν τόσο καιρό συνεννοήσεις για Σωματείο και εσείς να μην πάρετε ντιπ χαμπάρι; Τίποτα, βρε βλάκες, δεν καταλάβατε; Κι εκείνος, που τον ακριβοπληρώνω και τον έχω να τριγυρνάει από τμήμα σε τμήμα και να μαθαίνει τι γίνεται, κι αυτός δεν έμαθε τίποτε; Πού είναι σήμερα, πού βόσκει; Μαζί με τους απεργούς είναι; Τώρα ξύπνησε; Τώρα είναι αργά και γι αυτόν και για όλους μας.»

Εδώ και ώρα οι φοιτητές κοιτιόντουσαν μεταξύ τους, άλλοι είχαν κρεμάσει ένα ειρωνικό χαμόγελο στο πρόσωπο τους, μερικοί το έριξαν στη συζήτηση ενώ εκείνοι με τα αμπέχονα ετοιμάζονταν να αντιδράσουν και έστελναν χαρτάκια με πιθανά σχέδια ο ένας στον άλλο.

Με παρακολουθούσανε που λέτε σαν κότες όλοι οι μεγαλόσχημοι διευθυντάρες, με χαμηλωμένο το κεφάλι, κι αναλογίζονταν κι αυτοί τι τους ξημερώνει. Ο μόνος που κάτι πήγε να πει ήταν ο Πετρίδης: «Νομίζω, κ. Ντίνο, ότι ουδέν κακόν αμιγές καλού, διότι έκαναν πολλά λάθη. Πρώτον, η απεργία τους είναι σίγουρα παράνομη και καταχρηστική γιατί δεν μας ειδοποίησαν εγγράφως σαράντα οκτώ ώρες πριν. Αλλά και το Σωματείο τους είναι παράνομο». «Γιατί, ρε Πετρίδη, είναι παράνομο;» τον ρώτησα με κάποια ελπίδα. «Γιατί κύριε Ντίνο, έμαθα ότι το καταστατικό το υπόγραψαν είκοσι ένας, αλλά στο μεταξύ τον εικοστό πρώτο τον είχαμε απολύσει, άρα δεν είχε δικαίωμα να είναι ιδρυτικό μέλος του Σωματείου. Αν οι ημερομηνίες βγαίνουν έτσι, τότε όχι μόνο το Σωματείο είναι παράνομο, αλλά και οι αρχηγοί του δεν μπορούν να έχουν καμία συνδικαλιστική προστασία». Να σε φιλήσω, Πετρίδη μου, σκέφτηκα, αλλά του είπα βαρύθυμος: «Αν είναι όπως τα λες, Πετρίδη, έχουν υπογράψει τη θανατική τους καταδίκη. Μόνο κοίταξε να βρεις τους δικηγόρους μας, να πάνε στα δικαστήρια να ψάξουν τα κιτάπια, να βρουν τις ημερομηνίες και τα τοιαύτα και μέχρι το μεσημέρι να μας πουν, μην τους πάρει κι αυτούς και τους σηκώσει. Τους ζυγούς λύσατε τώρα», τους απέπεμψα.

Στο μεταξύ είχανε φτάσει κάτι φορτηγά γιατί είχα να φορτώσω μια μεγάλη εξαγωγή για Βουλγαρία. Οι φορτηγατζήδες, άλλο που δε θέλανε, μόλις είδαν τα δικά μου τα τσογλάνια να μην τους επιτρέπουν την είσοδο, άραξαν στο τιμόνι τους, βάλανε μουσική κι άρχισαν τα φραπεδάκια. Πού να τρέχουνε τώρα στη Στάρα Ζαγόρα και στα βουνά μέσα στη ζέστη του Ιουνίου; Το μεροκάματο, ούτως ή άλλως, θα ’πεφτε από τη μεταφορική. Άλλα κοπούκια κι αυτοί, τέλος πάντων. Πήρα τηλέφωνο το «σύντροφο» όπως ακόμα τον αποκαλούσα, τον Γιορντάν, παλιά κομμούνα που είδε παντεσπάνι στον καπιταλισμό κι έγινε χειρότερος από μας, και του είπα τα καθέκαστα. «Και πόσο καιρό θα κρατήσει αυτή η φασαρία, ρε Ντίνο»; με ρώτησε ανήσυχος. «Καναδυό μέρες», του απάντησα καθησυχαστικά. «Κι αν δεν λυθεί η απεργία, τι θα γίνει» συνέχισε να με βασανίζει. «Ρε Γιορντάν, μη φοβάσαι, θα τους ξεσκίσω, έχεις το λόγο μου», του έριξα. «Καλά ρε Ντίνο, αλλά σε σένα να κάνουνε σωματεία κι απεργίες;», έριξε το φαρμάκι του ο κομμούνας. Μου ανέβηκε το αίμα στο κεφάλι, αλλά είπα μέσα μου, πίσω έχει η αχλάδα την ουρά.

Το μεσημέρι οι δικηγόροι μας φέρανε τα καλά μαντάτα : πράγματι, ο εικοστός πρώτος μαγκάκος που είχε βάλει την υπογραφή του στο καταστατικό του σωματείου είχε απολυθεί από μένανε τον ίδιο την προηγούμενη μέρα. Άρα ο Πετρίδης είχε δίκαιο, άρα το κωλοσωματείο τους ήτανε παράνομο, το ίδιο και η απεργία τους. Τώρα θα τους κάνω να πούνε τον δεσπότη Παναγιώτη, σκέφτηκα με κρυφή χαρά.. Φωνάζω τον Πετρίδη, του λέω τα καθέκαστα, και του δίνω οδηγίες : κήρυξη του σωματείου ως παράνομου, της απεργίας ως καταχρηστικής και απόλυση χωρίς φυσικά καμιά αποζημίωση σε όσους συμμετείχαν στο συμβούλιο. Για τους άλλους θα ’βλεπα τι θα τους έκανα , γιατί μερικούς τους χρειαζόμουνα. Έφυγα κατά τις τέσσερις το απόγευμα για το σπίτι, τέρμα ζοχαδιασμένος. Περίμενα την άλλη μέρα να μου πουν οι δικηγόροι τι απόκαναν.

Την άλλη μέρα το πρωί, άλλη βόμβα μεγατόνων: ο άχρηστος εκείνος που είχα απολύσει και υπόγραψε το καταστατικό ως εικοστός πρώτος μού έστειλε με δικαστικό κλητήρα αγωγή ότι τάχα τον απέλυσα καταχρηστικά. Αυτό σήμαινε ότι αν το δικαστήριο έβγαζε την απόλυσή του παράνομη, δικαίως είχε υπογράψει το καταστατικό, άρα θα ήτανε νόμιμο και το σωματείο. Θα μου πεις, δεν σας είχαν ειδοποιήσει πριν 48 ώρες για την απεργία. Θα μπορούσες να τους τη χαλάσεις. Ναι, αλλά ο σκοπός δεν ήταν να τους χαλάσω αυτή την απεργία για να μου τη σκάσουν αύριο-μεθαύριο με κανονική, κρατώντας όλες τις προθεσμίες και τα τοιαύτα. Σκοπός ήτανε να τους διαλύσω το σωματείο, να πέσουν κεφάλια, να μη τολμήσουν να ξανασηκωθούν ποτέ πια. Την είδα τη δουλειά σαν μοναδική ευκαιρία. Τώρα όμως τι θα γινόταν;

Φωνάζω τον Αργυρόπουλο και του λέω: «Κοίτα, Αργυρόπουλε, στο καταστατικό του σωματείου βάλανε την υπογραφή τους και δύο δικοί σου από το λογιστήριο. Δεν ξέρω τι θα κάνεις, αλλά αν θέλεις να έχεις μέλλον στην εταιρεία, πρέπει να κάνεις κουμάντο να αποσύρουν την υπογραφή τους.» Ο Αργυρόπουλος πάγωσε: χρόνια μπλεγμένος με τα λογιστικά του, τις εφορίες και τις τράπεζες, αν και πεπειραμένος σ’ αυτά, στα συνδικαλιστικά ήτανε άπραγος. Ωστόσο, μπροστά στην απειλή να χάσει τα ωραία και τα καλά του, πήρε τις αποφάσεις του. Μια και δυο τράβηξε στις γυναίκες των υπαλλήλων του, αυτές που σίγουρα θα τις άκουγαν οι «δικοί του». Αυτές πάλι, έπιασαν τους άντρες τους απ’ τους γιακάδες, τι τους θες, ρε πεζεβέγκη, τους συνδικαλισμούς όταν δεν θα ’χουμε να πληρώσουμε αύριο το στεγαστικό, και με τέτοια και με άλλα τους έπεισαν να αποσύρουν την υπογραφή τους.

Στο σημείο εκείνο, τα αμπέχονα δεν άντεξαν: ο αρχηγός σηκώθηκε όρθιος, διάβασε την έντονη διαμαρτυρία του «ενάντια στο σύγχρονο εκπαιδευτικό σύστημα που εισάγει η Κυβέρνηση-δούλος των μονοπωλίων και της Κοινής Αγοράς» και όλοι μαζί αποχωρήσανε για το κυλικείο μέσα σε ηχηρές διαμαρτυρίες. Όμως, ο κύριος επιχειρηματίας δεν είχε τελειώσει ακόμα κι ούτε που ίδρωσε το αυτί του για την αποχώρηση των αριστερών φοιτητών. Σιχτίρ, να φύγουν οι ανάρχω, σκέφτηκε, χωρίς όμως να πει δημόσια τις σκέψεις του.

Να μη σας τα πολυλογώ, είχαμε κι άλλες φάσεις, όπως κάτι τυπάδες με τσιγκελωτά μουστάκια από διπλανά εργοστάσια που έρχονταν για συμπαράσταση στους δικούς μας κι έτρωγαν κι έπιναν μπροστά στην πύλη τα σουβλάκια και τις ρετσίνες των δικών μας των ηλιθίων, Κούρδους που τριγυρνούσαν να πουλήσουνε φυλλάδια στους απεργούς, κάτι τύπους με λιγδερά αμπέχονα που πουλούσαν εφημερίδες, μέχρι και ένα Γκολφ με δυο παστρικές εμφανίστηκε μια μέρα και κοντοστέκονταν με τις ώρες μπας και βρούνε πελατεία. Οι μόνοι που δεν εμφανίστηκαν ποτέ ήταν οι αστυνομικοί. Ούτε ένα περιπολικό δεν στείλανε οι αχρείοι, έτσι, έστω για τα μάτια. Μετά μου λέτε για το κράτος. Ούτε κράτος ούτε τίποτα δεν έχουμε. Αν δεν έχεις μόνος σου νύχια να ξυθείς, έχασες.

Είκοσι μέρες κράτησε η απεργία. Είκοσι ολόκληρες μέρες χρειάστηκαν οι δικηγόροι να κάνουν τα χαρτιά, να πάνε στα δικαστήρια, να τους βγάλουν παράνομους και να λήξει το θέμα μας. Περιττό να σας πω ότι και οι δεκαεννιά πήρανε τις απολύσεις τους στο χέρι. Και ότι, από την επόμενη μέρα της απόλυσης, βάλανε λυτούς και δεμένους να τους ξαναπάρω. Πέντε-έξι μάλιστα ξεδιάντροποι ζήτησαν μέχρι και να με δουν. Εγώ, αν και τους άφησα να τσουρουφλίζονται κανένα δεκαπενθήμερο, στο τέλος τους δέχτηκα έναν-έναν. Με παρακαλούσαν γονατιστοί, μυξοκλαίγανε πως τους παρέσυρε ο αποθηκάριος κι εκείνο το βλήμα ο φορτηγατζής ο Γρηγόρης, πως το μετάνιωσαν πικρά, πως αν τους ξανάπαιρνα θα ήταν δυο φορές πιο αφοσιωμένοι στην εταιρεία κι άλλα τέτοια. Εμένα δεν ίδρωνε το αφτί μου. Τους κοίταγα ειρωνικά, τους έριχνα τα μπινελίκια που τους έπρεπαν, αλλά δεν τους απαντούσα για την πρόσληψη. «Θα δούμε», έλεγα σαν τη Σφίγγα.

Δυο μήνες αργότερα τα πράγματα ηρέμησαν τελείως. Πήρα τρεις-τέσσερις πίσω, τους άλλους τους μήνυσα ότι δεν θέλω να τους ξέρω. Φυσικά ο συγγενής μου ο εφοριακός δεν τόλμησε να μου τηλεφωνήσει για τον αλητάμπουρα το γιο του. Αυτοί που ξαναπήρα γίνανε οι πιο πιστοί μου ακόλουθοι, πώς το λένε ορισμένοι, «πραιτοριανοί». Δεν έπεφτε καρφίτσα στην παραγωγή χωρίς να το μάθω, δεν γινότανε τίποτε στις φορτώσεις πριν το πληροφορηθώ εγώ. Ουδέν κακόν, αμιγές καλού, που είχε πει κι ο Πετρίδης. Θαρρώ πως τους καθάρισα μια για πάντα. Τώρα, όποιος σκεφτεί τη λέξη σωματείο, αμέσως το ξανασκέφτεται δυο φορές.

Έτσι εξασφαλίζεται η σιδηρά πειθαρχία στα εργοστάσια, αγαπητοί φίλοι και φίλες. Κι έτσι τιμωρώ και θα τιμωρώ όλους όσους στραβοκοιτούν την περιουσία μου και όσα έφτιαξα με δάκρυα και αίμα. Κι αυτό δεν είναι σκληρότητα. Δικαιοσύνη είναι. Κοινωνική δικαιοσύνη, μάλιστα κύριε. Γιατί ποιος είσαι, κύριε, εσύ, ο τίποτα, ο κανένας στην κοινωνία, που, παρά το ότι σε ταΐζω και σε ποτίζω, θες να καταστρέψεις ότι δημιούργησα; Θα σε πάρει και θα σε σηκώσει αν μου κουνηθείς. Άκου «η τρομοκρατία δεν θα περάσει»… Ακόμα το θυμάμαι και μου ανεβαίνει η πίεση. Αμ πέρασε, κορόιδα, πέρασε και θα περνάει πάντα. Όχι, τι νομίζατε; Τζάμπα έπεσε το τοίχος του Βερολίνου και ήρθε μέχρι και στη Σοβιετία ο καπιταλισμός; Τα κεφάλια μέσα, λοιπόν, όλοι στη δουλειά είναι πλέον το μήνυμα στο εργοστάσιό μου…

Ο επιτυχημένος επιχειρηματίας, κατακόκκινος από το κρεσέντο του, έδωσε στο ακροατήριο του να καταλάβει ότι η διάλεξη είχε τελειώσει. Ωστόσο καμιά εκατοστή φοιτητές που είχαν μείνει μαζί με τον καθηγητή τους παρέμεναν αμήχανα αποσβολωμένοι και βουβοί κοιτώντας τον για ατέλειωτα δευτερόλεπτα όχι μόνον χωρίς να χειροκροτούν, έστω κι από τυπική ευγένεια, αλλά μερικοί βάζοντας στο μυαλό τους από στιγμή σε στιγμή να του ορμήσουν. Κάποιοι μάλιστα άρχισαν να αποχωρούν από το αμφιθέατρο συζητώντας μεταξύ τους συνωμοτικά. Την παρατεταμένη σιωπή πήρε επί τέλους την πρωτοβουλία να τη διακόψει ο καθηγητής που είχε την έμπνευση να τον προσκαλέσει στο πλαίσιο του μαθήματος «Διοίκηση Επιχειρήσεων» ευχαριστώντας τον για όσα διδακτικά είπε σήμερα στα αυριανά στελέχη επιχειρήσεων και, γιατί όχι, πιθανούς επιχειρηματίες. —Μήπως έχετε κάτι διδακτικό να προσθέσετε, κ. Αβράσογλου; —Ναι, απάντησε ο επιχειρηματίας. Λίγοι φοιτητές απομείνανε κύριε καθηγητά, αλλά τυχεροί. Τυχεροί γιατί μόνο σ’ αυτούς θα αποκαλύψω τη θεωρία μου… Μπορώ να έχω άλλα δέκα λεπτά; ρώτησε τον καθηγητή.

Ακούστε λοιπόν: όσοι από εσάς θα γίνετε επιχειρηματίες, αλλά κι όσοι θα διευθύνετε μια μέρα, παίρνοντας παχυλούς μισθούς, επιχειρήσεις ξένων αφεντικών, θα πρέπει να έχετε από την πρώτη στιγμή στο μυαλό σας ότι μια επιχείρηση δεν είναι κατηχητικό κι ούτε ο επιχειρηματίας είναι παπάς της ενορίας που οργανώνει συσσίτια. Για να ξέρετε τι σας γίνεται, θα σας κάνω τη χάρη να σας αποκαλύψω την αρχή, τη θεωρία του ΟΥΔΕΙΣ ΟΙΚΤΟΣ για να τη βάλετε καλά μες στο μυαλό σας, να μάθετε πώς διατηρούνται οι επιχειρήσεις.

Η οικονομία της αγοράς είναι μια ζούγκλα που βάζει κάποιους κανόνες αλλά δεν παύει να θυμίζει τη βασική πραγματικότητα μιας ζούγκλας που μπορεί να περιγραφεί μόνο με τις γνωστές παροιμίες: ο θάνατος σου η ζωή μου, το μεγάλο ζώο τρώει το μικρό, το μικρό επιβιώνει λουφάζοντας μέχρι να γίνει κι αυτό ισχυρό, πάντοτε υπάρχει ένα μεγαλύτερο ζώο για να σε κατασπαράξει κλπ. Και η επιβίωση ενός επιχειρηματία ή ενός υψηλόβαθμου στελέχους σε μια εταιρεία, σε μια επιχείρηση, σε έναν οργανισμό, υπακούει μόνο σε μία αρχή: Ουδείς οίκτος.

Ουδείς οίκτος σημαίνει ότι κανείς δεν θα λυπηθεί τα τυχόν λάθη σου, την απαίτησή σου για καλυτέρευση της ζωής σου, τα δικαιώματά σου για ξεκούραση, το δικαίωμά σου σε κάποιες αποτυχίες, αν θέλετε.

Ουδείς οίκτος σημαίνει ότι αν δεν είσαι κατασκευασμένος από σιδερένια αντοχή, από ατσάλινη απάθεια για όσα συμβαίνουν στους άλλους, αν είσαι λιγουλάκι αισθηματίας ή ευαίσθητος, κανένας δεν θα σου δείξει τον οίκτο του όταν θα πέφτεις, γιατί αν είσαι λίγο μαλακός, λίγο από ζυμάρι, θα πέσεις γρήγορα και σίγουρα.

Ουδείς οίκτος πρέπει να είναι και η δική σου αρχή συμπεριφοράς προς πάσα κατεύθυνση είτε μέσα στην αγορά είτε μέσα στην ιεραρχία μιας επιχείρησης, είτε δηλαδή προς τα έξω είτε προς τα πάνω είτε προς τα κάτω είτε μέσα στην επιχείρηση. Ουδείς οίκτος πρέπει να είναι η συμπεριφορά σου προς κάθε εργαζόμενο, εφοριακό, αρχιμανδρίτη, υπουργό, τραπεζικό ή οποιονδήποτε άλλον απ’ όλους τους φθονερούς αυτούς κατσικοκλέφτες που το μόνο που έχουν στο μυαλό τους είναι πώς θα σου φάνε όλο το βιος σου, ή στην καλύτερη περίπτωση, ένα μέρος απ’ αυτό.

Πρέπει να είσαι φιλόδοξος, φιλόδοξος μέχρι εκεί που δεν παίρνει, ερωτευμένος με την κοινωνική επιτυχία ή τουλάχιστον αυτό που επιτυγχάνει κανείς στην οικονομία της αγοράς μέσω της επαγγελματικής επιτυχίας και που τελικά όλοι την ονομάζουνε κοινωνική επιτυχία. Μην αυταπατάστε: μόνο η φιλοδοξία των ανθρώπων οδηγεί τις κοινωνίες μπροστά, στις μεγάλες ανακαλύψεις, στα μεγάλα έργα. Και μην ντρέπεστε καθόλου γι’ αυτό: αντίθετα να χαίρεστε που είστε τόσο φιλόδοξοι, γιατί μόνον έτσι κι εσείς θα πάτε μπροστά. Και να θυμάστε πάντα αυτή τη μέρα που σας αποκάλυψα τη μεγάλη αυτή Αρχή: ΟΥΔΕΙΣ ΟΙΚΤΟΣ, παιδιά. Εφαρμόστε το στη ζωή σας και θα με θυμάστε, θα βλογάτε τα πεθαμένα μου σε λίγα χρόνια. Και πάλι σας ευχαριστώ…

Ο φοβερός και τρομερός επιχειρηματίας έκλεισε την ομιλία του κουνώντας το χέρι του για χαιρετισμό σε όσους, ελάχιστους φοιτητές είχαν απομείνει στο αμφιθέατρο από το αποσβολωμένο του ακροατήριο. Βγαίνοντας από τη σχολή μαζί με τον κύριο καθηγητή, άκουσε κάτι σαν οχλαγωγία, σειρήνες περιπολικού, φοιτητές να τρέχουν δεξιά-αριστερά. Σπρώχνοντας και απωθώντας τούς γύρω του έφτασε στην έξοδο, μπροστά στο κυλικείο, όπου είχε παρκάρει τη Μερσεντές. Το αυτοκίνητο φλέγονταν και γύρω-γύρω κορυβαντιώντες φοιτητές χειροκροτούσαν, ενώ η πυροσβεστική που είχε ειδοποιηθεί από τον κυλικειάρχη μόλις είχε φτάσει και ξετύλιγε τους κρουνούς. Πότε στον διάβολο, σκεφτόταν ο επιχειρηματίας, πρόλαβαν οι ανάρχω και γράψανε ήδη το μεγάλο πανό με τα δικά του λόγια «ΟΥΔΕΙΣ ΟΙΚΤΟΣ» και τον κοιτάζανε ειρωνικά… πότε πρόλαβαν οι αλήτες…

Αδημοσίευτο διήγημα (2003) του Γιάννη Καρατζόγλου

Πηγή: Translatum | Fiction of Thessaloniki / Γιάννης Καρατζόγλου

Κωστής Μοσκώφ, Η αποστολή

Η αποστολή

Η δουλειά μου αποκλήθηκε «μοντέλο δουλειάς». Από όλες τις παρατάξεις. Εξαίρεση οι διπλωμάτες. Και η κομματική επιτροπή στο ΥΠΕΞ, μιας μη ακόμα εκσυγχρονισμένης Δεξιάς. Κατάφερε να με απολύσει στα 1992 ως «ανάπηρο». «Οι ανάπηροι είστε εσείς», τους αποστόμωσε σύσσωμος τότε ο Τύπος. Αντιπατριωτικά πράγματα. Και ιδίως αντιαισθητικά.

*

Σύμπλεγμα κατωτερότητας. Με κάποιες εξαιρέσεις βέβαια. Στο πνεύμα της συντεχνίας. Οι πολλοί σνομπ και άμαθοι. Και απάτριδες. Βλάκες. Κάποιοι με περικεφαλαία. Πώς να πλεύσει το καράβι της Πατρίδας στο δύσκολο νηολόγιό του;

*

Πώς θα πλεύσει σε αυτή την πιο δύσκολη θάλασσα της Οικουμένης το καράβι η «Ωραία Ελλάς»; Ποιοι θα κουμαντάρουν τον πλου, ναύαρχοι της πολιτικής και διπλωμάτες καπεταναίοι; Γιατί αυτή η πτώχεια πλοηγών σε μια χώρα που παράγει ναυτικούς μέσα στους αιώνες; Υπάρχουν λαμπρές εξαιρέσεις στο ΥΠΕΞ. Ο Μίκης Καμπάνης, ο Αγγελάκης, ο μακαρίτης Καλαμίδης, ο Κώστας Ζέππος από παλιά καπετανάτα της Ύδρας και της Μυκόνου. Κάποιοι ελάχιστοι άλλοι. Όταν ψάχναμε εναγώνια τις αιτίες με τους παλιούς προϊσταμένους του ΥΠΕΞ – τον Σαμαρά, τον Χαραλαμπόπουλο, τον Παπούλια, τον Πάγκαλο, υπήρχε ως προς την απάντηση αμηχανία. Παχυλοί μισθοί. Όμως συνάμα ανεπαρκείς για τις συγκρίσεις με τους αντίστοιχους των άλλων χωρών της Δύσης. Αλλά και έλλειψη παλαιότητας – άρα και παράδοσης καθήκοντος στο ελληνικό κατεστημένο. Και στη γραφειοκρατία που το υπηρετεί.

Η χώρα μας στερείται κρατικής παράδοσης. Δεν υπάρχει ο κόσμος, ακόμα και το παραδοσιακό κατεστημένο φρόνημα. Γιατί ένα κατεστημένο παρ’ όλες τις αναπηρίες του γνωρίζει το καθήκον. Απουσία ιδιαίτερα επώδυνη στον τομέα της κρατικής διοίκησης – και ακόμα πιο επώδυνη και επικίνδυνη στον τομέα της διπλωματίας. Πού οφείλεται η έλλειψη εθνικής στρατηγικής; Ή η απουσία της εθνικής αυτογνωσίας; Ή η έλλειψη μιας λαϊκής εθνικής συνείδησης; Και ως εθνική συνείδηση δεν νοούμε βέβαια την πληθωρικά απούσα πατριδοκαπηλία. Το κύριο προϊόν μας μέσα στον Καιρό ο Λόγος. Κι όμως με χίλια ζόρια επέβαλα τα Καβάφεια στην Αίγυπτο: «Θα πουν τον πολιτισμό μας ομοφυλόφιλο», αντέκρουσαν οι διπλωματικοί τότε. Και με άλλα χίλια ζόρια επιβάλαμε τη διδασκαλία της νεοελληνικής στους Άραβες. «Θα γεμίσει η Ελλάδα Αραπάδες», είπε ο τότε εν Καΐρω Γενικός Πρόξενος – πρέσβης αργότερα. Η πολιτεία, και όταν καταλαβαίνει, πάλι συνήθως δεν προφταίνει. Πνίγεται μέσα στις καθημερινές δυσχέρειες που προβάλλει η δύσκολή μας ιστορία και η ακόμα πιο δύσκολη γεωγραφία μας.

*

Να επαναλάβω:

«Ο καιρός κατάργησε τα όνειρα. Απαγορεύεται να ονειρεύεσαι. Απαγορεύεται να ελπίζεις. Οι δομές στη νέα ώρα της δύναμής τους κρατούν σκλάβους τους λαούς. Η Πράξη κουρασμένη, διστάζει τώρα να προχωρήσει. Η Επανάσταση πέθανε; Είναι αυτό το τέλος της ιστορίας;

Η Αποτυχία μας. Η Επιτυχία μας. Η Επιτυχία της Αποτυχίας – η μεταμόρφωσή της σε Λόγο, σε ολικό γεγονός, σε Τραγωδία. Όπως στη ζωή την Σταύρωση ακολουθεί η Ανάσταση. Επικαθοριστική μέσα στην Παράδοση όμως η στιγμή της Λαμπρής. Μέχρις ότου η ώρα της δύναμης των δομών περάσει. Και η Πράξη μπορέσει πάλι δραστικά να εκτυλιχτεί».

Κάιρο, 15.1.98

Από το βιβλίο Η σάρκα σου όλη (Εξάντας, 1998)

Πηγή: Translatum | Fiction of Thessaloniki / Κωστής Μοσκώφ

Ώρα για το κουκούλι (Γιώργος Ιωάννου)

Ώρα για το κουκούλι

[…]

Πιστεύω πως χωρίς έρωτα ο άνθρωπος μπορεί να ζήσει μια χαρά. Ιδίως αν έχει δοκιμάσει την απάτη, μπορεί να μην αισθάνεται καθόλου την έλλειψή του. Αλλά χωρίς στοργή τα πράγματα είναι δύσκολα και ο κόσμος άδειος. Όταν υπάρχει στοργή, μπορεί να μην υπάρχει έρωτας – σου φαίνεται πως τίποτα δεν λείπει. Αν μάλιστα απ’ αυτό κινδυνεύει η στοργή επιβάλλεται έρωτας να μην υπάρχει. Πάντως το ίδιο πρόσωπο για να χαρίζει και τα δυο, μάλλον αποκλείεται. Γι’ αυτό συνήθως η στοργή αναπτύσσεται ανάμεσα σε πρόσωπα του ίδιου φύλου ή συγγενικά, όπου δεν ξεφυτρώνει κάθε τόσο το ερωτικό εμπόδιο. Εξάλλου, ούτε και συ ο ίδιος μπορείς να χαρίζεις και στοργή και έρωτα στο ίδιο πρόσωπο. Αν συμβαίνει να το νομίζεις αυτό, απλώς τυφλώνεσαι απ’ την επιθυμία και ξεγελάς τον εαυτό σου. Ίσως όμως να μην μπορούν να συνυπάρξουν μέσα σου, ούτε και στην περίπτωση που προέρχονται από διαφορετικά πρόσωπα. Ο έρωτας είναι ή μάλλον έχει καταντήσει καθαρή ιδιοτέλεια, ενώ η στοργή δεν αποβλέπει σε τίποτε τέτοιο.

[…]

Από τη συλλογή πεζογραφημάτων Για ένα φιλότιμο (1964) του Γιώργου Ιωάννου

Πηγή: Translatum | Fiction of Thessaloniki / Γιώργος Ιωάννου

Κωστής Μοσκώφ, Στα όρια του Έρωτα και της Ιστορίας (απόσπασμα)

[…]

Νοσταλγία για τη μητέρα Θεσσαλονίκη, τον Πλαταμώνα, όπου είναι οι περισσότεροι φίλοι μου;

Αλλά έχω δημιουργήσει κι αλλού πάλι καταστάσεις τέτοιες κι αισθάνομαι δεν αισθάνομαι πολίτης του κόσμου, αισθάνομαι Έλληνας βέβαια και Ρωμιός, και μάλιστα με την ιδιαιτερότητα του Θεσσαλονικιού που είμαι, αλλά αισθάνομαι ότι αυτό που είχα στην Ελλάδα το δημιουργώ μέσα από ανθρώπινες σχέσεις και σε άλλα μέρη και το επεκτείνω. Και αυτό έχει μια ομορφιά! Δηλαδή, φτιάχνεις τη ζωή σου με μεγαλύτερη ποικιλία, με περισσότερες εκφορές. Τα ίδια πράγματα με πιο πολλές γλώσσες, με διαφορετικά ημιτόνια κάθε φορά. Θα έλεγα ότι λίγο-πολύ είμαι πεισματάρης. Ό,τι ήθελα στη ζωή μου το απέκτησα. Εκείνο βέβαια που πάντα θέλω πιο πολύ και είναι πράγμα που ίσως κανένας δεν μπορεί να τ’ αποκτήσει είναι, ακόμα πιο πολλή αγάπη, ακόμα πιο πολύ έρωτα. Και να παίρνω και να δίνω. Αυτό είναι ένα αλισβερίσι, όπως ξέρεις. Δηλαδή, θέλω το Θεό τον ίδιο, να αγαπήσω το Θεό τον ίδιο – να στο πω έτσι με λόγο θρησκευτικό -και αγαπάω τους αγγέλους του. Κι όχι τον ίδιο. Δεν μου δίνεται ο ίδιος ο Θεός, μου δίνονται οι προφήτες, οι αγγέλοι του. Ε, είναι ένας πλούτος, ίσως, να αισθάνεσαι αυτήν την έλλειψη. Μπορώ να την αισθάνομαι αυτήν την έλλειψη από τη συνείδησή της. Αλλά είναι και μια φτώχεια. Δηλαδή νοιώθω ανικανοποίητος. Ικανοποιημένος για πολλά, ανικανοποίητος για όλο και περισσότερα. Πάντα υπάρχει περιθώριο, βεβαίως, να καλυφθεί. Πάντα υπάρχει περιθώριο! Και ξέρεις, μεγαλώνοντας κανένας καταλαβαίνει πιο πολύ. Μπορεί βιολογικά να γερνάει, στα 57, αν μπορείς να πεις ότι γερνάει. Ήδη, δεν είσαι βέβαια 30 χρονών, είσαι, είμαι δηλαδή, στα 57. Αλλά απ’ την άλλη μεριά καταλαβαίνω πολύ περισσότερα πράγματα, έχω ζήσει πολύ περισσότερα πράγματα. Ξέρεις, έχω ζήσει πιο πολύ, και έχω εκτιμήσει τη στιγμή της αποτυχίας του ανθρώπου. Εντάξει οι στιγμές της επιτυχίας. Μιλήσαμε γι’ αυτές. Και είναι έκδηλες όταν υπάρχουν. Αλλά να μάθεις να βλέπεις το μεγαλείο του ανθρώπου όταν αποτυχαίνει στην προσπάθειά του να φτιάξει τον κόσμο καλύτερο και τον εαυτό του καλύτερο, ε, νομίζω και αυτό είναι σημαντικό. Κι αυτό το ‘χω μάθει μέσα από πολλά πράγματα. Είχα μεγάλους έρωτες και έχω. Αλλά κάποια στιγμή νοιώθω ότι οι έρωτες αυτοί έχουν πολύ άγρια όρια προς εμένα. Ίσως ακριβώς ζητάω τους δύσκολους έρωτες, ζητάω τις δύσκολες σχέσεις. Θα έλεγα ότι δεν υπάρχουν τα όρια του έρωτα και της ιστορίας σ’ ανθρώπους που δεν το συνειδητοποιούνε και σ’ ανθρώπους που συνειδητοποιούνε. Ίσως εγώ το έχω συνειδητοποιήσει ότι είναι άγρια αυτά τα όρια.

Το ταξίδι μετράει βεβαίως. Η ιστορία μας και η ζωή μας όλη συμπυκνώνεται πάνω σ’ αυτό το έπος της Οδύσσειας. Έτσι δεν είναι; Είναι αυτό το ταξίδι για το οποίο λέει κι ο Καβάφης αρκετά χρόνια μετά από τον Όμηρο. Αυτό μετράει. Δηλαδή είμαι πεισματάρης, επαναλαμβάνω πάλι και πάλι. Κι όταν βάλω κάποιο στόχο θα τον πετύχω, ή τουλάχιστον θα φάω το κεφάλι μου, θα προσπαθήσω όμως να τον πετύχω. Είπαμε, τώρα η Αίγυπτος μου μαθαίνει να είμαι πιο σοφός και να δέχομαι ίσως περισσότερο την αποτυχία. Ίσως αυτό, δεν ξέρω, μου διευκολύνει τη ζωή μου, μπορεί να την κάνει και λιγότερο πλούσια. Ξέρεις, έχω γνωρίσει τελευταία περιπτώσεις ανθρώπων με μεγάλα προβλήματα, οι οποίοι πήγανε σε γιατρούς, πήγαν από δω, πήγαν από κει, γιατρεύτηκαν λέγεται ψυχικά, αλλά δεν νομίζω ότι αυτή η γιατρειά είναι μια πραγματική γιατρειά. Χρειάζεται αυτή η ανάγκη του να φτιάξεις κάτι άλλο, έστω κι αν αυτή η ανάγκη σε κάνει όχι ευτυχισμένο αλλά δυστυχισμένο. Γιατί μια ευτυχία αλλιώτικη είναι μια ευτυχία του ύπνου και της ανυπαρξίας, ενώ το άλλο είναι η ύπαρξη με τις δυσκολίες της, τις στιγμές αυτές που η παράδοσή μας ονομάζει πολύ ωραία «σταυραναστάσιμες», με το σταυρό της κάθε μέρας και την Ανάσταση, που είναι μία βέβαια μέρα της εβδομάδας ή μία μέρα του χρόνου, η Λαμπρή του Πάσχα, αλλά είναι η καθοριστική μέρα, είναι το κέντρο του κόσμου. Αυτό κάπου βρίσκεται και στην αρχαία τραγωδία. Αλλά ακόμα πιο πολύ βρίσκεται στην καινούρια τραγωδία που είναι η Ορθοδοξία μας. Κατά κάποιον τρόπο είναι κι αυτή μια τραγωδία. Επικαθορίζονται όλα από τη στιγμή της νίκης του ανθρώπου. Και γι’ αυτήν πολεμάμε, αλλά και για την άλλη μεριά. Και για να κατανοήσουμε το μεγαλείο της μη νίκης. Της αποτυχίας μας. Όταν δεν είναι δυνατή η επιτυχία.

Από το βιβλίο Στα Όρια του Έρωτα και της Ιστορίας (εκδ. Ιανός, 1997) του Κωστή Μοσκώφ

Πηγή: Translatum | Fiction of Thessaloniki / Κωστής Μοσκώφ

Αναζητώντας τον Νίκο Θέμελη

[…]

Η Μανησά ήταν ένα απ’ τα σημαντικότερα εμπορικά σταυροδρόμια, στο κέντρο της δυτικής ακτής, απ’ όπου πέρναγε ήδη η πρώτη σιδηροδρομική γραμμή που είχε ξεκινήσει από τη Σμύρνη. Στο σταυροδρόμι αυτό συναντούσες καραβάνια από κάθε κατεύθυνση και για κάθε προορισμό. Από τη μια Αϊβαλί, Σμύρνη, Αϊδίνι, Μούγγλα. Από την άλλη ένας δρόμος για Ακ Χισάρ και Κιρκαγκάτς, που έφτανε στην Πόλη και τέλος ένας τρίτος για Κασσαμπά, Αλά Σεχίρ, Ικόνιο μέχρι βαθιά στην Καισάρεια. Δεν υπήρχε μέρα που να μην περνούσαν δυο και τρία καραβάνια και δεν υπήρχε νύχτα που να μη διανυκτέρευε τουλάχιστον ένα. Ερχόντουσαν φορές που απ’ τις πολλές καμήλες δεν αναγνώριζες το πρόσωπο της πόλης. Ταχυδρομικές άμαξες, καρότσες, αραμπάδες και ταλίκες συμπλήρωναν το πήγαινε έλα των καραβανιών που πέρναγαν μέσα από την πόλη.

Σ’ όλο το βιλαέτι της Σμύρνης το μαλακό κλίμα και τα γόνιμα εδάφη, που ποτίζονταν απ’ τα νερά του Έρμου και του Μαίανδρου, επέτρεπαν σε ατέλειωτες εκτάσεις την καλλιέργεια των αμπελιών, της ελιάς, των καπνών και της συκιάς. Από κοντά ερχόταν το κριθάρι, το σουσάμι και το βαμβάκι, που στέριωσε γύρω από τη Σμύρνη τις πιο δυναμικές υφαντουργίες και κλωστήρια. Όσπρια, καλαμπόκι, μετάξι και παπαρούνα πιάναν τις υπόλοιπες εκτάσεις στο βιλαέτι. Στην περιοχή της Μανησάς βγαίναν όλα τα αγαθά, κάπως λιγότερο η ελιά. Πρώτη και καλύτερη η σταφίδα η σουλτανιά κι αμέσως μετά τα δημητριακά και το σουσάμι. Ακόμα τροφοδοτούσαμε την αγορά της Σμύρνης μ’ αχλάδια, δαμάσκηνα, ρόδια, κάστανα, κυδώνια και φυσικά σύκα. Όπως έλεγε ο Αντών-εφέντης: «Τίποτα δε μας λείπει από τον αραμπά κι όλα μας περισσεύουν». Κι όμως σε μια στροφή έφυγε η ρόδα του αραμπά και τον πήρε από κάτω.

[…]

Από το βιβλίο Η αναζήτηση (1998) του Νίκου Θέμελη

Πάντα κάτι δυνατό μ’ έδενε με τη Μικρασία – από μια σταλιά παιδάκι. Δεν ετίθετο θέμα καταγωγής. Αμιγώς Θεσσαλονικιοί ήταν οι δικοί μου. Όμως, βαθιά με συγκινούσε ό,τι είχε να κάνει με τις χαμένες πατρίδες της κείθε μεριάς του Αιγαίου. Κι ας μην ήξερα τι ακριβώς.

Αρχές καλοκαιριού του 1999 ταξιδεύω για πρώτη φορά προς Μυτιλήνη να δω έναν φίλο που μένει πια εκεί. Στο τριήμερο που μένω στο νησί ο τόπος μού φαίνεται ευλογημένος και μαγικός. Στη θέα των μικρασιατικών παραλίων απέναντί μου βουρκώνω και θέλω να μείνω εκεί. Κάνα μήνα μετά την επιστροφή μου στη Θεσσαλονίκη διαβάζω την «Αναζήτηση» του Νίκου Θέμελη μέσα σε 3 μέρες. Μέχρι να φτάσω στο απόσπασμα που ήδη παρέθεσα κοντοστάθηκα κάμποσες φορές, έκπληκτη και αμήχανη. Κάτι περίεργο συμβαίνει με τούτο το βιβλίο, σκεφτόμουν. Δεν υπάρχει πόλη και χωριό και γειτονιά που ν’ αναφέρει ο Θέμελης και να μην το ξέρω. Αναρωτιέμαι διαρκώς τι συμβαίνει και μια βδομάδα αργότερα βρίσκω την άκρη.

Ο παππούς μου από τη μάνα μου, ένα φτωχό παιδί παϊζάνων (ντόπιων χωρικών) από το Ασβεστοχώρι της Θεσσαλονίκης, είχε φύγει στα 12 του για τη Μικρασία να βρει την τύχη του γύρω στο 1900. Αφού περιπλανήθηκε στην Ιωνία και έκανε διάφορες δουλειές για να ζήσει, τελικά έπιασε δουλειά στους σιδηροδρόμους, προόδεψε, έγινε μηχανοδηγός και ζούσε χρόνια στη Μαγνησία του Μαιάνδρου, τη Μανησά στο βιβλίο του Νίκου Θέμελη. Στην Ελλάδα γύρισε σταθμάρχης πια γύρω στο 1921, λίγο προτού ξεσπάσει η συμφορά. 40 χρόνια αργότερα, στη Θεσσαλονίκη, στον συνοικισμό των σιδηροδρομικών (στην ίδια γειτονιά για την οποία έγραψε η Μαρία Κέντρου-Αγαθοπούλου το ομότιτλο βιβλίο της το 1998), η μεγάλη του κόρη φέρνει στον κόσμο ένα κοριτσάκι, εμένα. Ο παππούς που ζει μόνος του σ’ ένα καμαράκι στην αυλή του σπιτιού πίσω απ’ τον σταθμό καθημερινά συναντιέται τα βράδια με τους παλιούς του συναδέλφους και λένε κουτσοπίνοντας με τις ώρες ιστορίες για τη ζωή τους στη Μικρασία. Συχνά κρατάει εκεί στην αγκαλιά του το κοριτσάκι που ως τα τρία του χρόνια έχει ακούσει τα πάντα για την Ιωνία, τις πόλεις της, τους μαχαλάδες της, τους ανθρώπους της, τη ζωή εκεί και το άδοξο και οικτρό της τέλος. Μετά ο παππούς πεθαίνει κι εμείς μετακομίζουμε στο Φάληρο κι όλες οι ιστορίες του και η μορφή του που αχνά και σπάνια θυμάμαι έχουν περάσει στο υποσυνείδητό μου που το ξυπνά ο Νίκος Θέμελης. Και σκέφτομαι: «Να δεις που με τον Θέμελη είχαμε τον ίδιο παππού».

Το 2000 στο πλαίσιο της δικής μου αναζήτησης, φεύγω για να δουλέψω στη Μυτιλήνη. Εγκαταλείπω τη δουλειά σε μια μεγάλη πολυεθνική, πάω σε μια μικρή συγγενή εταιρεία στο νησί, κοντολογίς για τους πολλούς ανατρέπω την ήσυχη και ασφαλή ζωή μου, την ίδια χρονιά που ο Θέμελης εκδίδει τη δική του «Ανατροπή». Γυρίζω πίσω στην πατρίδα το 2003 για να είμαι κοντά στη μάνα μου τα τελευταία της χρόνια και τότε ο Θέμελης εκδίδει την «Αναλαμπή» του. Συμπτώσεις, ε; Συμπτώσεις που συνεχίζονται και στα επόμενα βιβλία του.

Τον αγάπησα πολύ τον Νίκο Θέμελη. Χωρίς πώς και γιατί. Χωρίς να ψάξω και να σκεφτώ αν ήταν καλός συγγραφέας (που ήταν), αν άξιζαν τον κόπο όλα του τα γραπτά, τι άλλο έκανε στη ζωή του, τι σπούδασε, πού έζησε, αν ήταν καλός άνθρωπος ή όχι. Απλώς τον αγάπησα πολύ. Γιατί τον έβλεπα σαν μεγαλύτερο αδελφό μου που είχε το ταλέντο να γράφει ωραία, πολύ καλύτερα από μένα, για όλα όσα νιώσαμε και ζήσαμε στην οικογένεια παρέα με τον παππού. Γιατί τον καμάρωνα που μπορούσε να μεταφέρει στο χαρτί και τις δικές μου σκέψεις. Γιατί με κάθε του βιβλίο έβγαζε στη φόρα τ’ άπλυτα και τα πλυμένα της οικογένειας κλείνοντάς μου συνωμοτικά το μάτι σαν να κάναμε μαζί τη σκανταλιά της δημοσίευσης.

Βλάσφημη χρονιά το 2011. Δεν έχει ούτε ιερό ούτε όσιο. Ούτε έλεος. Πήρε τόσους και τόσους συγγραφείς που αγάπησα, καλλιτέχνες που αγάπησα. Ανθρώπους που τους χρωστώ ένα κομμάτι του εαυτού μου, όπως όλοι μας. Κι ενώ η Ελλάδα βολοδέρνει ολημερίς εδώ και μήνες αναζητώντας τα χαμένα της σέντσια, κάθε τρεις και λίγο χάνουμε τόσες ψυχές, τόσους σκεπτόμενους ανθρώπους. Κανείς, ωστόσο, δεν δείχνει πια να δίνει σημασία στις ψυχές και στα σημαντικά μυαλά αυτού του τόπου. Άλλωστε, και επισήμως (βάσει απογραφής) είμαστε λιγότεροι απ’ ό,τι 10 χρόνια νωρίτερα και το επιβεβαιώνουμε καθημερινά χωρίς ν’ αναζητάμε ή έστω ν’ αποζητάμε όσους χάνουμε. Κακό της κεφαλής μας, λέω εγώ. Και μεγάλο κρίμα!

Κουράστηκα ν’ ακούω και να διαβάζω επικήδειους φέτος. Δεν θέλω να ξαναπώ σε κανέναν «καλό ταξίδι». Δεν το αντέχω και δεν έχει νόημα. Είναι άδικο όλο αυτό το φευγιό. Και για κείνους που μας αφήνουν και για μας που μένουμε. Είναι μεγάλη η θλίψη μου που χάσαμε –που έχασα– τον Νίκο Θέμελη. Πήρε το τρένο για τη Μανησά χωρίς εμένα. Σαν κατέβηκε, πήρε τον αραμπά. Μα, σε μια στροφή έφυγε η ρόδα του αραμπά και τον πήρε από κάτω. Έτσι, από χτες δεν έχω πια με ποιον να μοιράζομαι τον ίδιο παππού…

Σταύρος Ξαρχάκος & Βαγγέλης Γκούφας, Τα τρένα που φύγαν

Ο Μπάτης (Γιώργος Ιωάννου)

Ο Μπάτης

Κάθε χρόνο, τη βραδιά της Αναστάσεως, σκύβω με κάποια πρόφαση και χαϊδεύω μυστικά το χορτάρι στον αυλόγυρο της Αγίας Σοφίας. Δεν έχω πει ακόμα σε κανένα τίποτε, κι ούτε, νομίζω, έχουν προσέξει πως τους παρασύρω όλο στο ίδιο σημείο. Μάλλον θα τους έχει γίνει συνήθεια κι αυτό. Παρόλο που δε μου ταιριάζει πια, φροντίζω να έχω πάντα μαζί μου ένα κόκκινο αυγό, που εννοώ να το τσουγκρίσω με όποιον τύχει κοντά μου. Και καθώς ρίχνω στη γη τα τσέφλια του, σκέφτομαι με κάποια χαρά, πως όταν φύγει ο κόσμος, ίσως ξαναρθεί ο φίλος μου ο Μπάτης να τα συναρμολογήσει κι αυτά, όπως έγινε κάποτε με όλες εκείνες τις άσεμνες φωτογραφίες.

Τις είχαμε βρει ξεσκισμένες σ’ αυτό το ίδιο μέρος και πράγμα τότε δεν παρουσίασε λιγότερες δυσκολίες. Σε πολλά κομμάτια εικονίζονταν μέλη γυμνά, που δεν τα ξέραμε ακόμα απ’ αλλού ή που δεν μπορούσαμε να τα φανταστούμε σε τόση αγριότητα. Εκτός αυτού όμως ήταν και οι μπλεγμένες στάσεις των προσώπων. Πήγαινες με την ιδέα πως ενώνεις μια φωτογραφία με δύο άτομα, οπότε σ’ ένα κομματάκι παρουσιαζόταν κάποιο πέμπτο πόδι ή κάτι άλλο υπεράριθμο και σου τα χαλνούσε όλα. Με λίγα λόγια δε μας βοηθούσαν καθόλου οι γνώσεις μας.

Ξαπλωμένοι μπρούμυτα στο χορτάρι είχαμε τόσο απορροφηθεί, ώστε, όταν χτύπησε το κουδούνι του συσσιτίου για τη δεύτερη βάρδια, δε θέλαμε να πάμε μέσα για φαγητό. Εν τέλει πήγα μονάχα εγώ στο συσσίτιο κι ο φίλος μου έμεινε κοντά στις φωτογραφίες. Το κακό ήταν πως το κήρυγμα μετά το φαγητό κράτησε πάρα πολύ εκείνη την ημέρα.

Πάντως τον βρήκα να τις έχει όλες έτοιμες απάνω στο χορτάρι, και να μάχεται με τον αγέρα να μην του τις σκορπίσει. Πρώτη φορά μου έβλεπα τέτοια συμπλέγματα. Ήταν πολύ βρόμικος ο κόσμος. Εκείνος όμως τον έβρισκε ωραίο, μου έδειχνε λεπτομέρειες και γελούσε. Όλα είχαν το όνομά τους και το ήξερε. Δεν ξέρω όμως τι θα ’λεγε τώρα, γιατί βέβαια όλα θα τα είχε δοκιμάσει. Καθώς φεύγαμε, έδωσε μια με το πόδι του και σκόρπισαν πάλι τα κομματάκια.

Την άλλη μέρα, που έλεγα να τα μαζέψω, δε βρήκαμε ίχνος. Κάποιος άλλος θα τα είχε πάρει. Γι’ αυτό μπήκαμε μέσα στην εκκλησία και κοιτάζαμε, ξαπλωμένοι ανάσκελα στις καρέκλες, την Ανάληψη στο ψηφιδωτό του τρούλου. Δύο άγγελοι πετώντας πλαγιαστά κρατάνε το Χριστό μέσα στη δοξαστική σφαίρα, που μου φάνηκε σαν ένα τεράστιο αυγό. Έβλεπα τους αγγέλους και θυμόμουν εμάς την προηγούμενη μέρα. Όχι πως θεωρούσα, έστω και τότε, τον εαυτό μου για άγγελο, αλλά για το φίλο μου το πίστευα αυτό. Είχε πολλά στοιχεία. Κομματάκι κομματάκι είναι καμωμένο κι αυτό, μου είπε στο τέλος. Ήταν φανερό πως σκεφτόταν τις φωτογραφίες. Κι εγώ για το ίδιο λυπόμουν, αλλά δεν ήθελα να το πω. Και όχι μονάχα τότε· ποτέ μου δεν τις ξέχασα. Πολλές οργιαστικές διηγήσεις μου μάλιστα, σ’ αυτές κυρίως τις έχω στηρίξει, κι ας έχω δει πλήθος άλλες εν τω μεταξύ.

Από καιρό σε καιρό σκέφτομαι: αυτός που τις ξέσκισε μέσα στον αυλόγυρο της εκκλησίας δεν μπορεί να έκανε από το φόβο της έρευνας την πράξη. Ήταν προχωρημένη Κατοχή τότε, και από κάθε τι άλλο μπορούσες να κινδυνέψεις, αν το ’βρισκαν απάνω σου, όχι όμως και από άσεμνες φωτογραφίες. Η λογική μού λέει, πως θα τις χάλασε μάλλον από φόβο μήπως τις βρει καμιά μάνα του στις τσέπες του ή από θρησκευτική κρίση. Εγώ πάντως θέλω να πιστεύω πως από μετάνοια έγιναν όλα.

Ύστερα από λίγες μέρες εξαφανίστηκε ο Μπάτης κι απ’ το φαγητό και από το σχολείο. Είπαν πως ήταν άρρωστος, ενώ εγώ έμαθα πως τον είχανε πιάσει. Ένα πρωί με περίμενε κάποιος έξω απ’ το σχολείο. Τη νύχτα είχαν εκτελέσει το φίλο μου μπροστά στο σπίτι του για παραδειγματισμό της γειτονιάς. Ο Ερυθρός Σταυρός τον είχε μαζέψει.

Πήγαμε στο νεκροτομείο να τον βρούμε. Εδώ κι αν ήταν οι κομματιασμένοι άνθρωποι κι οι αγγέλοι. Το τι είδαν τα μάτια μου εκεί δεν πρόκειται ποτέ μου να το πω. Εξάλλου δεν το πιστεύω. Κατόπι έγινα ένα με τη γη κι έτσι δε με πήρανε χαμπάρι. Φοβάμαι όμως πως δε χρειαζόταν και τόσο κρύψιμο από μέρους μου· αυτοί ξέρουν ποιους σκοτώνουν.

Έχω υποφέρει απ’ τα φτηνά λογοπαίγνια και δε μ’ αρέσει να κάνω τέτοια ούτε στον εαυτό μου τον ίδιο. Παρόλα ταύτα πετιέμαι αυτόματα, όταν τα καλοκαιρινά απογεύματα φυσάει απ’ τη θάλασσα ένας αέρας, που όλοι τον βρίσκουν δροσερό και λένε αναστενάζοντας το όνομά του.

Από τη συλλογή πεζογραφημάτων Για ένα φιλότιμο (1964) του Γιώργου Ιωάννου

Πηγή: Translatum | Fiction of Thessaloniki / Γιώργος Ιωάννου

Για ένα φιλότιμο (Γιώργος Ιωάννου)

Για ένα φιλότιμο

Τα κοπάνησα στην καντίνα απόψε. Και δεν πρέπει καθόλου να πίνω, γιατί πολλά λέω και κάνω συνήθως. Μέθυσα απαίσια με ανιζέτα – μοιάζει κάπως με το δικό μας το ούζο αυτό το σπίρτο. Κακά μαντάτα πάλι· κυρίως απ’ τον εαυτό μου.

Αλλά κι αλλιώς δεν μπορούσε να γίνει. Αμέσως μόλις μπήκα, γύρω μου σχηματίστηκε μια παρέα. Με κερνούσαν συνέχεια και με κανένα τρόπο δε μ’ άφηναν να τους κεράσω. Ζηλεύω πολύ αυτές τις συντροφιές. Έχω χάσει άδικα των αδίκων τα χρόνια μου με κείνους τους άνοστους λογοτέχνες. Τα παιδιά αυτά μ’ αγαπούν, το παραδέχομαι. Η αγάπη τους όμως είναι ίδια με κείνη, που έχουμε για τον καλόβολο συνταξιδιώτη. Κορυφώνεται κατά το μέσο του ταξιδιού, για ν’ αρχίσει να σιγοσβήνει όσο τελειώνουν τα χιλιόμετρα. Στο τέλος μπορεί να μην πούμε ούτε αντίο. Όποιος έχει μιλήσει τα περισσότερα και τα ειλικρινέστερα είναι ο χαμένος. Το ’χω υπόψη μου αυτό το παιχνίδι, κι όμως θέλω με όλη μου την καρδιά να ξαναμιλήσω.

Έχω την υποψία πως σ’ όλο αυτό το διάστημα καθόταν στο απέναντι τραπέζι αυτός που πρόκειται να γίνει φίλος μου. Έπινε δήθεν αδιάφορα, μα εγώ ξέρω πως το μάτι του και το αυτί του ήταν εδώ σε μένα. Να δούμε ποιος απ’ τους δυο μας θα προσπέσει. Πάντως θα βουρλιζόμαστε έτσι για πολύ καιρό. Είναι βαρύς από μυστικά κι αυτός· το διαισθάνομαι· και θα πρέπει να σκέφτεται ολοένα το ίδιο πράγμα. Θα δοκιμάσω κι αυτουνού την αντοχή με αποκαλύψεις και θα δούμε. Μ’ αυτή τη μέθοδο έχω χάσει όλους τους ανθρώπους μου σιγά σιγά. Ο πιο στενός μου φίλος, πάντως, πήγε τελευταία για γάμο.

Η ανιζέτα είναι αψιά, ιδίως όταν την ανακατεύεις με μπίρα. Τίποτα δεν εξαλείφεται, κακά τα ψέματα. Μ’ ένα γρόσι στο τζιουμπόξ άρχισαν τα ζεϊμπέκικα του Μητσάκη:

Όσο βαριά είν’ τα σίδερα…

Κάποιος χορεύει κα μάλιστα καλά. Αγαπάει, λένε, απελπισμένα ένα ανήλικο.

Κάποιος με παρατηρεί, με σκέφτεται δυνατά, νιώθω σα βάρος. Άναψαν κιόλας οι ιστορίες για το πώς ξεγλίστρησε ο καθένας μας απ’ την όλο στοργή πατρίδα.

Στο μώλο ο γερανός αρπάζει με τις δαγκάνες του βράχους και τους ξαναβυθίζει στο πέλαγος. Είναι φορτωμένοι απολιθώματα ψαριών και οστράκων. Δεν είναι ανάγκη να ’σαι σοφός για να καταλάβεις τι έχει συμβεί. Οι πέτρες είναι βέβαια κατά μας· απ’ το πέλαγο και πέρα αρχίζει, θαρρείς, η πατρίδα. Ο γερανός με το φωτάκι του συνεχίζει να στρέφεται· μια προς εμάς, μια κατά τη θάλασσα, και κει χαμηλώνει. Έτσι, μου φαίνεται, θ’ αρπάξει και μένα καμιά μέρα.

Μια τέτοια νύχτα γλυκιάς χαράς θα τρέξω κατά το μώλο. Μέσα στο μεθύσι μου και στην άφθαρτη ακόμα εκτίμηση των φίλων. Όταν με ξαναβρούνε θα με σηκώσουνε στους ώμους τους. Εδώ ευτυχώς δεν υπάρχουν νεκροθάφτες. Ο φιλαράκος μου ο δύτης θα μ’ έχει βγάλει απ’ τη θάλασσα. Όλα τα έχω προβλέψει. Με τρέφει η απελπισία· αυτό το χαλάρωμα είναι που φοβάμαι.

Ο Νταντίνης πλαγιάζει απόψε, κινδύνεψε πάλι τη ζωή του. Τον ζητούσα στο μώλο, μόλις βγήκα απ’ τα γραφεία. Μου είπαν πως ζαλιζόταν όταν ανέβηκε απ’ τη θάλασσα. Ξαναφόρεσε το φόρεμα και βυθίστηκε, όσο να συνέλθει. Με υποδέχτηκε στην κάμαρά του με γέλια και φωνές. Εγώ στη θέση του θα ήμουν ράκος, σκεπτόμενος κυρίως το μέλλον. Μ’ έφαγαν πολλά πράγματα, δεν ξέρω ποιον άτιμο να πρωτοδείρω. Παρατηρημένο τέλος πάντων· κάθε βράδυ έχω νέες αφορμές για ποτό και απανωτά τσιγάρα.

Ένα σφουγγάρι, μου είπε, έβλεπε· ριζωμένο όμως πιο βαθιά απ’ ό,τι συνήθως κατεβαίνει. Αν και ήξερε καλά τον κίνδυνο, δεν μπορούσε με κανένα τρόπο να τ’ αφήσει. Αμολήθηκε, κι αμέσως ένιωσε να μουδιάζει ολόκληρος. Το ξερίζωσε εντούτοις· κι ούτε ξέρει με τι χέρια το κατόρθωσε αυτό.

Μαύρο και γλιστερό σαν πάθος, κείτονταν σ’ ένα πανέρι το σφουγγάρι. Θα γίνει όμορφο κι αυτό στον ήλιο και στον αέρα.

Και γιατί το ‘κανες αυτό; Αφού κανένας απολύτως δε σ’ έβλεπε, γιατί το ’κανες; του φώναξα.

Μα, για ένα φιλότιμο, απάντησε ήσυχα. Και κατόπι πρόσθεσε με σημασία: Εσύ τι ξέρεις απ’ αυτά· εσένα τα γράμματα σ’ έχουνε άσκημα δαμάσει.

Από τη συλλογή πεζογραφημάτων Για ένα φιλότιμο (1964) του Γιώργου Ιωάννου

Πηγή: Translatum | Fiction of Thessaloniki / Γιώργος Ιωάννου

Γιώργος Ιωάννου, Η σαρκοφάγος

Η σαρκοφάγος

Ανάμεσα στο παρθεναγωγείο και την έκθεση, σ’ ένα δρομάκι πολύ στενό, μονοπάτι μάλλον, χρόνια βρίσκονταν παραπεταμένη – κατά την προσφιλή συνήθεια των αρχαιολόγων μας – μια θαυμάσια αρχαία σαρκοφάγος. Είχε βαθιά σκαλισμένες τις πλευρές με έρωτες, κλήματα και λουλουδένιες γιρλάντες, ενώ πάνω στο κάλυμμά της χαμογελούσε μισοπλαγιασμένο απαλά ένα αγαλματένιο ζευγάρι ρωμαϊκής εποχής. Ανασηκωμένοι στο ανάκλιντρο, ερεθιστικά γυμνοί κάτω απ’ το σεντόνι, η γυναίκα εμπρός και ο άντρας πισωκολλητά κατόπι, συνέχιζαν θαρρείς τους θαυμάσιους έρωτές τους. Μου άρεσε να τους κοιτώ, γι’ αυτό, τις νύχτες ιδίως, περνούσα συχνά από κει. Με αναπαύουν, άλλωστε, όλοι οι έρημοι και σκοτεινοί δρόμοι. Μόνο καθώς βαδίζεις σ’ αυτούς, μπορεί κάτι το ελπιδοφόρο να προβάλει εντός σου και κάπως να ημερέψει η ψυχή. Πήγαινα και καθόμουν στο χείλος της μισοσκεπασμένης λάρνακας, σα να περίμενα ν’ αναστηθεί το αντρόγυνο ή να έρθουν οι γλυκιές μυροφόρες για να τις αναγγείλω εγώ πρώτος την ανάσταση: ηγέρθησαν, ουκ εισιν ώδε∙ ίδε ο τόπος όπου έτηκαν αυτούς. Συνήθως όμως ξεπρόβαλε ανάμεσα στ’ αγριόχορτα και στα ψηλά σινάπια κάποιος που έρχονταν για ανάγκη του ή κανένας τύπος ύποπτος, μόνος του ή με παρέα. Οπότε, αντί να αναγγείλω την ανάσταση, δίπλωνα τα φτερά μου κι έφευγα μαζεμένος, περισσότερο για λόγους προνοίας παρά από διακριτικότητα. Κι όμως, η σαρκοφάγος εκείνη ήταν ολόκληρη η λατρευτή ειδωλολατρία για μένα.

Σε λίγο, με χαρά διεπίστωσα πως την είχε κάνει φωλιά του ένα ζευγάρι νεαρών εραστών. Μπαίναν μέσα απ’ το λοξά τραβηγμένο καπάκι και ξαπλώναν πάνω σε στρωμένες εφημερίδες, κολλημένοι, βέβαια, σφιχτά σφιχτά. Ίσως να βγάζαν και τα ρούχα τους το καλοκαίρι. Κάτι μου φάνηκε μια βραδιά πως υπήρχε αφημένο στο χείλος. Πάντως, ακόμα και να ’βρεχε, προφυλάγονταν απ’ αυτούς, εφόσον εκείνες τουλάχιστο τις ώρες κανένας δεν πλησίαζε να τη βρωμίσει. Οι νεαροί, μόλις άκουγαν τα βήματά μου, σταματούσαν τους ψιθυρισμούς. Κι εγώ περνούσα γρήγορα και κρυφογελαστά, μια και μισώ τα κρυφακούσματα όσο τίποτε άλλο στον κόσμο. Δεν παρέλειπα όμως να χαϊδέψω λίγο πονηρά στο πλάι την τυχερή σαρκοφάγο.

Το ζευγαράκι, σίγουρα, δεν μπορούσε ούτε να υποψιαστεί σε τι είχε χρησιμεύσει άλλοτε εκείνη η λάρνακα. Ούτε από μακριά δε θα μπορούσε να φανταστεί τα πτώματα τα τουμπανιασμένα, τη βρώμα και τη σαπίλα, που την είχαν κάποτε διαποτίσει. Πολύ περισσότερο δε θα ’ξερε πως ήταν καμωμένη από πέτρα ειδική, που έχει την ιδιότητα να κατατρώγει πιο γρήγορα τις ανθρώπινες σάρκες. Ένας θεός μονάχα ξέρει, τι θα νόμιζαν πως ήταν εκείνο το κουβούκλιο.

Υπήρξε όμως κάτι, που οπωσδήποτε θα ’πρεπε να τους ενοχλεί. Κι αυτό ήταν η στενότητα του χώρου. Την είχα διαπιστώσει κι ο ίδιος μπαίνοντας κάποτε μέσα. Τότε, γιατί η επιμονή τους αυτή; Ποιος τους εμπόδιζε ή τους κυνηγούσε; Στα ζευγαράκια, όπως είναι γνωστό, κάνει πλάτες ολάκερη η κοινωνία χαμογελώντας πονηρά στο πέρασμά τους. Να ’ταν καμιά άλλη περίπτωση, από κείνες τις κατακριτέες, να το καταλάβω. Αλλά εδώ ήταν αδύνατο λογικά να βρω άκρη. Θα ’πρεπε, πάντως, να τους άρεσε πολύ εκεί μέσα.

Απ’ αυτά κι απ’ αυτά άρχισε στο εξής να με βασανίζει: πώς θα μπορούσε να κυλήσει το ασήκωτο εκείνο σκέπασμα πάνω στη λάρνακα; Ασφαλώς, με μοχλούς ή με τακάκια, κατέληξα. Επομένως, το καπάκι θα μπορούσε να παγιδευτεί και να κυλήσει ακριβώς την ώρα που θα ’μπαινε μέσα το ζευγάρι. Θα ’ρχιζαν, φυσικά, να φωνάζουν, να χτυπούν, να χτυπιούνται, μα τελικά κάποιοι ασφαλώς θα τους άκουγαν και θα ’φερναν ένα γερανό να τους ξεσκεπάσει. Θα δημιουργούνταν έτσι μια εξαιρετικά πρωτότυπη και έξυπνη – να πάρει ο διάβολος – υπόθεση και πολλοί θα ’σπαζαν άδικα των αδίκων το κεφάλι τους για να βρούνε τη λύση. Μονάχα αυτοί που θα ’ξεραν απ’ τη μυθολογία εκείνο το παγίδευμα του Άρη και της Αφροδίτης απ’ τον Ήφαιστο, κάτι θα υποπτεύονταν. Μπορεί, βέβαια, να μην τους άκουγε και κανένας, οπότε εγώ που εκεί κοντά θα παραφύλαγα, θα τηλεφωνούσα στους αρμόδιους να έρθουν να τους βγάλουν. Δε θα τους άφηνα να πάθουν τίποτε, απλώς θα τους βοηθούσα να ζήσουν έντονα κάτι. Ήθελα εξάλλου να ζωντανέψω τη λάρνακα. Να ’ναι πάλι κλειστή και πάλι με γυμνά νεανικά σώματα μέσα, που θα πετιούνταν όμως με λαχτάρα σε λίγο σα νεκραναστημένα. Σαρκοφάγος να ξαναγίνει επ’ ουδενί λόγω θα της επέτρεπα.

Απάνω που αναμελετούσα την ένατη ραψωδία της Οδύσσειας κι έλεγα πια με αγαλλίαση να βάλω το σχέδιό μου σε εφαρμογή, άρχισαν τα εγκλήματα του δράκου. Και μολονότι δεν πίστεψα όλα εκείνα τα παραμύθια, από πείρα πικρή ανέστειλα αμέσως τις περιπολίες μου στα έρημα και στα σκοτεινά. Το ίδιο, άλλωστε, θα ’κανε και το ζευγαράκι.

Σε λίγο, πήρα των ομματιών μου και ξανάφυγα απ’ την πόλη αυτή, όπου αναβλύζει, για μένα τουλάχιστο, σαν το μύρο η αγωνία. Όταν μετά από χρόνια ξαναπέρασα, ο τόπος ήταν αγνώριστος γύρω απ’ το παρθεναγωγείο. Γκρεμίστηκαν τα πάντα κι απλώθηκε κι εκεί η λεγόμενη διεθνής έκθεση. Είναι, μάλιστα, καθώς υπολογίζω, ένα απ’ τα πιο φωτισμένα σημεία της το στενάκι εκείνο. Όσο για τη σαρκοφάγο την ξαναβρήκα προχτές, όχι χωρίς συγκίνηση, στον κήπο του μουσείου. Μου φάνηκε θλιβερή, σα να ξανάγινε τάφος.

Από τη συλλογή πεζογραφημάτων η σαρκοφάγος (1971) του Γιώργου Ιωάννου

Πηγή: Translatum | Fiction of Thessaloniki / Γιώργος Ιωάννου

Γιώργος Ιωάννου, Στου Κεμάλ το σπίτι

Στου Κεμάλ το σπίτι

Δεν ξαναφάνηκε η μαυροφορεμένη εκείνη γυναίκα, που ερχόταν στο κατώφλι μας κάθε χρονιά, την εποχή που γίνονται τα μούρα, ζητώντας με ευγένεια να της δώσουμε λίγο νερό απ’ το πηγάδι της αυλής. Έμοιαζε πολύ κουρασμένη, διατηρούσε όμως πάνω της ίχνη μιας μεγάλης αρχοντικής ομορφιάς. Και μόνο ο τρόπος που έπιανε το ποτήρι, έφτανε για να σχηματίσει κανείς την εντύπωση πως η γυναίκα αυτή στα σίγουρα ήταν μια αρχόντισσα. Δίνοντάς μας πίσω το ποτήρι, ποτέ δεν παρέλειπε να μας πει στα τούρκικα την καθιερωμένη ευχή, που μπορεί να μην καταλαβαίναμε ακριβώς τα λόγια της, πιάναμε όμως καλά το νόημά της: «Ο Θεός να σας ανταποδώσει το μεγάλο καλό». Ποιο μεγάλο καλό; Ιδέα δεν είχαμε.

Καθόταν ήσυχα για ώρα πολλή στο κατώφλι της αυλής, κι αντί να κοιτάζει κατά το δρόμο ή τουλάχιστο κατά το πλαϊνό σπίτι του Κεμάλ, αυτή στραμμένη έριχνε κλεφτές ματιές προς το δικό μας σπίτι, παραμιλώντας σιγανά. Πότε πότε έκλεινε τα μάτια και το πρόσωπό της γινόταν μακρινό, καθώς συλλάβιζε ονόματα παράξενα. Εμείς, πάντως, δεν παραλείπαμε να της δίνουμε μούρα απ’ την ντουτιά, όπως άλλωστε δίναμε σ’ όλη τη γειτονιά και σ’ όποιον περαστικό μας ζητούσε. Η ξένη τα έτρωγε σιγανά, αλλά με ζωηρή ευχαρίστηση. Δε μας φαινόταν παράξενο που της άρεζαν τα μούρα μας τόσο πολύ. Το δέντρο μας δεν ήταν από τις συνηθισμένες μουριές, απ’ αυτές που κάνουν εκείνα τα άνοστα νερουλιάρικα μούρα. Το δικό μας έκαμνε κάτι μεγάλα, ξινά σα βύσσινα, και πολύ κόκκινα στο χρώμα. Ήταν ένα δέντρο παλιό και τεράστιο, τα κλαδιά του ξεπερνούσαν το δίπατο σπίτι μας. Μοναχά ένα κακό είχε∙ τα φύλλα του ήταν σκληρά και οι μεταξοσκώληκές μου δεν μπορούσαν να τα φάνε. Ήταν, πάντως, δέντρο φημισμένο σ’ όλο το Ισλαχανέ κι ακόμα πιο πέρα.

Την πρώτη φορά που είχε καθίσει η άγνωστη γυναίκα στο κατώφλι μας, δε σκεφτήκαμε να της προσφέρουμε μούρα, όμως σε λίγο μας ζήτησε η ίδια λέγοντας πως ήθελε να φυτέψει το σπόρο τους στον μπαχτσέ της. Έφαγε μερικά και τα υπόλοιπα τα έβαλε σ’ ένα χαρτί και έφυγε χαρούμενη.

Τη δεύτερη φορά, θα ήταν κατά το τριάντα οχτώ, δυο χρόνια, πάντως, μετά την πρώτη, δεν έβαλε μούρα στο χαρτί. Κάθισε και τα έφαγε ένα ένα στο κατώφλι. Φαίνεται πως ο σπόρος απ’ τα προηγούμενα είχε αποδώσει, αλλά για να δώσει και μούρα έπρεπε, βέβαια, να περάσουν χρόνια. Το δέντρο αυτό, όπως όλα τα δέντρα που μεγαλώνουν σιγά, ζει πολλά χρόνια και αργεί να καρπίσει.

Η γυναίκα ξαναφάνηκε και τον επόμενο χρόνο, λίγο πριν απ’ τον πόλεμο. Όμως τη φορά αυτή της προσφέραμε νερό απ’ τη βρύση. Αρνήθηκε να πιει το νερό. Μόλις το έφερε στο στόμα, μας κοίταξε στα μάτια και μας έδωσε πίσω το γεμάτο ποτήρι. Επειδή την είδαμε ταραγμένη, θελήσαμε να της εξηγήσουμε. Ο σιχαμένος σπιτονοικοκύρης μας είχε διοχετεύσει το βόθρο του σπιτιού στο βαθύ πηγάδι. «Τώρα που σας έφερα το νερό στις κουζίνες σας, δε σας χρειάζεται το πηγάδι», μας είχε πει. Η γυναίκα βούρκωσε, δε μας έδωσε όμως καμιά εξήγηση για την τόση λύπη της. Για να την παρηγορήσουμε της δώσαμε περισσότερα μούρα κι η γιαγιά μου της είπε κάτι που την έκανε να τιναχτεί: «Θα σου τα έβαζα σ’ ένα κουτί, αλλά δε βαστάνε για μακριά». Και πράγματι είχαμε αρχίσει κάτι να υποπτευόμαστε. Την άλλη φορά είδαμε, πως μόλις έφυγε από μας, πήγε δίπλα στου Κεμάλ το σπίτι, όπου την περίμενε μια ομάδα από τούρκους προσκυνητές, που κοντοστέκονταν στο πεζοδρόμιο. Εμείς ως τότε θαρρούσαμε πως είναι καμιά τουρκομερίτισσα δικιά μας, απ’ τις πάμπολλες εκείνες, που δεν ήξεραν λέξη ελληνικά, μια και η ανταλλαγή των πληθυσμών είχε γίνει με βάση τη θρησκεία και όχι τη γλώσσα. Η αποκάλυψη αυτή στη αρχή μάς τάραξε. Δε μας έφτανε που είχαμε δίπλα μας του Κεμάλ το σπίτι, σα μια διαρκή υπενθύμιση της καταστροφής, θα είχαμε τώρα και τους τούρκους να μπερδουκλώνονται πάλι στα πόδια μας; Και τι ακριβώς ήθελε από μας αυτή η γυναίκα; Πάνω σ’ αυτό δεν απαντήσαμε, κοιταχτήκαμε όμως βαθιά υποψιασμένοι. Και τα επόμενα λόγια μας έδειχναν πως η καρδιά μας ζεστάθηκε κάπως από συμπάθεια κι ελπίδα. Είχαμε κι εμείς αφήσει σπίτια και αμπελοχώραφα εκεί κάτω.

Η τουρκάλα ξαναφάνηκε λίγο μετά τον πόλεμο. Εμείς καθόμασταν πια σε άλλο σπίτι, λίγο παραπάνω, όμως την είδαμε μια μέρα να κάθεται κατατσακισμένη στο κατώφλι του παλιού σπιτιού μας. Ο πρώτος που την είδε, ήρθε μέσα και φώναξε: «η τουρκάλα!» Βγήκαμε στα παράθυρα και την κοιτάζαμε με συγκίνηση. Παραλίγο να την καλέσουμε απάνω στο σπίτι – τόσο μας είχε μαλακώσει την καρδιά η επίμονη νοσταλγία της. Όμως αυτή κοίταζε ακίνητη την κατάγυμνη αυλή και το έρημο σπίτι. Μια ιταλιάνικη μπόμπα είχε σαρώσει τη ντουτιά κι είχε ρημάξει το καλοκαμωμένο ξυλόδετο σπίτι, χωρίς να καταφέρει να το γκρεμίσει.

Δεν την ξανάδαμε από τότε. Ήρθε – δεν ήρθε, άγνωστο. Άλλωστε και να ’ρχότανε δε θα ’βρισκε πια το κατώφλι με το αφράτο μάρμαρο για να ξαποστάσει. Το σπίτι είχε από καιρό παραδοθεί σε μια συμμορία εργολάβων και στη θέση του υψώθηκε μια πολυκατοικία απ’ τις πιο φρικαλέες. Τώρα ετοιμάζονται να την γκρεμίσουν οι γελοίοι. Ποιος ξέρει τι μεγαλεπήβολο σχέδιο συνέλαβε πάλι το πονηρό μυαλό τους.

Αν γίνει αυτό, θα παραφυλάγω νύχτα μέρα, ιδίως όταν το σκάψιμο θα έχει φτάσει στα θεμέλια, κι ίσως μπορέσω να εμποδίσω ή τουλάχιστο να καθυστερήσω το χτίσιμο του νέου εξαμβλώματος. Την προηγούμενη φορά είχε βρεθεί εκεί στα βάθη ένα θαυμάσιο ψηφιδωτό, που άρχιζε απ’ το οικόπεδο του δικού μας σπιτιού και συνεχιζόταν προς το σπίτι του Κεμάλ. Το ψηφιδωτό αυτό οι δασκαλεμένοι εργάτες το σκεπάσανε γρήγορα γρήγορα για να μην τους σταματήσουν οι αρμόδιοι. Πάντως, τις ώρες που το έβλεπε το φως του ήλιου, γίνονταν διάφορα σχόλια απ’ την έκθαμβη γειτονιά. Όλοι μιλούσανε για την ομορφιά και την παλιά δόξα, μα ανάμεσα στα δυνατά λόγια και τις φωνές, άκουσα μια γρια να σιγολέει: «Στο σπίτι αυτό καθόταν ένας μπέης, που είχε μια κόρη σαν τα κρύα τα νερά. Κυλιόταν κάτω, όταν φεύγανε, φιλούσε το κατώφλι. Τέτοιο σπαραγμό δεν ματαείδα».

Από τη συλλογή διηγημάτων Η μόνη κληρονομιά (1974) του Γιώργου Ιωάννου

Πηγή: Translatum | Fiction of Thessaloniki / Γιώργος Ιωάννου