Αλέξανδρος Ίσαρης, Η μέρα που νυχτώνει

Σπύρος Βλασσόπουλος & Δημήτρης Ιατρόπουλος, Αυτός που περιμένω
(τραγούδι: Άννα Βίσση / δίσκος: Κίτρινο γαλάζιο (1979))

Η μέρα που νυχτώνει

Η ψυχή βλέπει τη λίμνη
Στο είδωλό της
Στου χρόνου το βλέμμα που διστάζει
Και η προσμονή καλπάζει
Προς τα βουνά.

Αυτός που περιμένω
Έχει για πρόσωπο
Σμάρι από πουλιά.
Χαϊδεύει όμορφα όσο κανείς
Πετά επάνω από πόλεις
Ξαπλώνει σε αγρούς
Τρυπώνει σε σπηλιές.
Η ανάσα του βελούδινη πνοή
Κι η αγκαλιά του ανθισμένη.

Μούσκεψα μες στη βροχή
Τα δάκρυα κυλούν και τον καλούν.
Τόση επιθυμία
Κι αυτός ν’ αργεί!…

Από τη συλλογή Θα επιστρέψω φωτεινός [Ποιήματα 1993-1999] (2000) του Αλέξανδρου Ίσαρη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Αλέξανδρος Ίσαρης

Advertisements

Γ. Θ. Βαφόπουλος, Η πολιτεία

Μιχάλης Μικελής & Δημήτρης Ιατρόπουλος, Μεθυσμένη πολιτεία
(τραγούδι: Άννα Βίσση / δίσκος: Ναι (1980))

Η πολιτεία

Πολιτεία βυθισμένη στη νύχτα.
Κοιμητήρι μ’ επάλληλους
πολυώροφους τάφους νεκρών,
που ροχαλίζουν.

Πόσοι τάχα μπορούν ν’ ακούσουν,
στο βαρύ τους ροχάλισμα,
της περιπόλου τα βήματα;

Εφτά στρατιώτες περνούνε.
Εφτά στρατιώτες σημαίνουν
τις καρδιές των νεκρών,
που δεν έχουν ακόμα πεθάνει.

Ο πρώτος είμαι εγώ.
Ο δεύτερος πάλιν εγώ.
Το ίδιο κι ο τρίτος κι ο τέταρτος.
Κι ο πέμπτος κι ο έκτος κι ο έβδομος.

Με δεκατέσσερα πόδια βαδίζω,
με δεκατέσσερα χέρια κρατώ
τα εφτά τουφέκια,
που μπορούν να ραγίσουν
των κοιμισμένων το τύμπανο.

Ένας σ’ εφτά θώρακες μέσα.
Ένας μ’ εφτά ζώνες ζωσμένος.
Περιφέρομαι τούτη τη νύχτα,
σαν πολύποδο έντομο,
πάνω στο ιδρωμένο πρόσωπο
της Πολιτείας, που ροχαλίζει.
Περιφέρομαι,
γαργαλώντας τη στο ρουθούνι,
γαργαλώντας
την κοιμισμένη της συνείδηση.

Από τη συλλογή Το δάπεδο και άλλα ποιήματα (1951) του Γιώργου Βαφόπουλου

Πηγή: Γ. Θ. Βαφόπουλος, Άπαντα τα ποιητικά (Θεσσαλονίκη, εκδ. παρατηρητής, 1990)

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Γιώργος Θ. Βαφόπουλος

Μάνος Ελευθερίου, Η γριά γοργόνα

Γιάννης Σπανός & Δημήτρης Ιατρόπουλος, Της Χαλιμάς τα παραμύθια
(τραγούδι: Κώστας Καράλης / δίσκος: Τραγούδια και μπαλάντες (1977))

Η γριά γοργόνα

Πώς είναι μια γριά γοργόνα; Πώς είναι τώρα
που βαριέται να ρωτάει
που ξέρει το παιχνίδι του καιρού κι αναγνωρίζει
λάθη και συμβάσεις
και με φανταστικές κινήσεις εννοεί
ό,τι ρωτούσε πάντα;

Πάντα και πάντα ό,τι ρωτούσε και πώς είναι
όταν σε γύρευε μες στις σπηλιές του ύπνου
μες στα χαράματα του πόντου και στα τρελά νερά
παίζοντας με κόκαλα πνιγμένων
τυφλή, κουφή, ξεδοντιασμένη, με ρευματισμούς,
πώς είναι μια ζωή γονατισμένη
τώρα που η δίκαιη κλεψύδρα μένει ακίνητη
καρφωμένη μέσα στο χρόνο της που περιέχει

ή με τα δώρα κάποιου που γερνάει μόνος του στα καφενεία και στα πορνεία

κυνηγημένος από σένα κι από φιλιά φαντάσματα
μ’ ένα κορμί που το κατάντησες σαν λατομείο
και δεν ελπίζει να το κοιτάξεις
ή προς το βράδυ να ξεδιαλύνεις τον προσφυγικό του ύπνο
τώρα που σ’ αιχμαλώτισαν άλλοι καθρέφτες κι άλλα φώτα
και δεν υπερασπίζεις πια το σώμα σου∙
ανακαλύπτεις τους καθρέφτες μες στο σώμα σου
ή σκουριασμένα σύνεργα ενός παλιού μηχανουργείου
και λες μεταμορφώσεις είναι, τίποτ’ άλλο.
Το ξέρει αυτός, ο συγγενής του κόσμου,
αυτός που είδε αμαρτίες κι αμαρτίες,
στρατούς, παραλυσίες και φυλές,
το ξέρει αυτός πως η ψυχή έχει δικές της αποφάσεις
κι άλλους δρόμους. Πώς δεν σ’ το δίδαξε;
Πώς είναι όμως δίχως φάρμακα εκείνη
ελπίζοντας μια κάμαρα σ’ ένα γηροκομείο
την Κυριακή επισκέψεις από γέρους ναυτικούς
γιατί πια τώρα το ’μαθε καλά

το άλλο μισό του ανθρώπου είναι
το παραμύθι

αλλά κι εσύ γιατί να της παραφερθείς
αφού κοντά της βούλιαξες ολόκληρος
και μόνο το τραγικό σου χέρι φαίνεται
να κρατάει, σαν ψάρι, σπαρταρώντας,
την ψυχή σου.

Από τη συλλογή Το μυστικό πηγάδι (1983) του Μάνου Ελευθερίου

Πηγή: ανθολογία Η δεύτερη μεταπολεμική ποιητική γενιά (1950-1970) του Ανέστη Ευαγγέλου (εκδ. Παρατηρητής, 1994)

Νίκος-Αλέξης Ασλάνογλου, Εκκοκκιστήρια Α’

Μιχάλης Μικελής & Δημήτρης Ιατρόπουλος, Μεθυσμένη πολιτεία
(τραγούδι: Άννα Βίσση / δίσκος: Ναι (1980))

Εκκοκκιστήρια Α’

[Ενότητα Νοσοκομείο εκστρατείας (1964-1968)]

Βέροια, Ελασσόνα, Δράμα – πόλεις που αγάπησα, κλειστές
ανάμεσα σε υψώματα ή σε μικρούς καταυλισμούς
σπίτια που ανοίγονται κρυφά στον κάμπο

Σας γνώρισα τα δειλινά μέσα σ’ αυλές μοναστηριών
ή σε κρεβάτια παμπάλαια όπου έζησα πρόσκαιρα
με ανθρώπους που άφησαν κάποια σημάδια, λίγα κόκαλα
θητεία παράξενη, όλο αθωότητα, γεμάτη πίστη

Πίστη σε τι, ούτε ο ανθυπολοχαγός δεν έμεινε
ούτε όσοι φόρεσαν το ράσο κι αποκλείστηκαν
ένα παιδί αγαπήθηκε για να ξενιτευτεί
άνθρωποι που αγκάλιασα μες στους σταθμούς, άνθρωποι μόνοι

Πόλεις κλειστές σαν περιβόλια, που με ζήσατε
εκκοκκιστήρια μιας σοδειάς, βλέπω τι έχετε δώσει.

Από τη συλλογή Νοσοκομείο εκστρατείας (1972) του Νίκου-Αλέξη Ασλάνογλου

Πηγή: συγκεντρωτική έκδοση Ο δύσκολος θάνατος (Αθήνα, εκδ. Νεφέλη, 1985) του Νίκου-Αλέξη Ασλάνογλου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Νίκος-Αλέξης Ασλάνογλου

Γιώργος Θέμελης, Με βρήκε η νέα ημέρα

Λάκης Παππάς & Δημήτρης Ιατρόπουλος: Μάτια μου, μάτια σκαλιστά
(τραγούδι: Λάκης Παππάς / δίσκος: Πάει κι αυτή η Κυριακή (1990))

[Ενότητα Στα ίχνη των πουλιών]

Με βρήκε η νέα ημέρα

Με βρήκε η νέα ημέρα
Μες στ’ ουρανού την ξαστεριά
Με τα πολλά παράθυρα

Όμορφος είναι ο κόσμος
Η βρύση του ματιού

Ένα λαμπρό ρουμπίνι
Από ματόκλαδο

Μες στου νερού τη διάφανη ώρα
Με τα κοχύλια και με τ’ άστρα
Ένα γυμνό καθάριο πρόσωπο

Μάτια βαθιά
Σφιγμένα χείλη
Επάνω σ’ ένα στόμα
Που περιμένει

Μες στ’ ουρανού τη διάφανη ώρα

Έσκυψα και κοίταξα
Κ’ έγινα όλο μάτια

Από τη συλλογή Άνθρωποι και πουλιά (1947) του Γιώργου Θέμελη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Γιώργος Θέμελης