Διονύσης Σαββόπουλος, Μη μιλάς άλλο γι’ αγάπη

Μη μιλάς άλλο γι’ αγάπη

Μουσική & στίχοι: Διονύσης Σαββόπουλος
Πρώτη εκτέλεση: Διονύσης Σαββόπουλος (σε δίσκο 45 στροφών το 1964)

Μία η άνοιξη ένα το σύννεφο χρυσή βροχή
βροχή που χόρευε σε κάμπο ώριμο ως το πρωί
σαν στάχυα έλυσες πάνω στους ώμους μου χρυσά μαλλιά
σαν στάχυ χόρεψες σαν στάχυα αμέτρητα ήταν τα φιλιά

Μη μιλάς άλλο για αγάπη η αγάπη είναι παντού
στην καρδιά μας στη ματιά μας τρώει τα χείλη τρώει το νου
όταν θα ’χουμε υποφέρει, καλημέρα θα μας πει
θα μας φύγει θα ξανάρθει κι όλο πάλι απ’ την αρχή

Μία η θάλασσα ένας ο ήλιος της γλάροι λευκοί
ήλιος και θάλασσα γλυκό κορίτσι ζεστό πρωί
πρωί κι ορθάνοιξα τα δυο σου πέταλα μ’ ένα φιλί
κι εσύ μου χάρισες όλη την άνοιξη σ’ ένα κορμί

Μη μιλάς άλλο για αγάπη η αγάπη είναι παντού
στην καρδιά μας στη ματιά μας τρώει τα χείλη τρώει το νου
όταν θα ’χουμε υποφέρει, καλημέρα θα μας πει
θα μας φύγει θα ξανάρθει κι όλο πάλι απ’ την αρχή

Χθες ήταν έρωτας χθες ήταν σύννεφο χρυσή βροχή
χθες ήταν θάλασσα γλάρος που χόρευε με το πρωί
τώρα είναι η σιωπή τώρα είναι η λησμονιά κι ο χωρισμός
κι όλα τα αστέρια του θαρρείς πως έσβησε ο ουρανός

Μη μιλάς άλλο για αγάπη η αγάπη είναι παντού
στην καρδιά μας στη ματιά μας τρώει τα χείλη τρώει το νου
όταν θα ’χουμε υποφέρει, καλημέρα θα μας πει
θα μας φύγει θα ξανάρθει κι όλο πάλι απ’ την αρχή

Μαρία Ψωμά, Τα κορίτσια

Διονύσης Σαββόπουλος, Τα κορίτσια που πηγαίνουν δυο-δυο (δίσκος: Φορτηγό (1966))

Τα κορίτσια

[Ενότητα Της αναζήτησης]

Οι παλιές συμμαθήτριες
συναντιούνται αραιά και πού
στα καφέ, στις κοσμικές εκδηλώσεις,
ανάμεσα απ’ τ’ ανέμελα χαμόγελα,
το κουβεντολόι, τη χαλαρή ευθυμία,
ανήσυχη η ματιά ερευνά
τα πρόσωπα, τα σώματα,
να επιβεβαιώσει αγωνιά
τη γλυκιά πλάνη,
πως αυτές ο χρόνος τις εξαίρεσε,
παραμένουν κορίτσια.

Από τη συλλογή Ισόβια θητεία (2006) της Μαρίας Ψωμά

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Μαρία Ψωμά

Κλείτος Κύρου, Ο κύκλος

Διονύσης Σαββόπουλος, Μας βαράνε ντέφια (δίσκος: Τραπεζάκια έξω (1983))

Ο κύκλος

Κι αν καταφεύγεις σε διαιτησίες
Ή αναζητείς αυτόπτες
Χαμένος κόπος

Δεν υπάρχει πλέον
Έννομο συμφέρον
Αυτό είναι αυταπόδεικτο

Απλούστατα ο έρως
Συμπλήρωσε την τροχιά του
Χωρίς αποκλίσεις

Από τη συλλογή Ο πρωθύστερος λόγος (1996) του Κλείτου Κύρου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Κλείτος Κύρου

Γ. Ξ. Στογιαννίδης, Τα παιδιά μας

Διονύσης Σαββόπουλος, Τα παιδιά που χάθηκαν (δίσκος: Το περιβόλι του τρελού (1969))

Τα παιδιά μας

Κάποτε τα παιδιά μας ξυπνούσαν νωρίς
και τραγουδούσαν τραγούδια του Μάη.
Τώρα τα παιδιά μας μεγάλωσαν
ξυπνούν το πρωί και δεν τραγουδούν.
Τα παιδιά μας είναι σαν τα άλλα παιδιά
που δεν έχουν τίποτα να πουν.

Τα λόγια τους λιγοστά
κι η μοναξιά θηρίο!

Από τη συλλογή Εν μέσω αλαλαζόντων (1991) του Γιώργου Στογιαννίδη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Γ. Ξ. Στογιαννίδης

Μαρία Καρδάτου, Πλατεία Ναυαρίνου

Διονύσης Σαββόπουλος, Τσάμικο (δίσκος: 20 χρόνια δρόμος (1983))

Πλατεία Ναυαρίνου

Τίποτα δεν είναι τόσο απατηλό
τόσο ελκυστικό
όσο η αγκαλιά της θάλασσας
και η δική σου
Φύκια κυκλώνουν το πρόσωπο
κι αλμύρα το κορμί μου
και το τραγούδι των ανέμων
καλπάζει σε ακτές φευγαλέες
σε κάθε μας συνάντηση
που είναι ονειρική
ούτε δροσιά δεν γεύτηκα
ούτε το χάδι των ματιών σου
Μόνο η περιρρέουσα λύπη μένει
χέρια που με πνίγουν το βράδυ
Μια μέρα όλα θα ειπωθούν
καταπώς πρέπει
και σαν τα χιόνια λιώσουν
θ’ ανοίξουν οι δρόμοι
για αγκαλιές
περιχαρείς που επιζήσαμε
μετά από τόσους θανάτους
δικούς μας

Από τη συλλογή Ούτε δροσιά (2002) της Μαρίας Καρδάτου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Μαρία Καρδάτου

Κώστας Πλαστήρας, Συνομήλικοι

Διονύσης Σαββόπουλος, Οι παλιοί μας φίλοι (δίσκος: Φορτηγό (1966))

Συνομήλικοι

[Ενότητα Η ακολουθία]

Αυτοί οι συνομήλικοι
οι πρώην συμμαθητές
είναι που παιδεύουν τώρα.
Αυτοί που ανακάλυψαν όψιμα τις ιδεολογίες
που έγιναν οι πιο φανατικοί
διώκτες του κατεστημένου.

Άραγε πού κρύβονταν τόσα χρόνια
σε ποια κόχη
αφανείς περίμεναν την ευκαιρία.

Από τη συλλογή Παγκλήρως (1976) του Κώστα Πλαστήρα

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Κώστας Πλαστήρας

Πάνος Θασίτης, Ο Καραγκιόζης

Διονύσης Σαββόπουλος, Σαν τον Καραγκιόζη
(δίσκος: Διονύσης Σαββόπουλος, 10 χρόνια κομμάτια (1975))

Ο Καραγκιόζης

[Ενότητα Πράγματα 2]

Δεξιά το Σεράι αριστερά το καλύβι
στη μέση ο δρόμος
στο δρόμο το φανάρι
απ’ το φανάρι κάτω η σκιά του
πίσω απ’ το σκοτεινό βουβό πανί.
Οι θεατές χαμηλά στα καθίσματα στο δρόμο
τα λεωφορεία η Τροχαία
οι άνεργοι.

Ανάβει το φως∙
ο πρωταγωνιστής σηκώνεται μες στο κουτί του
βγαίνει
ακουμπά στο φανάρι
βγάζει το καρφί σπάνει το ξύλο
ξεκολλά το κεφάλι του
τ’ ακουμπά κάτω, λύνει τα μέλη του
ένα-ένα.
Τότε το πανί γεμίζει μ’ άλλους ίσκιους,
με χέρια και πόδια που κλαίνε.
Ανεβαίνει ανεβαίνει το αίμα
το Σεράι βουλιάζει
το καλύβι πλέει.

*

Όμως ο θεατρώνης φτάνει.
Σβήνει το φως
κολλά τα χέρια κολλά τα πόδια
κολλά το κεφάλι καρφώνει το ξύλο
ξεθάβει το Σεράι
κατεβάζει το καλύβι
πλένει τα αίματα
ανάβει πάλι το φως

«Άρχοντές μου!…»

Από τη συλλογή Πράγματα 2 – Αριθμοί (1962) του Πάνου Θασίτη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Πάνος Θασίτης

Σταύρος Ζαφειρίου, Κάποιο άνοιγμα

Διονύσης Σαββόπουλος, Τα κορίτσια που πηγαίνουν δυο δυο
(δίσκος: Φορτηγό (1966))

Κάποιο άνοιγμα

Τα χείλη ανοίγουν διάπλατα. Παγανιστική λατρεία των κάτασπρων δοντιών, βουρτσισμένων επιμελώς με οδοντόκρεμα, εμπεριέχουσα MFP φλουοράιντ.
Η αίσθηση του ιδρώτα ανάμεσα στις δυο ενωμένες παλάμες. Η αίσθηση των χρωμάτων πίσω απ’ το κρύσταλλο του ποτηριού. Διατεταγμένα σώματα. Η σιωπή των διάφανων βολβών. Η λάμψη. Βίωσε την ηδονή της μυστικής συνουσίας. Το ρόπτρο κινείται μηχανικά. Κανένας ήχος. Η αντίφαση. Το ποδήλατο. Η καθαρίστρια στις σκάλες. Η μοναξιά σαν ηθικός προσανατολισμός μέσα στο χώρο. Ο φόβος την ώρα που σβήνει το τελευταίο κίτρινο φως και οι μάσκες πέφτουν για ύπνο. Το αλκοόλ. Η αποκάλυψη. Η ηδυπάθεια. Παροξυσμοί εξομολόγησης. Οργισμένες μαθήτριες προσπερνούν σφυρίζοντας απουσίες. Υγρές πεταλούδες ξεφεύγουν μέσα απ’ τα σκέλια τους κι αυτοχτονούν, αγγίζοντας τα καλώδια του ηλεχτρικού. Ο έρωτας συνωστίζεται στο σεντόνι. Ούτε μια φράση χωρίς περιστροφές. Το κορμί της ελευθερίας αιωρείται ρυθμικά στο τσιγκέλι της αυταπάτης. Κατέβασε τους νεκρούς απ’ τις κρεμάστρες. Το απρόοπτο γέλιο. Η μαγεία του ανέλπιδου κλάματος. Το τασάκι με το σβησμένο τσιγάρο. Το κραγιόν πάνω στο φίλτρο. Εξορυγμένα τα μάτια των θαμώνων τσακίζονται στο τραπέζι. Ξεχειλίζει ο τρόμος των καθημερινών αντικατοπτρισμών. Περίμενε πίσω από την πόρτα. Την έξοδο. Τη λαχτάρα. Το πάθος στο τρίξιμο του μεντεσέ. Τα περασμένα μεγαλεία θα ξανάρθρουν εποχούμενα, κορνάροντας την αγάπη και την άρνηση. Προσεχτικά τ’ ανάγλυφα αγγελάκια των τοίχων ξεφλουδίζονται. Πέφτουν. Τα ζεστά τους μάγουλα συντρίβονται στο ξύλινο πάτωμα. Ερωτισμός στα γυμνά τοπία της πόλης. Μαγνητοταινίες σιδηροχρωμίου αναπαράγουν χωρίς παραμόρφωση τις καραμπόλες του μπιλιάρδου στα σφαιριστήρια της ασφάλειας. Οι φύλακες περιφέρονται ανάμεσα στ’ αγάλματα. Ρευστότητα ακίνδυνων και διαρκών οργασμών. Δολοφόνησε το φως από νέον. Τα ακόρντα του κοριτσιού διαπερνούν το παράθυρο. Καρφωμένα φιλιά στα μαλλιά της Μονρόε το βλέμμα του Τσάπλιν, το χαμόγελο του Ντην, τα άλματα του Λένον στον ουρανό του ροκ εν ρολ. Οι μονόλογοι του κοριτσιού διαπερνούν το παράθυρο. Η ζωή αρχίζει τα μεσάνυχτα με ψευδώνυμα και μεταμφιέσεις. Στο εισιτήριο της επιστροφής καρφιτσωμένο το τραπουλόχαρτο που θα εξιλεώσει την πασιέντζα. Μια φράση. Τρυφερότητα χωρίς συμβολισμούς. Αγωνία χωρίς δραπετεύσεις. Η σκιά απομακρύνεται ακροπατώντας. Στα δάχτυλά της η λάσπη της θάλασσας. Στο πουκάμισό της το αίμα των γκαρσονιών. Μοναχικά ταξίδια με αστραφτερά αυτοκίνητα. Με τον Ρεμπώ να παλινδρομεί και ν’ απαγγέλλει το τέλος του ορίου ταχύτητας. Ο τρελός του χωριού ψιθυρίζει την ομορφιά. Χτύπησέ τον πριν τη φωνάξει. Υποταγή στην ανάγκη. Κουρασμένα παιδιά περιπλανιούνται με νυχτερίδες κρεμασμένες στις μασχάλες. Σκιαγραφούν ευχαριστίες και χειραψίες. Βαρυσήμαντες λέξεις θρησκευόμενων επισήμων. Τα μπράβο των θεατών και τις ολόσωμες υποκλίσεις των θεατρίνων στις παραστάσεις τις φορτισμένες με γαρίφαλα. Κυοφόρησε τα καινούρια ποιήματα. Οι άπραγοι ήρωες αγναντεύουν γύρω-γύρω τους επιβήτορες των καλλιτεχνών, τους ξυπόλητους νέγρους που μιλούν κι αγκαλιάζουν τη γη. Μικρές αράχνες κεντούν λεπτούς, ακίνδυνους τίτλους. Ο χρόνος μιλάει αργά και καθαρά. Τα χοντρά χείλη της φαλακρής τραγουδίστριας τυπωμένα στα χαρτομάντιλα, σήμα κατατεθέν της αγάπης της.

Λίγο αργότερα… πολύ αργότερα, δεκάδες μισόγυμνα κορίτσια θα καπνίζουν αμέριμνα, καθισμένα στα παγκάκια του πάρκου, τις τρυφερές γαλάζιες ανεμώνες που θα φυτρώνουν στα στήθη τους, με όλους τους προβολείς στραμμένους στα ελαφρά, μεταξωτά τους εσώρουχα.
Λίγο αργότερα… πολύ αργότερα, χιλιόμετρα ασπρόμαυρου φιλμ θα προβάλλονται, κομματιασμένες εικόνες, στα ερείπια των ντισκοτέκ και των σούπερ μάρκετ.

Αύριο, θα λεν οι παλιοί, θα φορέσει την καινούρια του πανοπλία.

Από τη συλλογή … και να μπλοφάρουμε στο όνειρο (1984) του Σταύρου Ζαφειρίου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Σταύρος Ζαφειρίου

Γιώργος Θέμελης, Καραϊσκάκης

Διονύσης Σαββόπουλος, Ωδή στον Γεώργιο Καραϊσκάκη
(δίσκος: Το περιβόλι του τρελού (1969))

Συλλογή Ωδή για να θυμόμαστε τους ήρωες (1949) του Γιώργου Θέμελη

Πρέπει η γη να χαίρεται, πρέπει να καμαρώνει
Δημοτικό

Καραϊσκάκης

Σε βυθό πέφτει από βυθό ως που δεν ήταν άλλος·
Εκείθ’ εβγήκε ανίκητος.

Σολωμός

Θυμούνται τα ξαφνιασμένα αγριοπερίστερα
Τον άγνωστο άνεμο που σηκώθηκε στο κλειστό περιβόλι
Κι έκαμε κάτω τα νερά να σπάσουν τα βιολιά
Κι έκαμε πάνω τα σήμαντρα να σβήσουν τ’ όνομά τους.

Το αγγελικό σχήμα ξεκούμπωσε την πανοπλία,
Το αγγελικό σχήμα ταράχτηκε κι άλλαξε τάξη
Κι η μαύρη νύχτα σκέπασε το μυστικό της.

***

Ποιος είδεν ήλιο σκοτεινό,
Πλατόνι να ματώνεται μ’ εφτά κομμένα ράμφη.
Ποιος είδε ζωντανό νεκρό να βγαίνει στο σεργιάνι.

Δεν ήταν καράβι του βοριά να τρώει πικρό χαλάζι.
Είχε το φόβο του νερού, του σκοταδιού τον τρόμο,
Είχε στο αίμα του το αίμα των γιασεμιών που κόπηκαν
Και μιαν απόκρυφη πληγή στη ρίζα της αγάπης.
Τον πόνο και τον κίνδυνο σπαθιού ξεγυμνωμένου.

Είχε έναν ίσκιο πίσω του σωματοφύλακα,
Έναν μεγάλον ίσκιο, που έγερνε πάνω στις πλάτες του,
Να του κρεμνάει τ’ άρματα, να του φυλάει τη δόξα,
Να του σελώνει τ’ άλογο, να βγαίνει καβαλάρης.
Να τονε λένε Χάροντα, να τονε λένε Αϊγιώργη,
Να τονε βλέπει η Λεφτεριά να ρίχνει τα φτερά της.

Τις νύχτες τον παράστεκαν αλύπητα κεριά.
Τις νύχτες χαροπάλευε να σώσει την ψυχή του,
Να σώσει το νεκρό κορμί που πήγαινε να λιώσει,
Που πήγαινε να σκεπαστεί το ασήκωτο φτερό του.

Μα σαν τον πρόφταινε η αυγή
Και σήκωνε την καταχνιά, σβούσε τ’ αχνά φαντάσματα,
Και σαν κεντούσε τη σκληρή μαύρη φοράδα του,
Που μύριζε το χώμα κι έσκαφτε να βρει γκρεμούς και λάκκους,
Σήκωνε το κεφάλι του ψηλά ψηλά μέσα στον άνεμο
Κι αγνάντευε τον ουρανό, μιλούσε με τον πληγωμένο του Άγγελο.

Τα δέντρα απλώναν την κρυφή χαρά τους και τον σκέπαζαν,
Τον κάναν αγαπητικό, του ανθίζαν τα μαλλιά,
Τούβαζαν πράσινη στολή και λουλουδένιο στόμα
Και τα κοράκια φεύγαν, σέρναν μακριά τη σκοτεινή μαυρίλα τους.
Στους λόφους φύτρωναν σταυροί, στα μάρμαρα ανεμώνες,
Και τα ποτάμια τα στεγνά θυμόντανε τη μάνα τους.

Ένα πουλί, ωραίο πουλί, χαμήλωνε τον ουρανό
Κι άπλωνε χιόνια, ζύγιαζε βροχές στους ματωμένους βράχους
Και κιλαϊδούσε κι έλεγε για ήλιους και φεγγάρια.

Από τη συγκεντρωτική έκδοση Γ. Θέμελη Ποιήματα I (1969)

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Γιώργος Θέμελης

Γιάννης Ποδιναράς, Οξύμωρο

Nick Cave, Άδεια μου αγκαλιά [διασκευή του τραγουδιού Into my arms του Nick Cave και προσαρμογή των στίχων στα Ελληνικά από τον Διονύση Σαββόπουλο]
(τραγούδι: Διονύσης Σαββόπουλος / δίσκος: Το ξενοδοχείο (1997))

[Μέρος Β’]

Οξύμωρο

Ποιος θα το ’λεγε:
Η πεζότης
Η ανυποψία
ν’ αλαφρώνει
τ’ ασήκωτο βάρος της ομορφιάς.
Ν’ αναιρεί τόσο απαλά
τον πόνο των πραγμάτων.
Να προσγειώνει
τόσο θριαμβευτικά
τόσο ανέμελα.

Από τη συλλογή Φαράγγια των Αγγέλων (2008) του Γιάννη Ποδιναρά

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Γιάννης Ποδιναράς

Γιάννης Ποδιναράς, Το άνθος της άπειρης άμμου (I)

Διονύσης Σαββόπουλος, Στη συγκέντρωση της ΕΦΕΕ
(δίσκος: Διονύσης Σαββόπουλος, 10 χρόνια κομμάτια (1975))

[Μέρος Β’]

Το άνθος της άπειρης άμμου

I

Τις νύχτες του χιονιού
κύκλοι της φωτιάς
μουδιάσανε το αίμα στα πόδια μας.
Καθηλώσανε τ’ άγρια πνεύματα στη νάρκη.
Τις νύχτες του χιονιού
πνίξαμε τη ζωή μας
σε μια νιφάδα.

Από τη συλλογή Ένα Πράσινο Θολό (1996) του Γιάννη Ποδιναρά

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Γιάννης Ποδιναράς

Διαίρεση (Χρυσούλα Βακιρτζή)

Νίκος Ξυδάκης & Μανώλης Ρασούλης, Βρέχει στην εθνική οδό
(τραγούδι: Διονύσης Σαββόπουλος / δίσκος: Η εκδίκηση της γυφτιάς (1978))

Διαίρεση

Χαράματα
στην Εθνική οδό
κι εγώ σκορπιέμαι
σε πολύχρωμα
φέιγ βολάν,
σα νάχουν
κάποιο νόημα
οι προσεχείς
νοσταλγίες μου

Από τη συλλογή Σε χρόνο διαγώνιο (1996) της Χρυσούλας Βακιρτζή

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Χρυσούλα Βακιρτζή

Μαρία Κέντρου-Αγαθοπούλου, Οδοντο-λογικά (3. Οδόντα αντί οδόντος)

Διονύσης Σαββόπουλος, Ζεϊμπέκικο
(τραγούδι: Σωτηρία Μπέλλου & Διονύσης Σαββόπουλος / δίσκος: Βρόμικο ψωμί (1972))

Οδοντο-λογικά

3

Οδόντα αντί οδόντος

Εμπρός για μια γενναία μέρα εσύ
Εμπρός έστω με μισή καρδιά εσύ
Απάνω του ένα βήμα ως το κύμα
Απάνω του ουτιδανέ κολυμβητή
Σημάδεψέ το το τανκ με τη σημαία
Το τραγί με τα φώτα που κοπρίζει την άσφαλτο
Οδόντα αντί οδόντος μάγκα μου
Οφθαλμόν αντί οφθαλμού μάτια μου
Κατά πώς έλεγε ο παππούς μου ο ρεμπέτης
Κατά πώς έπραττε η κωλοπετσωμένη γιαγιά μου

Από τη συλλογή Σεντόνια της αγρύπνιας (2006) της Μαρίας Κέντρου-Αγαθοπούλου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Μαρία Κέντρου-Αγαθοπούλου

Διονύσης Σαββόπουλος, Γεννήθηκα στη Σαλονίκη

Γεννήθηκα στη Σαλονίκη

Μουσική & στίχοι: Διονύσης Σαββόπουλος
Τραγούδι: Διονύσης Σαββόπουλος & Άλκηστη Πρωτοψάλτη
Τραγούδι: Ρεζέρβα (1979)

Δεκέμβρης του σαράντα τέσσερα
με μια μοτοσικλέτα του ΕΛΑΣ
Η μάνα μου ετοιμόγεννη, γυρίζει ο θανατάς
Να η μαμή, ανασηκώνει το μανίκι
Έτσι γεννήθηκα στην Σαλονίκη

Από τα χώματα και με το αεράκι
βλέπει το τραμ να έρχεται γραμμή
είναι κατάφωτο και στο σκαλοπατάκι
στέκει ο Τσιτσάνης μ’ ένα μικρό βιολί

Γεννήθηκα στη Σαλονίκη
μπροστά στην κλειδαρότρυπα σκυφτός
Κάστρα ανεμισμένα, καΐκια μες στο φως
Η προκυμαία, βεγγαλικά και χορωδίες
Τζάμια, το πλήθος βλέπει οπτασίες

Τα χρόνια που εξαγόρασε για πάντα
η φαντασία του τα λέει παιδικά
και όπως μακραίνει του ορφανοτροφείου η μπάντα
μοιάζουν σαν να ’ναι μελλοντικά

Κρυμμένος σαν παιδί και σαν δραπέτης
κάτω από την σκάλα που ακουμπάει το φως
Στο ράδιο ο πατέρας αφουγκράζεται σκυφτός
Στριφογυρίζω, μια σημαιούλα μες στο κρύο
νύχτα και φέγγει το στρατοδικείο

Μέσα απ’ τον τοίχο που έσκασε η μπόμπα
βλέπει ένα σιντριβάνι από χρυσό
ο κόσμος λιώνει σαν δωμάτιο με σόμπα
κι οι δυο Ελλάδες σιγοπίνουν το πιοτό

Γεννήθηκα στη Σαλονίκη
να δω τους ποιητές πρόλαβα εγώ
στο υπόγειο νησί τους ταξίδεψα ως εδώ
με μια κρυφή εκ γενετής αιμορραγία
Ελλάδα, γλώσσα τυφλή στη γεωγραφία
Ελλάδα, οικόπεδο και αποικία

Αν τον ρωτήσετε πού βρήκε δεκανίκι
πώς λογαριάζει να βρει την άκρη δηλαδή
θα αποκριθεί, «Γεννήθηκα στη Σαλονίκη
και ξέρω απ’ έξω την διαδρομή»

Μαρία Κέντρου-Αγαθοπούλου, Τα τοπία που είδα (III)

Διονύσης Σαββόπουλος, Μυστικό τοπίο (δίσκος: Τραπεζάκια έξω (1983))

Τα τοπία που είδα

III

Μα θα περάσουν αιώνες
Ώσπου να διηγηθώ την ιστορία μου
Πίσω στο άλλο ημισφαίριο
Θ’ ακούγονται στα χαλίκια του δρόμου
Στα χόρτα του δρόμου
Στη στάχτη του δρόμου
Τα διαφορετικά βήματά μας

Από τη συλλογή Τα τοπία που είδα (1975) της Μαρίας Κέντρου-Αγαθοπούλου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Μαρία Κέντρου-Αγαθοπούλου