Δημήτρης Σέκερης, Η γοητεία της αίρεσης

Η γοητεία της αίρεσης

Θαρθούν ομίχλες να σε βρουν μονάχο σου
μέσα στον κάμπο της Μακεδονίας.
Αστέρι χάλκινο στη λάσπη του μυαλού σου
η άσπρη μνήμη του λαιμού της
κι από τις συναναστροφές
μόνο ένα θραύσμα στις κλειδώσεις.
Θαρθούν ομίχλες να σε συναντήσουν
εξαντλημένο από την παραχάραξη
να ομνύεις στη γοητεία της αίρεσης.

Τρόμος οι ώρες που ακροβατεί το ισοζύγιασμα της μέρας
σε μάτια κοριτσιών, στα δάχτυλα υπαλλήλων
στης Πασιφάης τα λαγόνια.
Τρόμος μην έρθουν και σε βρουν και σε λεηλατήσουν
μ’ ένα άγγιγμα
και μ’ ένα παρακαλετό
με κάποιο σόφισμα που θέλεις να ξεχάσεις.

Κ’ έτσι, όλο έπαρση
αναρωτιέσαι αν μοναχός σου δύνασαι
να επαληθεύεις τη ζωή σου.

1969

Από τη συλλογή Αγωγή (1972) του Δημήτρη Σέκερη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Δημήτρης Σέκερης

Δημήτρης Σέκερης, Παραίνεση πρώτη

Παραίνεση πρώτη

Μέσα από τόσες μαρτυρίες και καταθέσεις
αλλοιωμένο το κορμί σου στέκει
ευδόκιμο στις παραινέσεις και στο φαρμάκι τους.
Αλλά δεν έχεις παρά τα ματωμένα κύματα
και μιαν έξαλλη πατρίδα
για να μην την εξευτελίζεις.

1965

Από τη συλλογή Αγωγή (1972) του Δημήτρη Σέκερη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Δημήτρης Σέκερης

Δημήτρης Σέκερης, Τρεις εκδοχές

Τρεις εκδοχές

ο άντρας
Άνοιξα τότε το παράθυρο
έτσι χλωρός. Κι απ’ το παράπονο
πίσω η θάλασσα. Στην άκρη
άδεια τραπέζια φθινοπωρινά
όχι μαλάματα ή κρασί ή πυρετός.
Μόνο το φρύδι της λίγο γερτό
και κάτω ανήλεο το μάτι.

η γυναίκα
Έχεις πια πάρει την απόφασή σου.
Ώριμη στέκεσαι. Κ’ επάνω, ψηλότερα
φουντώνει το κόκκινο. Δειλινό όπως τότε
που σε φίλησε γέρνοντας σε τοίχο ασβεστωμένο.
Δειλινό και, η θάλασσα να χυμάει
εντός σου για να τον καταποντίσει
κι ούτε είδωλο πια. Την απόφασή σου την πήρες.

ο φίλος
Γενναίος κυρώθηκε — να μην πεις κυνικός.
Άδηλη μνήμη, βουρκωμένη ανάσα
που τραβάει πιο πέρα
με τον Αστυάνακτα νεκρό στα χέρια
κι ολοφύρεται. Προεξοφλήθηκε γενναίος.

υστερόγραφο
Στο στήθος του η μαρτυρία:
το φονικό εμβατήριο που κομπάζει
καθώς φυσάνε μέσα του οι βοριάδες
του κατατρεγμού. Για να μην πεις κυνικός.

1966

Από τη συλλογή Αγωγή (1972) του Δημήτρη Σέκερη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Δημήτρης Σέκερης

Δημήτρης Σέκερης, Ένα υστερόγραφο για την Άνοιξη

Ένα υστερόγραφο για την Άνοιξη

Επιστολές υποστολές συμβούλια
και τα μαλλάκια σου άσωτα ερείπια.
Σαστισμένα όπλα στην πλατεία
κι η πολιτεία άλγος χωρίς ολολυγμούς.
Αυτός με τις έξαλλες λέξεις κι ο άλλος
ο παρακατιανός με την αιδημοσύνη
μας μίλησαν για τα κορίτσια, θυγατέρες
όχι της Ιφιγένειας με το μαχαίρι
αλλά της δούλας με τους σακατεμένους γοφούς
που ρήμαξε τα χέρια της
πλένοντας πόδια αυτοκρατόρων.
Όσο για κείνον με το θριαμβικό απόφθεγμα
της πράξης
απόηχος είναι της εξαργυρωμένης μας οργής
γιατί μηχανευτήκαμε ένα ολοφυρόμενο είδωλο
δίπλα στο φιλιατρό του ύπνου.

1967

Από τη συλλογή Αγωγή (1972) του Δημήτρη Σέκερη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Δημήτρης Σέκερης

Δημήτρης Σέκερης, Τρεις δοκιμές για την Άνοιξη (γ’)

Τρεις δοκιμές για την Άνοιξη

γ’

Ανήθικος κ’ επιρρεπής στην ασωτία
μόλις που γύρισε από λιμάνια μπακιρένια
ο εσπερινός γλυκός σα μύθος
έτσι που να μη νιώθεις
το νύχι του ήλιου στο μηνίγγι σου.
Βέβαια τους πρόδωσε
πάντα αναχωρητής και καιροσκόπος
—λατρεύοντας τους φαύνους και φανατικούς—
όμως η άλλη του ζωή
αυτό το φάσμα από λέξεις όλο έπαρση
βούλιαξε στο βυθό που μας έχτισαν
έτσι που ανήθικος και καιροσκόπος
κατοχυρώνει την παραίτησή του
επιστρέφοντας.

1967

Από τη συλλογή Αγωγή (1972) του Δημήτρη Σέκερη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Δημήτρης Σέκερης

Δημήτρης Σέκερης, Τρεις δοκιμές για την Άνοιξη (β’)

Τρεις δοκιμές για την Άνοιξη

β’

Έφυγε για την άλλη Ιθάκη, την επαρχία της Μακεδονίας
με τους ρευματισμούς που σακατέψανε τον κόσμο
σπαταλώντας μια-μια τις τύψεις του σε καπηλειά ανθυγιεινά
για να ξεχάσει τους φραγμένους που σώπασαν με τον καιρό.
Ακριβό το ρούχο. Και το κόσμημα αμέθυστος.
Τα μαλλιά του μυρωμένα στους θρήνους
μόνο που φαγωθήκανε τα δάχτυλά του στις συναλλαγές.

Ο Κώστας έλιωσε από τη βασκανία
κι όλοι το λέγανε,
έτσι ευαίσθητος, έτσι εσωστρεφής…
και το σημαντικό: μακριά απ’ τη δράση.

1967

Από τη συλλογή Αγωγή (1972) του Δημήτρη Σέκερη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Δημήτρης Σέκερης

Δημήτρης Σέκερης, Τρεις δοκιμές για την Άνοιξη (α’)

Τρεις δοκιμές για την Άνοιξη

α’

Στους δρόμους οι πραιτοριανοί υπερόπτες
μας βασανίζει η κυκλοφορία σαν επιτάφιος
τώρα την Άνοιξη με τις δημοπρασίες
– τις προσωπίδες, πάρε τις προσωπίδες
γιατί μας γνέφει με ξετρελαμένο στόμα
η άλλη μας ζωή σε συστοιχίες κατόπτρων

1967

Από τη συλλογή Αγωγή (1972) του Δημήτρη Σέκερη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Δημήτρης Σέκερης

Δημήτρης Σέκερης, Τρεις αφαιρέσεις (γ’)

Τρεις αφαιρέσεις

γ’

Έφτασες να μην έχεις άλλο τρόπο για να ζήσεις
παρά μονάχα κάτι χειρονομίες ήπιες
καθώς σαστίζει το χέρι σου στο χάδι και στο ράπισμα
έφτασες να μην έχεις παρά την έσχατη σιωπή,
ταπείνωση που την ονόμασες,
τη μοναξιά σου.

1968

Από τη συλλογή Αγωγή (1972) του Δημήτρη Σέκερη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Δημήτρης Σέκερης

Δημήτρης Σέκερης, Τρεις αφαιρέσεις (β’)

Τρεις αφαιρέσεις

β’

Και να θυμάσαι πότε-πότε πως αυτό το πάθος
που σε τρώει κι ας το γύμνασες έτσι
παράτολμα ν’ ακροβατεί στις αιχμές των πραγμάτων
είναι σκεύος μοναχικό με παγωμένες φλέβες
ομοίωμα πόθου ίσως ή το πολύ
ένα λουλούδι χάρτινο
οχυρωμένο μέσα στις ηθικές υπεκφυγές σου
τις αμετακίνητες.

1968

Από τη συλλογή Αγωγή (1972) του Δημήτρη Σέκερη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Δημήτρης Σέκερης

Δημήτρης Σέκερης, Τρεις αφαιρέσεις (α’)

Τρεις αφαιρέσεις

α’

Τώρα που ο αποχωρισμός σού έγινε οικείος
—θλίψη ν’ αφήνεις πίσω σου τις εκδοχές—
τώρα που δεν μπορείς να ονειρευτείς εκτάσεις
και περάσματα για τους στρατιώτες σου τους μολυβένιους
γιατί πληθαίνουν οι συναλλαγές με το Μινώταυρο,
συγκράτησε την ακοή σου που γυρίζει πίσω
και γαλήνεψε μέσα στης ασωτίας τα ράκη.

1968

Από τη συλλογή Αγωγή (1972) του Δημήτρη Σέκερη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Δημήτρης Σέκερης

Κώστας Πασβάντης, Μελαγχολία του ποιητή

Μελαγχολία του ποιητή

«ανεμοτραφές» λέει το κύμα ο ποιητής

Δοκίμασα λέξεις ανεκτίμητες
φύτεψα μα δεν είδα τον καρπό.

Τώρα που άρχισα να καταλαβαίνω κάπως
οι λέξεις μού αντιστέκονται∙
ακούω άδεια τα λόγια μου που κουδουνίζουν.

Άλλωστε, ζώντας σε καιρούς ευτελείς
μιλώντας μιαν άλλη γλώσσα που δε συμφύρεται στην αγορά
εκφράζοντας συγκινήσεις τόσο φιλάργυρα ιδιωτικές και για πράγματα έτσι ανώφελα

Έχω περάσει ήδη τη γραμμή και απομονώθηκα∙
συχνά που νιώθω ξένος στις αναπόφευκτες συναναστροφές.

Δοκίμασα λέξεις ανεκτίμητες γύρεψα να περάσω την άλλη σιωπή θα τελειώσω
μεταπράτης λέξεων.

Ταμίευσα τη ζωή μου τη διασκεύασα∙ ωστόσο
κουβεντιάζω ακόμα.
Λιγάκι κάθε μέρα
να μη σκουριάσει η γλώσσα.

Από τη συλλογή Κοντάκια (1983) του Κώστα Πασβάντη

Πηγή: ανθολογία Η δεύτερη μεταπολεμική ποιητική γενιά (1950-1970) του Ανέστη Ευαγγέλου (εκδ. Παρατηρητής, 1994)

Κώστας Πασβάντης, Πρωί

Πρωί

Πρωί μονάχα ζούνε οι στίχοι
πρωί

προτού βραχνιάσει η μέρα
και ξυπνήσουν οι εφιάλτες
και το λεπίδι γυμνωθεί

Από τη συλλογή Η πόλη φεύγει (1991) του Κώστα Πασβάντη

Πηγή: ανθολογία Η δεύτερη μεταπολεμική ποιητική γενιά (1950-1970) του Ανέστη Ευαγγέλου (εκδ. Παρατηρητής, 1994)

Κώστας Πασβάντης, Χριστουγεννιάτικη ιστορία (Α)

Χριστουγεννιάτικη ιστορία

Α

Παραμονή Χριστούγεννα, βαρυχειμωνιά. Στα βουνά το χιόνι έφτανε το ένα μπόι.
Αρμενίζαμε ώρες∙ φυσούσε δυνατός γρεγολεβάντες και ο καιρός σταυρωμένος από τον βορρά. Τέλος, βγήκαμε στη στεριά, σε μέρος ευλίμενο.
Κι αφού βαδίσαμε πολλή ώρα ξεχιονίζοντας με φτυάρια και αξίνες εδώ κι εκεί, φτάσαμε στο ναό.

Μέσα στο ναό, απρόσμενα ολωσδιόλου, μας υποδέχτηκε η γλύκα μιας φωτιάς.
Ήταν εκεί, γύρω στη φωτιά, ο κυρ Αλέξανδρος οι τρεις αιπόλοι κι αυτοί που είχαν φτάσει από σταβέτ∙ και οι άλλοι που το καράβι τους ο καιρός το γύρισε από το Αγιονόρος.

Ο κυρ Αλέξανδρος πάντα σκυμμένο το κεφάλι∙ και σα θλιμμένος, καθώς μου φάνηκε στο αντηλάρισμα της φωτιάς. Μια στιγμή μονάχα που ψιθύρισεν «ξυλάρμενοι, πάλι, ξυλάρμενοι».

Θα ’ταν τρίτη ώρα μετά τα μεσάνυχτα, και όπως ο αέρας είχε σταθεί λιγάκι, εγώ που χρόνια είχα να διακονήσω τα θαύματα,

μήτε μπορούσα να βλέπω το άνθος του γιαλού γιατί αθώος δεν ήμουν άλλο για να αισθάνομαι τα μυστικά του κόσμου αυτού,

ένιωσα ξαφνικά τους ίσκιους γύρω στη φωτιά να γίνονται, εκείνη των αγραυλούντων η τοιχογραφία.

Και μολονότι είχα ξεχάσει όλες τις προσευχές, παρακάλεσα να έχω κοντά μου κάτι για προσάναμμα∙ για να ζεστάνω τα χρόνια που αφουγκραζόμουν έξω να σιμώνουν και μ’ έπιανε φόβος κι έτρεμα, σαν τ’ αγριοπερίστερο.

Από τη συλλογή Η πόλη φεύγει (1991) του Κώστα Πασβάντη

Πηγή: ανθολογία Η δεύτερη μεταπολεμική ποιητική γενιά (1950-1970) του Ανέστη Ευαγγέλου (εκδ. Παρατηρητής, 1994)

Νάσος Βαγενάς, Βιογραφία (II)

Βιογραφία

[Ενότητα Βιογραφία]

II

Το σκοτάδι σκαρφαλώνει πάνω μου. Ένα φυτό. Που το ποτίζεις κρυφά κάθε μεσημέρι.

Έπειτα είναι κι η ανάσα σου. Με κλείνει από παντού σαν συρματόπλεγμα. Κάτω απ’ το δέρμα σου

Υπάρχουν εφτά πολιτείες. Η μια πιο βαθιά από την άλλη. Σε κάθε μια

Ένα άρμα σέρνει αδιάκοπα γύρω από τα τείχη τον ένδοξο νεκρό.

Από τη συλλογή Βιογραφία (1978) του Νάσου Βαγενά

Νάσος Βαγενάς, Βιογραφία (I)

Βιογραφία

[Ενότητα Βιογραφία]

I

Σφύριξε πάλι άνοιξη. Το πράσινο ανεβαίνει. Άνθη μοσχοβολάνε. Μήλα

Πέφτουν στο χώμα και φέρνουν στο νου γκιλοτίνες.

Να γινότανε μια επανάσταση. Κεφάλια να πέφτανε ξαφνικά και στη θέση τους

Να μη φύτρωνε τίποτε.

Έπειτα από χρόνια τα σώματα ν’ αφήνονταν ελεύθερα. Να κυκλοφορούνε.

Ενθύμια του παλαιού καθεστώτος.

Από τη συλλογή Βιογραφία (1978) του Νάσου Βαγενά

Νάσος Βαγενάς, Επεισόδιο

Επεισόδιο

Όλη τη νύχτα έβρεχε. Και το πρωί
τα φορτηγά κατέβηκαν με λάστιχα λασπωμένα.
Οι νεκροί μετακομίζουν σ’ άλλα σώματα αφήνοντας
μεγάλες γρατσουνιές στο δέρμα.
Ο ουρανός το γυρίζει
γρήγορα στο γαλάζιο.
Ένας ήλιος καυτός περνάει
σφυρίζοντας πάνω απ’ το κεφάλι μου.
«Ο θάνατος δεν είναι τίποτα» μου έλεγε
τις προάλλες ένας ταξιτζής.
«Μια απλή διακοπή του φωτός. Όπως όταν
δεν έχεις να πληρώσεις το λογαριασμό».

Από τη συλλογή Βιογραφία (1978) του Νάσου Βαγενά

Ανδρέας Λίτος, Η χαμένη ευωδία του λόγου

Η χαμένη ευωδία του λόγου

Το κέντρο του λόγου πανίσχυρο μέσα στην Ιστορία.
Χαριτωμένη φανέρωση της ενδόμυχης ζωής, μελιφθογγία.
Καίριο χτύπημα η πλημμυρίδα της φθοράς έξω από τα ρείθρα.
Η όμορφη ομιλία έγινε παρελθούσα στη μνήμη, ανεμόεσσα.
Η σιωπή του λεκτικού αφανισμού.
Κι εμείς οι λίγοι φίλοι, έτι ομιλούντες,
μαθητές της αγάπης, νοσταλγοί τώρα παραμένουμε
της ευωδίας του απόντος λόγου
χαρούμενοι για την εδώ παρουσία σου!

Από τη συλλογή Φωτός Κάλλος (2006) του Ανδρέα Λίτου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Ανδρέας Λίτος