Χλόη Κουτσουμπέλη, Προς εαυτόν

Θάνος Μικρούτσικος & Οδυσσέας Ιωάννου, Θέλω τη μέρα που θα φύγεις
(τραγούδι: Χρήστος Θηβαίος / δίσκος: Ο Άμλετ της σελήνης (2002))

Προς εαυτόν

Προπάντων να φοράτε κόκκινο κραγιόν.
Ιδίως την ώρα της εγκατάλειψης.
Χρειαζόμαστε ένα στόμα
για να καταβροχθίσει τις λεπτομέρειες.
Τώρα που πια δεν λέει σ’ αγαπώ.

Από τη συλλογή Κλινικά απών (2014) της Χλόης Κουτσουμπέλη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Χλόη Κουτσουμπέλη

Advertisements

Γιώργος Καφταντζής, Η θάλασσα

Νάνος Βαλαωρίτης & Βασίλης Δημητρίου, Ποια θάλασσα
(τραγούδι: Χρήστος Θηβαίος / δίσκος: Ο μεγάλος θυμός (1998))
[από συναυλία προς τιμήν του Βασίλη Δημητρίου το 2008 στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών]

Η θάλασσα

Η θάλασσα διψάει μυστικό νερό, μιλάει με φωνές
πνιγμένων, πλέει στην άβυσσο του ατέλειωτου καιρού
μ’ ένα μεγάλο φέρετρο στη ράχη της από κρύσταλλο
μαργαριτάρι και σελήνη.
Κάθε Κυριακή ξεντύνεται τα ψάρια και βουλιάζει στον εαυτό της.
Η θάλασσα πεινάει ναυαγούς, με αρίφνητα νερένια χέρια
τους χαιρετά και τους καταβροχθίζει.
Συχνά όταν τραβιούνται τα νερά, εγκαταλείποντας ξεριζωμένα
φύκια και σπασμένα κουπιά, μας ξεγελάει συντριμμένη
ανάμεσα σε διαδοχικούς ροδόκηπους από κοράλλια νηνεμίας
και πίδακες πουλιών. Τότε όλα σαλεύουν,
λάμπουν και φλοισβίζουν στον ατλαζένιο κόρφο της.
Η θάλασσα ζυμώνει το θαλασσινό ψωμί μ’ αλεύρι φεγγαρίσιο,
ταΐζει αστερισμούς αιμόφυρτους
γλάρους με αμάραντες φτερούγες.

Από τη συλλογή Τα παραλειπόμενα (1985) του Γιώργου Καφταντζή

Πηγή: Γιώργου Καφταντζή / Τα ποιήματα 1940-1987 (1988)

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Γιώργος Καφταντζής

Κωστής Μοσκώφ, [«Περίμενες τους φανοστάτες να ανάψουν»…]

Γιώργος Ανδρέου, Ζωή δεν είναι
(τραγούδι: Χρήστος Θηβαίος / δίσκος: Μυστήριο τραίνο (2006))

[Ενότητα 1]

«Περίμενες
τους φανοστάτες
να ανάψουν».
Και κάποιον, τέλος,
«τοις κείνων ρήμασι πειθόμενον»∙
«με ένα πουκάμισο καλοπλυμένο»
να περάσει
οδεύοντας
για το ικρίωμα…
«Όμως κανείς δεν πέρασε»
– οι φανοστάτες δεν ανάψαν
η πόλη δεν είχε κτιστεί
και Εσύ
δεν είχες ποτέ αγαπήσει…

Από τη συλλογή Για τον Έρωτα και την Επανάσταση (1989)

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Κωστής Μοσκώφ

Γ. Θ. Βαφόπουλος, Υποθήκες

Άγγελος Σφακιανάκης, Τα κορίτσια απ’ την επαρχία
(ερμηνεία: Χρήστος Θηβαίος / δίσκος: Ρηχά νερά (2003))

[Ενότητα Σάτιρες]

Υποθήκες

Μαζί μας τότε ζούσε η εμπνοή. Τα καλοκαίρια,
χαυνωμένοι απ’ τη ζέστη, ακούαμε τη φωνή της,
ή νομίζαμε πως την ακούμε. Οπωσδήποτε
τη μεταγράφαμε ευσυνείδητα σε στίχους.
Η εμπνοή τώρα δε ζει. Μ’ άλλους γνωστούς νεκρούς
κοιμάται κάτω απ’ τις ταφόπετρες των λεξικών.

Στο απόμακρο χωριό μας του νομού Πιερίας,
έρωτα κάμναμε με τα κορίτσια μιας γυναίκας,
που τη λέγαν Φροσύνη ή Μνημοσύνη ή κάτι τέτοιο.
Χάσαμε και τον έρωτα, σα φύγανε απ’ την επαρχία
και την τύχη τους ήρθαν να βρούνε στην πρωτεύουσα.

Η μια στο σπίτι μπήκε του κυρίου Παπαδοπούλου.
Άλλη πιάστηκε καθαρίστρια σε κατάστημα
μουσικών οργάνων και δίσκων γραμμοφώνων.
Η Μελπομένη τραγουδίστρια πήγε στα μπουζούκια.
Κι οι άλλες κάπως βολευτήκαν. Στην Αθήνα
δε χάνεσαι. Πάντα θα βρεις κάτι να κάμεις.

Μονάχα εσύ γυρίζεις σα χαμένος μες στους δρόμους.
Η εμπνοή πια δεν υπάρχει, για να παίζει μαζί σου,
πετώντας σου της Αριάδνης το κουβάρι. Τα κορίτσια
πιάσαν δουλειά και δε γυρίζουνε να σε κοιτάξουν.
Ούτε μπορείς και τα όνειρά σου να φορτώσεις
στη ράχη εκείνου του άλογου με τις φτερούγες.
Μασκαρεμένο τώρα, κόκκινο βαμμένο, το ’χουν ζέψει,
της Μόμπιλ Όιλ να κουβαλά τους τενεκέδες.

Αν τουλάχιστο εκείνα τα βιβλία με τα «Γράμματα»
της κοσμικής κυρίας Ρενέ Μαρίας Ρίλκε
δεν είχαν γίνει μικρές χαρτοσακούλες για φιστίκια,
θα ’χες σε τούτο το λαβύρινθο της μοναξιάς σου,
κάποιον, έστω μονόφθαλμο, οδηγό προσανατολισμού.

Ώστε σωτηρία δεν υπάρχει; Μα, θαρρώ, σου μένει
το μηχανάκι σου. Καβάλησέ το μάνι-μάνι
και γρήγορα μπες στων άλλων τροχοφόρων τη σειρά.
Γύρους θα κάνεις ως την έσχατή σου μέρα,
στην τροχιά ενός ατέρμονος κοχλία.
Ευτυχώς
τα πρατήρια του κόσμου έχουνε πολλή βενζίνη.

Από τη συλλογή Επιθανάτια και σάτιρες (1966) του Γιώργου Βαφόπουλου

Πηγή: Γ. Θ. Βαφόπουλος, Άπαντα τα ποιητικά (Θεσσαλονίκη, εκδ. παρατηρητής, 1990)

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Γιώργος Θ. Βαφόπουλος

Σάκης Σερέφας, Τρεις γάτες δρόμος

Θάνος Μικρούτσικος & Οδυσσέας Ιωάννου, Οι γάτες
(τραγούδι: Χρήστος Θηβαίος / δίσκος: Ο Άμλετ της Σελήνης (2002)

Τρεις γάτες δρόμος

Η πλαγιά τσιτωνόταν στον μαγιάτικο ήλιο…

Εδώ τριγύρω λεν οι πηγές
πως έστησαν τ’ αντίσκηνα οι Άγγλοι στον Πρώτο Πόλεμο.
Σκυφτός, τους έψαχνα.
Καμιά φορά
σκοντάφτεις σ’ έναν κάλυκα, μιαν αρβύλα ξεχαρβαλωμένη
κάνα κονσερβοκούτι βοδινού, σκύβεις το μαζεύεις
το κουβαλάς στο σπίτι σου, το παρατάς σε μια ντουλάπα
κι αυτό γεννοβολά. Τίποτα όμως.
Κάθισα σε μια κοτρόνα κάθιδρος. Ο ήλιος ζεματούσε.
Αγριολούλουδα, μυρμήγκια. Ξεθυμασμένες μύγες
κοχλάζαν μες στην αντηλιά. Τσιμέντα χυμένα σε σβουνιές.
Κάτω στην πόλη, οι βορινοί συνοικισμοί βροντόσαυροι
χώνευαν τα βράχια του βουνού. Σιγά σιγά ξεχώρισαν
οι δρόμοι και τα σπίτια. Να κι η ταράτσα
με το ερειπωμένο πλυσταριό, τα κάγκελα πλαγιάζουν πέρα δώθε
να ’στε οι δυο σας, πόσο άχαρα τινάζεις νεαρέ μου τα χαλιά
σκορπάν οι ναφθαλίνες λαμπυρίζουν
μπαίνουν στα μάτια σου κορώνουν

«αχ! Λησμονημένη!» ο βόγκος αντηχεί στ’ απομεσήμερο
το χέρι φρενιασμένο φλέβες αφηνιασμένες να το ζώνουν
ζυμώνει τον αέρα στα τυφλά
μανιάζοντας να βρει την ακριβή παλάμη

… τρεχάτος άτι του Μαγιού κατέβηκα στην πόλη
για να σπουδάσω από κει το στοιχειωμένο όρος

Από τη συλλογή Τρεις γάτες δρόμος (2000) του Σάκη Σερέφα

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Σάκης Σερέφας

Νίκος Καββαδίας, Μαρέα

Νίκος Καββαδίας & Θάνος Μικρούτσικος, Μαρέα
(τραγούδι: Χρήστος Θηβαίος & Γιάννης Κούτρας /
δίσκος: Σταυρός του Νότου | Γραμμές των οριζόντων (2005))

Μαρέα

Στο Γιακουμή Βαλάση

Ο Αλτεμπαράν ψάχνει να βρει μες στα νερά
το παλινώριο που τον γέλασε δυο κάρτες.
Στης προβολής να τρέχουν βλέπαμε τους χάρτες
του Chagall άλογα – τσίρκο του Seurat.

Πυξίδα γέρικη —ataxie locomotrice—
και στοιχειωμένη από τα χείλια σου σφυρίχτρα.
Στην κόντρα γέφυρα προσμένατε κι οι τρεις
να λύσει τ’ άστρο του Αλμποράν η χαρτορίχτρα.

Της τραμουντάνας τ’ άστρο, τ’ άστρα του Νοτιά
παντρεύονται με πορφυρόχρωμους κομήτες.
Του Mazagan οι θερμαστές οι Σοδομίτες
παίξαν του Σέσωστρη την κόρη στα χαρτιά.

Η ξύλινη που όλοι αγαπήσαμε Γοργόνα,
καθώς βουτά παίρνει παράξενες ανάσες.
Προτού κολλήσουμε για πάντα στις Σαργάσσες,
μας πρόδωσε μ’ ένα πνιγμένο του Νορόνα.

Πουλιά στα ξάρτια —καραντί— στεριανή ζάλη
χελιδονόψαρα — πνιγμένου δαχτυλίδι.
Του ναυτικού το δυσκολότερο ταξίδι
το κυβερνάν του Μαγγελάνου οι παπαγάλοι.

Η καραβίσια σκύλα οσμίζεται ρεστία
και το κορμί σου το νερό που θα καλάρει.
Τη νύχτα οι ναύτες κυνηγάνε το φεγγάρι
και την ημέρα ταξιδεύουνε στ’ αστεία.

Από τη συλλογή Πούσι (1947) του Νίκου Καββαδία

Δημήτρης Δημητριάδης: Κατάλογοι. 2 [Πρέπει να συντριβεί η δύναμη του ανθρώπου…]

Χρήστος Θηβαίος, Πρώτη ώρα (δίσκος: Μόνο νερό στη ρίζα (2003))

Κατάλογοι. 2 (απόσπασμα)

Πρέπει να συντριβεί η δύναμη του ανθρώπου.
Πρέπει να συντριβεί ανηλεώς. Το έλεος ας επακολουθήσει.
Ας πρώτα όμως συντριβεί ανηλεώς.
Πρέπει ο άνθρωπος να χάσει,
να δει τον εαυτό του να ρίχνει τα ζάρια
και να πιάνει περισσότερα ο άλλος,
ο άλλος να πιάνει περισσότερα,
και τότε να σηκωθεί
και να τα δώσει όλα και να μείνει
μόνο με τα κόκαλά του, μόνο με τα κόκαλά του,
μόνο με τα κόκαλά του,
και να ξανακουμπήσει το άδειο χέρι του στο χώμα
και να ξανανιώσει τη δύναμη του χώματος
πιο μεγάλη απ’ τη δική του
που δε θα είναι πια δύναμη
αλλά παραδοχή μιας άλλης.
Πρέπει ο άνθρωπος να συντριβεί
και να πεινάσει όσο δεν πείνασε ποτέ
για να διατηρήσει το νέο χορτασμό του
που θα διατηρεί την πείνα του ατόφια.
Γιατί ο άνθρωπος είναι προς συντριβήν
κι αυτό δεν ξεχνιέται.
Όση νιότη κι αν κοσμεί τα κόκαλα.

Μα τώρα ο λόγος για έναν έρωτα.

Πάθος παράνομο, ντυμένο στα κουρέλια, τα πόδια ανήμπορα να τρέξουν άλλο,
όλο το σώμα πληγωμένο από τ’ αγκάθια,
τα χέρια εξουσιασμένα απ’ το πείσμα των νεύρων και των κλειδώσεων,
πάθος λαχανιασμένο, μελανιασμένο,
αναζητώντας κρυψώνες μέσα στα φτερά των εντόμων,
μέσα στις κοιλιές των ερπετών,
στα δαιδαλώδη πετάγματα των πουλιών, στις μυθικές αποδημίες τους,
μες στους καρπούς και μέσα στους κορμούς,
στη σιωπή του χόρτου, στην απόκοσμη απομόνωση της ρίζας,
πάθος που χαράζει τη γραμμή του για ν’ αφήνει το σημάδι του
και τα ’χει όλα εναντίον του και είναι εναντίον όλων
και λέει τ’ όνομά του και πνίγεται μες στ’ όνομά του και δεν υποχωρεί
και φτάνει ως εκεί που φτάνει το τέλος εκείνου που το κυνηγάει,
για ν’ αρχίσει από κει τη δική του ζωή,
ζωή μιας άλλης ζωής που τίποτε δεν κυνηγάει.

Το πάθος που,
όταν χτίστηκε ο κόσμος αυτός,
παραμερίστηκε ως άλλου κόσμου.
Από σήμερα,
ό,τι ο κόσμος αυτός αρνείται,
είναι ζωή.

Από τη συλλογή Κατάλογοι 1-4 (1980) του Δημήτρη Δημητριάδη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Δημήτρης Δημητριάδης

Νικηφόρος Βρεττάκος, Μεσημέρι

Χρήστος Θηβαίος, Ένα μεσημέρι του Ιούλη (δίσκος: Μόνο νερό στη ρίζα (2003))

Μεσημέρι

Ξερή καλοκαιριάτικη γης. Και μόνο εκεί
που εσύ κοιμόσουν, άλλαζε. Θα νόμιζε κανείς
πως σ’ είχε μόλις η άνοιξη γεννήσει.
Πως ήσουν το πιο φρέσκο φως της γης και το πιο νέο.

Το πεύκο τυφλωμένο από τον ήλιο
έγερνε κάτω και καθώς κοιμόσουνα καθρέφτιζε
τις φυλλωσιές του μέσα στην παλάμη σου.

Από τη συλλογή Ο χρόνος και το ποτάμι (1957) του Νικηφόρου Βρεττάκου

Πηγή: Νικηφόρος Βρεττάκος, η εκλογή μου, ποιήματα 1933-1991 (εκδ. Ποταμός, 2008)

Νίκος-Αλέξης Ασλάνογλου, Κέρκυρα

Θάνος Μικρούτσικος & Κώστας Λαχάς, Fix carre
(τραγούδι: Χρήστος Θηβαίος / δίσκος: Ο Άμλετ της σελήνης (2002))

[Ενότητα Δύσκολος θάνατος (1950-1953)]

Κέρκυρα

Το βράδυ θα πέφτει πάντα στα νερά. Γείρε στην προκυμαία
όταν μακραίνουν τα φώτα της πόλης και πες δεν έμεινε τίποτα
στα λιόδεντρα που δένονται με τη θάλασσα. Όπου κι αν πας
θ’ αρχίζεις ένα αίσθημα και θα τ’ αφήνεις μισό τελειωμένο

Γείρε και πες δεν έμεινε τίποτα
μια ξεραμένη μέδουσα πάνω στο βράχο
το χέρι μου ανεπαίσθητα στον ώμο και η μαλακή γραμμή του ορίζοντα
στα μάτια σου

Από τη συλλογή Δύσκολος θάνατος (1954) του Νίκου-Αλέξη Ασλάνογλου

Πηγή: συγκεντρωτική έκδοση Ο δύσκολος θάνατος (Αθήνα, εκδ. Νεφέλη, 1985) του Νίκου-Αλέξη Ασλάνογλου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Νίκος-Αλέξης Ασλάνογλου

Μαρία Κέντρου-Αγαθοπούλου: Μεγεθύνσεις, VIII

Θάνος Μικρούτσικος & Άλκης Αλκαίος, Blues on the road
(ερμηνεία: Χρήστος Θηβαίος / δίσκος: Υπέροχα μονάχοι (2006))

Μεγεθύνσεις

VIII

Αν δεν σου πω
Σκύψε κοίταξέ με
Σ’ αυτά τα νερά
Που κυλούν μέσ’ απ’ τα σπίτια
Μέσα από ναούς
Και στις στοές της αγοράς
Στις σήραγγες των τρένων
Και στο ποτήρι που πίνεις
Αν δε σε πω αδελφό μου
Αν δε σε φωνάξω
Ποιος άγγελος και ποιο πουλί
Θα καθίσει στο κατώφλι
Ποιος θ’ ανοίξει το πρωινό παράθυρο

Από τη συλλογή Μεγεθύνσεις (1971)

Πηγή: Μαρία Κέντρου-Αγαθοπούλου, Επιλογές και σύνολα [Ποιήματα (1965-1995)] (2001)

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Μαρία Κέντρου-Αγαθοπούλου

Νίκος Γρηγοριάδης, Με πήραν τα ποτάμια

Γιώργος Ανδρέου & Οδυσσέας Ιωάννου, Τα μεγάλα τα κυνήγια
(τραγούδι: Χρήστος Θηβαίος / δίσκος: Μυστήριο τρένο (2006))

Με πήραν τα ποτάμια

Με πήραν τα ποτάμια, μ’ έφεραν εδώ
στα μαυρισμένα δάχτυλα των εργοστασίων.

Ξέχασα πια την καλημέρα του χωματόδρομου,
το τυλιγμένο στα χοντρά δάχυλα τσιγάρο.
Δεν έχω καιρό μήτε για τραγούδια.

Κι είμαι της βρύσης το νερό στην άσφαλτο
που νοσταλγεί να τρέξει στο χλωρό ρυάκι.

Από τη συλλογή Το βάθος της ληκύθου (1963)

Πηγή: συγκεντρωτική έκδοση Νίκος Γρηγοριάδης, ποιήματα 1963-2005 (εκδόσεις Γαβριηλίδης, Αθήνα, 2007)

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Νίκος Γρηγοριάδης

Γιάννης Ποδιναράς, Στα κατάρτια της άπνοιας

Χρήστος Θηβαίος, Το νερό (δίσκος: Πέτρινοι κήποι (2008))

[Μέρος Β’]

Στα κατάρτια της άπνοιας

Μα τι γυρεύεις στο απάνεμο σπήλαιο;
Καταφύγιο χωρίς φεγγάρια.
Αναβλύζουν τα όνειρα.
Δαίμονες ντυθήκαν
για να μπορέσεις να ξορκίσεις
το δόλο της ζωής
την αρπαγή του αγέρα.
Νερό, νερό που σπάζει
στην άκρη της βαθιάς κουφάλας.
Νερό που αναβλύζει
τη λαχτάρα των εφησυχασμένων.
Νερό, καταφύγιο στα κατάρτια της άπνοιας.
Νερό, να ξεπλύνουμε την ξεβαμμένη σκόνη
της ακμής των αετών.
Νερό, νερό
να ξεπλύνουμε την ψυχή μας.

Από τη συλλογή Φαράγγια των Αγγέλων (2008) του Γιάννη Ποδιναρά

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Γιάννης Ποδιναράς

Κλείτος Κύρου, Μέρες δυσκίνητες

Χρήστος Θηβαίος, Μέρες αδέσποτες (δίσκος: Μέρες αδέσποτες (1996))

Μέρες δυσκίνητες

Μ.Α.

Εκείνο το ενταφιασμένο πρωινό που μοίραζε υποσχέσεις
Οι ευκίνητες μέρες που τυλίγαν το μέτωπό μας
Οι αλύγιστες ορειβασίες στον ήλιο
Ποιος να θυμάται
Η πρόσκαιρη οδύνη των μαθημάτων είχε τελειώσει
Ακριβώς στο ξεκίνημα επάνω
Η στιλπνή πανοπλία μας άστραφτε
Οι δάσκαλοι μας προβόδισαν στο κατώφλι
Ήματί κεν τριτάτω Φθίην ερίβωλον ίκοιο μας είπαν
Διάβηκε τόσος καιρός
Που η τρίτη μέρα λησμόνησε ως και την ανάμνησή της
Πέρα στο λιμάνι τα βαπόρια καπνίζαν
Ένας άνθρωπος μας κοίταξε με κατανόηση
Και μουρμούρισε κάτι σε μια ξένη γλώσσα
Έμοιαζε πολύ με τους άμοιρους πολωνούς εμιγκρέδες
Αλήθεια είχε αρχίσει κι ο πόλεμος
Ραγδαία γεγονότα φωνάζαν τα έκτακτα παραρτήματα
Γύρω μας πλήθος οι συνωμοσίες
Ο ουρανός σκυθρωπός

Κατόπι μας λεηλάτησαν χαμένα τα πάντα
Τότε γνωρίσαμε τη θλίψη της πέτρας
Τα βράδια υψώναμε αντένες ευαίσθητες
Όμως τα κύματα προσπερνούσαν αδιάφορα
Συχνά δεν είχαμε ρούχα να ντύσουμε τα επίσημα όνειρα
Κάμποσοι φύγαν για Θεσσαλίες μ’ έναν τρόπο δικό τους
Θεέ μου φυτέψαμε τόση πολλή θύμηση
Μας κυβερνάει αναπόφευκτα μια χαλύβδινη νοσταλγία
Ο ύπουλος χρόνος υπονομεύει τον άνεμο
Που ξύνει τα λέπια της αποσύνθεσης από τις αλέες
Κι όμως μας τυραννάει ακόμα ένα καλοκαίρι που δεν εννοεί να πεθάνει
Οι φράχτες της καρπερής τούτης χώρας είναι ψηλοί
Κι αδιαπέραστοι
Απλώνουμε χέρια στη νύχτα
Βοήθεια

Από τη συλλογή Αναζήτηση – Αναμνήσεις μιας αμφίβολης εποχής (1949) του Κλείτου Κύρου

Πηγή: Κλείτος Κύρου, Εν όλω / Συγκομιδή 1943-1997 (1997)

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Κλείτος Κύρου

Κλείτος Κύρου, Παλμοί τ’ ουρανού

Νίκος Καββαδίας & Θάνος Μικρούτσικος, Μαρέα (τραγούδι: Χρήστος Θηβαίος & Γιάννης Κούτρας)

Παλμοί τ’ ουρανού

Π.Σ.

Γυμνάζαμε τα μάτια μας στ’ αστέρια
Όταν η μέρα πετούσε το τελευταίο της ρούχο
Σου ’λεγα:
Τούτο τον καιρό με δυναστεύουν τ’ αστέρια
Όπως και τότε

Και σου ’δειχνα τον αμφίβολο Αλκόρ πλάι στον Μιζάρ
Πιο πέρα ο Αλντεμπαράν σημάδευε το βλέμμα μας
Με φωτερές δεσμίδες
(Σου εξήγησα πως στα ελληνικά
Λέγεται Λαμπαδίας)

… Κάποτε
Δυο κοριτσίστικα πόδια
Χάραζαν κύκλους γύρω μας
Σαν τον διαβήτη
Και τα ξέφτια της νύχτας
Δρασκελούσαν τους οριζόντιούς μας έρωτες
Κι οι παλμοί τ’ ουρανού
Την ψυχή μας ταρακουνούσαν

Σου ’λεγα για τ’ αστέρια
Πώς λαξεύουν τα ωχρά μας ομοιώματα
Σ’ ένα κομμάτι γυαλί
Κι εσύ αναλογιζόσουν
Έναν αράπη
Να ταξιδεύει με τρένο για το Κεντάκι
Και να γνέφει στο διάβα του
Ένα μικρό άγνωστο αγόρι

Από τη συλλογή Αναζήτηση – Αναμνήσεις μιας αμφίβολης εποχής (1949) του Κλείτου Κύρου

Πηγή: Κλείτος Κύρου, Εν όλω / Συγκομιδή 1943-1997 (1997)

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Κλείτος Κύρου

Ορέστης Αλεξάκης, Αυτοσύσταση

Χρήστος Θηβαίος, Με λένε αέρα (δίσκος: Μόνο νερό στη ρίζα (2003)

αυτοσύσταση

Με λένε Ορέστη – μα στη λέξη
μη σταθείς

παρακαλώ προσπάθησε
πίσω απ’ τη λέξη
να δεις τη νύχτα του χιονιού
– και του αγριμιού
το μάταιο μες στην ερημιά
ν’ ακούσεις κλάμα

Από τη συλλογή Η λάμψη (1983) του Ορέστη Αλεξάκη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Ορέστης Αλεξάκης

Ορέστης Αλεξάκης, Ενδόκοσμος (Γ. Χρόνος πραγμάτων)

Χρήστος Θηβαίος, Κόκκινο θολό φεγγάρι
(τραγούδι: Χρήστος Θηβαίος / δίσκος: Μέρες αδέσποτες (1996))

Ενδόκοσμος

Γ. Χρόνος πραγμάτων

Κι όπως αργά βραδιάζει στο άδειο σπίτι
Ο ήλιος δύει μέσα στους καθρέφτες
Σε σιωπηλά κι απόμακρα τοπία
Βυθισμένα για πάντα στο σκιόφως

Τη νύχτα η πανσέληνος ταξιδεύει
Στα φόντα των παλιών πορτρέτων
Φωτίζοντας λευκές κόγχες ματιών
Που βλέπουν προς το παρελθόν τους

Μα την αυγή ένα κόκκινο σκαθάρι
Πυρπολεί τις εύφλεκτες κουρτίνες
Καθώς αθέατα χέρια παίζουν πιάνο
Μόλις σχεδόν θωπεύοντας τα πλήκτρα

Τυχαίνει κάποτε όμως ν’ αλαφραίνει η ύλη
Τότε θαλάσσια κύματα μπαίνουν στο σπίτι
Ή ξαφνικά αναδύονται βαθιοί ελαιώνες
Ή πρόσωπα που χάθηκαν πάλι επιστρέφουν

Από τη συλλογή Οι κόνδορες και το αντιπρανές (1982) του Ορέστη Αλεξάκη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Ορέστης Αλεξάκης

Μαρία Κέντρου-Αγαθοπούλου, Δώρα

Levy Schaar & Χρήστος Θηβαίος, Το δώρο
(τραγούδι: Χρήστος Θηβαίος / δίσκος: Μόνο νερό στη ρίζα (2003))

Δώρα

Κάθε επισκέπτης κρατάει ένα δώρο χρυσό
Για το ναό ή το σπίτι που γιορτάζει
Το μικρό παιδί τον κοιτάζει στα χέρια
Κι ευθύς το σκάζει από την πίσω πόρτα
Στις πεδιάδες και τους αγρούς βρίσκει τα θαύματα
Μ’ ένα ψωραλέο άλογο καλπάζει πάνω στα πράσινα κύματα
Η χαρά μια κόκκινη καραμέλα στο στόμα
Βουνά και λίμνες ένας πήδος όλο κι όλο
Το σόι του Θεού άγριο ζώο στα φαράγγια
Ας μοιράζονται τις ευχές οι άγγελοι στα κοιμητήρια

Όταν με το κατάσαρκο πάθος σου
Κοιτάζεις το μικρό παιδί να έρχεται με δώρα χρυσά
Απ’ τους αγρούς τις πεδιάδες τα φαράγγια
Η καρδιά σου μέσα στο γάλα τρυφερά αγιάζει

Από τη συλλογή Σεντόνια της αγρύπνιας (2006) της Μαρίας Κέντρου-Αγαθοπούλου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Μαρία Κέντρου-Αγαθοπούλου

Θάνος Μικρούτσικος & Οδυσσέας Ιωάννου, Θέλω τη μέρα που θα φύγεις

Θέλω τη μέρα που θα φύγεις

Μουσική: Θάνος Μικρούτσικος
Στίχοι: Οδυσσέας Ιωάννου
Τραγούδι: Χρήστος Θηβαίος
Δίσκος: Ο Άμλετ της Σελήνης (2002)

Και τι μπορώ να πω για σένα
που να ’ναι εσύ
λέξεις με δέρμα και μαλλιά
γραμματικές για την αφή
χέρια πλεγμένα

Θέλω τη μέρα που θα φύγεις
απ’ το πρωί να μου γελάς
κι όταν την πόρτα θα ανοίγεις
να είναι σαν να μ’ αγαπάς

Και πώς μπορώ να σε θυμάμαι
και να ’σαι εσύ
τα γέλια σου σαν τα νερά
μια ήσυχη λέξη στ’ αφτί
και να νικάμε

Θέλω τη μέρα που θα φύγεις
απ’ το πρωί να μου γελάς
κι όταν την πόρτα θα ανοίγεις
να είναι σαν να μ’ αγαπάς

Νίκος Γρηγοριάδης, Όσοι πολύ αγάπησαν

Βασίλης Δημητρίου & Κατίνα Παΐζη, Αγάπη
(τραγούδι: Χρήστος Θηβαίος / δίσκος: Ο μεγάλος θυμός (1998))

Όσοι πολύ αγάπησαν

Σκυμμένοι περπατούν αργά στο δρόμο
τυλιγμένοι το μανδύα της μελαγχολίας τους
και μες στη μοναξιά των πάρκων σπεύδουν
να κρυφτούν
όσοι πολύ πόνεσαν ότι αγάπησαν πολύ,
κι εκεί κλείνονται στο όστρακό τους
και λουφάζουν να μην τους δει ανθρώπου μάτι
που κουβαλούν τον πόνο τους ανάμεσά μας.

Μα εγώ που νιώθω να ’χω μ’ αυτούς εκλεκτική συγγένεια
σκύβω και κλέβω φευγαλέα κάποιο βλέμμα τους
και πριν προλάβουν να προφυλαχτούν το παίρνω
μαζί μου και το εξετάζω
κι από σημάδια εμφανή ή αφανή τους κατατάσσω
στους ελαφρά πληγωμένους ή στους βαριά,
εκείνους που η πάθησή τους έχει γίνει χρονία
κι είναι πια τώρα ανίατοι και ξεγραμμένοι.

Τόσο πολύ μου έχει γίνει αυτό ανάγκη
που και μια μέρα να μην τους συναντήσω,
σαν το ναρκομανή κλείνομαι στο δωμάτιό μου,
στήνομαι μπρος στον καθρέφτη και κοιτώ
ατέλειωτες ώρες τα δικά μου μάτια.

Από τη συλλογή Και στρεβλές ρίμες (2006) του Νίκου Γρηγοριάδη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Νίκος Γρηγοριάδης