Δώρα Κασκάλη, Ποιητής

[Ενότητα Κάποτε επουλώνεται]

Ποιητής

Μοιάζω με μηχανή
παραγωγής λέξεων.
Ενίοτε, δεν τις αγαπώ
ούτε απολαμβάνω
τον άχαρό μου ρόλο.
Συχνά τις φτύνω
τις κακοποιώ.
Μετά το μετανιώνω.
Τις στολίζω
τις κάνω θελκτικές
για να τις αγοράσουν.
Τις βγάζω στο κλαρί.

Είμαι συλλέκτης και ταριχευτής
μικρών πτωμάτων
που χύνουν απ’ τ’ απύλωτα
οι άμουσοι, οι ωραιοβλαβείς.
Πού να γνωρίζουνε οι αδαείς
ότι είναι αυλών συστήματα∙
τις σπάνε με τα δόντια τους,
λυγίζουνε τις γέφυρες
ανάμεσα στους φθόγγους,
τις συλλαβές ραγίζουν.
Εγώ τις σώζω,
τις συντηρώ στην ελεγχόμενη υγρασία
μνημονικών συνάψεων.

Και στο χαρτί
στην άχρονη άχραντη ζωή
ατόφιες τις ενταφιάζω.

Από τη συλλογή Κάπου ν’ ακουμπήσεις (2018) της Δώρας Κασκάλη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Δώρα Κασκάλη

Δώρα Κασκάλη: [Παρατηρώ τα δάκτυλά σου…]

[Ενότητα Ψιχάλ’ από γαλακτοφόρο ουρανό]

Παρατηρώ τα δάκτυλά σου
που τυλίγουνε καπνό∙
θα μυρίζουν την αψιά οσμή
της πεθαμένης χλωροφύλλης,
του χαρτιού που αναλώνει από
λατρεία το κορμί του
μες στο στόμα σου.
Ύστερα τα βαφτίζεις στο ουίσκι,
βρέχεις τις ρώγες τους
και οι μικρές Πυθίες θυμούνται
–σ’ αλκοολικές αναθυμιάσεις–
σφιχτά που κράτησαν τα στήθη
ως τον πόνο, τις κλειτορίδες
που από κάθε λυγμική ανάσα
στράγγισαν.
Είναι γυμνά τα χέρια σου
ως τους αγκώνες∙
δέρμα χιλιοφιλημένο
απ’ τα στολίδια των χειλιών τους.

Αυτήν την επικράτεια χαρίζεις.
Το άλλο σώμα αντιστέκεται.
Μπορεί να προσδιοριστεί επιθετικά
να παρομοιαστεί με ζώα ή φυτά
να μεταφέρει τη σημασία του
πάνω στην πλάτη παρηχήσεων τολμηρών.

Κόβει όμως διπλά
το μισητό ρήμα «ψαύω»∙
στη χασμωδία του κρύβεται
τόση απουσία.

Από τη συλλογή Κάπου ν’ ακουμπήσεις (2018) της Δώρας Κασκάλη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Δώρα Κασκάλη

Δώρα Κασκάλη, Παραμονή

[Ενότητα Ψιχάλ’ από γαλακτοφόρο ουρανό]

Παραμονή

Καλοκαιριά πάνω απ’ την πόλη.
Μόνο ένα αδέσποτο σύννεφο
–σκοπευτής ελεύθερος–
με στόχευε από ώρα.
Οι διμοιρίες έκαναν
τσιγάρο της υπομονής
πριν ξεκινήσει η μόνη πράξη.
Τα δέντρα εκσφενδόνιζαν
μολότοφ χλωροφύλλης
επάνω στο πλακόστρωτο
ενός ακόμα κυνικού Δεκέμβρη.

Διαδήλωνα μοναχικότητα
στις λεωφόρους όπου αντάρα
και φωνές παρήλαυναν.
Καρπωνόμουν τη
μνήμη από το χέρι σου που έλειπε.
Γινόταν μήτρα του κορμιού σου η πόλη.
Ο θαλασσινός κόρφος της
γούβιαζε αξόδευτη την τρυφερότητα.
Η κλειστή χώρα μού έστηνε οδοφράγματα,
μα εγώ ήθελα προσκυνήτρια ως
τη θωριά σου να περπατήσω.

Οι σωρείτες πάνω από τον Χορτιάτη
κακά έφερναν μαντάτα.
Λαχταρούσα να βγάλω τη μαύρη ζακέτα,
συγγνώμη να μη ζητήσω
για το φάλτσο στον επαναστατικό μου ρόλο.

Ξεμπράτσωτη στο άδειο
λιμάνι. Να φωνάξω.
Σε θέλω.

Από τη συλλογή Κάπου ν’ ακουμπήσεις (2018) της Δώρας Κασκάλη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Δώρα Κασκάλη

Δώρα Κασκάλη, Ομοτράπεζοι ομοούσιοι

[Ενότητα Κάποτε επουλώνεται]

Ομοτράπεζοι ομοούσιοι

Σήμερα δεξιώνομαι τους ζωντανούς μου.
Στο τσιγκέλι ο μπαλτάς
στον καλόγερο το δεκανίκι.
Είμαστε πάλι ολόκληροι
σωσμένοι απ’ το σφαγείο
της μνήμης
της ασθένειας
της απουσίας.

Θα πιούμε ένα ξινόμαυρο
με μόνη παρενέργεια τη χαρά.
Θα φάμε
γεμιστά και φέτα
και θα δροσίσουμε
τα πόδια στο μωσαϊκό.

Το παρελθόν δεν θα εξαγοράσω
δεν θα ζητήσω αναδρομές.
Θα φτιάξω ένα μεσημέρι στο άχρονο
τη γραμμικότητα θα σπάσω της ανάσας
και θα εγκαθιδρύσω λίγων ωρών υγεία

Και μία καλοσύνη
να ταΐσουμε
τα στόματα πριν ξεχειλώσουν απ’ τη φρίκη.

Από τη συλλογή Κάπου ν’ ακουμπήσεις (2018) της Δώρας Κασκάλη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Δώρα Κασκάλη

Δώρα Κασκάλη, Οικόσιτα φαντάσματα

[Ενότητα Ψιχάλ’ από γαλακτοφόρο ουρανό]

Οικόσιτα φαντάσματα

Κηδεύω κάθε χρόνο
κι έναν άντρα.
Όπως οι χαροκαμένοι
αεροβαφτίζω.
Είναι φαινομενικά ανέξοδο,
δεν απαιτείται επαγγελματισμός
κάσα ολκής
λιμουζίνα ευρύχωρη.
Η μέθοδός μου αυτοματοποιημένη:
διαλύω το κορμί του
επανασυγκολλώ το χέρι στο κεφάλι
το πλευρό στη φτέρνα
–ως μυθικά ευαίσθητη–
το πέος μικροσκοπικό δεξί ποδάρι.
Το κολάζ στερεώνεται
στο κάδρο με καρφίτσες.
Καμία πια συγκίνηση.
Ξεχνώ τα λόγια τους
–ήτανε άραγε ποτέ δικά τους;–
τα μεταποιώ σε εξόδιο:
Ἐπεπόθησεν ἡ ψυχή μου τοῦ ἐπιθυμῆσαι.
Ύστερα γίνονται φαντάσματα,
με κατοικούν ξανά.
Αλλά, νομίζω ότι δεν έφυγαν ποτέ
απ’ όπου είναι το σπίτι τους.
Το τεχνικολόρ αποχρωματίζω
και μαυρόασπροι προσμένω
στα σπλάχνα μου να ξεθωριάσουν.
Εκεί θ’ αναπαυτούν.
Οικόσιτοι. Δικοί μου.

Από τη συλλογή Κάπου ν’ ακουμπήσεις (2018) της Δώρας Κασκάλη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Δώρα Κασκάλη

Δώρα Κασκάλη, Οδοιπορία

[Ενότητα Κάποτε επουλώνεται]

Οδοιπορία

Μπορώ να περπατώ κάθε πρωί
πάνω στο νοητό σκοινί
που δένει τείχη με λιμάνι,
μόνο γιατί ονειρεύομαι το σώμα σου
να μεγαλώνει στων λιονταριών το στόμα
και να φορά σαν πανοπλίες τα πουκάμισα.

Μπορώ να περπατώ στο χείλος
της ημέρας τσακίζοντας τη ράχη μου
με τ’ αμαρτήματα που ψάχνουν
συγχώρεση προσωρινή
μόνο γιατί η αγκαλιά μου
καρπώθηκε την αγάπη,
ζεστάθηκε από το ρίγος της ανάσας τους.

Μπορώ να περπατώ στα τείχη που γκρεμίζουν
πλεκτάνες των οπλαρχηγών
και συμφωνίες ξένων ηγεμόνων
μόνο γιατί πάντα θα κατοικώ
γωνία Απολλώνιου και Διονυσιακού
στις λέξεις των παππούδων μου
σε σιντεφένιους ίαμβους
πέτρινους δεκαπεντασύλλαβους.

Από τη συλλογή Κάπου ν’ ακουμπήσεις (2018) της Δώρας Κασκάλη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Δώρα Κασκάλη

Δώρα Κασκάλη, Μόνο λέξεις

[Ενότητα Κάποτε επουλώνεται]

Μόνο λέξεις

Αυτό το ωραίο, χυμώδες ποίημα
με το μαχαίρι μου θα σφάξω.
Θ’ αφαλοκόψω τις αλφαδιασμένες λέξεις του
με το καλέμι θα γκρεμίσω τα ρυθμικά δεσίματά του.

Θα στραγγίζουν τα ρήματα απ’ το αίμα τους,
θα στεγνώσουν οι μεγαλοστομίες των επιθέτων.
Κι ύστερα στη χωματερή της λήθης
το τομάρι του θα πετάξω.

Γιατί τα μάτια σου γεμίσανε νερό
η αγωνία σου ξεχείλισε στα τσίνορα
κι εγώ μόνο λέξεις μπορούσα να σου πω
παρηγορητικές, καλλωπιστικές.

Τέτοια μάτια χρειάζονται κορμί
τη ζεστασιά της σάρκας
που μόνο εκείνη
ξέρει να γιατρεύει.

Από τη συλλογή Κάπου ν’ ακουμπήσεις (2018) της Δώρας Κασκάλη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Δώρα Κασκάλη

Δώρα Κασκάλη: [Μόνο γιατί αγάπησα το βλέμμα σου…]

[Ενότητα Κάποτε επουλώνεται]

Μόνο γιατί αγάπησα το βλέμμα σου,
αγάπησα αυτή την πόλη.
Λιμνοθάλασσα που την ανάσα πνίγει
τσακίζοντας με τα υγρά της δάχτυλα τα στήθη.
Αρχαίο σταυροδρόμι εμπόρων,
προσφύγων και τυχοδιωκτών.
Στα υπόγεια οι σκελετοί,
στ’ αυθαίρετα δώματα η προίκα
και στα μπαλκόνια οι μπουγάδες
των ξεπλυμένων μας ονείρων.

Κάποιοι από ανάγκη μείναμε,
γιατί το αίμα ζήτησε πατρίδα.
Στις σκεπαστές τις αγορές
εμπορευτήκαμε την τρυφερότητα
και στον Βαρδάρη ξεπουλήσαμε
για κατοστάρικα τη σάρκα.
Φωτογραφίσαμε τα Κάστρα και
την ομορφιά σε τσιμεντένιους
λαβύρινθους λεηλατήσαμε,
ανάβοντας φρυκτωρίες από νέον.
Ψάξαμε έναν να βρούμε λόγο
τη βαρυφορτωμένη νύφη ν’ αγαπήσουμε
κάνοντας έρωτα σφοδρό το συνοικέσιο.
Δώσαμε την ορμή μας αντιπαροχή,
ταξίδια ανταλλάξαμε με βεντάλιες σπανιόλικες
ποδίτσες από το Τιρόλο.
Τιμήσαμε την υπαλληλία καταθέτοντας
πτυχία κι αναλυτικές βαθμολογίες.
Βαφτίσαμε νέα μπλοκ πολυκατοικιών
με ευτελή ονόματα.

Μόνο γιατί αγάπησα τα μάτια σου
που το χρώμα τους μου διαφεύγει,
μόνο γιατί εσύ στόλισες το φθαρμένο
κ’ έκανες το τυχαίο ένδοξο,
εγώ αυτή την πόλη αγάπησα.

Από τη συλλογή Κάπου ν’ ακουμπήσεις (2018) της Δώρας Κασκάλη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Δώρα Κασκάλη

Δώρα Κασκάλη, Μνήμης προίκα

[Ενότητα Ψιχάλ’ από γαλακτοφόρο ουρανό]

Μνήμης προίκα

Οι γυναίκες που γερνούν στα γραφεία
αφήνοντας πάνω στους καπλαμάδες
τη δροσιά των μπράτσων τους.
Εκείνες που κάθε απόγευμα του Οκτώβρη
πίνουν στην κουζίνα καφέ
με μόνη συντροφιά
το φωτάκι του απορροφητήρα.
Γυναίκες που γυρνούν στους δρόμους
με κομμένο στήθος, ρημαγμένη
την κόμη τους από ιαματικά φαρμάκια.
Άλλες που χορεύουν κλακέτες με το μπαστούνι τους
και τις λένε Σκλήρυνση κατά Πλάκας.
Αυτές που δεν ζουν χωρίς την αγάπη και
μετρούν την κάθε μέρα μακριά
σαν θάνατο. Γυναίκες που
σιάζουν χωρίστρες, μαντάρουν τη φθορά
ανακατεύουν την έγνοια τους
με ρίγανη και πιπέρι.
Οι γυναίκες που κερδίζουν την αθανασία
ζώντας στο δέρμα του εραστή τους.
Τα κορίτσια που βιάζονται να γίνουν γυναίκες
που πεθαίνουν για να μείνουν γυναίκες.

Είναι η προίκα μου, το κουράγιο μου, το
καθημερινό μου προσφάι.

Από τη συλλογή Κάπου ν’ ακουμπήσεις (2018) της Δώρας Κασκάλη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Δώρα Κασκάλη

Δώρα Κασκάλη: [Μη μου μιλάς…]

[Ενότητα Ψιχάλ’ από γαλακτοφόρο ουρανό]

Μη μου μιλάς
για επανάσταση.
Δεν τελειώνει στις λέξεις.
Αυτές είναι το εφαλτήριο.
Ο πόνος νιώθεται στο σώμα
που γέρνει,
που γερνάει αδικαίωτο.
Να σου μιλήσω για τις γυναίκες στη στάση:
η μια μονολογεί∙
τα μαλλιά της μακριά
πώς αντέχουν ανέγγιχτα;
Η άλλη κοντοστέκεται,
μετρά πελάτες με το βλέμμα.
Εκείνη η τρίτη κρύβει τα χέρια
που μούλιασαν στις χλωρίνες
και χάσανε την τρυφερή φυλή τους.
Επανάσταση είναι που τα βλέπω,
σου τα ιστορώ,
έχω ακόμα πίστη
και ξεσκονίζω από πάνω μας
τη στάχτη του χρόνου.
Επανάσταση είναι που σου γράφω
για το απόθεμά μας
αντλώντας δροσιά από ξεπατωμένα πηγάδια.

Να μου μιλάς για τη ζωή που συνεχίζει
ανυπότακτη μες στην οδύνη.

Από τη συλλογή Κάπου ν’ ακουμπήσεις (2018) της Δώρας Κασκάλη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Δώρα Κασκάλη

Δώρα Κασκάλη: Λέγε με Ελένη, Θεοδώρα…

[Ενότητα Ψιχάλ’ από γαλακτοφόρο ουρανό]

Λέγε με Ελένη, Θεοδώρα…

Με βλέπεις στο πίσω μέρος του καθρέφτη.
Μου δίνεις κάθε όνομα,
κάθε ιδιότητα που αποφασίζεις
ν’ αποκαλείς σαγήνη και πάθος και ρήξη.
Ο δρόμος που στέκομαι βγάζει
στο τέλος του κόσμου σου.
Στο σύνορο, τρέφω τον γκρεμό
με την απειλή της κατακρήμνισης.
Έχω το σχήμα του μαχαιριού
που εφαρμόζει στην πληγή
κάτω απ’ το μήλο του πρώτου σου πατέρα.
Με βαφτίζεις ανομία και παρέκκλιση
με τύψεις με λιθοβολείς.

Θα χαράζω το γυαλί σου
με το διαμάντι που φυτεύω
κάθε φθινόπωρο στους βορινούς μου κήπους.
Εσύ θα πιστεύεις ότι είναι μια αλλοίωση
του χωροχρόνου που λύνεται με
απλά, ξεκάθαρα μαθηματικά.

Όταν μια μέρα θα με δεις
ζωντανή, ελεύθερη από κάθε ασφυκτική
κυρίαρχη επινόηση,
θα καταφέρεις μες σ’ αυτόν τον ανάλγητο
και άδικο καθρέφτη
να σε αντικρίσεις.

Από τη συλλογή Κάπου ν’ ακουμπήσεις (2018) της Δώρας Κασκάλη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Δώρα Κασκάλη

Δώρα Κασκάλη, Λατομείο ονείρων

[Ενότητα Ψιχάλ’ από γαλακτοφόρο ουρανό]

Λατομείο ονείρων

Στο μέσα στέρνο τάιζες λατομείο, μάρμαρο ατόφιο – ένα
δάσος ταφόπλακες μικρές. Τώρα
φουρνέλα ψάχνεις στης γλώσσας τα ριζά,
το ορυκτό να ξεθεμελιώσεις που τα χλωρά σου
όνειρα μαραίνει. Φοβάσαι πως μαζί
θα αφανίσεις τα σθεναρά του έρωτα ειδώλια,
τις καλοζωισμένες χίμαιρες που
παρελθόν αποκαλείς.

Καλύτερα η χάσκουσα οπή. Μα,
πρόσεχε τα υλικά οικοδομής.
Πάλι να μη φενακιστείς∙ ή μην αρχίσεις
να ψάχνεις γι’ αετώματα
τη μνήμη του μαρμάρου να σκεπάσουν.

Από τη συλλογή Κάπου ν’ ακουμπήσεις (2018) της Δώρας Κασκάλη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Δώρα Κασκάλη

Δώρα Κασκάλη, Θυσία

[Ενότητα Κάποτε επουλώνεται]

Θυσία

Ήταν ωραία η γιορτή.
Όλοι συγχαίρονταν.
Τα σπασμένα αγγεία
στις κρύπτες τους μουρμούριζαν.
Ο τρελός έκοβε βόλτες
σιωπηλός.
Οι κήνσορες κρατούσαν σημειώσεις
κι απέγραφαν
κάθε κοφτή ανάσα.
Οι ποιητές πουλούσανε τον πόθο:
«Τρία ευρώ η περγαμηνή!»

Το κυρίαρχο πλήθος
ξερίζωνε τα ξερολίθια
κι έφτιαχνε νέες ακροπόλεις.
Γκρίνιαζαν οι ζωγράφοι
ότι χαλνούσε το τοπίο.
Ο τρελός έδενε με σχοινιά
της φλαμουριάς τον λαιμό
και τα μωρά φωνάζαν:
«Γαϊτανάκι!»

Είχαν πλαγιάσει όλοι
ησυχασμένοι
όταν εκείνος ο ενοχλητικός
τρελός
έγινε Κρεμασμένος.

«Αναβολή» ψιθύρισε
η χαρτορίχτρα που
κάποιον ευγενή συμβούλευε.

Τη δέκατη ημέρα
το ξύλευσαν
το δύστηνο το δέντρο.
Βάλαν σε σανιδένια κάσα
τον σοφό.
Κι ήταν η μόνη ελπίδα
το παιδί
που σκύλευσε από τις τσέπες του νεκρού

δάκρυα της συμπόνιας του
στο κεχριμπάρι
του μάταιου τούτου κόσμου.

Από τη συλλογή Κάπου ν’ ακουμπήσεις (2018) της Δώρας Κασκάλη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Δώρα Κασκάλη

Δώρα Κασκάλη, Θνησιγενή κι αιώνια

[Ενότητα Ψιχάλ’ από γαλακτοφόρο ουρανό]

Θνησιγενή κι αιώνια

Βαρδάρης. Έξι και μισή. Στο λεωφορείο.
Σταματημένοι στο φανάρι,
βλέπω σεντόνι απλωμένο
να ερωτοτροπεί στα σύρματα
με αεράκι φθινοπωρινό.
Αυτή την ώρα, νοτισμένο και βαρύ
δεν θα μυρίζει σαπούνι Μασσαλίας,
αλλά τα στήθη της γυναίκας
που χάιδευε τη χθεσινή βραδιά
καθώς επάνω της θα το ’συρε
από ντροπή για τους λεκέδες
του χρόνου στο κορμί της.
Αν είχε φωνή, ίσως και να της έλεγε
ότι εκείνο
χωρίς λουλουδάτα ντεσέν
και μ’ ένα σχίσιμο στη δεξιά γωνία
τα καταφέρνει
να σαβανώνει το γκρίζο πρωινό,
διάφανο να φέρνει τούτο
τον ανυπόληπτο βυθό.

Να φυλακίζει πρόσκαιρα το κάλλος
την ώρα που το πιρουνιάζουνε
χρυσάφι κάνοντάς το
του ήλιου οι ακτίνες.

Από τη συλλογή Κάπου ν’ ακουμπήσεις (2018) της Δώρας Κασκάλη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Δώρα Κασκάλη