Φανή Αθανασιάδου: Χάθηκες…

Γιώργος Ζαμπέτας & Δημήτρης Χριστοδούλου, Χάθηκες (Δεν έχει δρόμο να διαβώ)
(μπουζούκι: Γιώργος Ζαμπέτας, τραγούδι: Πάνος Τζανετής / δίσκος 45 στροφών του 1964)

Χάθηκες…

Χάθηκες στο βάθος
του πορφυρένιου δειλινού
σαν ένα μαραμένο βυσσινί τριαντάφυλλο
κι ήσουν το όνειρο
που έζησε σαν αλήθεια, τόσο λίγο
κι εγώ απόμεινα να σε κοιτώ
καθώς έσβηνες σαν φύλλου θρόισμα
καθώς χανόσουν απ’ τον ορίζοντά μου
κι έμενε ανεξίτηλα ζωγραφισμένη
η μορφή σου στη μνήμη μου.

Από τη συλλογή Φωτεινές ανταύγειες και νυχτερινοί φόβοι της μοναξιάς (1987) της Φανής Αθανασιάδου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Φανή Αθανασιάδου

Σταύρος Ξαρχάκος & Βαγγέλης Γκούφας, Να με θυμάσαι και να μ’ αγαπάς

Να με θυμάσαι και να μ’ αγαπάς

Μουσική: Σταύρος Ξαρχάκος
Στίχοι: Βαγγέλης Γκούφας
Μπουζούκι: Σταύρος Ξαρχάκος
Τραγούδι: Μελίνα Μερκούρη
Ταινία: Σταύρος Ξαρχάκος | Η Ελλάδα της Μελίνας (1965)

Στα μάτια παίζει το άστρο της αυγής
ο ήλιος πλένει το όνειρο της γης
πλατύ ποτάμι η αγάπη και βαθύ
κουράστηκε και πάει να κοιμηθεί

Για ποιο ταξίδι κίνησες να πας
να με θυμάσαι και να μ’ αγαπάς
σου κλέβει η ανατολή μικρό φιλί

Στα χείλη καίει πικρό μικρό φιλί
ποιο μακρινό ταξίδι σε καλεί
θα φύγεις, ξένε, άσπρα τα πανιά
παραμονεύει η λησμονιά

Για ποιο ταξίδι κίνησες να πας
να με θυμάσαι και να μ’ αγαπάς
σου κλέβει η ανατολή μικρό φιλί

Μάνος Χατζιδάκις, Τα παιδιά του Πειραιά (με τη Μελίνα Μερκούρη)

Τα παιδιά του Πειραιά

Μουσική & στίχοι: Μάνος Χατζιδάκις
Μπουζούκι: Γιώργος Ζαμπέτας
Τραγούδι: Μελίνα Μερκούρη
Ταινία: Ποτέ την Κυριακή (1960) του Ζιλ Ντασέν

Απ’ το παράθυρο μου στέλνω ένα δύο και τρία και τέσσερα φιλιά
που φτάνουν στο λιμάνι ένα και δύο και τρία και τέσσερα πουλιά
πώς ήθελα να είχα ένα και δύο και τρία και τέσσερα παιδιά
που σαν θα μεγαλώσουν όλα να γίνουν λεβέντες για χάρη του Πειραιά

Όσο κι αν ψάξω, δεν βρίσκω άλλο λιμάνι
τρελή να μ’ έχει κάνει όσο τον Πειραιά
που, όταν βραδιάζει, τραγούδια μ’ αραδιάζει
και τις πενιές του αλλάζει, γεμίζει από παιδιά

Από την πόρτα μου σαν βγω, δεν υπάρχει κανείς που να μην τον αγαπώ
και, σαν το βράδυ κοιμηθώ, ξέρω πως θα τον ονειρευτώ
πετράδια βάζω στο λαιμό και μια χάντρα φυλαχτό
γιατί τα βράδια καρτερώ, στο λιμάνι σαν βγω, κάποιον άγνωστο να βρω

Όσο κι αν ψάξω, δεν βρίσκω άλλο λιμάνι
τρελή να μ’ έχει κάνει όσο τον Πειραιά
που, όταν βραδιάζει, τραγούδια μ’ αραδιάζει
και τις πενιές του αλλάζει, γεμίζει από παιδιά

Βάγιος Μπαγλάνης, [Αγαπώ την ποίηση…]

Γιώργος Ζαμπέτας & Θόδωρος Ποάλας, Τι ωραίο ν’ αγαπάς
(τραγούδι: Μανώλης Μητσιάς / δίσκος: Ο Μανώλης Μητσιάς τραγουδά Γιώργο Ζαμπέτα (2009))

Αγαπώ την ποίηση
ποια ζωή μπορώ να ζήσω
Και σήμερα θα χάσω ίχνη ανθρώπων
Ακατανίκητη γίνεται η ματαιοδοξία
Εδώ κάπου τελειώνει η ποίηση
Μεγαλώνουν ολοένα οι σκιές
που αφήνει στο πέρασμά της η αδικία
Πού θα μεταναστεύσει αύριο η αγάπη
Αναζητάω για ν’ αγαπήσω ωραίες ψυχές

Θεέ μου
αν δε θέλεις
να σου ζητήσω σήμερα νέα απόδειξη της αγάπης Σου
Σ’ ευχαριστώ για τη ζωή μου που έγινε ποίηση
ανακαλύπτοντας τη μεγαλοσύνη της…

Από τη συλλογή Αιχμηρά σκαλοπάτια (1966) του Βάγιου Μπαγλάνη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Βάγιος Μπαγλάνης

Στέλλα Γεωργιάδου, Στιγμές

Μίκης Θεοδωράκης, Βάρκα στο γιαλό
(τραγούδι: Γρηγόρης Μπιθικώτσης & Ρία Κούρτη / θεατρική παράσταση: Όμορφη πόλη (1963))

Στιγμές

εκείνη κι εκείνος

I

Δεν είχα παρά μόνο μιαν ευχή
Να με λυτρώσει η ζωή σε λιμανιών αιθρίες
Μα εσύ κρυφά πώς τρύπωσες
στης πλάνης μου τα επικίνδυνα
Ανεμοδούριο φτερούγισμα
Χαλκογραφίας θρόισμα
Ήλος

Πώς μου ξεγλίστρησες και σ’ έχασα
γλυκιά στιγμή που ήσουν
Πάνω που η θάλασσα
μας είχε σμίξει με το τώρα
Έφιππος
του κυμάτου τον αφρό αγκάλιασες
Και δεν ξυπνώ μήπως φανείς και πάλι.

II

Τα δυο σου πόδια όμορφα
στ’ αριστερό παράθυρό μου σκαλωμένα
σε τρυφερή συνομιλία υακίνθων
Της γλάστρας μου πουλιά και θαύματα
Λίγο απ’ το λιανό φουστάνι σου
που σκέρτσα ισιώνεις να φανεί
κι έφτασε ο πίνακας σ’ αποκορύφωμα φωτός
Θηλυκές οι πτυχές της αθωότητας με διασχίζουν
και μ’ ανεβάζουνε στις κορυφές του ανθρώπου

Άσε λυτή να πέσει η στιγμή στο πλαίσιο
ν’ αστράψουνε της γειτονιάς τα μάτια
Να ’μαι περήφανος
που απλώνω στο περβάζι μου τέτοια ομορφιά
Εσύ οι υάκινθοι και η καρδιά μου.

Από τη συλλογή Μάσκα οξυγόνου (2011) της Στέλλας Γεωργιάδου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Στέλλα Γεωργιάδου

Γιώργος Ζαμπέτας & Δημήτρης Χριστοδούλου, Με το βοριά

Γιώργος Ζαμπέτας & Δημήτρης Χριστοδούλου, Με το βοριά

Μουσική: Γιώργος Ζαμπέτας
Στίχοι: Δημήτρης Χριστοδούλου
Τραγούδι: Στέλιος Καζαντζίδης & Μαρινέλλα
Δίσκος: 45 στροφών του 1965

Βοριάς είν’ η αγάπη σου
και ποιος θα με γλυτώσει
νοτιάς φυσάει στα χείλη σου
και τα ’χω πελαγώσει

Με αγαπάς, σε αγαπώ
στο μαύρο κύμα πάνω
με το νοτιά σ’ αναζητώ
με το βοριά σε χάνω

Στην πρύμνη σου ’δωσα φιλί
στην πλώρη την ψυχή μου
την πλώρη πήρες κι έφυγες
κι έχασα τη ζωή μου

Με αγαπάς, σε αγαπώ
στο μαύρο κύμα πάνω
με το νοτιά σ’ αναζητώ
με το βοριά σε χάνω

Πάνος Θασίτης, Χωρισμός

Γιώργος Ζαμπέτας & Δημήτρης Χριστοδούλου, Ο χωρισμός
(ερμηνεία: Βίκη Μοσχολιού / δίσκος 45 στροφών του 1965)

Χωρισμός

Ήρθες και τίποτα δεν άντεξε πλάι σου
Έφυγες και τίποτα δε χάθηκε μαζί σου
Στα χέρια μου κρατώ και την ελπίδα και τη μνήμη σου
Το αίμα μου περνάει μέσ’ από σένα
Μοίρασα τον ίσκιο μου με σένα
Τίποτα δε μου λείπει∙ γιατί τίποτα δε χάθηκε μαζί σου.

Από τη συλλογή Δίχως κιβωτό (1951) του Πάνου Θασίτη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Πάνος Θασίτης

Ντίνος Χριστιανόπουλος, Κακόφημη συνοικία

Σταύρος Ξαρχάκος & Αλέκος Γαλανός, Κόκκινα φανάρια
(με την Πόλυ Πάνου στο τραγούδι και τον Γιώργο Ζαμπέτα στο μπουζούκι)

Κακόφημη συνοικία

[Από την ενότητα Νεκρή πιάτσα]

Κάθε λίγο και λιγάκι βγαίνει στο μπαλκόνι της και τινάζει, όλο τινάζει, πότε ένα σελτεδάκι, πότε μια μικρή κουρελού, πότε ένα τραπεζομάντιλο. Της είπαν ότι κάτω από το σπίτι τους συχνάζουν πρόστυχες και ανώμαλοι, κι από τότε την τρώει η περιέργεια. Και δώσ’ του και τινάζει, ρίχνοντας κι από καμιά ματιά. Μα, τι παράξενο, ποτέ της δεν κατάφερε ν’ αντιληφθεί τίποτε. Πολλά φορτηγά σταματούν για λίγο, οι φορτηγατζήδες ελέγχουν τα λάστιχα, παίρνουν νερό από τη βρύση και τα λένε λιγάκι μεταξύ τους. Συχνά περνούν ζευγαράκια, μεθυσμένοι, νεαροί με τα μοτοποδήλατα. Μερικοί τύποι κοντοστέκονται και μετά χάνονται στο βάθος της αλάνας, σε κάποιο ημιυπαίθριο μηχανουργείο∙ εκεί, λένε, είναι τα Σόδομα και τα Γόμορρα – μα δε φαίνεται τίποτε, ούτε καβγάδες ακούγονται, ούτε προστυχόλογα. Ή μήπως όλα αυτά γίνονται μετά τα μεσάνυχτα, και γι’ αυτό δεν παίρνει χαμπάρι; Πάντως, κάτι συμβαίνει, κάτι πολύ σοβαρό. Η επάνω οικογένεια έφυγε, γιατί είχαν, λέει, παιδιά και δε μπορούσαν να ζουν σε τέτοιο περιβάλλον. Ο απόστρατος του τρίτου πατώματος φωνάζει κάθε λίγο το 100. Ο ιερεύς που μένει στο ρετιρέ έγραψε στις εφημερίδες διά τον βούρκον της ακολασίας και καλεί τους αρμοδίους να λάβουν τα ενδεδειγμένα μέτρα. Ο δήμος, βέβαια, έβαλε κάτι φανάρια, μα κι αυτά όλο σβήνουν. Κι αυτή, δος του και βγαίνει κάθε λίγο στο μπαλκόνι, τα χέρια της πιαστήκανε απ’ το πολύ να τινάζει, ούτε ένα μόριο σκόνης δεν έμεινε πια στις κουρελούδες της – μα η κακόφημη συνοικία εξακολουθεί να κρατάει κρυφά τα μυστικά της.

Από τα Πεζά ποιήματα (1986) που αποτελούνται από τις ποιητικές συλλογές Νεκρή Πιάτσα και Η πιο βαθιά πληγή του Ντίνου Χριστιανόπουλου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Ντίνος Χριστιανόπουλος

Γιώργος Ζαμπέτας, Σήκω χόρεψε συρτάκι (σόλο μπουζούκι: Κώστας Παπαδόπουλος)

Σήκω χόρεψε συρτάκι

Μουσική: Γιώργος Ζαμπέτας
Σόλο μπουζούκι: Κώστας Παπαδόπουλος
Δίσκος: The original sound of Greece with great bouzouki player Costas Papadopoulos (βινύλιο 33 στροφών το 1977 / επανέκδοση σε CD το 1989)

Σταύρος Ξαρχάκος & Λευτέρης Παπαδόπουλος, Στα χέρια σου μεγάλωσαν (Γρηγόρης Μπιθικώτσης & Ρία Κούρτη)

Στα χέρια σου μεγάλωσαν

Σύνθεση: Σταύρος Ξαρχάκος
Στίχοι: Λευτέρης Παπαδόπουλος
Μπουζούκι: Γιώργος Ζαμπέτας
Τραγούδι: Γρηγόρης Μπιθικώτσης & Ρία Κούρτη [πρώτη εκτέλεση από τους ίδιους το 1963]
Δίσκος: Γρηγόρης Μπιθικώτσης, 1963-1971 (1981) 

Φτωχολογιά, για σένα κάθε μου τραγούδι
για τους καημούς σου που σεργιανούν στη γειτονιά
φτωχολογιά, που απ’ τον πηλό φτιάχνεις λουλούδι
και τους καημούς σου τους πλέκεις ψιλοβελονιά

Στα χέρια σου μεγάλωσαν και πόνεσαν και μάλωσαν
άντρες μ’ ολοκάθαρη ματιά
ψηλά κυπαρισσόπουλα, χαρά στα κοριτσόπουλα
που ’χουν κι αγκαλιάζουν τη φωτιά

Σταύρος Ξαρχάκος & Λευτέρης Παπαδόπουλος, Άπονη ζωή (Γρηγόρης Μπιθικώτσης & Ρία Κούρτη)

Άπονη ζωή

Σύνθεση: Σταύρος Ξαρχάκος
Στίχοι: Λευτέρης Παπαδόπουλος
Μπουζούκι: Γιώργος Ζαμπέτας*
Τραγούδι: Γρηγόρης Μπιθικώτσης & Ρία Κούρτη [πρώτη εκτέλεση από τους ίδιους το 1963]
Δίσκος: Γρηγόρης Μπιθικώτσης, 1963-1971 (1981) 

Άπονη ζωή
μας πέταξες στου δρόμου την άκρη
μας αδίκησες
ούτε μια στιγμή
δεν ήρθες να μας διώξεις το δάκρυ
μας κυνήγησες

Το κρίμα μας βαρύ
μας γέννησες φτωχούς
με την καρδιά πικρή
γεμάτη στεναγμούς

Άπονη ζωή
δε θέλαμε παλάτια κι αστέρια
να μας χάριζες
μια μπουκιά ψωμί
για μας τα ορφανά περιστέρια
ας χαλάλιζες

Μας έδειρε ο βοριάς
μας ήπιε η βροχή
το αίμα της καρδιάς
γιατί είμαστε φτωχοί

* Κατά την προσφιλή μας συνήθεια και ως ελάχιστο φόρο τιμής στους σπουδαίους δημιουργούς μας, στο πλαίσιο της παρουσίασης αυτού του δίσκου θ’ ακούσουμε και μερικά ιστορικά τραγούδια στα οποία δεν παίζει ο Κώστας Παπαδόπουλος, αλλά ο Γιώργος Ζαμπέτας (σε τρία) και (σε ένα) ο Μανώλης Χιώτης

Ας δούμε τι λέει ο Λευτέρης Παπαδόπουλος για το τραγούδι του στο άρθρο του «Άπονη ζωή» του Δημήτρη Ν. Μανιάτη στην εφημερίδα «Τα Νέα» στις 20 Οκτωβρίου του 2012:

Όταν ο Ξαρχάκος μού πρότεινε να γράψω για πρώτη φορά στίχους

Ήμουν 23 χρόνων και μόλις είχα απολυθεί από τον στρατό. Είχα υπηρετήσει στο 527 Τάγμα Πεζικού, στη Μεθώνη. Ήταν ένα τάγμα για «χαρακτηρισμένους» οπλίτες. Για φαντάρους, δηλαδή, που εθεωρούντο «αριστεροί» και αντιμετωπίζονταν σαν «τυφεκιοφόροι του εχθρού», όπως θα έγραφε λίγο αργότερα ο Μάριος Χάκκας, ο καισαριανιώτης πεζογράφος, που χάθηκε τόσο πρόωρα.
Στην ίδια κατηγορία ανήκαν και άλλα δύο τάγματα. Το ένα ήταν το 525 με έδρα την Κατερίνη και το δεύτερο το 509 με έδρα τον Κολινδρό. Στον Κολινδρό, τα πράγματα ήταν πιο ζόρικα. Στο Πειθαρχείο, συχνά, έπεφτε και ξύλο. Σκληρή περίοδος, με τον Καραμανλή πρωθυπουργό. Ασκήσεις πολύωρες, εξαντλητικές, όλη τη μέρα και το βράδυ «μάθημα Πολιτικής Αγωγής». «Ποιοι είναι οι εχθροί της Ελλάδος;». «Οι Ρώσοι, οι Βούλγαροι και οι κομμουνιστές, κυρ λοχαγέ».
Το ’58, λοιπόν, «καλός πολίτης», πλέον, έπρεπε να βρω δουλειά: ο πατέρας μου άνεργος, η μάνα στο σπίτι, ο μικρός μου αδελφός, άνεργος επίσης. Φτώχεια μεγάλη! Και οργή συνάμα, για όσα είχα τραβήξει στον στρατό, ως «χαρακτηρισμένος», και για τη «σκοτεινιά» που έβλεπα μπροστά μου. Πού να δουλέψω; Τι να κάνω; Η ανεργία σερνόταν σαν ένα πελώριο φίδι, με χίλια κεφάλια, στη γειτονιά. Στην πλατεία Βικτωρίας. Σε όλη τη χώρα.
Θα μπορούσα, βέβαια, να συνεχίσω τις σπουδές μου στη Νομική – ήμουν στο τρίτο έτος. Αλλά το σπίτι χρειαζόταν ψωμί. Τέσσερα στόματα! Ο αδελφός μου κάτι προσπαθούσε να κάνει – εργάτης σε μια χημική βιομηχανία. Ο πατέρας μου, τσαγκάρης σε αποστρατεία, μπάλωνε κάνα παπούτσι, κάρφωνε κάνα τακούνι. Και η μάνα μου πήγαινε παραδουλεύτρα σε σπίτια.
Τότε ήρθε και με βρήκε ο Νίκος Άγας. Ψηλό παιδί, ξανθό, με τρέλα για τη δημοσιογραφία. «Θες να γίνεις δημοσιογράφος;» μου πρότεινε. «Φυσικά. Αλλά με τι προσόντα;». «Θα σε πάω σε μια αθλητική εφημερίδα, για να γράφεις ποδοσφαιρικούς αγώνες». «Λεφτά θα παίρνω;». «Στην αρχή, μόνο τα οδοιπορικά. Αλλά με τον καιρό, κάτι θα γίνει. Και αν αποδειχτεί ότι έχεις και ταλέντο, σώθηκες!».
Πήγα στην αθλητική εφημερίδα. Άρχισα να γράφω διάφορα μικρομάτς – δέκα αράδες για το καθένα. Ταυτόχρονα, όμως, με το σιγοντάρισμα του Άγα, πούλαγα και μούρη. Διέδιδα ότι γράφω και ποιήματα. Και, πράγματι, σκάλιζα μερικά στιχάκια. Ώσπου ήρθε η ώρα του Ξαρχάκου.
Πριν φτάσω, όμως, στον Ξαρχάκο, θα πρέπει να σταθώ στον Μάνο Χατζιδάκι. Ως την εμφάνιση και την – ακαριαία – καθιέρωση του Χατζιδάκι, το ελληνικό τραγούδι ήταν ένα νόμισμα με δύο όψεις. Στη μία, την επίσημη, κυριαρχούσε το λεγόμενο «ελαφρό». Βαλς, ταγκό, χαμπανέρες και τέτοια. «Πάμε σαν άλλοτε, στο μαγικό ακρογιάλι», «Τα δυο σου χέρια αγαπώ, τα δυο σου χέρια», «Πού θα ξαναβρώ τα όμορφά σου μάτια», «Άσ’ τα τα μαλλάκια σου ανακατωμένα». Στην άλλη όψη του νομίσματος, καίτοι αποδιωγμένο, καίτοι μακριά από το κρατικό – δεν υπήρχε και άλλο – ραδιόφωνο, εγχάρακτο σε ατόφιο χρυσάφι, βρισκόταν το ρεμπέτικο, που ο Τσιτσάνης, ο Μάρκος, ο Καλδάρας, με τις πανάκριβες μελωδίες τους, το είχαν περάσει σε τεράστιες μάζες του λαού. «Φραγκοσυριανή», «Νύχτωσε χωρίς φεγγάρι», «Αχάριστη», «Η άμαξα μες στη βροχή», «Καπετάν Αντρέα Ζέππο», «Χατζηκυριάκειο», «Πήρα τη στράτα κι έρχομαι». (Στη διάδοση του ρεμπέτικου και του λαϊκού μέγα ρόλο έπαιξε, να μην το ξεχάσω, και ο ραδιοσταθμός των Ενόπλων Δυνάμεων, που μετέδιδε τραγούδια για τους φαντάρους, στην περίοδο του Εμφυλίου, αλλά και μετά.)
Επιστρέφω στο ’58, για ένα σημαντικό γεγονός: η Μελίνα Μερκούρη, θεά της εποχής – και πότε δεν ήταν; -, ζούσε έναν μεγάλο έρωτα, με έναν αξιωματικό του Ναυτικού, τον Πύρρο Σπυρομήλιο. Ο Καραμανλής αγαπούσε τον Σπυρομήλιο και τον διόρισε διευθυντή στο Εθνικό Ιδρυμα Ραδιοφωνίας. Και αμέσως, άλλαξαν άρδην τα πράγματα σε σχέση με το τραγούδι. Γιατί ο Σπυρομήλιος λάτρευε τα λαϊκά τραγούδια. Το ίδιο και η Μελίνα. Αποτέλεσμα: τη θέση των «ελαφρών» κατέλαβαν, σχεδόν εξ εφόδου, τα λαϊκά τραγούδια, και ταυτόχρονα, εγκαινιάσθηκε το Φεστιβάλ Τραγουδιού, που άρχισε να διοργανώνεται στον Ιππόδρομο του Φαλήρου.
Μέσα σε αυτό το κλίμα, με κυρίαρχες τις μελωδίες του Χατζιδάκι, που νόμιζες ότι δεν είναι του κόσμου τούτου, αλλά ταξίδεψαν στη γη για να εγκατασταθούν από άλλο αστέρι, γεννιέται ο Ξαρχάκος, και μαζί του ο Λεοντής, ο Μαρκόπουλος και, λίγο αργότερα, ο Λοΐζος.
Ο Σταύρος Ξαρχάκος ήταν φίλος μου. Δεκαεννιά χρόνων, τότε, είχε παρουσιάσει μερικά τραγούδια που άρεσαν πολύ. Ένα με την Πόλυ Πάνου, ένα με τη Βουγιουκλάκη, ένα με τη Γιοβάννα. Τον κάλεσαν, αμέσως, από το θέατρο «Πορεία», να γράψει μουσική και για το έργο του Αλέκου Γαλανού «Κόκκινα φανάρια». Και έσκισε!
Μου λέει μια μέρα: «Δεν γράφουμε κάνα τραγούδι και μαζί;». «Μα, πώς;». «Διάβασα μερικούς στίχους σου και τους βρήκα πολύ ενδιαφέροντες…». Κόντεψα να πάθω συγκοπή από τη χαρά μου! Αλλά δεν είχα ιδέα, για το πώς γράφεται ένα τραγούδι. Ο Ξαρχάκος, έμπειρος πια, μου έδειξε τα «κόλπα». Και μου έπαιξε και στο πιάνο μια μελωδία του. Ταράχτηκα! Η μελωδία ήταν υπέροχη! Και πρωτότυπη. Και ταίριαζε γάντι με την εποχή, όπου κυριαρχούσαν – είχαμε μπει ήδη στη δεκαετία του ’60 – εκτός του Χατζιδάκι, ο Θεοδωράκης, ο Γκάτσος, ο Καμπανέλλης, ο Γκούφας, και ο Δημ. Χριστοδούλου και η Ευτυχία Παπαγιαννοπούλου.
Έβαλα στίχους στη μελωδία. Ο Ξαρχάκος έμεινε κατάπληκτος. Και όταν, ύστερα από λίγο καιρό, τον κάλεσε ο Βασίλης Γεωργιάδης να γράψει μουσική για την ταινία «Κόκκινα φανάρια», του έπαιξε την « Άπονη ζωή». Εκλήθη και ο Μπιθικώτσης ν’ ακούσει το τραγούδι. Θρίαμβος!
Τι είχε η « Άπονη ζωή»; Κατά τη γνώμη μου, εκτός από την εξαιρετική μουσική, είχε στίχους που τους ζητούσε η εποχή. Μου βγήκαν αβίαστα. Με την πρώτη. Γιατί ο κόσμος, που είχε περάσει τα ίδια βάσανα με μένα, ο φτωχόκοσμος της ανεργίας και των καραμανλικών διώξεων, είχε ανάγκη να πει τον πόνο του, αλλά όχι κλαψιάρικα. Με οργή. Και εγώ είχα συσσωρευμένη οργή μέσα μου. Και ένα παράπονο που δεν τελείωνε με τίποτα.
Με το που βγήκε το τραγούδι σε δίσκο και άρχισε να το παίζει το ραδιόφωνο, έγινε χαλασμός. Το άκουγα σε όλες τις ταβέρνες, στις πρόχειρες «κομπανίες» των τυφλών στους δρόμους της Αθήνας, στις παρέες των νέων. Πολλοί νόμιζαν ότι το είχε γράψει ο Θεοδωράκης, γιατί εύρισκαν πως είναι στο κλίμα των τραγουδιών του. Ήταν, όμως, του Ξαρχάκου, που αμέσως χαρακτηρίσθηκε ως «ο τρίτος μεγάλος της ελληνικής μουσικής» και άρχισε να δέχεται αλλεπάλληλες προτάσεις για συνεργασίες σε νυκτερινά κέντρα, σε θέατρα και σε κινηματογράφους.
Εκείνη την εποχή, οι συνθέτες και οι τραγουδιστές υπέγραφαν συμβόλαια αποκλειστικής συνεργασίας με τις διάφορες εταιρείες δίσκων. Ο Λαμπρόπουλος, στον οποίο ανήκε η εταιρεία Κολούμπια, η πιο μεγάλη στον χώρο, είχε συμβόλαια με τον Τσιτσάνη, τον Καλδάρα, τον Μπιθικώτση, και έσπευσε να καπαρώσει και τον Ξαρχάκο. Υπέγραψε και ο Ξαρχάκος και η « Άπονη ζωή» μεταδιδόταν συνεχώς από τις διαφημιστικές εκπομπές της εταιρείας. «Και τώρα, θ’ ακούσετε ένα καταπληκτικό τραγούδι του Σταύρου Ξαρχάκου, με ερμηνευτή τον Γρηγόρη Μπιθικώτση». Εγώ, πουθενά!
Μεγάλη δισκογραφική αντίπαλος της Κολούμπια ήταν η Οντεόν, που είχε για βασικούς τραγουδιστές της τον Καζαντζίδη, τον Περπινιάδη και τον Πέτρο Αναγνωστάκη. Την εταιρεία την διηύθυνε ο Μίνως Μάτσας, αλλά το ζήτημα της επιλογής τραγουδιών το είχε αναθέσει στον γιο του, τον Μάκη. Ο ανταγωνισμός Κολούμπια και Οντεόν ήταν σκληρός. Αλλά σε οικονομικό επίπεδο, πρωταγωνιστούσε η Κολούμπια.
Με το που άκουσε ο Μάκης Μάτσας την « Άπονη ζωή», έμεινε ξερός! Κάπου βρήκε το τηλέφωνό μου και μου τηλεφώνησε αμέσως. Με την ευκαιρία, κάρφωσε και τον Λαμπρόπουλο: «Δεν ντρέπονται στην Κολούμπια, να μην αναφέρουν το όνομά σου στις εκπομπές τους;». Δεν είπα τίποτα. Την άλλη μέρα, όμως, ο Μάτσας, έκανε την αντεπίθεσή του. Έβαλε τον Λεοντή να ενορχηστρώσει με τη δική του αντίληψη την « Άπονη ζωή» και ανέθεσε την ερμηνεία του τραγουδιού στον Στέλιο Καζαντζίδη και τη Μαρινέλλα. Νέος θρίαμβος και σ’ αυτή την εκτέλεση! Και από κει και πέρα, άρχισαν όλα για μένα. Από τη μια μέρα στην άλλη, έγινα στιχουργός με όνομα! Σε βαθμό που η Ευτυχία Παπαγιαννοπούλου, με τα παράσημα από το «Δυο πόρτες έχει η ζωή» και το αναμφισβήτητο κύρος της, έσπευσε να δηλώσει: «Αυτός ο νέος, ο Λευτέρης Παπαδόπουλος, θα μας στείλει όλους στη σύνταξη!». Υπερβολές, βέβαια. Αλλά, τραγούδι, χωρίς υπερβολές, δεν γίνεται.

Μουσική: Σταύρος Ξαρχάκος
Πρώτη ηχογράφηση: Γρηγόρης Μπιθικώτσης, Ρία Κούρτη (1963)
Από την ταινία του Βασίλη Γεωργιάδη «Κόκκινα Φανάρια» και το ομώνυμο soundtrack