Γιώργος Θέμελης: Επίλογος από την «Ωδή για να θυμόμαστε τους ήρωες»

Το αθάνατο ’21 και η ευθανασία της Ιστορίας
(εκπομπή Το κουμπί της Πανδώρας / ΝΕΤ, 24 Μαρτίου 2011)

Συλλογή Ωδή για να θυμόμαστε τους ήρωες (1949) του Γιώργου Θέμελη

Πρέπει η γη να χαίρεται, πρέπει να καμαρώνει
Δημοτικό

Επίλογος

Τρία πουλιά λαλούσαν ψηλά στον ουρανό
Δημοτικό

Έρχονται νύχτες,
Που βιάζονται
Να γεννήσουν.

Έρχονται μέρες,
Που θέλουν ν’ αλλάξουν,
Και να φορέσουν
Αιώνες.

Από τη συγκεντρωτική έκδοση Γ. Θέμελη Ποιήματα I (1969)

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Γιώργος Θέμελης

Γιώργος Θέμελης, Αθανάσιος Διάκος

Αθανάσιος Διάκος: από την εκπομπή της ΕΤ3 Χώματα με ιστορία (αφήγηση: Ηλίας Μαμαλάκης)

Συλλογή Ωδή για να θυμόμαστε τους ήρωες (1949) του Γιώργου Θέμελη

Πρέπει η γη να χαίρεται, πρέπει να καμαρώνει
Δημοτικό

Αθανάσιος Διάκος

Παντού πετούν κ’ είν’ άφθαρτα, Αγγέλοι, τα φτερά σας
Σολωμός

Κλαίνε το σχήμα του σταυρού.
Κλαίνε το πιο γενναίο σπαθί που κόπηκε στα εφτά,
Το ροσμαρίνι και το έλατο των κορυφών που πάει μαύρος καπνός,
Φλέβες, κοπέλες, που θαρθούν ν’ αδειάσουνε τα δάκρυά τους.
Να μην το κρύψει η μάνα γη,
Πόχει τα δέντρα τ’ αλαφριά, τα ραγισμένα σπίτια,
Ψάρια που παίρνουνε φωνή, πέτρες πόχουν αγέρα,
Και τους αλαφροΐσκιωτους,
Τους πεθαμένους που μιλούν μες στα φαρδιά κιβούρια,
Πόχουν αηδόνια στα κλουβιά και μάτια κι αγναντεύουν.

Ποιος ξέρει πόσα χελιδόνια ξαπολύθηκαν κατά τις θάλασσες,
Να ρίξουν σπίθες στα νησιά και στα χαμένα πλοία.

Πόσα κρυφά καρδιοχτύπια έγιναν προσευχές και μίλησαν στους Αγγέλους,
Ν’ αφήσουν τον ύπνο τ’ ουρανού και να κατέβουν στη γη
Να ιδούν κάποια συγγενικά Τους πλάσματα πόσο φυλάνε το αίμα Τους,
Πόσο Τους έχουν ακριβούς, γραμμένους μες στη μοίρα τους.

Γίνονται φλόγες, γίνονται αναμμένες λαμπάδες και Τους φέγγουν.

***

«Απλός ήταν, — αποκρίθηκαν βαφτίζοντας τα φτερά Τους στην κάπνα, —
Όπως οι ξεκομμένες πέτρες που γεννάει η θάλασσα.
Είχε την καθαρή καρδιά των καινούριων νερών που δοκιμάζουν τη φωνή τους,
Τη ζώνη των κυπαρισσιών, που σκύβουν στους τάφους,
Την ευγένεια που σκαλίζει η υπομονή της βροχής πάνω στους κίονες,
Τα μάτια των μικρών παιδιών όταν φιλιούνται κάτ’ απ’ τα δέντρα,
Την ομορφιά των σαρκωμένων Ασωμάτων.»

***

Σήκωσε πάνω τον πάσσαλο στη ματωμένη φτερούγα
Και το μαχαίρι του γλίστρησε στην άκρη της καρδιάς.
Γύρισε κι είδε που άνθιζαν τριγύρω τα κλαδιά,
Τα χέρια που έγερναν νεκρά σα μαραμένα φύλλα,
Και δεν ακούστηκε μιλιά, δε σείστηκε κλωνάρι.

Χαιρέτησε το Χάρο κι αγνάντεψε τ’ άσπρα λουλούδια
Και τον καπνό που ανέβαινε να τόνε πάρει.

Τα μακρινά κοντάρια λύγισαν, που σώριαζαν τους ίσκιους των,
Τα γιαταγάνια ράγισαν, πούταν ζεστά κι αχνίζαν,
Τ’ άτια χλιμίντρισαν πικρά και τα βουνά βουρκώσαν
Κι οι παιδεμένοι σταυροί χαμήλωσαν τα φωτοστέφανά τους,
Σαν είδαν τους κορυδαλλούς π’ αγγίζανε τη γη
Και σκάλιζαν, μάδαγαν τα φτερά, ν’ ακούσουν κάτου τ’ αδέρφια,
Που πετρωμένα κείτονται, στοιχειώνουν τα γιοφύρια.
Σαν είδαν τον ήλιο που γύριζε το πρόσωπό του,
Τη θάλασσα να δέρνεται με τρία κούφια λιθάρια,
Και τα χλωμά τριαντάφυλλα να στάζουν μαύρο αίμα.

***

«Ας σημάνουν οι καμπάνες.
Ας σηκωθούν τ’ αγάλματα και τα ποτάμια ας σταματήσουν.
Ανεβείτε περιστέρια
Κράξτε τα χελιδόνια από τις άνοιξες και τους αϊτούς απ’ τις γαλάζιες χώρες,
Όλα τ’ αδέρφια, τα παιδιά της ανεμικής γενιάς,
Κι ελάτε να σηκώσουμε το νεκρό,
Ελάτε να τον κηδέψουμε σκορπίζοντας τη στάχτη που άφησε,
Να πληθύνει το φως και ν’ αλαφρύνει ο άνεμος…»

***

Στα τρία σκαλιά, στους τρεις ουρανούς, άναψαν όλα τα φώτα,
Άνοιξαν και φυλλομετρούν τους γύρους του αιώνιου Ρόδου.

Από τη συγκεντρωτική έκδοση Γ. Θέμελη Ποιήματα I (1969)

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Γιώργος Θέμελης

Γιώργος Θέμελης, Ελεύθεροι πολιορκημένοι

Διονύσιος Σολωμός & Γιάννης Μαρκόπουλος, Άκρα του τάφου σιωπή
(τραγούδι: Νίκος Ξυλούρης, Ηλίας Κλωναρίδης & Μικτή Χορωδία Πρεβέζης / δίσκος: Ελεύθεροι πολιορκημένοι (1977))

Συλλογή Ωδή για να θυμόμαστε τους ήρωες (1949) του Γιώργου Θέμελη

Πρέπει η γη να χαίρεται, πρέπει να καμαρώνει
Δημοτικό

Ελεύθεροι πολιορκημένοι

Τριαντάφυλλα ’ναι θεϊκά στην κόλαση πεσμένα
Σολωμός

Θυμούνται και γράφουν μια βροχή,
Μια σκοτεινή βροχή που έπλεξε το σώμα του φεγγαριού σαν το λευκό μοσχάρι
Και τα κωδωνοστάσια έτρεμαν, γέρναν οι εκκλησιές.

Οι άνθρωποι δεν έβρισκαν γη να πατήσουν κι οι πεθαμένοι να κοιμηθούν.
Κι άρπαζαν χώμα, μάζευαν άσπρα κουρέλια να σκεπάσουν τη σάρκα
Και μαύρα μαντίλια να φυλάξουν τα τελευταία μαλλιά τους
Κι η όψη τους μεγάλωνε, μεγάλωνε από ένα χαμόγελο.

Τα παιδιά δε μπορούσαν να σηκωθούν, γιατ’ έχαναν τα μικρά τους μαχαίρια.
Τα κορίτσια ακολουθούσαν τα διάφανα χέρια τους και γίνονταν άφαντα.
Κι οι μάνες κατέβαιναν στα υπόγεια να βρουν φωτιά να κάψουν τα κρεβάτια τους
Να μη σαπίσουν,
Να μη ταξιδέψουν με τα νεκρά καράβια και τις κάσες στα μαύρα ξένα
Και σύρουν τα σεντόνια τους βρόμικα ζώα και τα πατήσουν.

Άνοιγαν χίλια βλέφαρα να κλείσουν την αγάπη,
Να κρύψουν τη στερνή χαρά που χτύπαε τα φτερά της
Ρίχνοντας δάφνες στα μαλλιά, μαλάματα στους κόρφους.

«Σκόρπα τη στάχτη σου, φωτιά, και ρίξε τον ανθό σου,
Να βάλουν άσπρα οι λεμονιές κι οι κούνιες να γεννήσουν,
Να στολιστούν τα μνήματα ν’ ανοίξουν παραθύρια,
Νάβρουν τα δάκρυα κατοικιά, τα περιστέρια πόρτες,
Κι η μάνα η μάνα η Δέσποινα να γιάνει τον καημό της.»

***

Ξάφνου μες στα χαράματα κρέμασε ο ουρανός την πούλια.

***

Περίμεναν,
Περίμεναν τ’ άσπρο μαντίλι της αμφιλύκης
Οι γυάλινες καμπάνες της Κυριακής,
Και τα σκαμμένα μάτια που άπλωσαν ν’ αγκαλιάσουν
Την πιο μεγάλη αυγή.

Από τη συγκεντρωτική έκδοση Γ. Θέμελη Ποιήματα I (1969)

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Γιώργος Θέμελης

Γιώργος Θέμελης, Καραϊσκάκης

Διονύσης Σαββόπουλος, Ωδή στον Γεώργιο Καραϊσκάκη
(δίσκος: Το περιβόλι του τρελού (1969))

Συλλογή Ωδή για να θυμόμαστε τους ήρωες (1949) του Γιώργου Θέμελη

Πρέπει η γη να χαίρεται, πρέπει να καμαρώνει
Δημοτικό

Καραϊσκάκης

Σε βυθό πέφτει από βυθό ως που δεν ήταν άλλος·
Εκείθ’ εβγήκε ανίκητος.

Σολωμός

Θυμούνται τα ξαφνιασμένα αγριοπερίστερα
Τον άγνωστο άνεμο που σηκώθηκε στο κλειστό περιβόλι
Κι έκαμε κάτω τα νερά να σπάσουν τα βιολιά
Κι έκαμε πάνω τα σήμαντρα να σβήσουν τ’ όνομά τους.

Το αγγελικό σχήμα ξεκούμπωσε την πανοπλία,
Το αγγελικό σχήμα ταράχτηκε κι άλλαξε τάξη
Κι η μαύρη νύχτα σκέπασε το μυστικό της.

***

Ποιος είδεν ήλιο σκοτεινό,
Πλατόνι να ματώνεται μ’ εφτά κομμένα ράμφη.
Ποιος είδε ζωντανό νεκρό να βγαίνει στο σεργιάνι.

Δεν ήταν καράβι του βοριά να τρώει πικρό χαλάζι.
Είχε το φόβο του νερού, του σκοταδιού τον τρόμο,
Είχε στο αίμα του το αίμα των γιασεμιών που κόπηκαν
Και μιαν απόκρυφη πληγή στη ρίζα της αγάπης.
Τον πόνο και τον κίνδυνο σπαθιού ξεγυμνωμένου.

Είχε έναν ίσκιο πίσω του σωματοφύλακα,
Έναν μεγάλον ίσκιο, που έγερνε πάνω στις πλάτες του,
Να του κρεμνάει τ’ άρματα, να του φυλάει τη δόξα,
Να του σελώνει τ’ άλογο, να βγαίνει καβαλάρης.
Να τονε λένε Χάροντα, να τονε λένε Αϊγιώργη,
Να τονε βλέπει η Λεφτεριά να ρίχνει τα φτερά της.

Τις νύχτες τον παράστεκαν αλύπητα κεριά.
Τις νύχτες χαροπάλευε να σώσει την ψυχή του,
Να σώσει το νεκρό κορμί που πήγαινε να λιώσει,
Που πήγαινε να σκεπαστεί το ασήκωτο φτερό του.

Μα σαν τον πρόφταινε η αυγή
Και σήκωνε την καταχνιά, σβούσε τ’ αχνά φαντάσματα,
Και σαν κεντούσε τη σκληρή μαύρη φοράδα του,
Που μύριζε το χώμα κι έσκαφτε να βρει γκρεμούς και λάκκους,
Σήκωνε το κεφάλι του ψηλά ψηλά μέσα στον άνεμο
Κι αγνάντευε τον ουρανό, μιλούσε με τον πληγωμένο του Άγγελο.

Τα δέντρα απλώναν την κρυφή χαρά τους και τον σκέπαζαν,
Τον κάναν αγαπητικό, του ανθίζαν τα μαλλιά,
Τούβαζαν πράσινη στολή και λουλουδένιο στόμα
Και τα κοράκια φεύγαν, σέρναν μακριά τη σκοτεινή μαυρίλα τους.
Στους λόφους φύτρωναν σταυροί, στα μάρμαρα ανεμώνες,
Και τα ποτάμια τα στεγνά θυμόντανε τη μάνα τους.

Ένα πουλί, ωραίο πουλί, χαμήλωνε τον ουρανό
Κι άπλωνε χιόνια, ζύγιαζε βροχές στους ματωμένους βράχους
Και κιλαϊδούσε κι έλεγε για ήλιους και φεγγάρια.

Από τη συγκεντρωτική έκδοση Γ. Θέμελη Ποιήματα I (1969)

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Γιώργος Θέμελης

Γιώργος Θέμελης: Προοίμιο (από την «Ωδή για να θυμόμαστε τους ήρωες»)

Ένας αϊτός (τσάμικος)
(τραγούδι: Χρήστος Καρακώστας / δίσκος: Γιάννης Μαρκόπουλος: ρίζες (1980))

Συλλογή Ωδή για να θυμόμαστε τους ήρωες (1949) του Γιώργου Θέμελη

Πρέπει η γη να χαίρεται, πρέπει να καμαρώνει
Δημοτικό

Προοίμιο

Κρυφά το λένε τα πουλιά, κρυφά το λέν’ τ’ αηδόνια
Δημοτικό

Ας σταματήσει ο ήλιος

Ας γείρει πίσω μια στιγμή να ιδεί τ’ άλλο του πρόσωπο,
Τον άλλο ήλιο, που κυλάει στον κάτω κόσμο.

***

Δεν τραγουδώ τους γυρισμούς των καραβιών,
Τ’ αστέρια που κεντούν ηλιοτρόπια στη ζωή του καλοκαιριού.

Ούτε τα χελιδόνια που παν στον ουρανό,
Να πάρουν το αίμα μιας αυγής να βάψουν τα λουλούδια.

Ακούω τι λένε τα μεγάλα δέντρα,
Τι τραγουδούνε τα βουνά και γράφουν τ’ ακρογιάλια.

Κι η θάλασσα η πολύφωτη με τα λευκά μαντίλια.

Ακούνε κάτω τα όστρακα κι ανοίγουν τους φεγγίτες,
Ακούν τα ψάρια και θυμούνται τον άνεμο
Και θέλουν ν’ αλλάξουνε φτερά και να γίνουν κοπέλες.

Κι οι άνθρωποι που περπατούν στην γη παίρνουν βαθιάν ανάσα.

Νύχτα σελώνουν, νύχτα περνούν, και την αυγή σκορπάνε,
Νάβρουν τα πλουμιστά πουλιά και τις ψηλές γυναίκες,
Που φέγγουν στα προσκέφαλα τη νύχτα που κοιμούνται.

Φέγγουνε κι ονειρεύονται ένα μεγάλον έρωτα,
Ένα μεγάλο γιο.

Νάχει έναν ήλιο στα μαλλιά, καθρέφτη ένα φεγγάρι
Και τον αϊτό στο πρόσωπο να του φυλάει τον ύπνο.

Από τη συγκεντρωτική έκδοση Γ. Θέμελη Ποιήματα I (1969)

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Γιώργος Θέμελης