Τάσος Κόρφης, Η θάλασσα γίνεται κήπος

Τάσος Κόρφης & Σταύρος Κουγιουμτζής, Μικραίνει ο κόσμος
(τραγούδι: Αντώνης Καλογιάννης / δίσκος: Μικραίνει ο κόσμος (1982))

Η θάλασσα γίνεται κήπος

Μικραίνει ο κόσμος κι η θάλασσα γίνεται κήπος.
Στερεύει το φως στις γυμνές αποβάθρες. Μ’ ασβέστη
σκεπάζουν τα δάκρυα. Σεντόνι λευκό χειρουργείου
σκεπάζει τ’ ανήσυχα χέρια.

Μικραίνει ο κόσμος μα εσύ, ματωμένη καρδιά μου, πολύκαρπο ρόδι,
και πάλι μαζί σου με πας ταξιδιώτη για ναυάγιο και πάλι
και πάλι σκιρτάς σαν πουλί μες στο χιόνι, σαν ελπίδα αιχμαλώτου.

Από τη συλλογή Εργόχειρα (1983) του Τάσου Κόρφη

Πηγή: ανθολογία Η δεύτερη μεταπολεμική ποιητική γενιά (1950-1970) του Ανέστη Ευαγγέλου (εκδ. Παρατηρητής, 1994)

Τάσος Κόρφης, Το μανταρίνι

Το μανταρίνι

Όμορφη σα μανταρίνι
Ξεφλουδίζοντας τον καρπό σου
μ’ άρπαξε τ’ άρωμα
πριν απ’ τη γεύση!

Από τη συλλογή Εργόχειρα (1983) του Τάσου Κόρφη

Πηγή: ανθολογία Η δεύτερη μεταπολεμική ποιητική γενιά (1950-1970) του Ανέστη Ευαγγέλου (εκδ. Παρατηρητής, 1994)

Τάσος Κόρφης, Αποστολή διασώσεως

Κώστας Καλδάρας, Απ’ τα κρυμμένα να σωθείς
(τραγούδι: Μελίνα Κανά / δίσκος: Τραγούδια από το παράθυρο (1998))

Αποστολή διασώσεως

[Ενότητα Ημερολόγιο 4]

Πρέπει να πλεύσουμε στη νύχτα και να διασώσουμε κάποιον, κάποιον που κάνει το σταυρό του, παίρνει τη θεία μετάληψη και περιμένει ένα καράβι, ένα γιατρό, ένα χέρι να του κλείσει τα μάτια.

Τα σήματα μας ξεσήκωσαν από τον ύπνο, από τον απογευματινό μας καφέ, από το σώμα της γυναίκας μας. Τα χέρια χούφτωναν το τιμόνι. Τα μάτια επαγρυπνούν. Όλα τίθενται εν επιφυλακή.

Πρέπει να πλεύσουμε στη νύχτα και να διασώσουμε κάποιον, κάποιον –ίσως τον εαυτό μας– που κινδυνεύει, ανάμεσα σ’ αγγίγματα φτηνά, αισθήματα ξεπερασμένα, κύκλους ομόκεντρους, ένα δεσμώτη των μορφών, των διαγραμμάτων που δεν μπορεί ν’ αυτοσχεδιάσει πια.

Από τη συγκεντρωτική έκδοση Ημερολόγιο (1971) του Τάσου Κόρφη

Πηγή: ανθολογία Η δεύτερη μεταπολεμική ποιητική γενιά (1950-1970) του Ανέστη Ευαγγέλου (εκδ. Παρατηρητής, 1994)

Τάσος Κόρφης, Αυτά που είδαμε ήταν πολλά

Αυτά που είδαμε ήταν πολλά

Όχι άλλα θεάματα – μας φτάνουν
τα όσα είδαμε, τα όσα ποθήσαμε,
τα όσα, λησμονημένα, μας καταδυναστεύουν.
Η παρέλαση με τους εστεμμένους και τους πρίγκιπες
ας σταματήσει πια.
Ας σταματήσει κι η διαδήλωση
με τους ρακένδυτους και τους πεινασμένους.
Αυτά που είδαμε ήταν πολλά, μας κούρασαν.
Γυναίκα,
στρώσε για φαΐ, στρώσε για ύπνο.

Από τη συλλογή Ημερολόγιο 2 (1964) του Τάσου Κόρφη

Πηγή: ανθολογία Η δεύτερη μεταπολεμική ποιητική γενιά (1950-1970) του Ανέστη Ευαγγέλου (εκδ. Παρατηρητής, 1994)

Τάσος Κόρφης, Διαζύγιο

Διαζύγιο

Τα βγάλαν όλα στο σφυρί:
τα έπιπλα, τα κάδρα, τα χαλιά.
Είπαν να μην αφήσουν τίποτα που να θυμίζει
τα είκοσι χρόνια που έζησαν μαζί
κάτω από την ίδια στέγη.
Απόφαση πικρή, απεγνωσμένη
–παρά τον κάποιο της ηρωισμό– προσπάθεια
εκ των προτέρων καταδικασμένη, μια και γνώριζαν
ότι στο τέλος
θα κέρδιζε η μνήμη, εκείνη θα πλειοδοτούσε.

Από τη συλλογή Ημερολόγιο 2 (1964) του Τάσου Κόρφη

Πηγή: ανθολογία Η δεύτερη μεταπολεμική ποιητική γενιά (1950-1970) του Ανέστη Ευαγγέλου (εκδ. Παρατηρητής, 1994)

Τάσος Κόρφης, Σαν τα πουλιά

Σαν τα πουλιά

Σαν τα πουλιά που αναζητούν μια πλώρη καραβιού για να κουρνιάσουν,
χαμένα μεσοπέλαγα, με κόντρα καιρό, χωρίς ελπίδες ξηράς,
ψάχνω να βρω ένα κορμί να ξαποστάσω,
μιαν αγκαλιά, για να ζεστάνω τη γύμνια μου.

Από τη συλλογή Ημερολόγιο 2 (1964) του Τάσου Κόρφη

Πηγή: ανθολογία Η δεύτερη μεταπολεμική ποιητική γενιά (1950-1970) του Ανέστη Ευαγγέλου (εκδ. Παρατηρητής, 1994)

Τάσος Κόρφης, Scrap iron

Scrap iron

Αλήθεια, πώς δεν μπόρεσες να διακρίνεις την αλλαγή
τα φορτία που, κάθε μέρα, σκόρπιζες στη θάλασσα, για να ελαφρώσεις
και κείνες τις ραγισματιές στις λαμαρίνες, αδιόρατες σχεδόν,
κι όμως βαθιές, υπολογισμένες να βρούνε, κάποτε, την καρδιά σου;
Χρώμα πάνω στο χρώμα πώς να διακρίνεις τη σκουριά
που δάγκανε, τόσον καιρό, επιδέξια το κορμί σου,
παγιδεύοντας με σιγουριά τις τελευταίες του αντιδράσεις;
Αλήθεια πόσο ξαφνικά έφθασες εδώ, στο νεκροταφείο των πλοίων,
χωρίς καπετάνιο, χωρίς ναύλο, χωρίς ανησυχίες,
άχρηστο παλιοσιδερικό για εκποίηση…

Από τη συλλογή Ημερολόγιο 2 (1964) του Τάσου Κόρφη

Πηγή: ανθολογία Η δεύτερη μεταπολεμική ποιητική γενιά (1950-1970) του Ανέστη Ευαγγέλου (εκδ. Παρατηρητής, 1994)

Τάσος Κόρφης, Δεν ωφελεί να περιορίζεις τα πουλιά

Δεν ωφελεί να περιορίζεις τα πουλιά

Δεν ωφελεί να περιορίζεις τα πουλιά
με ξόβεργες, με σκιάχτρα, με κλουβιά,
να περιμένεις στις διαβάσεις των αποδημητικών
μερόνυχτα, να ρίχνεις τουφεκιές.
Ό,τι μπορεί να φτερουγίσει δε σκλαβώνεται∙
προετοιμάζεται στα θερμοκήπια των στερήσεων
προσμένοντας αργά ή γρήγορα την ώρα του.

Από τη συλλογή Ημερολόγιο 2 (1964) του Τάσου Κόρφη

Πηγή: ανθολογία Η δεύτερη μεταπολεμική ποιητική γενιά (1950-1970) του Ανέστη Ευαγγέλου (εκδ. Παρατηρητής, 1994)

Τάσος Κόρφης, Της Άρτας το γεφύρι

Γιώργος Ανδρέου & Θοδωρής Γκόνης, Γεφύρι ξεχασμένο
(τραγούδι: Τάνια Τσανακλίδου / δίσκος: Τραγούδια του παράξενου κόσμου (1995))

Της Άρτας το γεφύρι

Ως πότε λοιπόν θα προσπαθούμε να γεμίσουμε
αυτό το βάραθρο που χρόνια στέκει απέναντί μας
ζητώντας ελπίδες, όνειρα, νύχτες, κορμιά,
πίνοντας αίμα, πνίγοντας τις κραυγές μας στα βράχια του,
ατίθασο να υποταχτεί σ’ ένα γεφύρι;
Κι η κόρη του πρωτομάστορη, που κάτι μπορούσε να κάνει για μας:
Να καρφώσει τα μάτια της στα μάτια του δράκου για να ηρεμήσουν,
ν’ ακουμπήσει στις όχθες τα χείλη της για να ησυχάσουν τα νερά,
να προσφέρει το κορμί της, θεμέλιο, στο πρώτο δοκάρι,
φτηνή, τιποτένια, γυρίζει από μαγαζί σε μαγαζί,
πίνοντας ούζα, παίζοντας την αγωνία μας στα ζάρια,
τραγουδώντας σε ρεμπέτικους σκοπούς την προδοσία της.

Από τη συλλογή Ημερολόγιο 2 (1964) του Τάσου Κόρφη

Πηγή: ανθολογία Η δεύτερη μεταπολεμική ποιητική γενιά (1950-1970) του Ανέστη Ευαγγέλου (εκδ. Παρατηρητής, 1994)

Τάσος Κόρφης, Το παράθυρο

Το παράθυρο

Πίσω απ’ το παράθυρο το ίδιο πάντα δέντρο.
Κάποτε ξεμπλέκαμε τους χαρταετούς μας
από τους κλώνους του.
Αργότερα χαράζαμε στον κορμό του
το αλφαβητάριο των ενθουσιασμών.
Τώρα
ξεκουραζόμαστε στη ρίζα του.

Από τη συλλογή Ημερολόγιο (1963) του Τάσου Κόρφη

Πηγή: ανθολογία Η δεύτερη μεταπολεμική ποιητική γενιά (1950-1970) του Ανέστη Ευαγγέλου (εκδ. Παρατηρητής, 1994)

Ορέστης Αλεξάκης, Ο ποιητής και το ποίημα

Κώστας Καρυωτάκης & Μίκης Θεοδωράκης, Μπαλάντα στους άδοξους ποιητές των αιώνων
(τραγούδι: Βασίλης Παπακωνσταντίνου / δίσκος: Κώστας Καρυωτάκης (1985))

Ο ποιητής και το ποίημα*

Ψυχής πείρατα ουκ αν εξεύροιο πάσαν
επιπορευόμενος οδόν, ούτω βαθύν λόγον έχει.

Ηράκλειτος

Επικρατεί η άποψη πως η ποίηση είναι ένα είδος αυτοεξομολόγησης. Και ότι διά μέσου τής ποίησης μπορεί κανείς να γνωρίσει καλύτερα τον ποιητή. Η διαπίστωση είναι σωστή μόνον με την έννοια ότι η ποίηση μπορεί να φέρει στο φως ψυχικές εκτάσεις που την ύπαρξή τους αγνοεί και ο ίδιος ο δημιουργός. Το πρόβλημα είναι εάν και σε ποιο βαθμό οι «εκτάσεις» αυτές προσδιορίζουν την προσωπικότητα του ποιητή, αποτελούν δηλαδή συστατικά της χαρακτηριστικά, ή εάν εκτείνονται πέραν ή μάλλον βαθύτερα από τα όρια αυτής της συγκεκριμένης προσωπικότητας, σε χώρους δηλαδή όπου πλέον η ατομικότητα χάνει τα ειδικά χαρακτηριστικά της. Αυτό γίνεται περισσότερο κατανοητό αν σκεφθεί κανείς ότι το υλικό τής ποίησης ανασύρεται από ένα βάθος, όπου το «ατομικό» με το «γενικό» δεν οριοθετούνται πια με απόλυτη ακρίβεια και όπου τα πράγματα δεν φέρουν πια τη σφραγίδα της ακριβούς προελεύσεώς τους και δεν συνέχονται αυτονόητα και αποκλειστικά με την προσωπικότητα του συγκεκριμένου ποιητή. Τουλάχιστον με εκείνη την προσωπικότητα που ο ίδιος γνωρίζει και με την οποίαν εκδηλώνεται – στον εξωτερικό κόσμο∙ και την οποία έχουν αποτυπώσει στη δική τους συνείδηση εκείνοι που τον περιβάλλουν.

Φαίνεται πως στα ομιχλώδη βάθη του ασυνείδητου, οι άνθρωποι δεν λειτουργούν πια σαν άτομα, αλλά σαν δέκτες και πομποί μιας ζωής, που εκτείνεται πέρα από τα όρια της προσωπικής τους ιστορίας. Και που ξεπερνά όλους τους σχηματικούς τύπους μιας συμβατικής καθημερινότητας, μιας οριοθετημένης χρονικότητας και μιας «περιγεγραμμένης» ατομικότητας. Σ’ αυτά τα βάθη, ο ποιητής έχει πεθάνει άπειρες φορές, έχει πιστέψει, έχει αγαπήσει, έχει προδοθεί. Σ’ αυτά τα βάθη η ανθρωπότητα καθημερινά καταστρέφεται, ο πλανήτης ερημώνεται, πολιτισμοί και ιδανικά καταρρέουν, ο άνθρωπος αναδεικνύεται, σ’ όλο το τραγικό μεγαλείο του, ως ο ήρωας ενός δράματος, του οποίου αγνοείται ο δραματουργός μα και η τελική, η απώτατη έκβαση.

Βέβαια, ο κόσμος του συλλογικού ασυνείδητου είναι απέραντος σε βάθος και σε έκταση και, συνεπώς, οι «γεωγραφικές συντεταγμένες» απ’ όπου κάποιος ποιητής αντλεί κάθε φορά το υλικό του διαφέρουν, όπως είναι ευνόητο, από περίπτωση σε περίπτωση. Εδώ παίζει ασφαλώς κάποιο ρόλο η συγκεκριμένη προσωπικότητα, με όλες τις ιδιαιτερότητές της και όλες τις πολύπλοκες εκφάνσεις της. Έτσι εξηγείται εξ άλλου η αντιφατικότητα και η αυτοαναίρεση που χαρακτηρίζουν συχνά το έργο των ποιητών, μια και από τη σκοπιά τού συλλογικού ασυνείδητου, καθένας απ’ αυτούς δεν είναι μόνον ένας αλλά πολλοί –συχνά διαφορετικοί, κάποτε δε και εκ διαμέτρου αντίθετοι– χαρακτήρες.

Σε τέτοια απροσμέτρητα βάθη λοιπόν κυοφορείται το ποίημα. Και μόνον ύστερα από τη γέννησή του, ο ποιητής αναδύεται και πάλι στον κόσμο τής καθημερινής συμβατικής του ζωής, μέσα στον οποίο προσλαμβάνει ξανά τα στοιχεία της προσωπικότητάς του, δηλαδή μορφή, χαρακτήρα, ιστορία. Μιας προσωπικότητας που οι άλλοι καλοπροαίρετα του αποδίδουν και ο ίδιος καλοπροαίρετα αποδέχεται. Και που δεν είναι καθόλου επίπλαστη. Γιατί είναι εξίσου γνήσια και αυθεντική όσο και η προσωπικότητα κάθε άλλου ανθρώπου, όπως αυτή εκδηλώνεται στην καθημερινή του ζωή. Πίσω εν τούτοις από την οποία, όπως και πίσω από ολόκληρο το πλέγμα των φαινομένων τού επιστητού, ανεξιχνίαστο εκτείνεται το απροσπέλαστο χάος.

* Σημείωση: Το δοκίμιο «Ο ποιητής και το ποίημα» δημοσιεύτηκε σε μια πρώτη μορφή στο περιοδικό «Ευθύνη», τεύχος 223, Ιούλιος 1990. Μεταφέρεται εδώ σαν επίλογος, που διευκολύνει πιθανόν την κατανόηση ορισμένων πτυχών αυτού του βιβλίου.

Από τη συγκεντρωτική έκδοση Υπήρξε (1999) του Ορέστη Αλεξάκη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Ορέστης Αλεξάκης