Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης, Θάρρεψα

Σταύρος Κουγιουμτζής & Μάνος Ελευθερίου, Του κάτω κόσμου τα πουλιά
(ερμηνεία: Γιώργος Νταλάρας / δίσκος: Μικρές πολιτείες (1974))

Θάρρεψα

Γυμνό το χρυσό κλαδί του ύπνου, όταν αράζανε τα πουλιά.
Ανοιχτά τα παράθυρα, όμως, δεν ήρθε η δεκοχτούρα να καθίσει.
Μιλώ μέσα στη σκοτεινιά και ερημιά του Κάτω Κόσμου,
γνωρίζοντας απ’ το Ευαγγέλιο την αμεριμνησία των πουλιών.

«Έλα πουλί στον τόπο σου, έλα στην κατοικιά σου», έλεγε
θρηνώντας ο πατέρας μου που ’φυγε, θάβοντας τη χαρά.
Τι βαριά η μαρμάρινη πλάκα, που χρειάστηκε να σηκώσω,
κατεβαίνοντας τ’ αναρίθμητα του πραγματικού σκαλοπάτια.

Στην πλατιά ρούγα, με τα σφαλιχτά σπίτια της δυστυχίας,
καθώς έγειρα για λίγη ανάπαυση, ήρθες και μου πήρες το νου,
πουλί με τη μύτη τη χρυσή, με τα φτερά τα ασημένια,
δίχως τη βαριά ρόκα του γνεσίματος, που οι γυναίκες κρατούν.

Θάρρεψα πως ήταν λαβωμένα σου τα φτερά και θα σ’ έπιανα,
αλλά σε βρύση άγνωστη, εσύ τα ’ντυσες μαργαριτάρια.
Αφημένο στην αλάθευτη τη φροντίδα του Θεού για τα πλάσματα,
πετάς ελεύθερο από κάθε δυνατότητα ανθρωπίνου ενδιαφέροντος.

(1944)

Από τη συλλογή Ποιήματα (Παλαιοντολογικά) (1988) του Νίκου Γαβριήλ Πεντζίκη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης

Νίκος Μυλόπουλος, Μετά όλα καλά θα πάνε (III)

Σταύρος Κουγιουμτζής, Όλα καλά
(τραγούδι: Γιώργος Νταλάρας / δίσκος: Στα ψηλά τα παραθύρια (1975))

[Ενότητα Μετά όλα καλά θα πάνε]

III

Σκεφτόμουν τη γυναίκα που βαθιά ερωτεύθηκα
Τους δικούς μου που χάθηκαν τόσο αναίτια
Τις φωτογραφίες που ζωντάνευαν παιδικά κατορθώματα
Πόσο να έμενα κρυμμένος μες στα σκεπάσματα
Κάτι φύσηξε στην ψυχή μου∙ είπα θα ’ναι ο άνεμος
Σηκώθηκα με λαχτάρα προς τις γρίλιες χειρονομώντας
Είδα μόνο κάτι γκρίζους καπνούς στον ορίζοντα
«Όχι δεν πρόκειται αυτοί να ξανάρθουν»
Κι αυτή η εικόνα είναι τόσο μάταιη
Που αν και επαναλαμβάνεται βασανιστικά κάθε νύχτα
Βγαίνω έξαλλος στους δρόμους και τους ψάχνω.

Από τη συλλογή Οι εραστές πάντα σιωπούν (2007) του Νίκου Μυλόπουλου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Νίκος Μυλόπουλος

Νίκος Μυλόπουλος, Κυκλάμινα λήθης (II)

Γιάννης Ρίτσος & Μίκης Θεοδωράκης, Το κυκλάμινο
(τραγούδι: Γιώργος Νταλάρας / δίσκος: 18 λιανοτράγουδα της πικρής πατρίδας (1974))

[Ενότητα Κυκλάμινα λήθης]

II

Θυμάμαι τα άβαφα λόγια
Που ανάμεσα σε δροσάτα φιλιά
Πρόσφεραν στα οράματα νερό κι ελπίδα
Τους υπαίθριους πωλητές μιας καινούργιας ζωής
Την κουβέντα στα χείλη που έγινε λόγος
Ένα βλέμμα δενδρόφυτο, ερχομός και σκιά
Και μια φτώχεια λαχτάρα
Του Θεού να γιατρέψει τα χέρια.

Θυμάμαι ακόμα στη γειτονιά
Μια πετρούλα μικρή
Που αργότερα άλλαξε φύλο
Κι έγινε βράχος

Θυμάμαι αυτούς που χάθηκαν.

Από τη συλλογή Οι εραστές πάντα σιωπούν (2007) του Νίκου Μυλόπουλου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Νίκος Μυλόπουλος

Έγκλειστες συναντήσεις (2008): ένστιχτο

Σταύρος Κουγιουμτζής & Σώτια Τσώτου, Δώσε μου το χέρι σου
(τραγούδι: Γιώργος Νταλάρας / δίσκος: Νάτανε το 21 (1970))

ένστιχτο

Μου δίνει δύναμη το απλωμένο χέρι
Μια ανοιχτή αγκαλιά με παρηγορεί
Φίλε,
Χαρούμενο θέλω να σε βλέπω
Το χαμόγελο να σκεπάζει τον τόπο των δακρύων
Η θλίψη και ο πόνος που κυλά σε σταγόνες
Χαρά και λάμψη ας γίνουν

Από τη συλλογή έγκλειστες συναντήσεις (2008) ανήλικων κρατουμένων στις δικαστικές φυλακές Διαβατών Θεσσαλονίκης

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Ανήλικοι κρατούμενοι στις δικαστικές φυλακές Διαβατών Θεσσαλονίκης

Παναγιώτης Μαυρίδης, Λόγος τέταρτος (ΛΑ, ΛΒ)

Γιάννης Ρίτσος & Μίκης Θεοδωράκης, Κουβέντα με ένα λουλούδι
(τραγούδι: Γιώργος Νταλάρας / δίσκος: 18 λιανοτράγουδα της πικρής πατρίδας (1974))

Λόγος τέταρτος

[Ενότητα Λόγος τέταρτος]

ΛΑ

Του εξαδάχτυλου εχθρού
η δολερή σαΐτα
στα δύο στήθια ανάμεσα
καρφώθηκε, στο στέρνο∙
τρεμούλιασαν τα δάχτυλα
σπαρτάρησε το σώμα
κόκκινα αγριολούλουδα
φυτρώσανε στη χλόη.

ΛΒ

Σπασμός θανάτου πτύχωσε
την καρπερή κοιλιά∙
χλωμή με μάτια πέτρινα
ακούμπησε στο βράχο∙
στην ξεπλυμένη απ’ τη βροχή
γκριζόλευκη επιφάνεια
τρία σημάδια εξορκισμού χαράχθηκαν με δέος.

Από τη συλλογή Επτά λόγοι ασύγχρονοι, δοξαστικοί και θρηνώδεις (2004) του Παναγιώτη Μαυρίδη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Παναγιώτης Μαυρίδης

Παναγιώτης Μαυρίδης, [Έκλεισα το παράθυρο στο σήμερα…]

Νότης Μαυρουδής & Γιάννης Πανουτσόπουλος, Το μέλλον
(τραγούδι: Γιώργος Νταλάρας & Παιδική Χορωδία Δημήτρη Τυπάλδου / δίσκος: Λούνα παρκ (1998))

[Ενότητα Α]

VI

Έκλεισα το παράθυρο στο σήμερα∙
έξω απ’ το τζάμι,
φθοράς εικόνες,
έρημα τοπία,
δομές ερειπωμένες, πριν τελειώσουν,
όνειρα προδομένα,
που διαλύονται.

Την τάφρο, δρασκελίζω,
του παρόντος,
ελαύνοντας ανταγωνιστικά
στο μέλλον.

Από τη συλλογή Στην ίσαλη γραμμή (1987) του Παναγιώτη Μαυρίδη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Παναγιώτης Μαυρίδης

Θέμης Λιβεριάδης, Εξομολόγηση

Άκης Πάνου, Θέλω να τα πω
(τραγούδι: Γιώργος Νταλάρας / δίσκος: Θέλω να τα πω (1982))

Εξομολόγηση

Πάτερ… τρέμω σύψυχος.
Νομίζω πως είμαι στο Κλειδί της Αμαθείας. Επιπλέον δεν έχω ποτέ μου προβεί σε εξομολόγηση, εξόν από μια-δυο ερωτικές.
Δεν μου αρέσει η κοιλιά ούτε το λιγωμένο βλέμμα σου, αλλά θα προσπαθήσω.
Μου είπανε πως έχεις την χάριν Του.
Αυτοί που πρόλαβαν να με δουν είναι πια σιωπηλοί από καιρό κι απόμεινα με τους τυφλούς που ντύθηκαν εχθροί.
Δε νήστεψα το πάθος και ζήλεψα το φως των μακρινών μου.
Εμοίχευσα με την Ελευθερία και έκλεψα: πήρα απ’ το σεντούκι της Μάνας όλα τα ελαττώματα του Πατέρα.
Αμφισβητώ τους επερχόμενους. Μετά τον πόλεμο, κάθε βδομάδα σκοτώνω δύο φυσιογνωμιστές, έναν κατακρυψία και πολυάριθμους εκφωνητές.
Φοβάμαι πως χάνω ολοένα την Πίστη μου. Είναι στιγμές που βρίσκομαι σε ξέφραγο αμπέλι, κυκλωμένος από γαϊδούρια που έχουν δεμένα με σχοινί μόνο τα μπροστινά τους πόδια.
Αρνήθηκα τον Πέτρο όταν ελάλησε τρίτη φορά και υπήρξα ψευδομάρτυρας στη δίκη του Καραϊσκάκη.
Είμαι εξ αγχιστείας συγγενής με το όνειρο και ζιγκολό της γερασμένης Ομορφιάς. Παλαιότερα και επί χρόνια αυνανιζόμουν με τη σκέψη της.
Προχθές μπήκα σε μια φωτογραφία: δεν ήμουν μόνος, ούτε στην πλώρη. Καθόμουνα με τους πολλούς πίσω στην, πώς την λένε… πρύμνη, βλέποντας να μικραίνει ολοένα η Πατρίδα, ώσπου σηκώθηκα και βύθισα ιστό και θαλασσινή σημαία κάθετα στο μυαλό. Έμεινα έτσι καρφωμένος τρεις νύχτες και δυο μέρες. Ο καπετάνιος, λέει, περίμενε να «κόψει ο καιρός» για να με ταξιδέψει στο πιο εφήμερο νοσοκομείο κάποιας Σμύρνης.
Ξαναδιαβάζω τους αρχαίους για να σκουπίζω στωικά τον εμετό τον καθημερινό, προσπαθώντας να δεχθώ πως «μίσος δ’ εστίν δυνάμεως παράδειγμα, η δε φιλία ασθενείας δηλούμενον…»
Τελευταία, έκανα ένδεκα ασκήσεις ετοιμότητας, μα αν και εσύ νομίζεις πως δε φτάνουν, πες μου:

Να γράψω εκατό φορές πως τα αδέλφια μου είναι καλοί, αγγελικά πλασμένοι δεν είναι κωλοέλληνες.
Να ανέβω και να κατεβώ με τα γόνατα εβδομήντα επτά φορές τα μαρμαρένια τα σκαλιά μιας βίλας στην Ελάκη.
Να αποστηθίσω όλους τους στίχους του γεράσημου.
Να έκτιζα ξανά τον Παρθενώνα.

Παπά μου,
πάρε αυτό εδώ, για τους πτωχούς της ενορίας των πνευμάτων. Σ’ ευχαριστώ.
Ευχαριστώ. Είμαι πιο ήσυχος τώρα, ό,τι μου πεις.
Είμαι πιο ήσυχος. Έχω ησυχάσει και φιλώ το χέρι σου με τα βρόμικα νύχια.

Από τη συλλογή Ο θάνατος του ζώου, 1988-1996 (1997) του Θέμη Λιβεριάδη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Θέμης Λιβεριάδης

Απόστολος Λυκεσάς, Δοκιμαστήριο

Λαυρέντης Μαχαιρίτσας & Γιάννης Σπυρόπουλος (Μπαχ), Διδυμότειχο blues
(τραγούδι: Γιώργος Νταλάρας & Λαυρέντης Μαχαιρίτσας / δίσκος: Διδυμότειχο blues (1991))

Δοκιμαστήριο

Πρώτα ήταν οι ψάθες και τα καλάμια.
Ίσα να μη σκορπάνε οι φακές
και να κρύβονται τα λελέκια.
Έγιναν στάχτη ανάμεσα στις πέτρες.
Ύστερα ο χαλκός, ταψιά και ασπίδες, στη γωνία
πλασμένα με δαγκωνιές
μέχρι που πρασίνισαν
από τη λάσπη που άφησε ο κατακλυσμός.

Κατέβαιναν συνέχεια
με τομάρια βουβαλιών, λιονταριών
προβάτων και λύκων σκεπασμένοι.
Τους έφερνε η Άνοιξη
και το χορτάρι που έγλειφε τα πέλματα.

Κατόπιν ήρθε το σίδερο
κι άφησε σκουριά στη θέση μας.
Όμως κι αυτή φύτρωσε
όπως τα μανιτάρια το φθινόπωρο.
Αλλά
είναι ατέλειωτοι.
Έρχονται συνέχεια
με άτρωτα κράματα, μας ζούληξαν
μας άπλωσαν, μας ρούφηξαν.

Τώρα πια είναι μυριάδες
κουρελαρία, αλλού η σάρκα
αλλού τα κόκαλα.
Σέρνονται, βαδίζουν, κολυμπάνε, μπουσουλάνε.
Αλλού τα μάτια αλλού τ’ αφτιά
μπούτια και βυζιά
απλωμένα από Πανόραμα μέχρι Κορδελιό.

Άσωτοι
όλες τις εποχές.
Είναι το τελευταίο κύμα
κι εμείς οι έσχατοι πια.
Απροετοίμαστοι
να ζήσουμε χωρίς ιστορία και μέλλον
διασκεδάζουμε
κλοτσώντας το εγωπαθές ποιηταριό
που θαρρεί ότι σώζει το τομάρι του
στον ναρκισσιστικό του βόθρο.

Από τη συλλογή Μότορσιπ «Προκρούστης» (2008) του Απόστολου Λυκεσά

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Απόστολος Λυκεσάς

Ρουμπίνα Θεοδώρου, Αναταράξεις

Σταύρος Κουγιουμτζής & Μιχάλης Κορφιάτης (Άκος Δασκαλόπουλος), Το πουκάμισο το θαλασσί
(τραγούδι: Γιώργος Νταλάρας / δίσκος: Μικρές πολιτείες (1974))

Αναταράξεις

Σε είδα χτες καθισμένο στο σκαλοπάτι της δύσης
φορούσες το ουρανί πουκάμισο της καρτερικότητας
κι όλο ξεφλούδιζες τον τυραννικό κλοιό
του ανεκπλήρωτου.
Στο καταφύγιο της παραίσθησής σου
τρύπωσα μέσα από μια συλλογισμένη δίοδο,
εκεί που έκανε τη λακκούβα της
η ανάμνηση του ημιτελούς.

Δεν τόλμησα να σου μιλήσω, ούτε καν ν’ αγγίξω
το διάφανο όρκο της γύμνιας σου.
Κι όμως, θα ’θελα να χυμήξω και να κατασπαράξω
την απόγνωση του σούρουπου.
Θα ’θελα να συρρικνώσω την ενάρετη προτομή
των καιρών
θα ’θελα να βαλσαμώσω το αδιατάρακτο του έρωτα
να φωνάξω χάδια, να τεντώσω φιλιά,
ν’ αφιερώσω όνειρα καθαρισμένα από τους λεκέδες
της αυταπάτης.
Μα να που ξανάρθε στη γεύση,
η γνωστή απ’ τα παλιά στιφάδα του ανομολόγητου.

Πόσες φορές θα σ’ το πω ωριμότητα
δε χρειάζομαι αυτή τη δωρεάν προφύλαξή σου,
μα πώς γίνεται πάντα
χωρίς καμία επιδίωξη, χωρίς κανένα τέχνασμα
να καταλαμβάνεις τόσο χώρο στ’ αδιέξοδά μου;

Έχω μείνει στη σελίδα 38, στο κεφάλαιο της ερημιάς
και μέσα απ’ τα εμπρηστικά φωνήεντα
σκέβρωσε και το χαρτί των προσχημάτων.

Δες με τώρα λοιπόν, ατόφια αποκοπή της πληρότητάς μου
έπρεπε να τεμαχίσω το πλάτος και το μήκος μου
και να ξαναπλάσω απ’ την αρχή
τ’ ανόμοια μέλη μου
για να μπορέσω να χωθώ στο αχανές των ήχων σου.
Έπρεπε δίχως άλλο,
στην προκύπτουσα αφύπνιση των συμπτωμάτων
να διαφυλάξω αυτήν την ανάλαφρη καταπάτηση
των αναστεναγμών σου
για να εξαπλωθώ ακόμη παραπέρα
και να γίνω ένα με το θρόισμα της λαχτάρας σου.
Κι αν έχω την ευχέρεια,
μερικά υπολείμματα αβεβαιότητας
που μου ’μειναν στο χέρι
–από αφηρημάδα κι όχι από αυταρέσκεια–
πριν απ’ το μετά της λησμονιάς
να θυμηθώ να τα πετάξω.

Από τη συλλογή Ωστικό κύμα (1999) της Ρουμπίνας Θεοδώρου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Ρουμπίνα Θεοδώρου

Στέλιος Λουκάς, Η νύχτα που επιμένει

Μιχάλης Χατζηγιάννης & Νίκος Μωραΐτης, Όλα μιλούν για σένα
(τραγούδι: Γιώργος Νταλάρας / δίσκος: Με το ’να πόδι στ’ άστρα (2007))

Η νύχτα που επιμένει

Η νύχτα που επιμένει να ντύνεται μ’ άστρα
απόψε
όμορφη όσο ποτέ
μοιράζει υποσχέσεις.
Στις φλέβες της σπαρταράει αιχμάλωτο
το φως του κόσμου.
Η νύχτα που επιμένει να ντύνεται μ’ άστρα
ανεπανάληπτη
αγγίζει τον ύπνο μας
εισχωρεί στο πιο απόμακρο όνειρο
μεταμορφωμένη σε γιασεμί.

Από τη συλλογή Η πιο μεγάλη χώρα (2001) του Στέλιου Λουκά

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Στέλιος Λουκάς

Εύα Λιάρου-Αργύρη, Εξαφάνιση

Χρήστος Παπαδόπουλος & Ελένη Πανταζή, Εξαφάνιση
(τραγούδι: Γιώργος Νταλάρας & Haig Yadjizian / δίσκος: Η εξαφάνιση (2008))

Εξαφάνιση

Κρατημένος
στη σκάλα του τρένου, άστρο περαστικό
σκοτείνιασες

μες στους καπνούς της αναχώρησης

Φύλλο κολλημένο στο υγρό πεζούλι
το σηκώνει ο άνεμος
της θάλασσας κατά τα μαύρα μέρη –

Το αποτύπωμα ακόμα να σβήσει

Από τη συλλογή Και με σκιές και με τις λάμψεις (1992) της Εύας Λιάρου-Αργύρη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Εύα Λιάρου-Αργύρη

Αναστάσης Βιστωνίτης: Ό,τι περνάει χάνεται

Μίκης Θεοδωράκης & Κώστας Τριπολίτης, Λέγε
(τραγούδι: Γιώργος Νταλάρας / δίσκος: Ραντάρ (1981))

Ό,τι περνάει χάνεται

[Ενότητα Terra Incognita (1989-1995)]

Σαν το βηματισμό των λεγεώνων,
σαν τον παλμό της γέφυρας κάτω από το βήμα,
σαν ψίθυρος γέρικων αιώνων
που τους δένει ένα ξεφτισμένο νήμα,

όλα είναι πιο παλιά κι από τη μέθη,
από το δάκρυ και την κατακραυγή,
από τη μηχανή που μας αλέθει
κι από τη μολυσμένη αυγή.

Γύρω σου μόνον ερημιά και σκοτάδι,
το μαύρο πέπλο, η σημαία του νεκρού,
κι αυτό που πίστεψες όνειρο και χάδι
σφηνωμένο στο χρόνο του ατσαλιού.

Η Μούσα δεν παίρνει εκδίκηση για μας,
τα λόγια δεν περιγράφουν την πτήση.
Εδώ θ’ ακούς μονάχα τον τροχό της αγοράς.
Ο ήλιος που ήξερες έχει σιγήσει.

Από τη συγκεντρωτική έκδοση Χώμα από ουρανό [1983-1995] (1996) του Αναστάση Βιστωνίτη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Αναστάσης Βιστωνίτης

Οδυσσέας Ελύτης, Μυρίσαι το άριστον (XIV: Τα ανώτερα μαθηματικά μου τα έκανα στο Σχολείο της θάλασσας)

Οδυσσέας Ελύτης & Δημήτρης Λάγιος, Όμορφη και παράξενη πατρίδα
(τραγούδι: Γιώργος Νταλάρας / δίσκος: Ο ήλιος ο ηλιάτορας (1983))

[Ενότητα Μυρίσαι το άριστον]

XIV

Τα ανώτερα μαθηματικά μου τα έκανα στο Σχολείο της θάλασσας. Ιδού και μερικές πράξεις για παράδειγμα:

1. Εάν αποσυνδέσεις την Ελλάδα, στο τέλος θα δεις να σου απομένουν μια ελιά, ένα αμπέλι κι ένα καράβι. Που σημαίνει: με άλλα τόσα την ξαναφτιάχνεις.

2. Το γινόμενο των μυριστικών χόρτων επί την αθωότητα δίνει πάντοτε το σχήμα κάποιου Ιησού Χριστού.

3. Η ευτυχία είναι η ορθή σχέση ανάμεσα στις πράξεις (σχήματα) και στα αισθήματα (χρώματα). Η ζωή μας κόβεται, και οφείλει να κόβεται, στα μέτρα που έκοψε τα χρωματιστά χαρτιά του ο Matisse.

4. Όπου υπάρχουν συκιές υπάρχει Ελλάδα. Όπου προεξέχει το βουνό απ’ τη λέξη του υπάρχει ποιητής. Η ηδονή δεν είναι αφαιρετέα.

5. Ένα δειλινό στο Αιγαίο περιλαμβάνει τη χαρά και τη λύπη σε τόσο ίσες δόσεις που δε μένει στο τέλος παρά η αλήθεια.

6. Κάθε πρόοδος στο ηθικό επίπεδο δεν μπορεί παρά να είναι αντιστρόφως ανάλογη προς την ικανότητα που έχουν η δύναμη κι ο αριθμός να καθορίζουν τα πεπρωμένα μας.

7. Ένας «Αναχωρητής» για τους μισούς είναι, αναγκαστικά, για τους άλλους μισούς, ένας «Ερχόμενος».

Από τη συλλογή Ο μικρός Ναυτίλος (1988) του Οδυσσέα Ελύτη

Πηγή: συγκεντρωτική έκδοση Οδυσσέας Ελύτης, Ποίηση (εκδ. Ίκαρος, 2002)

Σιδέρης Ντιούδης, Σκόνη

Λαυρέντης Μαχαιρίτσας & Μιχάλης Μαρματάκης, Σκόνη
(τραγούδι: Γιώργος Νταλάρας / δίσκος: Η αμαρτωλή Μαρία (1983))

Σκόνη

Η σκόνη καταλάγιασε
και ανάλαφρα σκέπασε τα πάντα.
Τόσο αθόρυβα
σχεδόν αόρατα
στο βασίλειο της εικόνας.

Άπειρα μικρά σωματίδια
σε περιρρέουσα ατμόσφαιρα.

Μια βουτιά
ήρεμη και βαθιά,
σε πτυχές και επιφάνειες
σε κρεβάτια και όνειρα
σε υαλικά και προσδοκίες
σε έπιπλα και ανθρώπους.

Από τη συλλογή Η βραδυπορία της στιγμής (2011) του Σιδέρη Ντιούδη

Σταύρος Κουγιουμτζής & Μάνος Ελευθερίου, Του κάτω κόσμου τα πουλιά

Του κάτω κόσμου τα πουλιά

Μουσική: Σταύρος Κουγιουμτζής
Στίχοι: Μάνος Ελευθερίου
Τραγούδι: Γιώργος Νταλάρας & Άννα Βίσση
Δίσκος: Σταύρος Κουγιουμτζής / μικρές πολιτείες (1974)

Φαρμακωμένος ο καιρός παραμονεύει
μες στα στενά του κάτω κόσμου να σε βρει
και δεκατρείς αιώνες άνεργος γυρεύει
την κιβωτό σου και το αίμα να σου πιει

Σε καρτερούν μαστιγωτές και συμπληγάδες
μες στα μαλάματα μια νύφη ξαγρυπνά
κι έχει στ’ αφτιά της κρεμασμένες τις Κυκλάδες
κι είν’ το κρεβάτι της λημέρι του φονιά

Κρυφά τα λόγια τα πικρά μες στο κοχύλι
κρυφά της θάλασσας τα μάγια στο βοριά
θα σβήσει κάποτε στο σπίτι το καντήλι
και μήτε πόρτα θάβρεις μήτε κλειδαριά

Του κάτω κόσμου τα πουλιά και τα παγόνια
με φως και νύχτα σού κεντούν μια φορεσιά
άνθρωποι τρίζουν κι ακονίζουν τα σαγόνια
πηδούν και τρέχουν και σε φτάνουν στα μισά

Γιώργος Χ. Θεοχάρης, Οικογένεια Λ. Σφουντούρη

Γιάννης Ρίτσος & Μίκης Θεοδωράκης, Μνημόσυνο
(τραγούδι: Γιώργος Νταλάρας / δίσκος: 18 λιανοτράγουδα της πικρής πατρίδας (1974))

Οικογένεια Λ. Σφουντούρη

ΛΟΥΚΑΣ [ΕΤΩΝ 55]
ΦΛΩΡΟΥ [ΕΤΩΝ 50]
ΘΕΜΙΣΤΟΚΛΗΣ [ΕΤΩΝ 3]
ΙΩΑΝΝΗΣ [ΕΤΩΝ 25]
ΟΛΓΑ [ΕΤΩΝ 20]
ΠΑΝΑΓΙΩΤΑ [ΕΤΩΝ 14]

ΕΦΟΝΕΥΘΗΣΑΝ ΠΑΡΑ ΤΩΝ ΓΕΡΜΑΝΩΝ ΤΗ 10-6-44

Άκουσε φίλε,
σ’ αυτό το κενοτάφιο βρίσκεται, μ’ έναν τρόπο, η σύνοψη της τραγωδίας του Διστόμου.
Ο Θεμιστοκλής πιάστηκε όμηρος, με άλλους έντεκα ξωμάχους, από τους Γερμανούς, σαν έφταναν στο Δίστομο, το μαύρο Σάββατο στις 10 Ιουνίου 1944. Λίγο μετά σκοτώσανε την αδερφή του Παναγιώτα που αμέριμνη έβοσκε τ’ αρνιά της στο Βρυόρεμα. Όσο βαστούσε η μέρα μέσα στο χωριό μακέλεψαν οι Ούννοι, νέους γέρους νήπια ζώα κι ό,τι ζωντανό – ανάμεσό τους τον Θεμιστοκλή και τον πατέρα του. Κίνησε η Φλωρού κι η Όλγα, η κόρη της, με δυο μουλάρια –σαν μάθανε τα μαύρα νέα– να φέρουνε τη σκοτωμένη Παναγιώτα τους. Φορτώσανε το πτώμα της και επιστρέφοντας απάντησαν το θάνατο να φεύγει για τη Λειβαδιά συντεταγμένος. Ήταν από τα τελευταία θύματα. Απόμειναν στις γράνες της δημοσιάς, μαζί με τα μουλάρια τους και τη νεκρή τους, θερισμένες από τα πολυβόλα.

Γι’ αυτό σου λέω φίλε,
σταμάτα μια φορά σ’ αυτό το κενοτάφιο της μνήμης.
Άφησε ένα αγριολούλουδο για τους 218 μακελεμένους του Διστόμου και συνέχισε, δρέψε την ευτυχία της ειρηνικής ζωής μας στην Αράχωβα τη νύχτα.

Περνώντας απ’ του Καραϊσκάκη το άγαλμα δείξε του πως θυμάσαι, κλείνοντάς του πονηρά το μάτι.

Από το ποιητικό βιβλίο Από μνήμης (2010) του Γιώργου Χ. Θεοχάρη