Γιώργος Θέμελης, Ελεγείο μοναχικό του Ανδρέα Κάλβου

Ανδρέας Κάλβος
(εκπομπή Εποχές και συγγραφείς της ΕΡΤ)

Ελεγείο μοναχικό του Ανδρέα Κάλβου

Λησμονημένος ταξιδευτής.

Οδοιπορώντας μες από νύχτες κι ασάλευτους ποταμούς
Ήρθες το φλογερό ξημέρωμα, που τ’ άναψαν
Μες στου χειμώνα την καρδιά εντάφια περιστέρια.

Πικρός κι αλύγιστος.

Μιλούσες μια γλώσσα κατάστικτη σαν τα σπασμένα μάρμαρα
Και δεν φορούσες παρά μονάχα μαύρα, το πένθος της μοναξιάς.

Αγνάντευες ψηλά τα ηώα κάγκελα και πήδαγε η καρδιά σου
Από κορφή σε κορυφή, από ένα βουνόν εις άλλο
Και γύρευε να πλήξει με κλαγγή γενναίου πουλιού τα σύγνεφα.

Καστάλιε κύκνε.

Μοναχικέ κι απρόσιτε μες στην κλειστή σου θλίψη,
Ποια οδύνη σού έσκαφτε το στήθος και το ’κανε να ηχεί,
Όχι σαν ήχος λυπημένου αυλού, σαν πτερωτή βροντή.

(Θανάσιμε τοξότη, που σκοπεύεις μ’ εύστοχον χείρα.
Εραστή του καθαρού γαλάζιου και του ψηλού γκρεμού.
Άσε ν’ αγγίξω την καμπύλη σου σαν ένας βέβηλος
Κι ας μου καούν τα δάχτυλα κι η γλώσσα ας μου κοπεί.)

Δεν ήσουνα για να πατάς στη γη.
Να τριγυρνάς ήσουν μ’ αετούς και λέοντες στους κήπους των Πιερίδων
Εκεί που φέγγει ερατεινή η πρώτη αρχή της μέρας
Και που καπνός δεν έθλιψε ποτέ το γαλάζιο των αιθέρων.
Και να χτυπάς και να συντρίβεις μίαν προς μίαν της λύρας τις χορδές όλες
Και να ξυπνάει η Μούσα η Αρετή μες απ’ την κλίνη των ανέμων,
Αμάργαρη κι ολόγυμνη, και να σε παίρνει απάνω
Μέσα εις το χάος αμέτρητο των ουρανίων ερήμων.

***

Μυρτιά φέρνω και κλαδιά κυπαρίσσου.

Μα πού να βρω τον ίσκιο σου, την ταπεινή σου οθόνη,
Που σφιχτοκλεί της στάχτης σου εις ξένην γην τον ύπνο.

Ίσως να την επήρε ένας βοριάς και να την έχει γκόλφι,
Ίσως να την επήρε πίσω η γη σε πέτρινο κρεββάτι
Κάτω από τα ήσυχα, παγωμένα, πτερά της βαθιάς νύχτας,
Να μην ακούει τ’ αφρίζοντα ποτήρια μες σε καπνούς και φλόγας,
Τον βίαιο άνεμο που χτυπά και σχίζει τα παράθυρα.

Από τη συγκεντρωτική έκδοση Γ. Θέμελη Ποιήματα I (1969)

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Γιώργος Θέμελης

Γιώργος Θέμελης: Επίλογος από την «Ωδή για να θυμόμαστε τους ήρωες»

Το αθάνατο ’21 και η ευθανασία της Ιστορίας
(εκπομπή Το κουμπί της Πανδώρας / ΝΕΤ, 24 Μαρτίου 2011)

Συλλογή Ωδή για να θυμόμαστε τους ήρωες (1949) του Γιώργου Θέμελη

Πρέπει η γη να χαίρεται, πρέπει να καμαρώνει
Δημοτικό

Επίλογος

Τρία πουλιά λαλούσαν ψηλά στον ουρανό
Δημοτικό

Έρχονται νύχτες,
Που βιάζονται
Να γεννήσουν.

Έρχονται μέρες,
Που θέλουν ν’ αλλάξουν,
Και να φορέσουν
Αιώνες.

Από τη συγκεντρωτική έκδοση Γ. Θέμελη Ποιήματα I (1969)

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Γιώργος Θέμελης

Γιώργος Θέμελης, Αθανάσιος Διάκος

Αθανάσιος Διάκος: από την εκπομπή της ΕΤ3 Χώματα με ιστορία (αφήγηση: Ηλίας Μαμαλάκης)

Συλλογή Ωδή για να θυμόμαστε τους ήρωες (1949) του Γιώργου Θέμελη

Πρέπει η γη να χαίρεται, πρέπει να καμαρώνει
Δημοτικό

Αθανάσιος Διάκος

Παντού πετούν κ’ είν’ άφθαρτα, Αγγέλοι, τα φτερά σας
Σολωμός

Κλαίνε το σχήμα του σταυρού.
Κλαίνε το πιο γενναίο σπαθί που κόπηκε στα εφτά,
Το ροσμαρίνι και το έλατο των κορυφών που πάει μαύρος καπνός,
Φλέβες, κοπέλες, που θαρθούν ν’ αδειάσουνε τα δάκρυά τους.
Να μην το κρύψει η μάνα γη,
Πόχει τα δέντρα τ’ αλαφριά, τα ραγισμένα σπίτια,
Ψάρια που παίρνουνε φωνή, πέτρες πόχουν αγέρα,
Και τους αλαφροΐσκιωτους,
Τους πεθαμένους που μιλούν μες στα φαρδιά κιβούρια,
Πόχουν αηδόνια στα κλουβιά και μάτια κι αγναντεύουν.

Ποιος ξέρει πόσα χελιδόνια ξαπολύθηκαν κατά τις θάλασσες,
Να ρίξουν σπίθες στα νησιά και στα χαμένα πλοία.

Πόσα κρυφά καρδιοχτύπια έγιναν προσευχές και μίλησαν στους Αγγέλους,
Ν’ αφήσουν τον ύπνο τ’ ουρανού και να κατέβουν στη γη
Να ιδούν κάποια συγγενικά Τους πλάσματα πόσο φυλάνε το αίμα Τους,
Πόσο Τους έχουν ακριβούς, γραμμένους μες στη μοίρα τους.

Γίνονται φλόγες, γίνονται αναμμένες λαμπάδες και Τους φέγγουν.

***

«Απλός ήταν, — αποκρίθηκαν βαφτίζοντας τα φτερά Τους στην κάπνα, —
Όπως οι ξεκομμένες πέτρες που γεννάει η θάλασσα.
Είχε την καθαρή καρδιά των καινούριων νερών που δοκιμάζουν τη φωνή τους,
Τη ζώνη των κυπαρισσιών, που σκύβουν στους τάφους,
Την ευγένεια που σκαλίζει η υπομονή της βροχής πάνω στους κίονες,
Τα μάτια των μικρών παιδιών όταν φιλιούνται κάτ’ απ’ τα δέντρα,
Την ομορφιά των σαρκωμένων Ασωμάτων.»

***

Σήκωσε πάνω τον πάσσαλο στη ματωμένη φτερούγα
Και το μαχαίρι του γλίστρησε στην άκρη της καρδιάς.
Γύρισε κι είδε που άνθιζαν τριγύρω τα κλαδιά,
Τα χέρια που έγερναν νεκρά σα μαραμένα φύλλα,
Και δεν ακούστηκε μιλιά, δε σείστηκε κλωνάρι.

Χαιρέτησε το Χάρο κι αγνάντεψε τ’ άσπρα λουλούδια
Και τον καπνό που ανέβαινε να τόνε πάρει.

Τα μακρινά κοντάρια λύγισαν, που σώριαζαν τους ίσκιους των,
Τα γιαταγάνια ράγισαν, πούταν ζεστά κι αχνίζαν,
Τ’ άτια χλιμίντρισαν πικρά και τα βουνά βουρκώσαν
Κι οι παιδεμένοι σταυροί χαμήλωσαν τα φωτοστέφανά τους,
Σαν είδαν τους κορυδαλλούς π’ αγγίζανε τη γη
Και σκάλιζαν, μάδαγαν τα φτερά, ν’ ακούσουν κάτου τ’ αδέρφια,
Που πετρωμένα κείτονται, στοιχειώνουν τα γιοφύρια.
Σαν είδαν τον ήλιο που γύριζε το πρόσωπό του,
Τη θάλασσα να δέρνεται με τρία κούφια λιθάρια,
Και τα χλωμά τριαντάφυλλα να στάζουν μαύρο αίμα.

***

«Ας σημάνουν οι καμπάνες.
Ας σηκωθούν τ’ αγάλματα και τα ποτάμια ας σταματήσουν.
Ανεβείτε περιστέρια
Κράξτε τα χελιδόνια από τις άνοιξες και τους αϊτούς απ’ τις γαλάζιες χώρες,
Όλα τ’ αδέρφια, τα παιδιά της ανεμικής γενιάς,
Κι ελάτε να σηκώσουμε το νεκρό,
Ελάτε να τον κηδέψουμε σκορπίζοντας τη στάχτη που άφησε,
Να πληθύνει το φως και ν’ αλαφρύνει ο άνεμος…»

***

Στα τρία σκαλιά, στους τρεις ουρανούς, άναψαν όλα τα φώτα,
Άνοιξαν και φυλλομετρούν τους γύρους του αιώνιου Ρόδου.

Από τη συγκεντρωτική έκδοση Γ. Θέμελη Ποιήματα I (1969)

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Γιώργος Θέμελης

Γιώργος Θέμελης, Ελεύθεροι πολιορκημένοι

Διονύσιος Σολωμός & Γιάννης Μαρκόπουλος, Άκρα του τάφου σιωπή
(τραγούδι: Νίκος Ξυλούρης, Ηλίας Κλωναρίδης & Μικτή Χορωδία Πρεβέζης / δίσκος: Ελεύθεροι πολιορκημένοι (1977))

Συλλογή Ωδή για να θυμόμαστε τους ήρωες (1949) του Γιώργου Θέμελη

Πρέπει η γη να χαίρεται, πρέπει να καμαρώνει
Δημοτικό

Ελεύθεροι πολιορκημένοι

Τριαντάφυλλα ’ναι θεϊκά στην κόλαση πεσμένα
Σολωμός

Θυμούνται και γράφουν μια βροχή,
Μια σκοτεινή βροχή που έπλεξε το σώμα του φεγγαριού σαν το λευκό μοσχάρι
Και τα κωδωνοστάσια έτρεμαν, γέρναν οι εκκλησιές.

Οι άνθρωποι δεν έβρισκαν γη να πατήσουν κι οι πεθαμένοι να κοιμηθούν.
Κι άρπαζαν χώμα, μάζευαν άσπρα κουρέλια να σκεπάσουν τη σάρκα
Και μαύρα μαντίλια να φυλάξουν τα τελευταία μαλλιά τους
Κι η όψη τους μεγάλωνε, μεγάλωνε από ένα χαμόγελο.

Τα παιδιά δε μπορούσαν να σηκωθούν, γιατ’ έχαναν τα μικρά τους μαχαίρια.
Τα κορίτσια ακολουθούσαν τα διάφανα χέρια τους και γίνονταν άφαντα.
Κι οι μάνες κατέβαιναν στα υπόγεια να βρουν φωτιά να κάψουν τα κρεβάτια τους
Να μη σαπίσουν,
Να μη ταξιδέψουν με τα νεκρά καράβια και τις κάσες στα μαύρα ξένα
Και σύρουν τα σεντόνια τους βρόμικα ζώα και τα πατήσουν.

Άνοιγαν χίλια βλέφαρα να κλείσουν την αγάπη,
Να κρύψουν τη στερνή χαρά που χτύπαε τα φτερά της
Ρίχνοντας δάφνες στα μαλλιά, μαλάματα στους κόρφους.

«Σκόρπα τη στάχτη σου, φωτιά, και ρίξε τον ανθό σου,
Να βάλουν άσπρα οι λεμονιές κι οι κούνιες να γεννήσουν,
Να στολιστούν τα μνήματα ν’ ανοίξουν παραθύρια,
Νάβρουν τα δάκρυα κατοικιά, τα περιστέρια πόρτες,
Κι η μάνα η μάνα η Δέσποινα να γιάνει τον καημό της.»

***

Ξάφνου μες στα χαράματα κρέμασε ο ουρανός την πούλια.

***

Περίμεναν,
Περίμεναν τ’ άσπρο μαντίλι της αμφιλύκης
Οι γυάλινες καμπάνες της Κυριακής,
Και τα σκαμμένα μάτια που άπλωσαν ν’ αγκαλιάσουν
Την πιο μεγάλη αυγή.

Από τη συγκεντρωτική έκδοση Γ. Θέμελη Ποιήματα I (1969)

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Γιώργος Θέμελης

Γιώργος Θέμελης, Καραϊσκάκης

Διονύσης Σαββόπουλος, Ωδή στον Γεώργιο Καραϊσκάκη
(δίσκος: Το περιβόλι του τρελού (1969))

Συλλογή Ωδή για να θυμόμαστε τους ήρωες (1949) του Γιώργου Θέμελη

Πρέπει η γη να χαίρεται, πρέπει να καμαρώνει
Δημοτικό

Καραϊσκάκης

Σε βυθό πέφτει από βυθό ως που δεν ήταν άλλος·
Εκείθ’ εβγήκε ανίκητος.

Σολωμός

Θυμούνται τα ξαφνιασμένα αγριοπερίστερα
Τον άγνωστο άνεμο που σηκώθηκε στο κλειστό περιβόλι
Κι έκαμε κάτω τα νερά να σπάσουν τα βιολιά
Κι έκαμε πάνω τα σήμαντρα να σβήσουν τ’ όνομά τους.

Το αγγελικό σχήμα ξεκούμπωσε την πανοπλία,
Το αγγελικό σχήμα ταράχτηκε κι άλλαξε τάξη
Κι η μαύρη νύχτα σκέπασε το μυστικό της.

***

Ποιος είδεν ήλιο σκοτεινό,
Πλατόνι να ματώνεται μ’ εφτά κομμένα ράμφη.
Ποιος είδε ζωντανό νεκρό να βγαίνει στο σεργιάνι.

Δεν ήταν καράβι του βοριά να τρώει πικρό χαλάζι.
Είχε το φόβο του νερού, του σκοταδιού τον τρόμο,
Είχε στο αίμα του το αίμα των γιασεμιών που κόπηκαν
Και μιαν απόκρυφη πληγή στη ρίζα της αγάπης.
Τον πόνο και τον κίνδυνο σπαθιού ξεγυμνωμένου.

Είχε έναν ίσκιο πίσω του σωματοφύλακα,
Έναν μεγάλον ίσκιο, που έγερνε πάνω στις πλάτες του,
Να του κρεμνάει τ’ άρματα, να του φυλάει τη δόξα,
Να του σελώνει τ’ άλογο, να βγαίνει καβαλάρης.
Να τονε λένε Χάροντα, να τονε λένε Αϊγιώργη,
Να τονε βλέπει η Λεφτεριά να ρίχνει τα φτερά της.

Τις νύχτες τον παράστεκαν αλύπητα κεριά.
Τις νύχτες χαροπάλευε να σώσει την ψυχή του,
Να σώσει το νεκρό κορμί που πήγαινε να λιώσει,
Που πήγαινε να σκεπαστεί το ασήκωτο φτερό του.

Μα σαν τον πρόφταινε η αυγή
Και σήκωνε την καταχνιά, σβούσε τ’ αχνά φαντάσματα,
Και σαν κεντούσε τη σκληρή μαύρη φοράδα του,
Που μύριζε το χώμα κι έσκαφτε να βρει γκρεμούς και λάκκους,
Σήκωνε το κεφάλι του ψηλά ψηλά μέσα στον άνεμο
Κι αγνάντευε τον ουρανό, μιλούσε με τον πληγωμένο του Άγγελο.

Τα δέντρα απλώναν την κρυφή χαρά τους και τον σκέπαζαν,
Τον κάναν αγαπητικό, του ανθίζαν τα μαλλιά,
Τούβαζαν πράσινη στολή και λουλουδένιο στόμα
Και τα κοράκια φεύγαν, σέρναν μακριά τη σκοτεινή μαυρίλα τους.
Στους λόφους φύτρωναν σταυροί, στα μάρμαρα ανεμώνες,
Και τα ποτάμια τα στεγνά θυμόντανε τη μάνα τους.

Ένα πουλί, ωραίο πουλί, χαμήλωνε τον ουρανό
Κι άπλωνε χιόνια, ζύγιαζε βροχές στους ματωμένους βράχους
Και κιλαϊδούσε κι έλεγε για ήλιους και φεγγάρια.

Από τη συγκεντρωτική έκδοση Γ. Θέμελη Ποιήματα I (1969)

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Γιώργος Θέμελης

Γιώργος Θέμελης, Η κοιμωμένη

[Ενότητα Τρία ποιήματα (1947-1948)]

Η κοιμωμένη

Εκεί μέσα εκατοικούσες…

Τις νύχτες μελετάει το σώμα της, στ’ άφεγγα πλέκει τα μαλλιά της.
Κι όταν σημάνει η αμφιλύκη των λουλουδιών,
Κινάει κι ανοίγει την κάμαρα με τους καθρέφτες
Και με τους κρυσταλλένιους πολυέλαιους που δεν ανθίζουν.

Στολίζουν τον ύπνο μεγάλων πουλιών,
Φυλάγουν άλιωτα παλικάρια που τα σκεπάζει μια πάχνη,
Σπαθιά που κείτονται γυμνά σα λυπημένα κορίτσια.

Εκεί λυγάει ο δείχτης της καρδιάς.
Εκεί γέρνει και πάει κατά την έλξη της στοργής
Χτυπώντας ηχηρά διαστήματα, αιμόφυρτα δειλινά,
Γεμίζοντας τους χάρτες των θαλασσών με ρόδινα σήματα,
Στιλπνά πρωινά, που κύλησαν στον ουρανό.

***

Στην απομέσα κάμαρη δεν έχει παραθύρι.
Κερί ν’ απλώσει το πουκάμισο, χρυσό γυαλί στην κλίνη.

Δεν τ’ άνοιξε ραγισματιά τοίχου παλιού,
Νεκρού παιδιού χαμόγελο, στιλπνό λεπίδι,
Το μυστικό τριαντάφυλλο που δε χλωμιάζει.

Φέγγει στο στήθος του ψηλού χιονιού που πολεμάει τον ήλιο,
Στους ραγισμένους κίονες, στην πλήξη τ’ ουρανού
Και στους σταυρούς των καταρτιών που ζώνονται την καταιγίδα.

Τ’ ανοίγει ο ύπνος ο βαθύς με τα χυτά σεντόνια.

Άστρο ριγμένο σαν ένα πετράδι κάτ’ απ’ τα φύλλα,
Φως από αίμα και θυμό, που κλείστηκε σ’ ένα λουλούδι,
Ανάβοντας ήλιους ακτινωτούς για να κεντάει τη νύχτα,
Για να πληγώνει θανάσιμα τ’ αραχνιασμένο φάντασμα,
Που δεν πονεί, δεν τρώει ψωμί από ψημένην άργιλο,
Δεν έχει αγάπη να μετράει τη θάλασσα.

Καρδιά τ’ ουρανού και πάθος του ήλιου,
Στολίδι της γης το πιο ακριβό που το καρφώνει στην καρδιά της
Μ’ εφτά βελόνες κι έξι καρφιά, με δεκατρείς θανάτους,
Να μην το βρίσκουν τα όρνια που χυμούν και σχίζουν τις σάρκες των μες στην ομίχλη.
Κλειστό ρουμάνι, πορφυρή σταλαματιά στα πετρωμένα χείλη,
Κόκκινη σταγόνα, οικόσημο λαβωμένου πουλιού.

Ποιος ξέρει πού άφησε τ’ άδειο του σχήμα,
Σε ποιας αγριοτριανταφυλλιάς τ’ αγκάθια χάρισε τα φτερά του,
Σε ποια σφαγή, λευκή σφαγή, άδειασε όλο το αίμα του
Κι έγινε χλωμή γυναίκα, κι έγινε μια φίλυπνη κοπέλα.
Με τα μαλλιά της απλωμένα στο χείλος μιας κραυγής,
Με το σπαθί της βυθισμένο ως την κοκάλινη λαβή στη φλέβα του μαρμάρου.

Από τη συγκεντρωτική έκδοση Γ. Θέμελη Ποιήματα I (1969)

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Γιώργος Θέμελης

Γιώργος Θέμελης, Ελληνική γη

Σταύρος Ξαρχάκος & Νίκος Γκάτσος, Εμείς που μείναμε
(τραγούδι: Βίκη Μοσχολιού / δίσκος: Νυν και αεί (1974))

[Ενότητα Τρία ποιήματα (1947-1948)]

Ελληνική γη

Ανασκαλεύω τη στάχτη των προγόνων

Ψάχνω να βρω την κρυφή γωνιά, τους μυστικούς διαδρόμους
Μέσα από σωριασμένες νύχτες κι αυγές με δέντρα που στέκουν
Σηκώνοντας το πένθος του καιρού, την ηλικία του ήλιου,
Φυλάγοντας παλαιές βροχές, γενεές αηδόνια στις κόγχες των φύλλων,
Ακίνητα, χωρίς να σαλεύουν στα κλώνια των κελαηδισμών,
Που έγιναν πέτρινος ήχος.

Στάχτη βαριά, χώμα ιερό, χώμα θρέμμα τ’ ουρανού,
Ζυμωμένο με πορφυρές ανοίξεις, με σεμνές πτυχές, ωραία μαλλιά και τρόπαια του θανάτου,
Σεντόνι της αξύπνητης φθοράς, της ομορφιάς πληγή, ρωγμή του νερού, δίψα του σύγνεφου,
Που το βαστούν στις φούχτες των οι ελεύθερες ψυχές να φυτέψουν τον ύπνο,
Που τα κρυμμένα κόκαλα των νεκρών ξυπνούν να θρέψουν τον τελευταίο καπνό τους,
Όταν φυσάει κακός βοριάς και ξεριζώνει τα σπίτια.

Ποια νύχτα μπορεί να σβήσει τα ονόματα στους λάκκους των θεών,
Να μαράνει τα λουλούδια των βράχων που τα ’χει ανοίξει ο θάνατος.

Αν βουλιάξουν οι τάφοι, θα μείνουν φωνές,
Ομιλίες ίσκιων, που βγαίνουν τις νύχτες να πατήσουν γη,
Να σηκώσουν μια γνώριμη πέτρα και να την έχουν απάνω τους
Να τους βαραίνει τη διάφανη μορφή να θυμούνται το σώμα,
Το αγαπημένο σώμα από λάσπη και άνεμο, θαλασσινό βυθό κι άγνωστη μέρα,
Και μ’ ένα καραβιού ελαφρό σκαρί μες στην καρδιά του.

Γη, που σε σκάβουν τα κοιμητήρια του καιρού και τ’ ανέμου,
Με το παντοτινό φθινόπωρο των ερειπίων, το κλίμα της αφθαρσίας.
Τα παιδιά, τα νέα παιδιά σου, είναι γεμάτα θάνατο,
Σκιά θανάτου, και μπορούν και παίρνουν τα ίχνη του δίχως να τρέμουν,
Με μιαν υπόκωφη βοή που πολλαπλασιάζει το βήμα τους σε άπειρες κρύπτες
Κι είν’ η καρδιά τους σαν ένα νησί από λωτούς και πικροδάφνες κι αλλοτινά πουλιά που ταξιδεύει
Και το χαμόγελό τους ένας παλιός σπασμένος καθρέφτης που θυμάται.

Αιώνια παιδιά, σώματα ελαφρά με τη φτενή τη σάρκα,
Και με τις διάφανες ψυχές π’ ανάβουν με το τίποτα.
Ποιο αδυσώπητο φτερό, ποιο μάτι σάς έχει χτυπήσει
Κι έχετε πίσω σας πλήθος σκιές, σπίτια μικρά, τάφους απλόχωρους,
Και γύρω γύρω θάλασσα και χρόνο, χρόνο και θάλασσα και μακρινό ουρανό.

Από τη συγκεντρωτική έκδοση Γ. Θέμελη Ποιήματα I (1969)

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Γιώργος Θέμελης