Δημήτρης Καλοκύρης, Το αρχικό θεώρημα

Το αρχικό θεώρημα

Ανάλαφρη, ακίνητη ανάμεσ’ απ’ τις φυλλωσιές
πίσω από τα κλωνάρια και τα τριαντάφυλλα
στέκεται στο μπαλκόνι να κοιτάξει χαμηλά
την πολιτεία που ανάβει την πλεξίδα της στα φώτα,
κάθεται λίγο, να μου πει καπνίζοντας για τα παλιά
τις αγρυπνίες στις ακτές της Σιθωνίας

–ένα τετράδιο ανοιγμένο στα νερά
εκείνων των καιρών–

κι ένας αέρας αναδεύει στα μαλλιά
φερμένος πέρα από τα τοπία του Χορτιάτη
μες στο χλιαρό οινόπνευμα που αποστάζει ρυθμικά
στις έλικες και στις καμπύλες του μυαλού
όπου ανθίζει σιγανά το φλογισμένο χορταράκι
της σελήνης.

Έβλεπα κάτι στίγματα παράξενα στα χέρια της
κάτι χαρτιά κακογραμμένα, με πορείες, αριθμούς,
σχεδιαγράμματα στον τόπο του κενού
αντιδικώντας με τις συζυγίες των σωμάτων.

Κι ήθελα να κρατήσω ανερμήνευτα
τα σχήματα που χάραζε ανασαίνοντας
πάνω στο μαξιλάρι με το νύχι:
κάτι κατάρτια που ανεβαίνουν κατακόρυφα
στους κεντημένους κήπους των νοημάτων
και σημειώνω τα ψηφία με το μήνυμα
σε κώδικα συλλαβικό
για φίλους νοητούς, που ανταμώνουν κάθε τόσο μυστικά
στους φωταγωγημένους διαδρόμους των ονείρων.

Μια σιωπηλή αναμέτρηση στα σκοινιά της ψυχής.

Κι ίσως να είναι αυτό εδώ
το αρχικό θεώρημα
κι η μυστική του απόδειξη ταυτόχρονα
στην παρουσία των άλλων,

κάτι που ξεκινάει απαλά
να διαγράφει τις περιπολίες των ανθρώπων
πάνω στο μαύρο δαχτυλίδι του Θεού
κι είναι γραμμένο για μια ζωντανή γυναίκα τελικά
που ερμηνεύει από την κόψη τον αιώνα μου
ανοίγοντας τα σκέλη
του διαβήτη και ορίζοντας
τις μοίρες που συντάσσουν τη ζωή
στα μυθικά σημεία που χωρίζεται
από τη μήτρα των αγγέλων ο αριθμός
και καθορίζει μες στη ρίζα του
τη στάχτη.

Από τη συλλογή Η προκυμαία (1984) του Δημήτρη Καλοκύρη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Δημήτρης Καλοκύρης

Δημήτρης Καλοκύρης, Τα σκοτεινά σημεία των ματιών

Τα σκοτεινά σημεία των ματιών

Πάλι η γλώσσα τριγυρνάει μες στο αίμα της∙
να ελευθερώσει τα νερά
από του νεραντζιού τη μυροφόρα δωρεά∙
να ψάξει τις συναγωγές, τις ευκαιρίες.

Επειδή σήμερα
που η αμοιβή του λόγου είναι ο νόμος
και η αιτία του ανθρώπου που σωπαίνει
είναι η σιωπή,
γαντζώνεται η ζωή σου απελπισμένη στο σημάδι αυτό
γιατί άλλο τίποτα στον κόσμο δε θυμάται
έξω από τούτο το συλλαβικό περβόλι
όπου σκαλίζεις με το νου ψιθυριστά
και στα κλωνάρια της μηλιάς ανθίζουνε τα λόγια
που απλώνουν τις ακίδες τους απότομα στο φως
ως την κατάμαυρη, υπνωτισμένη πεταλούδα
των ματιών σου.

Ο κόσμος βέβαια είναι πια τώρα αλλιώς,
κι η γλώσσα σου ξεντύνεται
από του καθενός τα δόντια περασμένη∙
μα ακόμα κι αν του σχεδιάζει, όπως λένε,
ο λόγος
μέσα του τα υφαντά του απείρου
έτσι γοργά
που ούτε καν προφταίνει να διαλέξει τη στιγμή
ανάμεσα στο νήμα και τους κόμπους που το δένουν
εντέλει………..τι νομίζεις είναι ο ποιητής;
κανείς που ξενυχτάει αγναντεύοντας οράματα
ή ένας έμπορος
που γέρνει προς τα πίσω την καρέκλα του
και χάφτει μύγες περιμένοντας
να του ’ρθει χρυσοφόρα η μοίρα
με τα ρούχα του πελάτη;

Τόποι της παρουσίας σου ερημικοί
αφημένοι στους Κέλτες και τους Κατελάνους
που διαβαίνουν αρδεύοντας με μελάνι το χώμα

–μια σιωπηλή καβαλαρία που ξημέρωσε
παιδεύοντας το παράξενο κορμί της Καλυψώς,
στα κατώγια της Κίρκης–

και σχηματίζει τους αιωρισμούς της μαντικής
τις όχθες και τις ξαφνικές στροφές του Αξιού
με τα στολίδια και τα επιρρήματα
τα σύνεργα του ταπεινού και του ανάξιου,
που διαρκώς τα ανεξιχνίαστα επινοεί
στις αχειροποίητες εικόνες, του ύπνου.

1979

Από τη συλλογή Η προκυμαία (1984) του Δημήτρη Καλοκύρη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Δημήτρης Καλοκύρης

Δημήτρης Καλοκύρης, Η προκυμαία

C.P. Cavafy, Ithaca
(recitation by Sean Connery, music by Vangelis (2004))

Η προκυμαία

Μες στους συλλογισμούς ανεβαίνει ο τοίχος
δεμένος μ’ ένα φύλλωμα
που μυρίζει σκουριά και κατράμι.
Το νερό χαρακώνει τον ασβέστη
ανάμεσα από τις κλειδώσεις του Αιγαίου.
Μια γυναίκα τυλίγει το σώμα της με τον αγέρα
και στρίβει τρέχοντας προς τα καράβια.

Η νύχτα περιπλέκει την απελπισία.

Ανάμεσα από τα παράσιτα και τους πειρατικούς
τις ξαφνικές διακοπές και τα ραδιοκύματα
έρχεται από μακριά
στο δέκτη που περιπολεί και ανιχνεύει το νόμο
με μια φωνή βραχνή
και παραμορφωμένη από τις λυχνίες
κάπου από την ορεινή πλευρά του γαλαξία
ελκόμενος στο πάθος και καταπατώντας το θάνατο
καθώς καρφώνεται στ’ αστραφτερά καρφιά
της Ιστορίας

ο ποιητής
Κωνσταντίνος Καβάφης.

Από τη συλλογή Η προκυμαία (1984) του Δημήτρη Καλοκύρη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Δημήτρης Καλοκύρης

Δημήτρης Καλοκύρης, Η ερμηνεία των μάγων (III)

Η ερμηνεία των μάγων (III)

Κι άσ’ την να ζει σ’ ένα σοκάκι και να ονειρεύεται
ένα πλεχτό που το Σαββατοκύριακο θα τελειώσει
ένα λουσάτο νυφικό, πολύχρωμα λαμπιόνια,
τη βέρα, αιωνίως να της εξαργυρώνει το δάχτυλο
το καντηλάκι να διανυκτερεύει στα εικονίσματα
για τον νυμφίο του αντίπερα κόσμου
ένα ακριβό μυρωδικό
για να εξουδετερώνει τον ιδρώτα της
στις γόνιμες ολονυκτίες του Απριλίου
και την απέραντη και τρυφερή της ερημιά
που θα ποτίζει στο ζυμάρι,
το κονιάκ και τα μπαχαρικά

τη μαύρη κότα των Χριστουγέννων.

1979

Από τη συλλογή Η προκυμαία (1984) του Δημήτρη Καλοκύρη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Δημήτρης Καλοκύρης

Δημήτρης Καλοκύρης, Η ερμηνεία των μάγων (II)

Η ερμηνεία των μάγων (II)

Μύθοι των μάγων και των μυστικών.
Κατασκευές των αριθμών και της αστρολογίας
για να σκορπά το αίμα του αλέκτορα
στα βυσσινιά θεμέλια της αυτοκρατορίας:
χρυσάφι,
να πλημμυρίζει αργά αργά το σώμα
και ν’ ανταλλάσσει τα επιτόκια της ζωής
με τη δικαιοσύνη που το ξεπληρώνει
λιβάνι,
για να φωλιάζει σαν τη γλώσσα στη φωτιά
και να μεταμορφώνει το κενό
σε ζωογόνο αιτία
και σμύρνα,
μέσα στα έγκατα της ηδονής
ένα πικρό βοτάνι
για να δαγκώνεται το στήθος του θανάτου πιο βαθιά
με τον σπασμό της ξαφνικής ελευθερίας.

Από τη συλλογή Η προκυμαία (1984) του Δημήτρη Καλοκύρη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Δημήτρης Καλοκύρης

Δημήτρης Καλοκύρης, Η ερμηνεία των μάγων (I)

Η ερμηνεία των μάγων (I)

Δουλεύει κάθε νύχτα ευλαβικά
τα ηδονικά σκηνώματα
απάνω στο αμόνι των σωμάτων,
με αγυρτείες και γητέματα
τινάζοντας εδώ κι εκεί τη μαύρη χαίτη
και με το βλέμμα να σου συννεφιάζει το μυαλό
όπως διπλώνει ωραία το ρούχο
πάνω στο καπνισμένο ασήμι
και χωρίζει λιγάκι τα γόνατα
για ν’ ακουμπήσει το μηνίσκο δεξιά.
Την κοιτάς που κουρνιάζει περήφανα
στο Κριάρι ανάμεσα και στο κέρας του Ταύρου
ποντάροντας στα κρυπτικά αρώματα
που αναδεύει στην πυρακτωμένη σάρκα

καθώς ένας σκοπός
που ξέμεινε αργά έξω απ’ το τείχος
στρώμα μιας αιγύπτιας
γύρισε μεθυσμένος τα χαράματα
κι άνοιξε τις ανατολικές πύλες
να περάσει ο θεός.

Από τη συλλογή Η προκυμαία (1984) του Δημήτρη Καλοκύρη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Δημήτρης Καλοκύρης

Δημήτρης Καλοκύρης, Το πέρασμα

Το πέρασμα

Η λιγνή καμπύλη του μετώπου
καθώς ο μήνας μπαίνει ένοπλος
τεντώνοντας το στόρι
στη βρεμένη αχτίδα
του ήλιου,
που λέει,
και βλέποντας
ο μήνας ένοπλος – στρατιώτης το σχήμα
που τινάζεται ο νους μες στο φύλλο
και ότι σπαράζει∙
κι ο μήνας ήταν ένοπλος στρατιώτης
και περνούσες το φεγγάρι
κατεβαίνοντας

Από τη συλλογή Το νόμισμα ή η παραβολή του φεγγαριού (1973) του Δημήτρη Καλοκύρη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Δημήτρης Καλοκύρης

Δημήτρης Καλοκύρης, Ελένη

Ελένη

Τώρα, ανοίγει την πορεία
στην παγωμένη νύχτα.

Κάποτε
όπως γυρνάει ο άξονας της υγρασίας τον κόσμο
και η λεπίδα διασχίζει τη σάρκα της σελήνης
απ’ τον κρατήρα του Αρταξέρξη
μέχρι τη θάλασσα της Ιωνίας,

σαν ασημένια Χάρλεϊ που βυθίζεται
απ’ τις ταινίες στις αστραπές
και διανύει την άσφαλτο
ως τον πυθμένα του ηλιακού σημείου

(να πλημμυρίσει το χειμώνα η τροχιά
της μελανής σημαίας του Νοέμβρη)

Κάποτε
που ο λόγος κι η σιωπή
αντιδικούν πεισματικά το νόημα
απ’ τον ερημικό νυμφώνα της Ελέπτολης
ως την ελλειπτική του Δία –όποιος και να ’ναι–

και σταματά η διαδικασία της φθοράς
για να φανούν μες στο σκοτάδι καθώς έρχονται
και βγαίνουν κατακόκκινα στο αιθυλένιο και στο θειάφι
τα κινητά σημάδια της νύχτας

(κι ανάβουν και σκορπίζονται σφυρίζοντας
βαθιά, μέσα στην ορατή φύση της απελπισίας)

Κάποτε
που το χέρι ξαγρυπνά
και τριγυρίζει στην ακρόπολη αόρατο
μέσα στο ανθισμένο θερμοκήπιο της Κόρης 683
να σαρκωθεί ο νόμος στο μετάξι

όπως ο ύπνος ξεπηδάει απ’ τα σκεπάσματα
και χάνεται μες στις κεραίες και τις κουζίνες
στα μαγαζιά με τα πολύχρωμα υφάσματα
τα ενθύμια από τους μυστικούς πολέμους

(τις γυάλες με τις μέντες και το μαντολάτο
τα κομμωτήρια και τα μηχανουργεία) τότε

Ο έρωτας,
γυρίζει κι αντιστρέφει την πορεία του κενού
τη ζωντανή λεπίδα του θανάτου
που ταξιδεύει νύχτα μέρα σιωπηλά
στα σκοτεινά εδάφη των αγγείων

και του ανταποδίδει βήμα βήμα τη διαδρομή
στα ερειπωμένα δώματα της Λακεδαιμονίας
με τις μεταλλικές κινήσεις της πυξίδας που γυρνά

από τη νικητήρια εορτή
στο σύμπαν.

Κλείνει τα μάτια της
βάνει το ράδιο δυνατά
τυλίγεται στο αλουμίνιο και τη βενζίνα
κοιτάει βαθιά στο φωτισμένο πίνακα
παραβιάζει ήρεμα
τα όρια και τα σήματα των ανθρώπων,
πατάει το γκάζι και ξεχύνεται
βαθιά, στην πυρωμένη σάρκα της σελήνης

κάπου ανάμεσα στο ροκ
και στο χαμένο πια παιχνίδι των αγίων.

1979

Από τη συλλογή Η προκυμαία (1984) του Δημήτρη Καλοκύρη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Δημήτρης Καλοκύρης

Δημήτρης Καλοκύρης, Τα φανταστικά φουγάρα

Lluis Llach & Πάνος Φαλάρας, Όλα τα ’χει ο μπαξές
(τραγούδι: Βασίλης Παπακωνσταντίνου / δίσκος: Βασίλης Παπακωνσταντίνου (1978))

Τα φανταστικά φουγάρα

Παραμορφώσεις σ’ ένα ζώο στις εξορίες του νερού.

Μπαίνοντας το νερό στα κατώφλια και στις βιτρίνες της αγοράς, καθώς αστράφτουν τα θαλασσινά φαινόμενα στις τζαμαρίες, το άλλο, που έρχεται ένα σκυλί και προσπερνά, ανάμεσα στη ναυμαχία, ύστερα που ουρλιάζει ξαφνικά μια άλλη πλατεία, όπως χτυπιέται με τα μέγαρα το φως μέσα στο δρόμο.

Και πώς ξεφεύγεις τώρα τούτες τις φωτιές, που δε θα χαμηλώσουνε ποτέ, η τεχνική των μαχαιριών με το τραπέζι άβαφτο κι απάνω το χοντρό προσευχητάρι –χειμώνας στο άλλο τοπίο, που δε θα γίνει να το δει, πως από τούτο το κελί δεν έχει μείνει πέρασμα,

δάσος γεμάτο γλάρους ξαφνικά, χωρίς αιτία.

Κλωνάρι τα φουγάρα, με αρώματα του πεύκου και του ανυπόμονου θανάτου τα αρώματα, χωράφια, σπίτια, στάβλοι και καπηλειά όπως τις γυάλες με το χιόνι
με παγωμένα τα κεντήματα πάνω στο κίτρινο κλαδάκι του μυαλού, ένα παράξενο φυτό, που γύρισε το λαμπερό σημείο δεξιά, σαν τη χωρίστρα κοριτσιού που γέρνει από ώρες στους γιατρούς και που αρχίζει να νυχτώνει–

Ένα παράξενο φυτό που τριγυρνάει όλη τη μέρα έξω απ’ το σπίτι∙ κάτι που φαίνεται φωνή που τελειώνει σιγανά μες στον καπνό και που σε φτάνει, για μια στιγμή σιωπή απέραντη, για μια στιγμή, κι απάνω οι φιάμολες! φανάρια, κόρνες, διαταγές, φρούτα της αγοράς, καρότσια και σακούλες και Σειρήνες καρφιτσωμένες στις σκιές, σαν ξεραμένα έντομα στη σάλα καλογέρων που ξεγυμνώσαν τα ποδάρια και πλευρίζουν μανιασμένοι στο παράθυρο: οι εικόνες.

Ο νυχτοφύλακας που γράφει για να μην αποκοιμηθεί, πώς αποβιβαστήκανε χαράματα στην Πάτμο, βουίζοντας το ράδιο κουβέντες και απόμακρες χειρονομίες –μοιάζει να τελειώσανε πολλά καθώς γυρίζω, μέσα σε ώρες που ’χουν πια τελειώσει, και με προσπερνούν, μαζί με τις φορές που δεν αρχίνησαν ακόμη, ήχος του νυχτοφύλακα από φωνές μιανής που πέθαινε στο άλλο σπίτι, ένα κουτάκι με φωτογραφίες, θυμητάρια από βαφτίσια, γάμους συγγενών, αρραβώνες που μια φορά ήθελα,

τώρα,
κάπου εδώ ήτανε κάτι που δεν είναι πια, ένας συλλογισμός κενός που γέμισε σιγά σιγά με πολυθρόνες και με βάζα και ταπετσαρίες, το σπίτι όλο ένα πέρασμα στην άκρη του ματιού απ’ τα χαμηλωμένα φώτα και τα κάδρα, ο ύπνος λίγος που απομένει, μια καντήλα με παχιά βελούδα του λαδιού στ’ απανωχείλι, κομμένη σαν και σήμερα, καποιανού άγιου, μεριές μεριές να τρέχει να ξεχύνεται στ’ άσπρα σεντόνια, στα χαλιά, μέσα στα σπίτια και στις αγορές και τις βιτρίνες με τα θαλασσινά φαινόμενα στις τζαμαρίες, κι εκατομμύρια φανταστικά πηχτά πουλιά μ’ ένα τεράστιο κουρέλι μαύρο στις δαγκάνες –οι άγιοι, και τα ξωτικά, σειρήνες άγιες και Παναγιές πλατύτερες και στους πυκνούς καπνούς και τις στριγκλιές, οι κουστωδίες.
Μ’ αποφεύγουν τα πρόσωπα που περιμένω στο μύθο–

ένα δεντράκι ασβεστωμένο ως τα μισά, παίρνει τις φλόγες και σηκώνεται ψηλά, οι φωτογράφοι τα μαζεύουνε και φεύγουν, σαν τα ποντίκια, που θα πει, πως καβαλήσαν οι σπαθάριοι κι οι λογοθέτες το καράβι και πως σηκώσανε τα χέρια πάνω στα φτερά, στα ψέματα και στις αλήθειες για τους άλλους, για τη βουή που ξαναπάει και φέρνει βόλτες, πάλι μέσα στην ίδια φυλακή, στο σπίτι που έρχεται, για ν’ αποκοιμηθώ και να μείνω.

Και κάνει να γεμίσει αυτό το ζώο, τις σημαίες, τις αυλές και τα σταματημένα τροχοφόρα στους ιπποδρόμους και τα στάδια και τους στρατώνες, και βγάζει έξω την αγρύπνια στο λουρί πρωί πρωί, που σου ξεσήκωνε όλη τη νύχτα τις φωνές μες στους καπνούς, την παγωνιά και την αιτία, σα δυο φανταστικά φουγάρα ανεμίζοντας στο φως, θεόρατα ανοιγμένα μες στο βράδυ, καθώς κατηφορίζουν μες στα σύννεφα οι φρουρές, κι αστραποβολημένο πέφτει μες από τη νύχτα, μια για πάντα, το φεγγάρι.

Από τη συλλογή Τα φανταστικά φουγάρα (1977) του Δημήτρη Καλοκύρη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Δημήτρης Καλοκύρης

Δημήτρης Καλοκύρης, Το πλοίο

Το πλοίο

Ο Μάης γύρισε στο πλάι αγριεύοντας∙ το ψάρι αντανακλώντας το λιοπύρι. Η λάμα ξεσηκώθηκε σαν έντομο.
Να βρέξει!

Κόβω μια βόλτα στο γιαλό: που έστησε τα βήματά μου ο ύπνος και στάζει το αφιόνι από το μάρμαρο, χύνεται κομματιάζοντας σ’ ανατολίτικο και πλουμιστό σαντούρι, σαπίζοντας στη στέγη και στα μπράτσα τους…

Αλλοπαρμένος ο περαματάρης, βιαστικός, τραβώντας το τοπίο στο κρικέλι του ίσκιου και πλανιέται, ό,τι και να γενεί θα ξημερώσει, λέει.
Λέει
_______________________________________________________________________

Τώρα μέσα στη χύτρα τα κομμάτια του, σηκώνεται να σβήσει την ένταση του τόξου μες στο ψάρι, λοξεύει το φανάρι με το ένδυμα βαρύ νερό γι’ αυτά τα μάτια στο σκοτάδι, –Ό,τι μου κατεβαίνει κάνω, λογαριασμό δε δίνω κανενός! Γυρνάει. Απλώνουν οι ξανθιές φτερούγες της, σφίγγει τ’ αστραφτερό τοπίο στη μασχάλη, ψάχνει το φουντωμένο της κορμί, ούτε θα βρέξει ούτε τίποτα∙ φωνάζει κάτι για τα χιόνια, σέρνει φωνή και στο παιδί, φέρε τ’ αλάτι, κόψε το ψωμί, βίρα το φοβερό μου μεροκάματο.

Τράβηξε το τοπίο με το κίτρινο απ’ τον ώμο, αγριεύει,
ο Μάης γύρισε στο πλάι το κατάρτι του, ξέπλενε τα στρωσίδια στο πηγάδι, στραφήκαν στο φανάρι τα εγκαύματα, ο Μάης ξαναγύρισε στο πλάι,

Από τη συλλογή Το νόμισμα ή η παραβολή του φεγγαριού (1973) του Δημήτρη Καλοκύρη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Δημήτρης Καλοκύρης

Μαρία Κουγιουμτζή, Παυσίλαος

Αγρίμια κι αγριμάκια μου (παραδοσιακό Κρήτης με τον Νίκο Ξυλούρη)

Παυσίλαος

Είναι αγρίμι ο Παυσίλαος
να τον φοβάσαι
σαν τσακμακόπετρες ανάβουν τα σπιρούνια του
πάνω στη γραφομηχανή όταν καλπάζει.
Το λάσο του πετάει
κι αιχμαλωτίζει απ’ το λαιμό
τα ρήματα και τις προθέσεις σου
και με τη μια τις παίρνει το κεφάλι.

Ανέκδοτο ποίημα της Μαρίας Κουγιουμτζή

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Μαρία Κουγιουμτζή