Τάσος Κόρφης, Η θάλασσα γίνεται κήπος

Τάσος Κόρφης & Σταύρος Κουγιουμτζής, Μικραίνει ο κόσμος
(τραγούδι: Αντώνης Καλογιάννης / δίσκος: Μικραίνει ο κόσμος (1982))

Η θάλασσα γίνεται κήπος

Μικραίνει ο κόσμος κι η θάλασσα γίνεται κήπος.
Στερεύει το φως στις γυμνές αποβάθρες. Μ’ ασβέστη
σκεπάζουν τα δάκρυα. Σεντόνι λευκό χειρουργείου
σκεπάζει τ’ ανήσυχα χέρια.

Μικραίνει ο κόσμος μα εσύ, ματωμένη καρδιά μου, πολύκαρπο ρόδι,
και πάλι μαζί σου με πας ταξιδιώτη για ναυάγιο και πάλι
και πάλι σκιρτάς σαν πουλί μες στο χιόνι, σαν ελπίδα αιχμαλώτου.

Από τη συλλογή Εργόχειρα (1983) του Τάσου Κόρφη

Πηγή: ανθολογία Η δεύτερη μεταπολεμική ποιητική γενιά (1950-1970) του Ανέστη Ευαγγέλου (εκδ. Παρατηρητής, 1994)

Advertisements

Τάσος Κόρφης, Το μανταρίνι

Το μανταρίνι

Όμορφη σα μανταρίνι
Ξεφλουδίζοντας τον καρπό σου
μ’ άρπαξε τ’ άρωμα
πριν απ’ τη γεύση!

Από τη συλλογή Εργόχειρα (1983) του Τάσου Κόρφη

Πηγή: ανθολογία Η δεύτερη μεταπολεμική ποιητική γενιά (1950-1970) του Ανέστη Ευαγγέλου (εκδ. Παρατηρητής, 1994)

Τάσος Κόρφης, Αποστολή διασώσεως

Κώστας Καλδάρας, Απ’ τα κρυμμένα να σωθείς
(τραγούδι: Μελίνα Κανά / δίσκος: Τραγούδια από το παράθυρο (1998))

Αποστολή διασώσεως

[Ενότητα Ημερολόγιο 4]

Πρέπει να πλεύσουμε στη νύχτα και να διασώσουμε κάποιον, κάποιον που κάνει το σταυρό του, παίρνει τη θεία μετάληψη και περιμένει ένα καράβι, ένα γιατρό, ένα χέρι να του κλείσει τα μάτια.

Τα σήματα μας ξεσήκωσαν από τον ύπνο, από τον απογευματινό μας καφέ, από το σώμα της γυναίκας μας. Τα χέρια χούφτωναν το τιμόνι. Τα μάτια επαγρυπνούν. Όλα τίθενται εν επιφυλακή.

Πρέπει να πλεύσουμε στη νύχτα και να διασώσουμε κάποιον, κάποιον –ίσως τον εαυτό μας– που κινδυνεύει, ανάμεσα σ’ αγγίγματα φτηνά, αισθήματα ξεπερασμένα, κύκλους ομόκεντρους, ένα δεσμώτη των μορφών, των διαγραμμάτων που δεν μπορεί ν’ αυτοσχεδιάσει πια.

Από τη συγκεντρωτική έκδοση Ημερολόγιο (1971) του Τάσου Κόρφη

Πηγή: ανθολογία Η δεύτερη μεταπολεμική ποιητική γενιά (1950-1970) του Ανέστη Ευαγγέλου (εκδ. Παρατηρητής, 1994)

Τάσος Κόρφης, Αυτά που είδαμε ήταν πολλά

Αυτά που είδαμε ήταν πολλά

Όχι άλλα θεάματα – μας φτάνουν
τα όσα είδαμε, τα όσα ποθήσαμε,
τα όσα, λησμονημένα, μας καταδυναστεύουν.
Η παρέλαση με τους εστεμμένους και τους πρίγκιπες
ας σταματήσει πια.
Ας σταματήσει κι η διαδήλωση
με τους ρακένδυτους και τους πεινασμένους.
Αυτά που είδαμε ήταν πολλά, μας κούρασαν.
Γυναίκα,
στρώσε για φαΐ, στρώσε για ύπνο.

Από τη συλλογή Ημερολόγιο 2 (1964) του Τάσου Κόρφη

Πηγή: ανθολογία Η δεύτερη μεταπολεμική ποιητική γενιά (1950-1970) του Ανέστη Ευαγγέλου (εκδ. Παρατηρητής, 1994)

Τάσος Κόρφης, Διαζύγιο

Διαζύγιο

Τα βγάλαν όλα στο σφυρί:
τα έπιπλα, τα κάδρα, τα χαλιά.
Είπαν να μην αφήσουν τίποτα που να θυμίζει
τα είκοσι χρόνια που έζησαν μαζί
κάτω από την ίδια στέγη.
Απόφαση πικρή, απεγνωσμένη
–παρά τον κάποιο της ηρωισμό– προσπάθεια
εκ των προτέρων καταδικασμένη, μια και γνώριζαν
ότι στο τέλος
θα κέρδιζε η μνήμη, εκείνη θα πλειοδοτούσε.

Από τη συλλογή Ημερολόγιο 2 (1964) του Τάσου Κόρφη

Πηγή: ανθολογία Η δεύτερη μεταπολεμική ποιητική γενιά (1950-1970) του Ανέστη Ευαγγέλου (εκδ. Παρατηρητής, 1994)

Τάσος Κόρφης, Σαν τα πουλιά

Σαν τα πουλιά

Σαν τα πουλιά που αναζητούν μια πλώρη καραβιού για να κουρνιάσουν,
χαμένα μεσοπέλαγα, με κόντρα καιρό, χωρίς ελπίδες ξηράς,
ψάχνω να βρω ένα κορμί να ξαποστάσω,
μιαν αγκαλιά, για να ζεστάνω τη γύμνια μου.

Από τη συλλογή Ημερολόγιο 2 (1964) του Τάσου Κόρφη

Πηγή: ανθολογία Η δεύτερη μεταπολεμική ποιητική γενιά (1950-1970) του Ανέστη Ευαγγέλου (εκδ. Παρατηρητής, 1994)

Τάσος Κόρφης, Scrap iron

Scrap iron

Αλήθεια, πώς δεν μπόρεσες να διακρίνεις την αλλαγή
τα φορτία που, κάθε μέρα, σκόρπιζες στη θάλασσα, για να ελαφρώσεις
και κείνες τις ραγισματιές στις λαμαρίνες, αδιόρατες σχεδόν,
κι όμως βαθιές, υπολογισμένες να βρούνε, κάποτε, την καρδιά σου;
Χρώμα πάνω στο χρώμα πώς να διακρίνεις τη σκουριά
που δάγκανε, τόσον καιρό, επιδέξια το κορμί σου,
παγιδεύοντας με σιγουριά τις τελευταίες του αντιδράσεις;
Αλήθεια πόσο ξαφνικά έφθασες εδώ, στο νεκροταφείο των πλοίων,
χωρίς καπετάνιο, χωρίς ναύλο, χωρίς ανησυχίες,
άχρηστο παλιοσιδερικό για εκποίηση…

Από τη συλλογή Ημερολόγιο 2 (1964) του Τάσου Κόρφη

Πηγή: ανθολογία Η δεύτερη μεταπολεμική ποιητική γενιά (1950-1970) του Ανέστη Ευαγγέλου (εκδ. Παρατηρητής, 1994)

Τάσος Κόρφης, Δεν ωφελεί να περιορίζεις τα πουλιά

Δεν ωφελεί να περιορίζεις τα πουλιά

Δεν ωφελεί να περιορίζεις τα πουλιά
με ξόβεργες, με σκιάχτρα, με κλουβιά,
να περιμένεις στις διαβάσεις των αποδημητικών
μερόνυχτα, να ρίχνεις τουφεκιές.
Ό,τι μπορεί να φτερουγίσει δε σκλαβώνεται∙
προετοιμάζεται στα θερμοκήπια των στερήσεων
προσμένοντας αργά ή γρήγορα την ώρα του.

Από τη συλλογή Ημερολόγιο 2 (1964) του Τάσου Κόρφη

Πηγή: ανθολογία Η δεύτερη μεταπολεμική ποιητική γενιά (1950-1970) του Ανέστη Ευαγγέλου (εκδ. Παρατηρητής, 1994)

Τάσος Κόρφης, Της Άρτας το γεφύρι

Γιώργος Ανδρέου & Θοδωρής Γκόνης, Γεφύρι ξεχασμένο
(τραγούδι: Τάνια Τσανακλίδου / δίσκος: Τραγούδια του παράξενου κόσμου (1995))

Της Άρτας το γεφύρι

Ως πότε λοιπόν θα προσπαθούμε να γεμίσουμε
αυτό το βάραθρο που χρόνια στέκει απέναντί μας
ζητώντας ελπίδες, όνειρα, νύχτες, κορμιά,
πίνοντας αίμα, πνίγοντας τις κραυγές μας στα βράχια του,
ατίθασο να υποταχτεί σ’ ένα γεφύρι;
Κι η κόρη του πρωτομάστορη, που κάτι μπορούσε να κάνει για μας:
Να καρφώσει τα μάτια της στα μάτια του δράκου για να ηρεμήσουν,
ν’ ακουμπήσει στις όχθες τα χείλη της για να ησυχάσουν τα νερά,
να προσφέρει το κορμί της, θεμέλιο, στο πρώτο δοκάρι,
φτηνή, τιποτένια, γυρίζει από μαγαζί σε μαγαζί,
πίνοντας ούζα, παίζοντας την αγωνία μας στα ζάρια,
τραγουδώντας σε ρεμπέτικους σκοπούς την προδοσία της.

Από τη συλλογή Ημερολόγιο 2 (1964) του Τάσου Κόρφη

Πηγή: ανθολογία Η δεύτερη μεταπολεμική ποιητική γενιά (1950-1970) του Ανέστη Ευαγγέλου (εκδ. Παρατηρητής, 1994)

Τάσος Κόρφης, Το παράθυρο

Το παράθυρο

Πίσω απ’ το παράθυρο το ίδιο πάντα δέντρο.
Κάποτε ξεμπλέκαμε τους χαρταετούς μας
από τους κλώνους του.
Αργότερα χαράζαμε στον κορμό του
το αλφαβητάριο των ενθουσιασμών.
Τώρα
ξεκουραζόμαστε στη ρίζα του.

Από τη συλλογή Ημερολόγιο (1963) του Τάσου Κόρφη

Πηγή: ανθολογία Η δεύτερη μεταπολεμική ποιητική γενιά (1950-1970) του Ανέστη Ευαγγέλου (εκδ. Παρατηρητής, 1994)

Ορέστης Αλεξάκης, Ο ποιητής και το ποίημα

Κώστας Καρυωτάκης & Μίκης Θεοδωράκης, Μπαλάντα στους άδοξους ποιητές των αιώνων
(τραγούδι: Βασίλης Παπακωνσταντίνου / δίσκος: Κώστας Καρυωτάκης (1985))

Ο ποιητής και το ποίημα*

Ψυχής πείρατα ουκ αν εξεύροιο πάσαν
επιπορευόμενος οδόν, ούτω βαθύν λόγον έχει.

Ηράκλειτος

Επικρατεί η άποψη πως η ποίηση είναι ένα είδος αυτοεξομολόγησης. Και ότι διά μέσου τής ποίησης μπορεί κανείς να γνωρίσει καλύτερα τον ποιητή. Η διαπίστωση είναι σωστή μόνον με την έννοια ότι η ποίηση μπορεί να φέρει στο φως ψυχικές εκτάσεις που την ύπαρξή τους αγνοεί και ο ίδιος ο δημιουργός. Το πρόβλημα είναι εάν και σε ποιο βαθμό οι «εκτάσεις» αυτές προσδιορίζουν την προσωπικότητα του ποιητή, αποτελούν δηλαδή συστατικά της χαρακτηριστικά, ή εάν εκτείνονται πέραν ή μάλλον βαθύτερα από τα όρια αυτής της συγκεκριμένης προσωπικότητας, σε χώρους δηλαδή όπου πλέον η ατομικότητα χάνει τα ειδικά χαρακτηριστικά της. Αυτό γίνεται περισσότερο κατανοητό αν σκεφθεί κανείς ότι το υλικό τής ποίησης ανασύρεται από ένα βάθος, όπου το «ατομικό» με το «γενικό» δεν οριοθετούνται πια με απόλυτη ακρίβεια και όπου τα πράγματα δεν φέρουν πια τη σφραγίδα της ακριβούς προελεύσεώς τους και δεν συνέχονται αυτονόητα και αποκλειστικά με την προσωπικότητα του συγκεκριμένου ποιητή. Τουλάχιστον με εκείνη την προσωπικότητα που ο ίδιος γνωρίζει και με την οποίαν εκδηλώνεται – στον εξωτερικό κόσμο∙ και την οποία έχουν αποτυπώσει στη δική τους συνείδηση εκείνοι που τον περιβάλλουν.

Φαίνεται πως στα ομιχλώδη βάθη του ασυνείδητου, οι άνθρωποι δεν λειτουργούν πια σαν άτομα, αλλά σαν δέκτες και πομποί μιας ζωής, που εκτείνεται πέρα από τα όρια της προσωπικής τους ιστορίας. Και που ξεπερνά όλους τους σχηματικούς τύπους μιας συμβατικής καθημερινότητας, μιας οριοθετημένης χρονικότητας και μιας «περιγεγραμμένης» ατομικότητας. Σ’ αυτά τα βάθη, ο ποιητής έχει πεθάνει άπειρες φορές, έχει πιστέψει, έχει αγαπήσει, έχει προδοθεί. Σ’ αυτά τα βάθη η ανθρωπότητα καθημερινά καταστρέφεται, ο πλανήτης ερημώνεται, πολιτισμοί και ιδανικά καταρρέουν, ο άνθρωπος αναδεικνύεται, σ’ όλο το τραγικό μεγαλείο του, ως ο ήρωας ενός δράματος, του οποίου αγνοείται ο δραματουργός μα και η τελική, η απώτατη έκβαση.

Βέβαια, ο κόσμος του συλλογικού ασυνείδητου είναι απέραντος σε βάθος και σε έκταση και, συνεπώς, οι «γεωγραφικές συντεταγμένες» απ’ όπου κάποιος ποιητής αντλεί κάθε φορά το υλικό του διαφέρουν, όπως είναι ευνόητο, από περίπτωση σε περίπτωση. Εδώ παίζει ασφαλώς κάποιο ρόλο η συγκεκριμένη προσωπικότητα, με όλες τις ιδιαιτερότητές της και όλες τις πολύπλοκες εκφάνσεις της. Έτσι εξηγείται εξ άλλου η αντιφατικότητα και η αυτοαναίρεση που χαρακτηρίζουν συχνά το έργο των ποιητών, μια και από τη σκοπιά τού συλλογικού ασυνείδητου, καθένας απ’ αυτούς δεν είναι μόνον ένας αλλά πολλοί –συχνά διαφορετικοί, κάποτε δε και εκ διαμέτρου αντίθετοι– χαρακτήρες.

Σε τέτοια απροσμέτρητα βάθη λοιπόν κυοφορείται το ποίημα. Και μόνον ύστερα από τη γέννησή του, ο ποιητής αναδύεται και πάλι στον κόσμο τής καθημερινής συμβατικής του ζωής, μέσα στον οποίο προσλαμβάνει ξανά τα στοιχεία της προσωπικότητάς του, δηλαδή μορφή, χαρακτήρα, ιστορία. Μιας προσωπικότητας που οι άλλοι καλοπροαίρετα του αποδίδουν και ο ίδιος καλοπροαίρετα αποδέχεται. Και που δεν είναι καθόλου επίπλαστη. Γιατί είναι εξίσου γνήσια και αυθεντική όσο και η προσωπικότητα κάθε άλλου ανθρώπου, όπως αυτή εκδηλώνεται στην καθημερινή του ζωή. Πίσω εν τούτοις από την οποία, όπως και πίσω από ολόκληρο το πλέγμα των φαινομένων τού επιστητού, ανεξιχνίαστο εκτείνεται το απροσπέλαστο χάος.

* Σημείωση: Το δοκίμιο «Ο ποιητής και το ποίημα» δημοσιεύτηκε σε μια πρώτη μορφή στο περιοδικό «Ευθύνη», τεύχος 223, Ιούλιος 1990. Μεταφέρεται εδώ σαν επίλογος, που διευκολύνει πιθανόν την κατανόηση ορισμένων πτυχών αυτού του βιβλίου.

Από τη συγκεντρωτική έκδοση Υπήρξε (1999) του Ορέστη Αλεξάκη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Ορέστης Αλεξάκης

Ορέστης Αλεξάκης, Η πηγή

Νίκος Βελιώτης & Γιάννης Αγγελάκας, Μέσα στη θάλασσα
(τραγούδι: Γιάννης Αγγελάκας / δίσκος: Πότε θα φτάσουμε εδώ (2007))

Η πηγή

Τέλος, μετά από μια κοπιαστική διαδρομή έφθασα κάποτε στο τέρμα. Πού ακριβώς είναι το τέρμα δεν γνωρίζω κι ούτε κανείς εκεί με περιμένει. Γκρίζο τοπίο σεληνιακό, γυμνό και άνυδρο. Χώμα σκληρό και ραγισμένο σαν απολιθωμένος πηλός

Μηδέ κελάηδισμα πουλιού μηδ’ ερπετού σημάδι

Και μόνο μια μικρή πηγή διακρίνω που το νερό της βράζει κι εξατμίζεται. Πλησιάζω και κοιτάζω σιωπηλός. Βλέπω τις φυσαλίδες, τον ατμό, ακούω τον ήρεμό της κοχλασμό. Ξέρω καλά – κι ας μην καταλαβαίνω – πως είναι η μόνη λύση του αινίγματος

Από τη συγκεντρωτική έκδοση Υπήρξε (1999) του Ορέστη Αλεξάκη
[Το ποίημα ανήκει στην έως τότε αδημοσίευτη συλλογή Ξενοδοχείον ο Απόπλους]

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Ορέστης Αλεξάκης

Ορέστης Αλεξάκης, Το ωράριο

Μίκης Θεοδωράκης & Νίκος Γκάτσος, Το πανηγύρι των άστρων
(τραγούδι: Γρηγόρης Μπιθικώτσης / δίσκος: Θαλασσινά φεγγάρια (1974))

Το ωράριο

Θα πρέπει ωστόσο να παραδεχθείς
πως έχει πλέον η ώρα προχωρήσει
πως πρέπει πια να κλείσεις το πρατήριο
κι αν ίσως
δεν συμπληρώθηκε εντελώς ο χρόνος
αν μένει κάποιο υπόλοιπο ωραρίου
όμως για ποιο σκοπό να περιμένεις
αφού το εμπόρευμα έχει εξαντληθεί
στο δρόμο η κίνηση έχει λιγοστέψει
φίλος δεν θά ’ρθει να σ’ επισκεφθεί
– πού χάθηκαν; Πώς χάθηκαν οι φίλοι; –
και τι να κάνεις πια στον άδειο χώρο
μόνος κι ασάλευτος ένα tableau vivant
μ’ αυτό το κρύο χαμόγελο που μάταια προσποιείται
σβήσε το φως
κλείσε τη θύρα
ηρέμησε
ξέχνα για μια στιγμή την ύπαρξή σου
τα δούναι και λαβείν της κάθε μέρας
τον κουρνιαχτό… το συρφετό της πόλης

Και σκέψου λίγο το βαθύ ουρανό
Τα εκατομμύρια πάνω εκεί των άστρων…

Από τα επιλεγμένα ποιήματα της έκδοσης Το ρόπτρο (2014) του Ορέστη Αλεξάκη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Ορέστης Αλεξάκης

Ορέστης Αλεξάκης, Σχόλιο

Μάνος Χατζιδάκις & Νίκος Γκάτσος, Σκοτεινή μητέρα
(τραγούδι: Μαρία Φαραντούρη / δίσκος: Σκοτεινή μητέρα (1986))

Σχόλιο

Ίσως στη διάρκεια των μετακομίσεων
από τη μια στην άλλη χώρα
ή από τη μια δεκαετία στην άλλη
ή από τη μια στην άλλην εκδοχή
ή ακόμη
στη διάρκεια τόσων ταραχών
τόσων συγκλονισμών, τόσων θανάτων
χάθηκαν πράγματα πολλά
πολλά και χρήσιμα
– πολύτιμα αντικείμενα, κειμήλια
συμβόλαια, χάρτες, σκαριφήματα
τεκμήρια κι αποδείξεις δικαιωμάτων
Αυτές λοιπόν οι απώλειες μας καθόρισαν
Αυτές προσδιόρισαν το τότε μέλλον
– σήμερα ξοδευμένο παρελθόν –
δεσμευτικά οριοθετώντας τη ζωή μας

Μα
δεν υπάρχει λόγος να το σκέφτεσαι
γιατί κι αν είχαν
οι απώλειες αυτές αποφευχθεί
άλλες θα είχαν πιθανόν συμβεί στη θέση τους
που θα καθόριζαν εκείνες – πάλιν ερήμην μας –
το μέλλον της ανύποπτης ζωής μας
Δεν έχουν νόημα συνεπώς οι μεταμέλειες
Όποιες κι αν ήταν οι αποκλίσεις, τελικά
στον ίδιο δρόμο θα μας οδηγούσαν
Στην ίδιαν έρημο ξανά θα οδοιπορούσαμε
βασανισμένοι από ήλιο κι άμμο
ψάχνοντας ένα μήνυμα ουρανού
διψώντας για νερό και δικαιοσύνη

Στην ίδιαν έρημο θα γυάλιζαν τα οστά μας

Από τα επιλεγμένα ποιήματα της έκδοσης Το ρόπτρο (2014) του Ορέστη Αλεξάκη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Ορέστης Αλεξάκης

Τέλος του αφιερώματος στον Ορέστη Αλεξάκη

Μόλις τέλειωσε το αφιέρωμά μου στο έργο του Ορέστη Αλεξάκη. Το ποίημα «Η μόλις μουσική» που δημοσίευσα χτες το απόγευμα είναι το ακροτελεύτιο (όπως ο ίδιος το χαρακτηρίζει) γραπτό τού έως σήμερα δημοσιευμένου έργου του.

Ξεκινήσαμε πριν από 3 μήνες (στις 3 Οκτωβρίου του 2009) και είδαμε σαν σε ταινία την πνευματική ζωή ενός ανθρώπου για 35 συναπτά χρόνια, από το 1974 που εκδόθηκε η πρώτη του συλλογή ως το 2009 που κυκλοφόρησε η πιο πρόσφατη.

Για πρώτη φορά τελειώνει η παρουσίαση του έργου κάποιου ποιητή και νιώθω αλλόκοτα – δεν ξέρω αν πρέπει να χαρώ ή να λυπηθώ. Κι ούτε ξέρω τι επίλογο να κάνω. Μάλλον ξέρω. Τα είπαν όλα όσα έπρεπε οι αναγνώστες αυτού του ιστολογίου. Παραθέτω λίγα μόνο από τα σχόλια των φίλων και συντρόφων μου που παρακολουθούν εδώ και 3 μήνες (συχνά με κομμένη την ανάσα) την πορεία του Ορέστη Αλεξάκη:

Φανέρωση, 4/10/2009
Ελένη Μπέη
Αν τούτο το πρώτο δείγμα γραφής είναι τόσο συγκινητικό, δεν ξέρω τι μας επιφυλάσσει ο ποιητής στο μέλλον.

Άλλο ύφος εντελώς. Πιο προσωπικό. Και με πιο ευδιάκριτο στόχο την καρδιά του αναγνώστη, κατευθείαν, σχεδόν δίχως καμία παρέμβαση της λογικής. Μου αρέσει αυτό γιατί μπορεί να οδηγεί και σε κάθαρση – τόσο του ίδιου του ποιητή όσο και του αναγνώστη.

Απομένει να δούμε, αν αυτό το ύφος θα διατηρηθεί και στη συνέχεια. Πάντως εμένα μου … υπόσχεται πολλά.

Χαιρετισμός στην Κέρκυρα, 5/10/2009
Γιάννης Ποδιναράς
Ρέει ο λόγος του Αλεξάκη σαν καθαρό γάργαρο νερό. Υπάρχει ρυθμός και πηγαίο ταλέντο. Νιώθει βαθιά αυτά που εκφράζει και δεν υπάρχει τίποτα εξεζητημένο.

Πάροικος, 8/10/2009
Γιάννης Ποδιναράς
Μ’ αρέσει η ποίηση του Αλεξάκη, Βίκυ. Μ’ αρέσει ο διάλογός του με το παρελθόν και τα αρχέτυπα στοιχεία τη γη, τις ρίζες, την πληγωμένη αλλά και συγκινημένη μνήμη.

Ελένη Μπέη
Δε θα μπορούσα να συμφωνήσω περισσότερο μαζί σου, Γιάννη. Κι εμένα με ξετρελαίνει ο διάλογος με το παρελθόν και την πληγωμένη αλλά αλώβητη μνήμη. Κάτι ήξερε η Βίκυ που ήταν σίγουρη ότι η ποίηση του Αλεξάκη θα μας άρεσε, ε;

Αναίτια, 11/10/2009
Γιάννης Ποδιναράς
Βάλθηκες, Βίκυ, να με επαληθεύεις διαρκώς όσον αφορά τα σύντομα ποιήματα του Αλεξάκη. Δεν είναι εύκολο το είδος. Πολλοί καταποντίζονται στο σύντομο και καταντά το ποίημα να μην είναι ποίημα, αλλά απλώς ένα ωραίο ευφυολόγημα χωρίς το ρίγος που σε διαπερνά όταν διαβάζεις ένα δυνατό ποίημα. Στον Αλεξάκη υπάρχει δυνατή πνοή, γνήσια έμπνευση και κατοχή τής τεχνικής.

Έκπληξη, 12/10/2009
Ελένη Μπέη
Δεν υπάρχει σχόλιο για τούτο δω. Είναι υπέροχο. Μια έκπληξη από μόνο του. Με τόσο λιτό τρόπο εκφράζεται μια τεράστια αλήθεια.

Αρχίζει κι εγκαθίσταται μέσα μου η πεποίθηση πως πρόκειται για πολύ σημαντικό ποιητή, αν όχι πραγματικά μεγάλο.

Γιάννης Ποδιναράς
Συμφωνώ με την Ελένη. Είναι μεγάλος ποιητής. Με συγκινεί και με εκφράζει απόλυτα, θα έλεγα. Βρίσκεται μέσα στο βάθος των πραγμάτων. Μέσα στα βάθη της ύπαρξης. Βίκυ, μας έπεισες.

Το είδωλο, 12/10/2009
Ελένη Μπέη
Κάθε ένα καλύτερο από τ’ άλλο, Βίκυ.

Έτσι μ’ αρέσει η ποίηση. Δεν είναι ανάγκη να σε ταλαιπωρεί με συμβολισμούς για να είναι εξαιρετική. Όπως το είπα και στην αρχή της παρουσίασης του Αλεξάκη, είναι κάθαρση ο τρόπος γραφής του. Μου αρέσει που παίρνει το συναίσθημά μας που είναι και δικό του και το ζωγραφίζει με τόσο λιγοστές, λιτές αλλά σταράτες κουβέντες.

Ο θάνατος των νεκρών, 2/11/2009
Γιάννης Ποδιναράς
Συγκλονιστικό το ποίημα του Αλεξάκη, Βίκυ. Δίνει ποιητική μορφή στις μύχιες σκέψεις μας και προβληματισμούς. Βαθύς στοχαστής και ευαίσθητος πομπός υπαρξιακών κραδασμών.

Παρατημένα σπίτια συντηρώ, 8/11/2009
Γιάννης Ποδιναράς
O υπέροχος Αλεξάκης που μας συνεπαίρνει με την ποιητική του τέχνη και το βάθος των υπαρξιακών μηνυμάτων του. Από τους καλύτερους ποιητές που έχω διαβάσει.

Μνήμη συνάζω, 10/11/2009
Γιάννης Ποδιναράς
Τι να σου πω πια, Βίκυ. Ο Αλεξάκης εκφράζει με το πιο αυθεντικό ποιητικό τρόπο τις πιο βαθιές μας σκέψεις, τα πιο βαθιά μας βιώματα. Είναι ένας μεγάλος ποιητής. Του αξίζουν μεγάλες τιμές.

Adagio, 26/11/2009
Γιάννης Ποδιναράς
Η ποίηση του Αλεξάκη είναι βαθιά υπαρξιακή και ανθρώπινη. Ταυτίζεται με τις λυπημένες ψυχές, την αγία μοναξιά τους, τις αποδέχεται και τις ιερουργεί όπως ο μεγάλος Παπαδιαμάντης.

Θαυματουργίες, 28/11/2009
Γιάννης Ποδιναράς
Ο ποιητής με συγκλονιστικό τρόπο κατεβαίνει στα έγκατα της ανθρώπινης μοίρας. Βίκυ, πρόκειται για ένα μεγάλο ποιητή. Σ’ ευχαριστώ που μου τον γνώρισες.

Παρομοιώσεις (Σαν αίγαγρος…), 17/12/2009
Αικατερίνη Τεμπέλη
«Σαν ό,τι στέκει αντίγνωμο στη μοίρα τού κενού..»

Στάθηκα σ’ αυτό το στίχο να ξέρετε. Έτσι μου συμβαίνει συνήθως με τα σπουδαία ποιήματα.

Περνούσε ποταμός κάτω απ’ το σπίτι, 19/12/2009
Γιάννης Ποδιναράς
Τι να σου πω, Βίκυ. Πολύ κοντά μας ο Ορέστης Αλεξάκης. Κάθε φορά που τον διαβάζω αναγνωρίζω τα τρίσβαθα της ύπαρξής μας. Αλήθεια πόσο τον πρόσεξαν αυτόν τον υπέροχο ποιητή; Η Ελλάδα πρέπει να είναι περήφανη για τη δουλειά του. Σ’ ευχαριστούμε ξανά, Βίκυ.

Η απρόσμενη, 7/1/2010
Έλενα Καραγιαννίδου
Τι υπέροχο ποίημα…
Αυτός ο ποιητής μιλάει στις καρδιές…

Ό,τι πλησιάζει απομακρύνεται συγχρόνως, 10/1/2010
Έλενα Καραγιαννίδου
Αυτός ο Ορέστης… όσο τον διαβάζουμε τόσο περισσότερο τον αγαπάμε. Πάντα ουσιώδης, γεμάτος υπαρξιακές αναζητήσεις.
Δεν έχω λόγια. Με αγγίζει.

Τα ενδεικτικά αυτά σχόλια συνοδεύτηκαν από πολύ περισσότερα μηνύματα μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου από γνωστούς και αγνώστους μου αναγνώστες σε όλη την Ελλάδα. Ομόφωνη η απόφαση των «αναγνωστών-ενόρκων» (για να χρησιμοποιήσω την ορολογία που ξέρει τόσο καλά ο Ορέστης Αλεξάκης). Είναι σπουδαίος ποιητής. Πολύ σπουδαίος. Πολύ κοντά σ’ εκείνους τους μεγάλους – ξέρετε καλά ποιους εννοώ. Εγώ το ήξερα. Τώρα το μάθανε και αρκετοί άλλοι. Και είμαι περήφανη και για τον ποιητή και για το έργο του και για το γεγονός ότι κατάφερα να ολοκληρώσω την παρουσίαση του έργου του.

Αυτός ο Ορέστης, Έλενα όσο τον διαβάζουμε τόσο περισσότερο τον αγαπάμε. Και καλά κάνουμε. Παίρνει τη θέση που του αξίζει στο νου και τις καρδιές μας. Έλενα, Ελένη, Κατερίνα, Γιάννη, τα είπατε όλα εσείς. Δεν έχω κάτι να προσθέσω για την ποιητική αξία του Ορέστη Αλεξάκη.

Θα προσθέσω, όμως, κάτι άλλο που λίγοι ξέρουν και ακόμα λιγότεροι θα καταλάβουν. Συνέπεσε (είναι, τελικά, τίποτα τυχαίο;) αυτό το τρίμηνο που ασχολούμαι με το έργο του να είναι το σημαντικότερο της ζωής μου. Τέλος μιας εποχής και αρχή μιας καινούριας, με ό,τι συνεπάγεται αυτή η μετάβαση. Όλο αυτό το διάστημα, η ποίηση του Ορέστη ήταν για μένα κάτι που περιγράφεται με μία μόνο λέξη: η καταφυγή μου. Ο ίδιος ο Ορέστης μού τη θύμισε πριν από λίγο καιρό χωρίς να ξέρει τότε πόσο τόπο θα έπιανε τόσο σύντομα.

Σήμερα ή αύριο θα μπούμε (μάλλον θα ξαναμπούμε) στο έργο κάποιου άλλου λογοτέχνη. Ενός ποιητή και ανθρώπου που αγαπώ πολύ. Έτσι πρέπει – αξίζει τον κόπο, ειδικά αυτή την εποχή.

Όμως, εμένα θα μου λείπει για καιρό η καθημερινή ενασχόληση με το έργο του Ορέστη Αλεξάκη. Θα μου λείπει αυτή η γλυκόπικρη γεύση που μου άφηναν στο στόμα και στην ψυχή οι στοχαστικοί του στίχοι που σε συμφιλιώνουν τόσο εύκολα με τη ζωή και το θάνατο, με τη χαρά και την πίκρα, με τον απόλυτο έρωτα και την απόλυτη απόσταση. Θα μου λείψει η συγκίνηση και το δέος που ένιωθα κάθε ώρα και στιγμή επί 100 μέρες όταν σκάλιζα και ξεψάχνιζα γραπτά που μου προξενούσαν άμετρη συγκίνηση και ενίοτε δέος. Γιατί δέος μάς προκαλεί η επαφή με τη σπουδαία ποίηση κι ας φαντάζει υπερβολική η λέξη.

Ένα είναι σίγουρο, Ορέστη Αλεξάκη. Τώρα πια είσαι πιο γείτονάς μου (και κυριολεκτικά) απ’ ό,τι πέρυσι και πιο στενός συγγενής μου απ’ ό,τι παλιότερα – γίναμε σχεδόν αδελφοποιτοί κι αυτό είναι ανεκτίμητο. Τώρα πια έχεις περισσότερους πνευματικούς συγγενείς – σ’ το υπογράφω γιατί τους ξέρω καλά. Είναι τόσο κοντά σου και η Έλενα στη Θεσσαλονίκη και η Ελένη στην Καλαμάτα και ο Γιάννης στην Κύπρο και ο Σπύρος στην Αθήνα και τόσοι άλλοι ανώνυμοι και σιωπηλοί αναγνώστες αυτού του ιστολογίου και του Translatum. Και, φυσικά, όλοι μας πάντα θα περιμένουμε τα επόμενα γραπτά σου που θα μας δίνουν την ευκαιρία να σε καμαρώνουμε ξανά και ξανά.

Προς το παρόν, απλώς σε καληνυχτίζουμε, δεν σ’ αποχαιρετάμε. Και σ’ ευχαριστούμε, αν φτάνει ένα απλό και ταπεινό «ευχαριστώ», για όλον αυτό τον πλούτο, τον θησαυρό της ψυχής και της σκέψης σου που μοιράζεσαι τόσα χρόνια απλόχερα και γενναιόδωρα μαζί μας!

Ορέστης Αλεξάκης, Η μόλις μουσική

Μάνος Χατζιδάκις, Χορός με τη σκιά μου
(έργο: Το χαμόγελο της Τζοκόντας (1964))

[Ενότητα Το ακροτελεύτιο]

Η μόλις μουσική

Μην απορείς που δυσανασχετώ
ν’ ακολουθώ τα βήματά σου Μνήμη
Γνωρίζω την αλήθεια τι ωφελεί
αδιάκοπα σ’ αυτήν να μ’ επιστρέφεις;
Για ποιο σκοπό ο χορός των ερειπίων;
Η επαναβίωση τόσων χωρισμών;
Η εκταφή του ενταφιασμένου χρόνου;

Σώπασε… σώπασε… η ψυχή κοιμάται
Μην την ξυπνάς… κουράστηκε να ελπίζει
Κουλουριασμένη μέσα στον εαυτό της
έχει αφεθεί στη μόλις μουσική

που η αίσθηση του μάταιου αναδίδει

Από τη συλλογή Το άλμπουμ των αποκομμάτων (2009) του Ορέστη Αλεξάκη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Ορέστης Αλεξάκης

Ορέστης Αλεξάκης, Δουλτσινέα

Mitch Leigh & Joe Darion, Dulcinea
(Brian Stokes Mitchell / musical: Man of La Mancha (2002))

[Ενότητα Ίχνη στη σκόνη]

Δουλτσινέα

Έρχομαι από τα βάθη των καιρών
απ’ τους βυθούς ενός χαμένου κόσμου
ματαιωμένος εξερευνητής
ιππότης νικητής
ανεμομύλων

Έρχομαι
σέρνοντας τα πολύχρωμα κουρέλια μου
φορώντας
τα επινικελωμένα μου παράσημα
και πάνω στο κεφάλι μου
—κορόνα
και δόξα των ονείρων της ζωής μου—
την άχρηστη λεκάνη του μπαρμπέρη

Έρχομαι τσακισμένος οδοιπόρος
γονυπετής μπροστά στο θαύμα της αγάπης σου
φώτισε με το βλέμμα σου τα σκοτεινά τοπία μου
ρίξε τα χέρια σου γεφύρια στο αχανές μου
βοήθησέ με πάλι να υψωθώ
μέσ’ απ’ τη δίψα των ψυχών
και το πανάρχαιο ρίγος των σωμάτων

Από τη συλλογή Το άλμπουμ των αποκομμάτων (2009) του Ορέστη Αλεξάκη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Ορέστης Αλεξάκης