Δημήτρης Καλοκύρης, Η ερμηνεία των μάγων (II)

Η ερμηνεία των μάγων (II)

Μύθοι των μάγων και των μυστικών.
Κατασκευές των αριθμών και της αστρολογίας
για να σκορπά το αίμα του αλέκτορα
στα βυσσινιά θεμέλια της αυτοκρατορίας:
χρυσάφι,
να πλημμυρίζει αργά αργά το σώμα
και ν’ ανταλλάσσει τα επιτόκια της ζωής
με τη δικαιοσύνη που το ξεπληρώνει
λιβάνι,
για να φωλιάζει σαν τη γλώσσα στη φωτιά
και να μεταμορφώνει το κενό
σε ζωογόνο αιτία
και σμύρνα,
μέσα στα έγκατα της ηδονής
ένα πικρό βοτάνι
για να δαγκώνεται το στήθος του θανάτου πιο βαθιά
με τον σπασμό της ξαφνικής ελευθερίας.

Από τη συλλογή Η προκυμαία (1984) του Δημήτρη Καλοκύρη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Δημήτρης Καλοκύρης

Δημήτρης Καλοκύρης, Η ερμηνεία των μάγων (I)

Η ερμηνεία των μάγων (I)

Δουλεύει κάθε νύχτα ευλαβικά
τα ηδονικά σκηνώματα
απάνω στο αμόνι των σωμάτων,
με αγυρτείες και γητέματα
τινάζοντας εδώ κι εκεί τη μαύρη χαίτη
και με το βλέμμα να σου συννεφιάζει το μυαλό
όπως διπλώνει ωραία το ρούχο
πάνω στο καπνισμένο ασήμι
και χωρίζει λιγάκι τα γόνατα
για ν’ ακουμπήσει το μηνίσκο δεξιά.
Την κοιτάς που κουρνιάζει περήφανα
στο Κριάρι ανάμεσα και στο κέρας του Ταύρου
ποντάροντας στα κρυπτικά αρώματα
που αναδεύει στην πυρακτωμένη σάρκα

καθώς ένας σκοπός
που ξέμεινε αργά έξω απ’ το τείχος
στρώμα μιας αιγύπτιας
γύρισε μεθυσμένος τα χαράματα
κι άνοιξε τις ανατολικές πύλες
να περάσει ο θεός.

Από τη συλλογή Η προκυμαία (1984) του Δημήτρη Καλοκύρη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Δημήτρης Καλοκύρης

Δημήτρης Καλοκύρης, Το πέρασμα

Το πέρασμα

Η λιγνή καμπύλη του μετώπου
καθώς ο μήνας μπαίνει ένοπλος
τεντώνοντας το στόρι
στη βρεμένη αχτίδα
του ήλιου,
που λέει,
και βλέποντας
ο μήνας ένοπλος – στρατιώτης το σχήμα
που τινάζεται ο νους μες στο φύλλο
και ότι σπαράζει∙
κι ο μήνας ήταν ένοπλος στρατιώτης
και περνούσες το φεγγάρι
κατεβαίνοντας

Από τη συλλογή Το νόμισμα ή η παραβολή του φεγγαριού (1973) του Δημήτρη Καλοκύρη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Δημήτρης Καλοκύρης

Δημήτρης Καλοκύρης, Ελένη

Ελένη

Τώρα, ανοίγει την πορεία
στην παγωμένη νύχτα.

Κάποτε
όπως γυρνάει ο άξονας της υγρασίας τον κόσμο
και η λεπίδα διασχίζει τη σάρκα της σελήνης
απ’ τον κρατήρα του Αρταξέρξη
μέχρι τη θάλασσα της Ιωνίας,

σαν ασημένια Χάρλεϊ που βυθίζεται
απ’ τις ταινίες στις αστραπές
και διανύει την άσφαλτο
ως τον πυθμένα του ηλιακού σημείου

(να πλημμυρίσει το χειμώνα η τροχιά
της μελανής σημαίας του Νοέμβρη)

Κάποτε
που ο λόγος κι η σιωπή
αντιδικούν πεισματικά το νόημα
απ’ τον ερημικό νυμφώνα της Ελέπτολης
ως την ελλειπτική του Δία –όποιος και να ’ναι–

και σταματά η διαδικασία της φθοράς
για να φανούν μες στο σκοτάδι καθώς έρχονται
και βγαίνουν κατακόκκινα στο αιθυλένιο και στο θειάφι
τα κινητά σημάδια της νύχτας

(κι ανάβουν και σκορπίζονται σφυρίζοντας
βαθιά, μέσα στην ορατή φύση της απελπισίας)

Κάποτε
που το χέρι ξαγρυπνά
και τριγυρίζει στην ακρόπολη αόρατο
μέσα στο ανθισμένο θερμοκήπιο της Κόρης 683
να σαρκωθεί ο νόμος στο μετάξι

όπως ο ύπνος ξεπηδάει απ’ τα σκεπάσματα
και χάνεται μες στις κεραίες και τις κουζίνες
στα μαγαζιά με τα πολύχρωμα υφάσματα
τα ενθύμια από τους μυστικούς πολέμους

(τις γυάλες με τις μέντες και το μαντολάτο
τα κομμωτήρια και τα μηχανουργεία) τότε

Ο έρωτας,
γυρίζει κι αντιστρέφει την πορεία του κενού
τη ζωντανή λεπίδα του θανάτου
που ταξιδεύει νύχτα μέρα σιωπηλά
στα σκοτεινά εδάφη των αγγείων

και του ανταποδίδει βήμα βήμα τη διαδρομή
στα ερειπωμένα δώματα της Λακεδαιμονίας
με τις μεταλλικές κινήσεις της πυξίδας που γυρνά

από τη νικητήρια εορτή
στο σύμπαν.

Κλείνει τα μάτια της
βάνει το ράδιο δυνατά
τυλίγεται στο αλουμίνιο και τη βενζίνα
κοιτάει βαθιά στο φωτισμένο πίνακα
παραβιάζει ήρεμα
τα όρια και τα σήματα των ανθρώπων,
πατάει το γκάζι και ξεχύνεται
βαθιά, στην πυρωμένη σάρκα της σελήνης

κάπου ανάμεσα στο ροκ
και στο χαμένο πια παιχνίδι των αγίων.

1979

Από τη συλλογή Η προκυμαία (1984) του Δημήτρη Καλοκύρη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Δημήτρης Καλοκύρης

Δημήτρης Καλοκύρης, Τα φανταστικά φουγάρα

Lluis Llach & Πάνος Φαλάρας, Όλα τα ’χει ο μπαξές
(τραγούδι: Βασίλης Παπακωνσταντίνου / δίσκος: Βασίλης Παπακωνσταντίνου (1978))

Τα φανταστικά φουγάρα

Παραμορφώσεις σ’ ένα ζώο στις εξορίες του νερού.

Μπαίνοντας το νερό στα κατώφλια και στις βιτρίνες της αγοράς, καθώς αστράφτουν τα θαλασσινά φαινόμενα στις τζαμαρίες, το άλλο, που έρχεται ένα σκυλί και προσπερνά, ανάμεσα στη ναυμαχία, ύστερα που ουρλιάζει ξαφνικά μια άλλη πλατεία, όπως χτυπιέται με τα μέγαρα το φως μέσα στο δρόμο.

Και πώς ξεφεύγεις τώρα τούτες τις φωτιές, που δε θα χαμηλώσουνε ποτέ, η τεχνική των μαχαιριών με το τραπέζι άβαφτο κι απάνω το χοντρό προσευχητάρι –χειμώνας στο άλλο τοπίο, που δε θα γίνει να το δει, πως από τούτο το κελί δεν έχει μείνει πέρασμα,

δάσος γεμάτο γλάρους ξαφνικά, χωρίς αιτία.

Κλωνάρι τα φουγάρα, με αρώματα του πεύκου και του ανυπόμονου θανάτου τα αρώματα, χωράφια, σπίτια, στάβλοι και καπηλειά όπως τις γυάλες με το χιόνι
με παγωμένα τα κεντήματα πάνω στο κίτρινο κλαδάκι του μυαλού, ένα παράξενο φυτό, που γύρισε το λαμπερό σημείο δεξιά, σαν τη χωρίστρα κοριτσιού που γέρνει από ώρες στους γιατρούς και που αρχίζει να νυχτώνει–

Ένα παράξενο φυτό που τριγυρνάει όλη τη μέρα έξω απ’ το σπίτι∙ κάτι που φαίνεται φωνή που τελειώνει σιγανά μες στον καπνό και που σε φτάνει, για μια στιγμή σιωπή απέραντη, για μια στιγμή, κι απάνω οι φιάμολες! φανάρια, κόρνες, διαταγές, φρούτα της αγοράς, καρότσια και σακούλες και Σειρήνες καρφιτσωμένες στις σκιές, σαν ξεραμένα έντομα στη σάλα καλογέρων που ξεγυμνώσαν τα ποδάρια και πλευρίζουν μανιασμένοι στο παράθυρο: οι εικόνες.

Ο νυχτοφύλακας που γράφει για να μην αποκοιμηθεί, πώς αποβιβαστήκανε χαράματα στην Πάτμο, βουίζοντας το ράδιο κουβέντες και απόμακρες χειρονομίες –μοιάζει να τελειώσανε πολλά καθώς γυρίζω, μέσα σε ώρες που ’χουν πια τελειώσει, και με προσπερνούν, μαζί με τις φορές που δεν αρχίνησαν ακόμη, ήχος του νυχτοφύλακα από φωνές μιανής που πέθαινε στο άλλο σπίτι, ένα κουτάκι με φωτογραφίες, θυμητάρια από βαφτίσια, γάμους συγγενών, αρραβώνες που μια φορά ήθελα,

τώρα,
κάπου εδώ ήτανε κάτι που δεν είναι πια, ένας συλλογισμός κενός που γέμισε σιγά σιγά με πολυθρόνες και με βάζα και ταπετσαρίες, το σπίτι όλο ένα πέρασμα στην άκρη του ματιού απ’ τα χαμηλωμένα φώτα και τα κάδρα, ο ύπνος λίγος που απομένει, μια καντήλα με παχιά βελούδα του λαδιού στ’ απανωχείλι, κομμένη σαν και σήμερα, καποιανού άγιου, μεριές μεριές να τρέχει να ξεχύνεται στ’ άσπρα σεντόνια, στα χαλιά, μέσα στα σπίτια και στις αγορές και τις βιτρίνες με τα θαλασσινά φαινόμενα στις τζαμαρίες, κι εκατομμύρια φανταστικά πηχτά πουλιά μ’ ένα τεράστιο κουρέλι μαύρο στις δαγκάνες –οι άγιοι, και τα ξωτικά, σειρήνες άγιες και Παναγιές πλατύτερες και στους πυκνούς καπνούς και τις στριγκλιές, οι κουστωδίες.
Μ’ αποφεύγουν τα πρόσωπα που περιμένω στο μύθο–

ένα δεντράκι ασβεστωμένο ως τα μισά, παίρνει τις φλόγες και σηκώνεται ψηλά, οι φωτογράφοι τα μαζεύουνε και φεύγουν, σαν τα ποντίκια, που θα πει, πως καβαλήσαν οι σπαθάριοι κι οι λογοθέτες το καράβι και πως σηκώσανε τα χέρια πάνω στα φτερά, στα ψέματα και στις αλήθειες για τους άλλους, για τη βουή που ξαναπάει και φέρνει βόλτες, πάλι μέσα στην ίδια φυλακή, στο σπίτι που έρχεται, για ν’ αποκοιμηθώ και να μείνω.

Και κάνει να γεμίσει αυτό το ζώο, τις σημαίες, τις αυλές και τα σταματημένα τροχοφόρα στους ιπποδρόμους και τα στάδια και τους στρατώνες, και βγάζει έξω την αγρύπνια στο λουρί πρωί πρωί, που σου ξεσήκωνε όλη τη νύχτα τις φωνές μες στους καπνούς, την παγωνιά και την αιτία, σα δυο φανταστικά φουγάρα ανεμίζοντας στο φως, θεόρατα ανοιγμένα μες στο βράδυ, καθώς κατηφορίζουν μες στα σύννεφα οι φρουρές, κι αστραποβολημένο πέφτει μες από τη νύχτα, μια για πάντα, το φεγγάρι.

Από τη συλλογή Τα φανταστικά φουγάρα (1977) του Δημήτρη Καλοκύρη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Δημήτρης Καλοκύρης

Δημήτρης Καλοκύρης, Το πλοίο

Το πλοίο

Ο Μάης γύρισε στο πλάι αγριεύοντας∙ το ψάρι αντανακλώντας το λιοπύρι. Η λάμα ξεσηκώθηκε σαν έντομο.
Να βρέξει!

Κόβω μια βόλτα στο γιαλό: που έστησε τα βήματά μου ο ύπνος και στάζει το αφιόνι από το μάρμαρο, χύνεται κομματιάζοντας σ’ ανατολίτικο και πλουμιστό σαντούρι, σαπίζοντας στη στέγη και στα μπράτσα τους…

Αλλοπαρμένος ο περαματάρης, βιαστικός, τραβώντας το τοπίο στο κρικέλι του ίσκιου και πλανιέται, ό,τι και να γενεί θα ξημερώσει, λέει.
Λέει
_______________________________________________________________________

Τώρα μέσα στη χύτρα τα κομμάτια του, σηκώνεται να σβήσει την ένταση του τόξου μες στο ψάρι, λοξεύει το φανάρι με το ένδυμα βαρύ νερό γι’ αυτά τα μάτια στο σκοτάδι, –Ό,τι μου κατεβαίνει κάνω, λογαριασμό δε δίνω κανενός! Γυρνάει. Απλώνουν οι ξανθιές φτερούγες της, σφίγγει τ’ αστραφτερό τοπίο στη μασχάλη, ψάχνει το φουντωμένο της κορμί, ούτε θα βρέξει ούτε τίποτα∙ φωνάζει κάτι για τα χιόνια, σέρνει φωνή και στο παιδί, φέρε τ’ αλάτι, κόψε το ψωμί, βίρα το φοβερό μου μεροκάματο.

Τράβηξε το τοπίο με το κίτρινο απ’ τον ώμο, αγριεύει,
ο Μάης γύρισε στο πλάι το κατάρτι του, ξέπλενε τα στρωσίδια στο πηγάδι, στραφήκαν στο φανάρι τα εγκαύματα, ο Μάης ξαναγύρισε στο πλάι,

Από τη συλλογή Το νόμισμα ή η παραβολή του φεγγαριού (1973) του Δημήτρη Καλοκύρη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Δημήτρης Καλοκύρης

Μαρία Κουγιουμτζή, Παυσίλαος

Αγρίμια κι αγριμάκια μου (παραδοσιακό Κρήτης με τον Νίκο Ξυλούρη)

Παυσίλαος

Είναι αγρίμι ο Παυσίλαος
να τον φοβάσαι
σαν τσακμακόπετρες ανάβουν τα σπιρούνια του
πάνω στη γραφομηχανή όταν καλπάζει.
Το λάσο του πετάει
κι αιχμαλωτίζει απ’ το λαιμό
τα ρήματα και τις προθέσεις σου
και με τη μια τις παίρνει το κεφάλι.

Ανέκδοτο ποίημα της Μαρίας Κουγιουμτζή

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Μαρία Κουγιουμτζή

Μανόλης Ξεξάκης, Όνειρο δωδέκατο: Αγγελιοφόρος θερμότητας

Χάρις Αλεξίου, Χειμώνας (δίσκος: Το παιχνίδι της αγάπης (1998))

Όνειρο δωδέκατο: Αγγελιοφόρος θερμότητας

[Ενότητα Όνειρα]

Ονειρεύομαι και βλέπω ένα χειμώνα με κρύο
που εισχωρεί από τις σύγχρονες καθρεπτοτζαμαρίες
μαζί με παγοκρύσταλλα στα κτίρια της πόλης.

Δεν έχουμε ψυγεία για ποτά και τρόφιμα.
Κάθε δωμάτιο, θάλαμος ψυκτικός. Ο κόσμος
τρέφεται με κρύα φαγητά και ζει σε παγωμένα σπίτια.

Ένα σαλόνι δίπλα μας είναι φωλιά των πάγων.
Αλλού, εκεί που κατοικούν τυριά, θάλαμος της γραβιέρας.

Τα μπρι, οι παρμεζάνες και τα καμαμπέρ είναι αναποφάσιστα.
Ψάχνουν αριστοκρατικά προάστια αχιόνιστα να εγκατασταθούν…

Διαλαλώ, μας απειλούν νυχθημερόν πολλών αιώνων κρύα.
Σκοτάδια ασύλληπτα αγριεμένων ημερών, νύχτες αραβικές, αιμάτινες
έρχονται για την παγωμένη ευρωπαϊκή οντότητα, τώρα που ζει
με τις επιλογές του λογχοφόρου γίγαντα της υφηλίου.

Από τη συγκεντρωτική έκδοση Μανόλης Ξεξάκης, ποιήματα 1972-2006 (2008)

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Μανόλης Ξεξάκης

Μανόλης Ξεξάκης, Όνειρο όγδοο

Μιχάλης Χατζηγιάννης & Θανάσης Βούτσινος, Μόνο στα όνειρα (δίσκος: Παράξενη γιορτή (2000))

Όνειρο όγδοο

[Ενότητα Όνειρα]

Δεν ξέρω αν πεθαίνω τη νύχτα;

Πού πάει η ζωή μου;

Τι όνειρα βλέπω;

Οι άνθρωποι που αγαπήσαμε
δεν είναι στον ουρανό.

Στα όνειρα φυγοδικούν∙

επιθυμίες ανομολόγητες,
φόβοι και ξεχασμένες οδύνες.

Από τη συγκεντρωτική έκδοση Μανόλης Ξεξάκης, ποιήματα 1972-2006 (2008)

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Μανόλης Ξεξάκης

Μανόλης Ξεξάκης, Κορδόνι έκτο: Στα μπαράκια (1. Οι κηπουροί της μοναξιάς)

Αρλέτα, Μπαρ «Το ναυάγιο» (δίσκος: Άσε τα κρυφά κρυμμένα (1991))

[Ενότητα Κορδόνια]

Κορδόνι έκτο: Στα μπαράκια

1. Οι κηπουροί της μοναξιάς

Δύο και, μετά τα μεσάνυχτα∙
όποιος είναι ακόμα στο μπαρ
θα ξεκουκίσει μόνος
και την υπόλοιπη νύχτα.

Δεν έχουμε σπίτι με παιδιά,
φωνές, αναπνοές και γέλια.

Όσοι είχαμε το χάσαμε.

Κανένας δεν σηκώνεται να φύγει.
Ακόμα ένα ποτό,
η ιστορία στα βιβλία με λέξεις,
πουθενά και κανένας, τίποτα.

Για τους κηπουρούς της μοναξιάς
ο χρόνος είναι άδικος, ατελείωτος
και τυρβώδης…

Από τη συγκεντρωτική έκδοση Μανόλης Ξεξάκης, ποιήματα 1972-2006 (2008)

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Μανόλης Ξεξάκης

Μανόλης Ξεξάκης, Κορδόνι πέμπτο: Το φως των εποχών

Παντελής Θαλασσινός & Ηλίας Κατσούλης, Του παραδείσου λεμονιά
(τραγούδι: Παντελής Θαλασσινός / δίσκος: Απ’ την Τήλο ως τη Θράκη (1999))

Κορδόνι πέμπτο: Το φως των εποχών

[Ενότητα Κορδόνια]

Ελένη, έλα στο μπαλκόνι
να σου γνωρίσω τα νέα φύλλα
της μικρής λεμονιάς μας

τώρα που τα χαϊδεύει απαλά
ο κουρασμένος πλάγιος ήλιος
του φθινοπωρινού απογεύματος.

Πρέπει να προλάβεις∙ ο βασιλιάς,
απότομα βουτά και χάνεται μακριά
στην πυρφόρα αχλύ του Θερμαϊκού.

Έλα αμέσως. Μπορείς
να τρίψεις ελαφρά τα βαριά φύλλα
και να τα μυρίσεις.

Οι σκιές είναι μακριά.

Η ευωδία θα σε γεμίσει
ωραία συναισθήματα γαλήνης.

Η ώρα περνάει∙
αυτό το υπέροχο τίποτα, η νύχτα,
επελαύνει ήδη στις σκέψεις μου.

Νιώθω παράξενα αυτή την εποχή∙
σαν να έχω κάτι μεγάλο στα χέρια μου.
Δικό μου και πολλών άλλων.

Φοβάμαι το σκοτάδι που χτίζεται αργά
γύρω από τα γήινα πράγματα.

Ελένη, τα φύλλα πάλλονται
από ξαφνικές ριπές ανέμου.

Αρχίζουν μια αρωματική
γυμναστική.

Αισθάνομαι έναν πίδακα οσμών
κοντά μου. Βιάζομαι∙

ας αρχίσουμε τη θεραπευτική
ριναψία των αρωμάτων

με το αγαπημένο μας φυτό
που απαλύνει με τον τρόπο του
την ουσία της ροής του χρόνου:

Προσφέρει την ίδια στιγμή
όλα τα στάδια της ζωής∙

άνθη λευκά με μια υποψία
κίτρινη στα καμπύλα τους,

εργατικούς στήμονες
που μεταφέρουν στους ώμους
οριζόντια ψωμάκια,

σπαθόμορφα πέταλα ανοιχτά
σε στάσεις θηλυκότητας,

πράσινα ημισφαίρια
μόλις δεμένα στους κάλυκες,
μικρά νήπια λεμόνια

και υπέροχα ώριμα γεμάτα χυμούς.

Ελένη, θα ξεχαστούμε μυρίζοντας
ξανά και ξανά τα φύλλα.

Το φθινόπωρο δεν είναι εποχή∙
είναι προετοιμασία και προσευχή
για τον ακραίο χειμώνα που έρχεται.

Ας έχουμε ελπίδες. Να ασκούμε
μαζί όλες τις αισθήσεις μας.

Να είμαστε ικανοί, αν ξαφνικά βρεθούμε
σε καταιγίδες και βροχές.

Αγκαλιασμένοι τα λευκά του έρωτα
να ξεφυλλίσουμε αγαπημένα όλες τις νύχτες
του χειμερινού ημεροδείκτη.

Από τη συγκεντρωτική έκδοση Μανόλης Ξεξάκης, ποιήματα 1972-2006 (2008)

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Μανόλης Ξεξάκης

Μανόλης Ξεξάκης, Σχεδόν μηδέν

Σχεδόν μηδέν

Δεν έχουν κουραστεί
αυτοί οι γιγαντιαίοι αριθμοί
στο μικρό computer του γραφείου μου;

Χθες το ξέχασα ανοιχτό
με την τελευταία πράξη
στην οθόνη του να λαμπυρίζει.

Από τότε μίλησα με πολλούς
έβγαλα από την ύλη του
όλα τα φύλλα των περασμένων
ημερών, έγινα άλλος, μικρός,
σχεδόν μηδέν μέσα στον ύπνο και όμως
αυτοί οι τερατώδεις αριθμοί
με περίμεναν σήμερα το πρωί
για να μου πουν πως ζουν ξανά
και πάντοτε στο μέλλον.

Το συγκεκριμένο ποίημα του Μανόλη Ξεξάκη δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Εντευκτήριο (τεύχος 50, Απρίλιος-Ιούνιος 2000).

Πηγή: http://genesis.ee.auth.gr/dimakis/Enteykt/50/9.html

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Μανόλης Ξεξάκης

Μανόλης Ξεξάκης, Νύχτα

Νύχτα

Βραδιάζει σε κατοικημένες χαράδρες κι άγρια πολλά ακούγονται για τις λαστιχένιες κούνιες της εξουσίας.
Τραβάς το δρόμο σου κοσμάκη, πηδηχτός πηδηχτός, και δε σου βρίσκω τίποτε να υπάρχει, έξω από τυρόψωμο, στην καρουδωτή πετσέτα του φαγιού.
Και όποιος παίζει στα χέρια του το τσεκούρι ποτίζει τα πράγματα με το ίδιο θολό νερό που του φέρνουν άγνωστες πηγές κι εμείς τι κάνουμε;
Η χώρα μικρή κι ο χορός μεγάλος.

Πηγή: Η ελληνική ποίηση ανθολογημένη από τον Ρήγα Φεραίο έως σήμερα [Βασίλης Βασιλικός (1993)]

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Μανόλης Ξεξάκης

Μανόλης Ξεξάκης, Η κίτρινη πτέρυγα

Η κίτρινη πτέρυγα

Εσύ, κυρ-Γιαννάκη,
τι έκλεψες από το πουγκί της φυλής
ποιο έντομο, ενοχλητικό για τη θητεία σου,
σύντριψες στα μαλακά σου δάχτυλα∙

Έλα πατρίδα των ελπίδων
πάνω στους ωκεανούς,
θέλω χρώματα στο δωμάτιο
θέλω το παλιό μου μολύβι
τη σειρήνα που κρυβότανε στον ήλιο,
το σπιρούνι, τα κρόταλα, το φεγγοβολητό
και την ψηφίδα που λείπει.

Το συγκεκριμένο ποίημα του Μανόλη Ξεξάκη έχει δημοσιευτεί στο περιοδικό Το δέντρο.

Πηγή: Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης / 1930-1980 [Νίκος Καρατζάς (1990)]

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Μανόλης Ξεξάκης

Μανόλης Ξεξάκης, [Ελληνική επαρχία, γενέθλια γη…]

Αντώνης Βαρδής & Πάνος Φαλάρας, Επαρχία 1978
(τραγούδι: Βασίλης Παπακωνσταντίνου / δίσκος: Βασίλης Παπακωνσταντίνου (1978))

Ελληνική επαρχία, γενέθλια γη
έδρα της υπερβολής που ραντίζει
το χώμα της πρωτεύουσας
και φυτρώνουν όλα αυτά τα ξόρκια
της καθημερινής μίζερης ζωής.

Από τη συλλογή Κάτοπτρα μελαγχολικού λόγου (1987) του Μανόλη Ξεξάκη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Μανόλης Ξεξάκης