Μάνος Χατζιδάκις & Ευτυχία Παπαγιαννοπούλου, Είμαι αϊτός χωρίς φτερά (με τον Γρηγόρη Μπιθικώτση)

Είμαι αϊτός χωρίς φτερά

Σύνθεση: Μάνος Χατζιδάκις
Στίχοι: Ευτυχία Παπαγιαννοπούλου
Μπουζούκι: Γιώργος Ζαμπέτας*
Τραγούδι: Γρηγόρης Μπιθικώτσης
Δίσκος: Γρηγόρης Μπιθικώτσης, 1963-1971 (1981) 

Σαν τον αϊτό είχα φτερά
και πέταγα πολύ ψηλά
μα ένα χέρι λατρεμένο
ένα χέρι λατρευτό
μου τα κόβει τα φτερά μου
για να μην ψηλά πετώ

Είμ’ αϊτός χωρίς φτερά
χωρίς αγάπη και χαρά
χωρίς αγάπη και χαρά
είμ’ αϊτός χωρίς φτερά

Το χέρι αυτό το λατρευτό
μες στη ζωή θα τ’ αγαπώ
ό,τι και να μου ’χει κάνει
όλα του τα συγχωρώ
με φτερούγες τσακισμένες
πάντα εγώ θα τ’ αγαπώ

Είμ’ αϊτός χωρίς φτερά
χωρίς αγάπη και χαρά
χωρίς αγάπη και χαρά
είμ’ αϊτός χωρίς φτερά

* Κατά την προσφιλή μας συνήθεια και ως ελάχιστο φόρο τιμής στους σπουδαίους δημιουργούς μας, στο πλαίσιο της παρουσίασης αυτού του δίσκου θ’ ακούσουμε και μερικά ιστορικά τραγούδια στα οποία δεν παίζει ο Κώστας Παπαδόπουλος, αλλά ο Γιώργος Ζαμπέτας (σε τρία) και (σε ένα) ο Μανώλης Χιώτης

Την ενδιαφέρουσα ιστορία του τραγουδιού αυτού μπορούμε να διαβάσουμε στο σχετικό άρθρο «1963 Είμ’ αητός χωρίς φτερά» του Δημήτρη Ν. Μανιάτη στην εφημερίδα «Τα Νέα» στις 8 Σεπτεμβρίου του 2011:

Μάνος Χατζιδάκις – Γρηγόρης Μπιθικώτσης – Ευτυχία Παπαγιαννοπούλου. Τρία πρόσωπα, τρία «ρυάκια» που χύθηκαν για το έτος 1963 στο ενιαίο ποτάμι του λαϊκού τραγουδιού με αποτέλεσμα ένα αριστουργηματικό τραγούδι με δεκάδες επανεκτελέσεις. Για την ακρίβεια, και η πρώτη εκτέλεση του «Είμ’ αητός χωρίς φτερά» (σε μουσική Χατζιδάκι και στίχους της Ευτυχίας ή και «γριάς» για τον χώρο των μουσικών) δεν ήταν απ’ τον Μπιθικώτση. Το τραγούδι ακούστηκε πρώτη φορά στην ταινία του Σωκράτη Καψάσκη με τον τίτλο «Αγάπη και θύελλα» απ’ τον (και μπουζουξή) Διαμαντή Πανάρετο, ενώ ο μύθος θέλει την ποιήτρια και στιχουργό εκατοντάδων λαϊκών επιτυχιών Ευτυχία Παπαγιαννοπούλου να ρίχνει το χαρτί με τους στίχους του κομματιού κάτω απ’ την πόρτα του σπιτιού του Μάνου Χατζιδάκι σε μια περίοδο που το τραγούδι μετασχηματιζόταν εις βάρος των παλιών λαϊκών δημιουργών.

Πασίγνωστο βέβαια το κομμάτι έγινε και αγαπήθηκε από τη φωνή του Μπιθικώτση το 1963, ενώ η δαιμονική εκτέλεση στο μπουζούκι ανήκει στον Γιώργο Ζαμπέτα. Η σύμπραξη Χατζιδάκι – Μπιθικώτση – Παπαγιαννοπούλου βέβαια δεν ήρθε απ’ το πουθενά. Από νωρίς ο συνθέτης έχει εκδηλώσει τον θαυμασμό και την αγάπη του για το ρεμπέτικο και το λαϊκό τραγούδι με σημείο – σταθμό τη διάλεξη που είχε δώσει για το θέμα στο Θέατρο Τέχνης το 1949. Εκείνη τη χρονιά, ας πούμε, ιδρύει και το Ελληνικό Χορόδραμα με τον Σπύρο Βασιλείου και τη Ραλλού Μάνου και παρουσιάζει το έργο «Εξι λαϊκές ζωγραφιές» ή ειδικότερα την εκδοχή ρεμπέτικων με πιάνο και ορχήστρα. Ο Χατζιδάκις είχε στραμμένες τις κεραίες του στο λαϊκό τραγούδι πάντα. Μεταγενέστερα ηχογραφεί ανάμεσα σε άλλα τα «Πέριξ» και τον «Σκληρό Απρίλη του ’45», ενώ το 1955 – χρονιά τού επίσης λαϊκού «Αγάπη που ‘γινες δίκοπο μαχαίρι» απ’ την ταινία «Στέλλα» του Κακογιάννη – συναντιέται στου Φλόκα για πρώτη φορά με τον Μπιθικώτση.

«Θέλω να πω τα τραγούδια σας από την ταινία «Λατέρνα, φτώχεια και φιλότιμο». Με έστειλε να σας βρω ο Μηλιόπουλος της Columbia», είπε ο Σερ στον Μάνο και η σύμπραξη δεν άργησε να γίνει. Το «Γαρίφαλο στ’ αυτί» είναι το ένα διαμαντάκι και το «Είμαι άντρας και το κέφι μου θα κάνω» το άλλο – με την ορχήστρα του Τσιτσάνη παρακαλώ! Οι μουσικοί και δημιουργοί των δύο πτερύγων του τραγουδιού ανακατεύονται και συνεργάζονται, ενώ το 1960 και η ηχογράφηση του «Επιτάφιου» από Μίκη και Μπιθικώτση επίσης ανακατεύει την τράπουλα και μεταβάλλει τους όρους του μουσικού τοπίου σπάζοντας τις παλιές συμβάσεις (εδώ σημειώστε το όνομα του Μανώλη Χιώτη που έπαιξε καταλυτικό ρόλο).

Έναν χρόνο πριν από την ηχογράφηση του «Είμ’ αητός χωρίς φτερά», το 1962, ο Χατζιδάκις γράφει τη μουσική για το θεατρικό «Καίσαρ και Κλεοπάτρα» του Μπέρναρντ Σο και για πρώτη φορά χρησιμοποιεί αυτούσια τη μελωδία του δωδεκανησιακού τραγουδιού «Πέρα στους πέρα κάμπους» στο κομμάτι «Τα έξυπνα παπάκια».

Πέραν, όμως των πειραματισμών του Μάνου και του Μίκη, τα ξένα δάνεια, τα ανακατέματα και τις συμπράξεις που είχαν ως αποτέλεσμα τη γέννηση του λεγόμενου έντεχνου στη δεκαετία του ’60 – και κατόπιν της πριμοδότησης του πανίσχυρου άνδρα της Columbia Τάκη Β. Λαμπρόπουλου – ο Μάνος γράφει και αυτούσια, συμπαγή λαϊκά τραγούδια όπως το 1957 τον «Γκρεμό» με τον Ορφέα Κρεούζη – που επανεκτέλεσαν ο Μητσιάς και ο Ανδρεάτος. Σε αυτήν την κατηγορία ανήκει και το «Είμ’ αητός χωρίς φτερά», απ’ τη φωνή του Μπιθικώτση, του παλιού γνώριμου του Χατζιδάκι. Που ακούγεται σε μια ταραγμένη πολιτικά εποχή – την ίδια χρονιά έχουμε τη δολοφονία του Γρηγόρη Λαμπράκη και την παραίτηση της κυβέρνησης Καραμανλή. Για να αποτυπώσει μια ερωτική απογοήτευση με τον παλιό περήφανο τρόπο.

Μίκης Θεοδωράκης, Βάρκα στο γιαλό (με τον Γρηγόρη Μπιθικώτση)

Βάρκα στο γιαλό

Σύνθεση, στίχοι, ενορχήστρωση & διεύθυνση ορχήστρας: Μίκης Θεοδωράκης
Μπουζούκι: Γιώργος Ζαμπέτας
Ερμηνεία: Γρηγόρης Μπιθικώτσης & Ρία Κούρτη [Είναι η πρώτη εκτέλεση του τραγουδιού το 1963 στη θεατρική επιθεώρηση «Μαγική πόλη» σε σκηνοθεσία Λεωνίδα Τριβιζά στο θέατρο Παρκ. Πρόκειται για τη θρυλική πλέον σύμπραξη του Μίκη Θεοδωράκη με τον Μάνο Χατζιδάκι, ενώ επίσης συμμετείχαν ο Μάνος Λοΐζος και ο Χρήστος Λεοντής.]
Δίσκος: Γρηγόρης Μπιθικώτσης [50 χρόνια] / Ο Γρηγόρης Μπιθικώτσης τραγουδά Μίκη Θεοδωράκη Νο 1 [1960-1964] (2005)

Πέντε πέντε δέκα
δέκα δέκα ανεβαίνω τα σκαλιά
για τα δυο σου μάτια
για τις δυο φωτιές
που όταν με κοιτάζουν
νιώθω μαχαιριές

Βάρκα στο γιαλό
βάρκα στο γιαλό
γλάστρα με ζουμπούλι
και βασιλικό

Πέντε πέντε δέκα
δέκα δέκα θα σου δίνω τα φιλιά
κι όταν σε μεθύσω
κι όταν θα σε πιω
θα σε νανουρίσω
με γλυκό σκοπό

Βάρκα στο γιαλό
βάρκα στο γιαλό
γλάστρα με ζουμπούλι
και βασιλικό

Πέντε πέντε δέκα
δέκα δέκα κατεβαίνω τα σκαλιά
φεύγω για τα ξένα
για την ξενιτιά
και μην κλαις για μένα
αγάπη μου γλυκιά

Βάρκα στο γιαλό
βάρκα στο γιαλό
γλάστρα με ζουμπούλι
και βασιλικό

Μιχάλης Κατσαρός & Μίκης Θεοδωράκης, Αυτούς που βλέπεις (με τον Γρηγόρη Μπιθικώτση)

Αυτούς που βλέπεις

Ποίηση: Μιχάλης Κατσαρός
Σύνθεση, ενορχήστρωση & διεύθυνση ορχήστρας: Μίκης Θεοδωράκης
Μπουζούκι: Γιώργος Ζαμπέτας
Ερμηνεία: Γρηγόρης Μπιθικώτσης [Είναι η δεύτερη εκτέλεση του τραγουδιού το 1963 στη θεατρική επιθεώρηση «Μαγική πόλη» σε σκηνοθεσία Λεωνίδα Τριβιζά στο θέατρο Παρκ. Πρόκειται για τη θρυλική πλέον σύμπραξη του Μίκη Θεοδωράκη με τον Μάνο Χατζιδάκι, ενώ επίσης συμμετείχαν ο Μάνος Λοΐζος και ο Χρήστος Λεοντής. Η πρώτη εκτέλεση ανήκει στον Κώστα Χατζή και ηχογραφήθηκε το 1960.]
Δίσκος: Γρηγόρης Μπιθικώτσης [50 χρόνια] / Ο Γρηγόρης Μπιθικώτσης τραγουδά Μίκη Θεοδωράκη Νο 1 [1960-1964] (2005)

Αυτούς που βλέπεις πάλι θα τους ξαναΐδείς
θα τους γνωρίσεις πάλι
άλλον θα λένε Κωνσταντή
κι άλλον Μιχάλη

Αυτούς που βλέπεις πάλι θα τους ξαναΐδείς
θα τους γνωρίσεις πάλι
σ’ αυτόν τον κόσμο θα γυρνούν
με περηφάνια πιο μεγάλη

Αυτούς που βλέπεις πάλι θα τους ξαναΐδείς
θα τους μισήσεις πάλι
έναν μονάχα δε θα βρεις
τον πιο μικρό τον πιο πικρό τον πιο αγαπημένο
τον μοναχό τον δυνατό και τον αντρειωμένο

Αυτόν δε θα τον ξαναβρείς να τονε βασανίσεις
και την μεγάλη του καρδιά να τηνε σκίσεις
αυτόν δε θα τον ξαναϊδείς
τι τον φυλάνε τ’ άστρα
τι τον φυλάει ο ήλιος του
τονε φυλάει το φεγγάρι
Αυτόν που ’χει τη χάρη
τον πιο μικρό τον πιο πικρό και τον αγαπημένο
αυτόν μονάχα εγώ, μονάχα εγώ, εγώ προσμένω

Μίκης Θεοδωράκης, Το φεγγάρι κάνει βόλτα (με τον Γρηγόρη Μπιθικώτση)

Το φεγγάρι κάνει βόλτα

Σύνθεση, στίχοι, ενορχήστρωση & διεύθυνση ορχήστρας: Μίκης Θεοδωράκης
Μπουζούκι: Γιώργος Ζαμπέτας
Ερμηνεία: Γρηγόρης Μπιθικώτσης & Χρηστάκης (Χρήστος Σύρπος) [Είναι η πρώτη εκτέλεση του τραγουδιού το 1963 στη θεατρική επιθεώρηση «Μαγική πόλη» σε σκηνοθεσία Λεωνίδα Τριβιζά στο θέατρο Παρκ. Πρόκειται για τη θρυλική πλέον σύμπραξη του Μίκη Θεοδωράκη με τον Μάνο Χατζιδάκι, ενώ επίσης συμμετείχαν ο Μάνος Λοΐζος και ο Χρήστος Λεοντής.]
Δίσκος: Γρηγόρης Μπιθικώτσης [50 χρόνια] / Ο Γρηγόρης Μπιθικώτσης τραγουδά Μίκη Θεοδωράκη Νο 1 [1960-1964] (2005)

Το φεγγάρι κάνει βόλτα
στης κυράς μου τα μαλλιά
Παίξε, Τσιτσάνη μου, το μπουζουκάκι
ρίξε μου μια γλυκιά πενιά
Παίξε, Τσιτσάνη μου, το μπουζουκάκι
να θυμηθούμε τα παλιά

Το φεγγάρι κάνει κύκλο
στης κυράς μου τη καρδιά
Παίξε, Ζαμπέτα μου, το μπουζουκάκι
ρίξε μου μια γλυκιά πενιά
Παίξε, Ζαμπέτα μου, το μπουζουκάκι
να θυμηθούμε τα παλιά

Το φεγγάρι κάνει βόλτα
μα η κυρά δεν μ’ αγαπά
Παίξε, Γρηγόρη μου, το μπουζουκάκι
ρίξε μου μια γλυκιά πενιά
Παίξε, Γρηγόρη μου, το μπουζουκάκι
να ξεχαστούνε τα παλιά

Ξημερώματα (Γιώργος Ζαμπέτας & Δημήτρης Χριστοδούλου)

Ξημερώματα

Σύνθεση: Γιώργος Ζαμπέτας
Στίχοι: Δημήτρης Χριστοδούλου
Μπουζούκι: Γιώργος Ζαμπέτας
Ερμηνεία: Βίκυ Μοσχολιού [πρώτη εκτέλεση από την ίδια σε δίσκο 45 στροφών το 1965]
Δίσκος: 14 χρυσές επιτυχίες της Βίκυ Μοσχολιού (1977)

Κοντά στα ξημερώματα
και πριν να βγει ο ήλιος
την πόρτα μου εχτύπησε
ένας χαμένος φίλος

Πού ήσουν φίλε κι άργησες
τα χρόνια έχουν φύγει
η πόρτα που σου άνοιξα
χίλιες πληγές μ’ ανοίγει

Κάθε ρυτίδα σου καημός
κάθε ματιά σου πόνος
και στα λευκά σου τα μαλλιά
του χωρισμού ο χρόνος

Στον δίσκο αυτό με τις 14 πραγματικά χρυσές επιτυχίες της Βίκης Μοσχολιού υπάρχουν 2 τραγούδια του Γιώργου Ζαμπέτα στα οποία μπουζούκι παίζει ο ίδιος. Φιλοξενήσαμε και τα δύο αυτά τραγούδια ως ελάχιστο φόρο τιμής στον σπουδαίο αυτό παίκτη και συνθέτη μας. Το ένα ήταν «Τα δειλινά», το πρώτο τραγούδι του δίσκου, και το δεύτερο αυτό που ακούμε εδώ.

Τα δειλινά (Γιώργος Ζαμπέτας & Χαράλαμπος Βασιλειάδης)

Τα δειλινά

Σύνθεση: Γιώργος Ζαμπέτας
Στίχοι: Χαράλαμπος Βασιλειάδης (Τσάντας)
Μπουζούκι: Γιώργος Ζαμπέτας
Ερμηνεία: Βίκυ Μοσχολιού [πρώτη εκτέλεση από την ίδια σε δίσκο 45 στροφών το 1965]
Δίσκος: 14 χρυσές επιτυχίες της Βίκυ Μοσχολιού (1977)

Έφυγες και πήγες μακριά
σύννεφα σκεπάσαν την καρδιά
σβήσαν απ’ τα χείλη τα τραγούδια
γύρω μαραθήκαν τα λουλούδια
και τα δειλινά
μια φωνή μού ψιθυρίζει
μυστικά
δεν θα γυρίσεις πια

Στους μεγάλους δρόμους περπατώ
με το βλέμμα μου σ’ αναζητώ
λες κι αντιλαλούν τα βήματά σου
και ο πόνος με τραβάει κοντά σου
και τα δειλινά
μια φωνή μού ψιθυρίζει
μυστικά
δεν θα γυρίσεις πια

Στα κλαδιά σωπαίνουν τα πουλιά
έρημη η παλιά μας η φωλιά
φύτρωσε στην πόρτα μας χορτάρι
απ’ τα χέρια μου σ’ έχουνε πάρει
μα τα δειλινά
μια φωνή μού ψιθυρίζει
μυστικά
δεν θα γυρίσεις πια

Στον δίσκο αυτό με τις 14 πραγματικά χρυσές επιτυχίες της Βίκης Μοσχολιού υπάρχουν 2 τραγούδια του Γιώργου Ζαμπέτα στα οποία μπουζούκι παίζει ο ίδιος. Θα φιλοξενήσουμε και τα δύο αυτά τραγούδια ως ελάχιστο φόρο τιμής στον σπουδαίο αυτό παίκτη και συνθέτη μας. Το ένα είναι «Τα δειλινά» που ακούμε εδώ.

Μ’ άσπρη μουσαμαδιά μες στη βροχή (Γιώργος Ιωάννου)

Γιώργος Ζαμπέτας & Κώστας Πρετεντέρης, Πού πας χωρίς αγάπη
(ερμηνεία: Δούκισσα / δίσκος: Πού πας χωρίς αγάπη (1969))

Μ’ άσπρη μουσαμαδιά μες στη βροχή

Στου καφενείου τα τζάμια
που έγλειφε η βροχή
σ’ αναπολούσε η ψυχή μου
περιμένοντας:

Στο μέτωπο ξανθά μαλλιά
άσπρη μουσαμαδιά μες στη βροχή
έτσι σαν ανοιξιάτικο γαρίφαλο.

Έλα,
και τα τσιγάρα ένα ένα τέλειωσαν,
κι η ώρα πέρασε πολύ μαζί με τη βροχή.
Του κόσμου τούτου η ερημιά,
που εσένα δε σ’ αγγίζει,
έρχεται.

Κι απόψε δε θα κοιμηθώ,
κι όπως θα μυρμηγκιάζουνε
τ’ άπειρα δευτερόλεφτα
πότε η βροχή θα με κυκλώνει
και πότε απ’ την καρδιά
το είδωλό του θα ξανάρχεται.

Στο μέτωπο ξανθά μαλλιά
άσπρη μουσαμαδιά μες στη βροχή
λευκό ανοιξιάτικο γαρίφαλο.

Από τη συλλογή Ηλιοτρόπια (1954) του Γιώργου Ιωάννου

Πηγή: συγκεντρωτική έκδοση Τα Χίλια Δέντρα και άλλα ποιήματα (εκδόσεις Κέδρος, Αθήνα, 1973)

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Γιώργος Ιωάννου

Το ραδίκι (Γιώργος Μπάτης)

Γιώργος Μπάτης, Το ραδίκι (Από κάτω απ’ το ραδίκι (1934;)) [διασκευασμένο από τον Γιώργο Ζαμπέτα]

Μπουζούκι: Μανώλης Χιώτης, Κώστας Παπαδόπουλος, Λάκης Καρνέζης, Γιάννης Καραμπεσίνης, Στέλιος Μακρυδάκης
Τραγούδι: Γιώργος Ζαμπέτας & χορωδία [πρώτη εγγραφή με τον Γιώργο Ζαμπέτα το 1964 σε δίσκο 45 στροφών]
Δίσκος: ο άραψ… και έτερα άσματα (1978)

Άιντε από κάτω απ’ το ραδίκι
άιντε κάθονται δυο πιτσιρίκοι

Άιντε και φουμάρουνε τσιγάρο
άιντε το ’να πόδι απάνω στ’ άλλο

Άιντε από κάτω απ’ τη μολόχα
πρώτα το τσαρδί μου το ’χα

Πληροφορίες για τέσσερα από τα τραγούδια του δίσκου:

Η δεκαετία του ’60 για τον Ζαμπέτα ήταν «χρυσή». Έπαιζε, έγραφε, ταξίδεψε στο εξωτερικό, ήταν το «μπουζούκι» που ηγείτο στα λαϊκά κέντρα, ο καλλιτέχνης που εκτός από μάγκας-δεξιοτέχνης στο μπουζούκι ήταν και «περφόρμερ-ψυχή» του γλεντιού, ένας σύγχρονος αριστοφανικός ήρωας που όταν ήταν στο πάλκο, το πιάτο έφτανε -σε κομματάκια- μέχρι το ταβάνι. Όχι τραγουδιστής. Μπορεί να τραγουδούσε ενίοτε στα μαγαζιά, αλλά για να μπει στο στούντιο και να κάνει «φωνοληψία» της φωνής του ούτε λόγος. Αθυρόστομος, πλακατζής, «μούτρο» και παράλληλα άνθρωπος με ταλέντο, μπέσα και λαϊκή σοφία. Και φυσικά μεγάλος δεξιοτέχνης.
Τον «Αράπη» τον είχε γράψει χρόνια πριν και πρωτοηχογραφήθηκε ως «τσιφτετέλι οριεντάλ» και χωρίς τη σατιρική υπόσταση που απέκτησε αργότερα. Το 1961 ήταν η πρώτη εκτέλεση με τον Μανώλη Καναρίδη και το 1964 ο Αράπης μπήκε στο στούντιο ξανά με… μεγάλη παρέα.

Θυμάται ο Ζαμπέτας (στο βιβλίο που έκανε η Ιωάννα Κλειάσιου, «Και η βρόχα έπιπτε στρέιτ θρου», Εκδ. Ντέφι): «Στα «Ξημερώματα» το ’64 έρχονταν σαν πελάτες πολλές φορές ο Τάκης Λαμπρόπουλος και ο Χιώτης με τη Μαίρη Λίντα. Με γούσταρε ο Χιώτης να με ακούει και το ’λεγε σε όλους, δεν είχε κόμπλεξ. Μου έρχονται πάλι μια μέρα μαζί με τον Ξαρχάκο. Οπότε μου λέει ο Λαμπρόπουλος, «Ζαμπέτα το Σάββατο στις 9 το πρωί, όλα αυτά τα γράφουμε». «Και ποιος θα τα πει», ρωτάω. «Εσύ ο ίδιος» μου λέει. «Όχι ρε», του λέω, «τι είναι αυτά». Γέλαγα κι έκανα πλάκα. «Τι γελάς ρε», φώναζε αυτός, «εσύ θα τα πεις, δεν μπορεί κανείς να τα πει καλύτερα από σένα και θα τα πεις και μάγκικα με τον τρόπο που τα λες στο μαγαζί». «Ναι, ναι», φώναζε ο Χιώτης, «εσύ θα τα πεις και θα παίξω εγώ μπουζούκι και θα τραγουδήσουμε μαζί». Με το πες πες με πείθουνε τελικά».

Και έρχεται εκείνο το Σαββατόβραδο και ο Ζαμπέτας μπαίνει με χτυποκάρδι πρωτάρη στην Columbia. Αλλά δεν ήταν μόνος. Τότε οι ηχογραφήσεις πήγαιναν μέχρι πρωίας και εκείνο το βράδυ ειδικά, τα ’φερε η τύχη και ξενυχτούσαν γράφοντας πολλοί. Ο Χιώτης βέβαια και η Μαίρη Λίντα είχαν δηλώσει από πριν συμμετοχή. Ο Μανώλης Αγγελόπουλος, όμως, ο Διονυσίου, η Γιώτα Λύδια, η Πόλυ Πάνου, ο Μπιθικώτσης, ο Πάνος Γαβαλάς και η Ρία Κούρτη έτυχε να είναι εκεί. Ηχολήπτης ήταν ο Νίκος Κανελλόπουλος αλλά όταν υπήρχε σοβαρός λόγος πέρναγε από εκεί και ο Λαμπρόπουλος κι εκείνο το βράδυ έφτασε όταν είχε αρχίσει η ηχογράφηση…

«Λέω τον «Αράπη» στην αρχή, παίζει ο Χιώτης. Πέντε μπουζούκια παίζανε, Χιώτης, Καρνέζης, Κώστας Παπαδόπουλος, Στέλιος Μακρυδάκης και Γιάννης Καραμπεσίνης. Και πάνω στην ηχογράφηση και στην πλάκα φωνάζω όλους που ήτανε εκεί κι αρχίζουμε να φωνάζουμε «όοοααα» και τέτοια και τους φτιάχνω χορωδία. Μεγάλη πλάκα έγινε στο στούντιο, πολύ μεγάλη. Νταβαντούρι. Μια κι όξω τελειώνουμε τον «Αράπη», με την πρώτη τον «Μαθητή»… Πολύ ωραία ηχογράφηση! Βγαίνει ο δίσκος και γίνεται ανάρπαστος». [Πηγή: άρθρο της Χάρης Ποντίδα στην εφημερίδα Τα Νέα (2/9/2011)]

Ο μαθητής (Γιώργος Ζαμπέτας & Χαράλαμπος Βασιλειάδης)

Γιώργος Ζαμπέτας & Χαράλαμπος Βασιλειάδης, Ο μαθητής

Μπουζούκι: Μανώλης Χιώτης, Κώστας Παπαδόπουλος, Λάκης Καρνέζης, Γιάννης Καραμπεσίνης, Στέλιος Μακρυδάκης
Τραγούδι: Γιώργος Ζαμπέτας & χορωδία [πρώτη εκτέλεση από τον Μανώλη Καναρίδη το 1961 και πρώτη εγγραφή με τον Γιώργο Ζαμπέτα το 1964 σε δίσκους 45 στροφών]
Δίσκος: ο άραψ… και έτερα άσματα (1978)

Έναν καιρό που μ’ έστελνε
η μάνα μου σχολείο
κι ο δάσκαλός μου μ’ έβαζε
στο πρώτο το θρανίο

Ο πιο καλός ο μαθητής
ήμουνα γω στη τάξη
κι οι δάσκαλοί μου με είχανε
μη βρέξει και μη στάξει

Πάντοτε στο τετράδιο
βαθμό έπαιρνα δέκα
κι αν στη ζωή πήρα μηδέν
τα φταίει μια γυναίκα

Ο πιο καλός ο μαθητής
ήμουνα γω στη τάξη
κι οι δάσκαλοί μου με είχανε
μη βρέξει και μη στάξει

Στον έλεγχο διαγωγή
είχα κοσμιωτάτη
κι όμως οι συναναστροφές
μου βγάλανε το μάτι

Ο πιο καλός ο μαθητής
ήμουνα γω στη τάξη
κι οι δάσκαλοί μου με είχανε
μη βρέξει και μη στάξει

Πληροφορίες για τέσσερα από τα τραγούδια του δίσκου:

Η δεκαετία του ’60 για τον Ζαμπέτα ήταν «χρυσή». Έπαιζε, έγραφε, ταξίδεψε στο εξωτερικό, ήταν το «μπουζούκι» που ηγείτο στα λαϊκά κέντρα, ο καλλιτέχνης που εκτός από μάγκας-δεξιοτέχνης στο μπουζούκι ήταν και «περφόρμερ-ψυχή» του γλεντιού, ένας σύγχρονος αριστοφανικός ήρωας που όταν ήταν στο πάλκο, το πιάτο έφτανε -σε κομματάκια- μέχρι το ταβάνι. Όχι τραγουδιστής. Μπορεί να τραγουδούσε ενίοτε στα μαγαζιά, αλλά για να μπει στο στούντιο και να κάνει «φωνοληψία» της φωνής του ούτε λόγος. Αθυρόστομος, πλακατζής, «μούτρο» και παράλληλα άνθρωπος με ταλέντο, μπέσα και λαϊκή σοφία. Και φυσικά μεγάλος δεξιοτέχνης.
Τον «Αράπη» τον είχε γράψει χρόνια πριν και πρωτοηχογραφήθηκε ως «τσιφτετέλι οριεντάλ» και χωρίς τη σατιρική υπόσταση που απέκτησε αργότερα. Το 1961 ήταν η πρώτη εκτέλεση με τον Μανώλη Καναρίδη και το 1964 ο Αράπης μπήκε στο στούντιο ξανά με… μεγάλη παρέα.

Θυμάται ο Ζαμπέτας (στο βιβλίο που έκανε η Ιωάννα Κλειάσιου, «Και η βρόχα έπιπτε στρέιτ θρου», Εκδ. Ντέφι): «Στα «Ξημερώματα» το ’64 έρχονταν σαν πελάτες πολλές φορές ο Τάκης Λαμπρόπουλος και ο Χιώτης με τη Μαίρη Λίντα. Με γούσταρε ο Χιώτης να με ακούει και το ’λεγε σε όλους, δεν είχε κόμπλεξ. Μου έρχονται πάλι μια μέρα μαζί με τον Ξαρχάκο. Οπότε μου λέει ο Λαμπρόπουλος, «Ζαμπέτα το Σάββατο στις 9 το πρωί, όλα αυτά τα γράφουμε». «Και ποιος θα τα πει», ρωτάω. «Εσύ ο ίδιος» μου λέει. «Όχι ρε», του λέω, «τι είναι αυτά». Γέλαγα κι έκανα πλάκα. «Τι γελάς ρε», φώναζε αυτός, «εσύ θα τα πεις, δεν μπορεί κανείς να τα πει καλύτερα από σένα και θα τα πεις και μάγκικα με τον τρόπο που τα λες στο μαγαζί». «Ναι, ναι», φώναζε ο Χιώτης, «εσύ θα τα πεις και θα παίξω εγώ μπουζούκι και θα τραγουδήσουμε μαζί». Με το πες πες με πείθουνε τελικά».

Και έρχεται εκείνο το Σαββατόβραδο και ο Ζαμπέτας μπαίνει με χτυποκάρδι πρωτάρη στην Columbia. Αλλά δεν ήταν μόνος. Τότε οι ηχογραφήσεις πήγαιναν μέχρι πρωίας και εκείνο το βράδυ ειδικά, τα ’φερε η τύχη και ξενυχτούσαν γράφοντας πολλοί. Ο Χιώτης βέβαια και η Μαίρη Λίντα είχαν δηλώσει από πριν συμμετοχή. Ο Μανώλης Αγγελόπουλος, όμως, ο Διονυσίου, η Γιώτα Λύδια, η Πόλυ Πάνου, ο Μπιθικώτσης, ο Πάνος Γαβαλάς και η Ρία Κούρτη έτυχε να είναι εκεί. Ηχολήπτης ήταν ο Νίκος Κανελλόπουλος αλλά όταν υπήρχε σοβαρός λόγος πέρναγε από εκεί και ο Λαμπρόπουλος κι εκείνο το βράδυ έφτασε όταν είχε αρχίσει η ηχογράφηση…

«Λέω τον «Αράπη» στην αρχή, παίζει ο Χιώτης. Πέντε μπουζούκια παίζανε, Χιώτης, Καρνέζης, Κώστας Παπαδόπουλος, Στέλιος Μακρυδάκης και Γιάννης Καραμπεσίνης. Και πάνω στην ηχογράφηση και στην πλάκα φωνάζω όλους που ήτανε εκεί κι αρχίζουμε να φωνάζουμε «όοοααα» και τέτοια και τους φτιάχνω χορωδία. Μεγάλη πλάκα έγινε στο στούντιο, πολύ μεγάλη. Νταβαντούρι. Μια κι όξω τελειώνουμε τον «Αράπη», με την πρώτη τον «Μαθητή»… Πολύ ωραία ηχογράφηση! Βγαίνει ο δίσκος και γίνεται ανάρπαστος». [Πηγή: άρθρο της Χάρης Ποντίδα στην εφημερίδα Τα Νέα (2/9/2011)]

Ζούλα σε μια βάρκα μπήκα (Γιώργος Μπάτης)

Γιώργος Μπάτης, Ζούλα σε μια βάρκα μπήκα (διασκευασμένο από τον Γιώργο Ζαμπέτα)

Μπουζούκι: Μανώλης Χιώτης, Κώστας Παπαδόπουλος, Λάκης Καρνέζης, Γιάννης Καραμπεσίνης, Στέλιος Μακρυδάκης
Τραγούδι: Γιώργος Ζαμπέτας & χορωδία [πρώτη εκτέλεση από τον Στράτο Παγιουμτζή το 1936 και πρώτη εγγραφή με τον Γιώργο Ζαμπέτα το 1964 σε δίσκους 45 στροφών]
Δίσκος: ο άραψ… και έτερα άσματα (1978)

Βρε ζούλα σε μια βάρκα μπήκα
και στη σπηλιά του Δράκου βγήκα
βλέπω τρεις σαν μεθυσμένοι
και στην άμμο ήταν ξαπλωμένοι

Ήταν ο Μάρκος και ο Αρτέμης
και ο Στράτος ο Τεμπέλης
βρε συ Στράτο, βρε συ Στράτο
φιάξε έναν καφέ αφράτο

Για να πιει και το Μπατάκι
που είναι χρόνια μαναβάκι
για να πιει και ο Αρτέμης
όπου πάει και τον φέρνει

Μας φέρνει τσάι απ’ την Πόλη
όπου το γουστάρουμε όλοι
και καφέ απ’ την Περσία
πίνει ο μάγκας με ησυχία

Πληροφορίες για τέσσερα από τα τραγούδια του δίσκου:

Η δεκαετία του ’60 για τον Ζαμπέτα ήταν «χρυσή». Έπαιζε, έγραφε, ταξίδεψε στο εξωτερικό, ήταν το «μπουζούκι» που ηγείτο στα λαϊκά κέντρα, ο καλλιτέχνης που εκτός από μάγκας-δεξιοτέχνης στο μπουζούκι ήταν και «περφόρμερ-ψυχή» του γλεντιού, ένας σύγχρονος αριστοφανικός ήρωας που όταν ήταν στο πάλκο, το πιάτο έφτανε -σε κομματάκια- μέχρι το ταβάνι. Όχι τραγουδιστής. Μπορεί να τραγουδούσε ενίοτε στα μαγαζιά, αλλά για να μπει στο στούντιο και να κάνει «φωνοληψία» της φωνής του ούτε λόγος. Αθυρόστομος, πλακατζής, «μούτρο» και παράλληλα άνθρωπος με ταλέντο, μπέσα και λαϊκή σοφία. Και φυσικά μεγάλος δεξιοτέχνης.
Τον «Αράπη» τον είχε γράψει χρόνια πριν και πρωτοηχογραφήθηκε ως «τσιφτετέλι οριεντάλ» και χωρίς τη σατιρική υπόσταση που απέκτησε αργότερα. Το 1961 ήταν η πρώτη εκτέλεση με τον Μανώλη Καναρίδη και το 1964 ο Αράπης μπήκε στο στούντιο ξανά με… μεγάλη παρέα.

Θυμάται ο Ζαμπέτας (στο βιβλίο που έκανε η Ιωάννα Κλειάσιου, «Και η βρόχα έπιπτε στρέιτ θρου», Εκδ. Ντέφι): «Στα «Ξημερώματα» το ’64 έρχονταν σαν πελάτες πολλές φορές ο Τάκης Λαμπρόπουλος και ο Χιώτης με τη Μαίρη Λίντα. Με γούσταρε ο Χιώτης να με ακούει και το ’λεγε σε όλους, δεν είχε κόμπλεξ. Μου έρχονται πάλι μια μέρα μαζί με τον Ξαρχάκο. Οπότε μου λέει ο Λαμπρόπουλος, «Ζαμπέτα το Σάββατο στις 9 το πρωί, όλα αυτά τα γράφουμε». «Και ποιος θα τα πει», ρωτάω. «Εσύ ο ίδιος» μου λέει. «Όχι ρε», του λέω, «τι είναι αυτά». Γέλαγα κι έκανα πλάκα. «Τι γελάς ρε», φώναζε αυτός, «εσύ θα τα πεις, δεν μπορεί κανείς να τα πει καλύτερα από σένα και θα τα πεις και μάγκικα με τον τρόπο που τα λες στο μαγαζί». «Ναι, ναι», φώναζε ο Χιώτης, «εσύ θα τα πεις και θα παίξω εγώ μπουζούκι και θα τραγουδήσουμε μαζί». Με το πες πες με πείθουνε τελικά».

Και έρχεται εκείνο το Σαββατόβραδο και ο Ζαμπέτας μπαίνει με χτυποκάρδι πρωτάρη στην Columbia. Αλλά δεν ήταν μόνος. Τότε οι ηχογραφήσεις πήγαιναν μέχρι πρωίας και εκείνο το βράδυ ειδικά, τα ’φερε η τύχη και ξενυχτούσαν γράφοντας πολλοί. Ο Χιώτης βέβαια και η Μαίρη Λίντα είχαν δηλώσει από πριν συμμετοχή. Ο Μανώλης Αγγελόπουλος, όμως, ο Διονυσίου, η Γιώτα Λύδια, η Πόλυ Πάνου, ο Μπιθικώτσης, ο Πάνος Γαβαλάς και η Ρία Κούρτη έτυχε να είναι εκεί. Ηχολήπτης ήταν ο Νίκος Κανελλόπουλος αλλά όταν υπήρχε σοβαρός λόγος πέρναγε από εκεί και ο Λαμπρόπουλος κι εκείνο το βράδυ έφτασε όταν είχε αρχίσει η ηχογράφηση…

«Λέω τον «Αράπη» στην αρχή, παίζει ο Χιώτης. Πέντε μπουζούκια παίζανε, Χιώτης, Καρνέζης, Κώστας Παπαδόπουλος, Στέλιος Μακρυδάκης και Γιάννης Καραμπεσίνης. Και πάνω στην ηχογράφηση και στην πλάκα φωνάζω όλους που ήτανε εκεί κι αρχίζουμε να φωνάζουμε «όοοααα» και τέτοια και τους φτιάχνω χορωδία. Μεγάλη πλάκα έγινε στο στούντιο, πολύ μεγάλη. Νταβαντούρι. Μια κι όξω τελειώνουμε τον «Αράπη», με την πρώτη τον «Μαθητή»… Πολύ ωραία ηχογράφηση! Βγαίνει ο δίσκος και γίνεται ανάρπαστος». [Πηγή: άρθρο της Χάρης Ποντίδα στην εφημερίδα Τα Νέα (2/9/2011)]

Ο Αράπης (Γιώργος Ζαμπέτας)

Γιώργος Ζαμπέτας, Ο Αράπης

Μπουζούκι: Μανώλης Χιώτης, Κώστας Παπαδόπουλος, Λάκης Καρνέζης, Γιάννης Καραμπεσίνης, Στέλιος Μακρυδάκης
Τραγούδι: Γιώργος Ζαμπέτας & χορωδία [πρώτη εκτέλεση από τον Μανώλη Καναρίδη το 1961 και πρώτη εγγραφή με τον Γιώργο Ζαμπέτα το 1964 σε δίσκους 45 στροφών]
Δίσκος: ο άραψ… και έτερα άσματα (1978)

Μελαμψές Βεδουίνες
ξελογιάστρες τσαχπίνες

χορεύουν τα βράδια χορούς της αγάπης
ενώ το ταμ ταμ

το χτυπάει ο Αράπης
ο μαύρος, ο σκύλος, ο ταμ ταμ ταμ

χτυπάει ο Αράπης

Η μικρή απ’ τ’ Αλγέρι
που ’χει ντέλι στο χέρι

τη βλέπουνε όλοι
της λένε γι’ αγάπη
ενώ η μικρή

γουστάρει τον Αράπη
τον μαύρο, το σκύλο, τον ταμ ταμ ταμ
γουστάρει τον Αράπη

Και η μπουρδού απ’ τ’ Αλγέρι
με το ντέλι στο χέρι

τη βλέπουνε όλοι
της λένε γι’ αγάπη
ενώ η χουχού

γουστάρει τον Αράπη
τον μαύρο, το σκύλο, τον ταμ ταμ ταμ

γουστάρει κι αγαπάει
τον μαύρο, το σκύλο, τον Αράπη

τον Μανώλη το Χιώτη, τη Μαίρη Λίντα, τον Τσιτσάνη
την Πόλυ Πάνου, τον Κολοκοτρώνη, τον Μπιθικώτση, την Καίτη Γκρέυ
τον Καλδάρα, τον Γαβαλά, τη Ρία Κούρτη, τον Αγγελόπουλο
τον Πετσά, τον Αράπη…

Πληροφορίες για τέσσερα από τα τραγούδια του δίσκου:

Η δεκαετία του ’60 για τον Ζαμπέτα ήταν «χρυσή». Έπαιζε, έγραφε, ταξίδεψε στο εξωτερικό, ήταν το «μπουζούκι» που ηγείτο στα λαϊκά κέντρα, ο καλλιτέχνης που εκτός από μάγκας-δεξιοτέχνης στο μπουζούκι ήταν και «περφόρμερ-ψυχή» του γλεντιού, ένας σύγχρονος αριστοφανικός ήρωας που όταν ήταν στο πάλκο, το πιάτο έφτανε -σε κομματάκια- μέχρι το ταβάνι. Όχι τραγουδιστής. Μπορεί να τραγουδούσε ενίοτε στα μαγαζιά, αλλά για να μπει στο στούντιο και να κάνει «φωνοληψία» της φωνής του ούτε λόγος. Αθυρόστομος, πλακατζής, «μούτρο» και παράλληλα άνθρωπος με ταλέντο, μπέσα και λαϊκή σοφία. Και φυσικά μεγάλος δεξιοτέχνης.
Τον «Αράπη» τον είχε γράψει χρόνια πριν και πρωτοηχογραφήθηκε ως «τσιφτετέλι οριεντάλ» και χωρίς τη σατιρική υπόσταση που απέκτησε αργότερα. Το 1961 ήταν η πρώτη εκτέλεση με τον Μανώλη Καναρίδη και το 1964 ο Αράπης μπήκε στο στούντιο ξανά με… μεγάλη παρέα.

Θυμάται ο Ζαμπέτας (στο βιβλίο που έκανε η Ιωάννα Κλειάσιου, «Και η βρόχα έπιπτε στρέιτ θρου», Εκδ. Ντέφι): «Στα «Ξημερώματα» το ’64 έρχονταν σαν πελάτες πολλές φορές ο Τάκης Λαμπρόπουλος και ο Χιώτης με τη Μαίρη Λίντα. Με γούσταρε ο Χιώτης να με ακούει και το ’λεγε σε όλους, δεν είχε κόμπλεξ. Μου έρχονται πάλι μια μέρα μαζί με τον Ξαρχάκο. Οπότε μου λέει ο Λαμπρόπουλος, «Ζαμπέτα το Σάββατο στις 9 το πρωί, όλα αυτά τα γράφουμε». «Και ποιος θα τα πει», ρωτάω. «Εσύ ο ίδιος» μου λέει. «Όχι ρε», του λέω, «τι είναι αυτά». Γέλαγα κι έκανα πλάκα. «Τι γελάς ρε», φώναζε αυτός, «εσύ θα τα πεις, δεν μπορεί κανείς να τα πει καλύτερα από σένα και θα τα πεις και μάγκικα με τον τρόπο που τα λες στο μαγαζί». «Ναι, ναι», φώναζε ο Χιώτης, «εσύ θα τα πεις και θα παίξω εγώ μπουζούκι και θα τραγουδήσουμε μαζί». Με το πες πες με πείθουνε τελικά».

Και έρχεται εκείνο το Σαββατόβραδο και ο Ζαμπέτας μπαίνει με χτυποκάρδι πρωτάρη στην Columbia. Αλλά δεν ήταν μόνος. Τότε οι ηχογραφήσεις πήγαιναν μέχρι πρωίας και εκείνο το βράδυ ειδικά, τα ’φερε η τύχη και ξενυχτούσαν γράφοντας πολλοί. Ο Χιώτης βέβαια και η Μαίρη Λίντα είχαν δηλώσει από πριν συμμετοχή. Ο Μανώλης Αγγελόπουλος, όμως, ο Διονυσίου, η Γιώτα Λύδια, η Πόλυ Πάνου, ο Μπιθικώτσης, ο Πάνος Γαβαλάς και η Ρία Κούρτη έτυχε να είναι εκεί. Ηχολήπτης ήταν ο Νίκος Κανελλόπουλος αλλά όταν υπήρχε σοβαρός λόγος πέρναγε από εκεί και ο Λαμπρόπουλος κι εκείνο το βράδυ έφτασε όταν είχε αρχίσει η ηχογράφηση…

«Λέω τον «Αράπη» στην αρχή, παίζει ο Χιώτης. Πέντε μπουζούκια παίζανε, Χιώτης, Καρνέζης, Κώστας Παπαδόπουλος, Στέλιος Μακρυδάκης και Γιάννης Καραμπεσίνης. Και πάνω στην ηχογράφηση και στην πλάκα φωνάζω όλους που ήτανε εκεί κι αρχίζουμε να φωνάζουμε «όοοααα» και τέτοια και τους φτιάχνω χορωδία. Μεγάλη πλάκα έγινε στο στούντιο, πολύ μεγάλη. Νταβαντούρι. Μια κι όξω τελειώνουμε τον «Αράπη», με την πρώτη τον «Μαθητή»… Πολύ ωραία ηχογράφηση! Βγαίνει ο δίσκος και γίνεται ανάρπαστος». [Πηγή: άρθρο της Χάρης Ποντίδα στην εφημερίδα Τα Νέα (2/9/2011)]