Χλόη Κουτσουμπέλη, Προς εαυτόν

Θάνος Μικρούτσικος & Οδυσσέας Ιωάννου, Θέλω τη μέρα που θα φύγεις
(τραγούδι: Χρήστος Θηβαίος / δίσκος: Ο Άμλετ της σελήνης (2002))

Προς εαυτόν

Προπάντων να φοράτε κόκκινο κραγιόν.
Ιδίως την ώρα της εγκατάλειψης.
Χρειαζόμαστε ένα στόμα
για να καταβροχθίσει τις λεπτομέρειες.
Τώρα που πια δεν λέει σ’ αγαπώ.

Από τη συλλογή Κλινικά απών (2014) της Χλόης Κουτσουμπέλη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Χλόη Κουτσουμπέλη

Γιώργος Καφταντζής, Η θάλασσα

Νάνος Βαλαωρίτης & Βασίλης Δημητρίου, Ποια θάλασσα
(τραγούδι: Χρήστος Θηβαίος / δίσκος: Ο μεγάλος θυμός (1998))
[από συναυλία προς τιμήν του Βασίλη Δημητρίου το 2008 στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών]

Η θάλασσα

Η θάλασσα διψάει μυστικό νερό, μιλάει με φωνές
πνιγμένων, πλέει στην άβυσσο του ατέλειωτου καιρού
μ’ ένα μεγάλο φέρετρο στη ράχη της από κρύσταλλο
μαργαριτάρι και σελήνη.
Κάθε Κυριακή ξεντύνεται τα ψάρια και βουλιάζει στον εαυτό της.
Η θάλασσα πεινάει ναυαγούς, με αρίφνητα νερένια χέρια
τους χαιρετά και τους καταβροχθίζει.
Συχνά όταν τραβιούνται τα νερά, εγκαταλείποντας ξεριζωμένα
φύκια και σπασμένα κουπιά, μας ξεγελάει συντριμμένη
ανάμεσα σε διαδοχικούς ροδόκηπους από κοράλλια νηνεμίας
και πίδακες πουλιών. Τότε όλα σαλεύουν,
λάμπουν και φλοισβίζουν στον ατλαζένιο κόρφο της.
Η θάλασσα ζυμώνει το θαλασσινό ψωμί μ’ αλεύρι φεγγαρίσιο,
ταΐζει αστερισμούς αιμόφυρτους
γλάρους με αμάραντες φτερούγες.

Από τη συλλογή Τα παραλειπόμενα (1985) του Γιώργου Καφταντζή

Πηγή: Γιώργου Καφταντζή / Τα ποιήματα 1940-1987 (1988)

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Γιώργος Καφταντζής

Κωστής Μοσκώφ: [Περίμενες τους φανοστάτες να ανάψουν…]

Γιώργος Ανδρέου, Ζωή δεν είναι
(τραγούδι: Χρήστος Θηβαίος / δίσκος: Μυστήριο τραίνο (2006))

[Ενότητα 1]

«Περίμενες
τους φανοστάτες
να ανάψουν».
Και κάποιον, τέλος,
«τοις κείνων ρήμασι πειθόμενον»∙
«με ένα πουκάμισο καλοπλυμένο»
να περάσει
οδεύοντας
για το ικρίωμα…
«Όμως κανείς δεν πέρασε»
— οι φανοστάτες δεν ανάψαν
η πόλη δεν είχε κτιστεί
και Εσύ
δεν είχες ποτέ αγαπήσει…

Από τη συλλογή Για τον Έρωτα και την Επανάσταση (1989)

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Κωστής Μοσκώφ

Γ. Θ. Βαφόπουλος, Υποθήκες

Άγγελος Σφακιανάκης, Τα κορίτσια απ’ την επαρχία
(ερμηνεία: Χρήστος Θηβαίος / δίσκος: Ρηχά νερά (2003))

[Ενότητα Σάτιρες]

Υποθήκες

Μαζί μας τότε ζούσε η εμπνοή. Τα καλοκαίρια,
χαυνωμένοι απ’ τη ζέστη, ακούαμε τη φωνή της,
ή νομίζαμε πως την ακούμε. Οπωσδήποτε
τη μεταγράφαμε ευσυνείδητα σε στίχους.
Η εμπνοή τώρα δε ζει. Μ’ άλλους γνωστούς νεκρούς
κοιμάται κάτω απ’ τις ταφόπετρες των λεξικών.

Στο απόμακρο χωριό μας του νομού Πιερίας,
έρωτα κάμναμε με τα κορίτσια μιας γυναίκας,
που τη λέγαν Φροσύνη ή Μνημοσύνη ή κάτι τέτοιο.
Χάσαμε και τον έρωτα, σα φύγανε απ’ την επαρχία
και την τύχη τους ήρθαν να βρούνε στην πρωτεύουσα.

Η μια στο σπίτι μπήκε του κυρίου Παπαδοπούλου.
Άλλη πιάστηκε καθαρίστρια σε κατάστημα
μουσικών οργάνων και δίσκων γραμμοφώνων.
Η Μελπομένη τραγουδίστρια πήγε στα μπουζούκια.
Κι οι άλλες κάπως βολευτήκαν. Στην Αθήνα
δε χάνεσαι. Πάντα θα βρεις κάτι να κάμεις.

Μονάχα εσύ γυρίζεις σα χαμένος μες στους δρόμους.
Η εμπνοή πια δεν υπάρχει, για να παίζει μαζί σου,
πετώντας σου της Αριάδνης το κουβάρι. Τα κορίτσια
πιάσαν δουλειά και δε γυρίζουνε να σε κοιτάξουν.
Ούτε μπορείς και τα όνειρά σου να φορτώσεις
στη ράχη εκείνου του άλογου με τις φτερούγες.
Μασκαρεμένο τώρα, κόκκινο βαμμένο, το ’χουν ζέψει,
της Μόμπιλ Όιλ να κουβαλά τους τενεκέδες.

Αν τουλάχιστο εκείνα τα βιβλία με τα «Γράμματα»
της κοσμικής κυρίας Ρενέ Μαρίας Ρίλκε
δεν είχαν γίνει μικρές χαρτοσακούλες για φιστίκια,
θα ’χες σε τούτο το λαβύρινθο της μοναξιάς σου,
κάποιον, έστω μονόφθαλμο, οδηγό προσανατολισμού.

Ώστε σωτηρία δεν υπάρχει; Μα, θαρρώ, σου μένει
το μηχανάκι σου. Καβάλησέ το μάνι-μάνι
και γρήγορα μπες στων άλλων τροχοφόρων τη σειρά.
Γύρους θα κάνεις ως την έσχατή σου μέρα,
στην τροχιά ενός ατέρμονος κοχλία.
Ευτυχώς
τα πρατήρια του κόσμου έχουνε πολλή βενζίνη.

Από τη συλλογή Επιθανάτια και σάτιρες (1966) του Γιώργου Βαφόπουλου

Πηγή: Γ. Θ. Βαφόπουλος, Άπαντα τα ποιητικά (Θεσσαλονίκη, εκδ. παρατηρητής, 1990)

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Γιώργος Θ. Βαφόπουλος

Σάκης Σερέφας, Τρεις γάτες δρόμος

Θάνος Μικρούτσικος & Οδυσσέας Ιωάννου, Οι γάτες
(τραγούδι: Χρήστος Θηβαίος / δίσκος: Ο Άμλετ της Σελήνης (2002)

Τρεις γάτες δρόμος

Η πλαγιά τσιτωνόταν στον μαγιάτικο ήλιο…

Εδώ τριγύρω λεν οι πηγές
πως έστησαν τ’ αντίσκηνα οι Άγγλοι στον Πρώτο Πόλεμο.
Σκυφτός, τους έψαχνα.
Καμιά φορά
σκοντάφτεις σ’ έναν κάλυκα, μιαν αρβύλα ξεχαρβαλωμένη
κάνα κονσερβοκούτι βοδινού, σκύβεις το μαζεύεις
το κουβαλάς στο σπίτι σου, το παρατάς σε μια ντουλάπα
κι αυτό γεννοβολά. Τίποτα όμως.
Κάθισα σε μια κοτρόνα κάθιδρος. Ο ήλιος ζεματούσε.
Αγριολούλουδα, μυρμήγκια. Ξεθυμασμένες μύγες
κοχλάζαν μες στην αντηλιά. Τσιμέντα χυμένα σε σβουνιές.
Κάτω στην πόλη, οι βορινοί συνοικισμοί βροντόσαυροι
χώνευαν τα βράχια του βουνού. Σιγά σιγά ξεχώρισαν
οι δρόμοι και τα σπίτια. Να κι η ταράτσα
με το ερειπωμένο πλυσταριό, τα κάγκελα πλαγιάζουν πέρα δώθε
να ’στε οι δυο σας, πόσο άχαρα τινάζεις νεαρέ μου τα χαλιά
σκορπάν οι ναφθαλίνες λαμπυρίζουν
μπαίνουν στα μάτια σου κορώνουν

«αχ! Λησμονημένη!» ο βόγκος αντηχεί στ’ απομεσήμερο
το χέρι φρενιασμένο φλέβες αφηνιασμένες να το ζώνουν
ζυμώνει τον αέρα στα τυφλά
μανιάζοντας να βρει την ακριβή παλάμη

… τρεχάτος άτι του Μαγιού κατέβηκα στην πόλη
για να σπουδάσω από κει το στοιχειωμένο όρος

Από τη συλλογή Τρεις γάτες δρόμος (2000) του Σάκη Σερέφα

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Σάκης Σερέφας

Νίκος Καββαδίας, Μαρέα

Νίκος Καββαδίας & Θάνος Μικρούτσικος, Μαρέα
(τραγούδι: Χρήστος Θηβαίος & Γιάννης Κούτρας / δίσκος: Σταυρός του Νότου | Γραμμές των οριζόντων (2005))

Μαρέα

Στο Γιακουμή Βαλάση

Ο Αλτεμπαράν ψάχνει να βρει μες στα νερά
το παλινώριο που τον γέλασε δυο κάρτες.
Στης προβολής να τρέχουν βλέπαμε τους χάρτες
του Chagall άλογα – τσίρκο του Seurat.

Πυξίδα γέρικη —ataxie locomotrice—
και στοιχειωμένη από τα χείλια σου σφυρίχτρα.
Στην κόντρα γέφυρα προσμένατε κι οι τρεις
να λύσει τ’ άστρο του Αλμποράν η χαρτορίχτρα.

Της τραμουντάνας τ’ άστρο, τ’ άστρα του Νοτιά
παντρεύονται με πορφυρόχρωμους κομήτες.
Του Mazagan οι θερμαστές οι Σοδομίτες
παίξαν του Σέσωστρη την κόρη στα χαρτιά.

Η ξύλινη που όλοι αγαπήσαμε Γοργόνα,
καθώς βουτά παίρνει παράξενες ανάσες.
Προτού κολλήσουμε για πάντα στις Σαργάσσες,
μας πρόδωσε μ’ ένα πνιγμένο του Νορόνα.

Πουλιά στα ξάρτια —καραντί— στεριανή ζάλη
χελιδονόψαρα — πνιγμένου δαχτυλίδι.
Του ναυτικού το δυσκολότερο ταξίδι
το κυβερνάν του Μαγγελάνου οι παπαγάλοι.

Η καραβίσια σκύλα οσμίζεται ρεστία
και το κορμί σου το νερό που θα καλάρει.
Τη νύχτα οι ναύτες κυνηγάνε το φεγγάρι
και την ημέρα ταξιδεύουνε στ’ αστεία.

Από τη συλλογή Πούσι (1947) του Νίκου Καββαδία

Δημήτρης Δημητριάδης: Κατάλογοι. 2 (3)

Χρήστος Θηβαίος, Πρώτη ώρα (δίσκος: Μόνο νερό στη ρίζα (2003))

Κατάλογοι. 2 (3)

Πρέπει να συντριβεί η δύναμη του ανθρώπου.
Πρέπει να συντριβεί ανηλεώς. Το έλεος ας επακολουθήσει.
Ας πρώτα όμως συντριβεί ανηλεώς.
Πρέπει ο άνθρωπος να χάσει,
να δει τον εαυτό του να ρίχνει τα ζάρια
και να πιάνει περισσότερα ο άλλος,
ο άλλος να πιάνει περισσότερα,
και τότε να σηκωθεί
και να τα δώσει όλα και να μείνει
μόνο με τα κόκαλά του, μόνο με τα κόκαλά του,
μόνο με τα κόκαλά του,
και να ξανακουμπήσει το άδειο χέρι του στο χώμα
και να ξανανιώσει τη δύναμη του χώματος
πιο μεγάλη απ’ τη δική του
που δε θα είναι πια δύναμη
αλλά παραδοχή μιας άλλης.
Πρέπει ο άνθρωπος να συντριβεί
και να πεινάσει όσο δεν πείνασε ποτέ
για να διατηρήσει το νέο χορτασμό του
που θα διατηρεί την πείνα του ατόφια.
Γιατί ο άνθρωπος είναι προς συντριβήν
κι αυτό δεν ξεχνιέται.
Όση νιότη κι αν κοσμεί τα κόκαλα.

Μα τώρα ο λόγος για έναν έρωτα.

Πάθος παράνομο, ντυμένο στα κουρέλια, τα πόδια ανήμπορα να τρέξουν άλλο,
όλο το σώμα πληγωμένο από τ’ αγκάθια,
τα χέρια εξουσιασμένα απ’ το πείσμα των νεύρων και των κλειδώσεων,
πάθος λαχανιασμένο, μελανιασμένο,
αναζητώντας κρυψώνες μέσα στα φτερά των εντόμων,
μέσα στις κοιλιές των ερπετών,
στα δαιδαλώδη πετάγματα των πουλιών, στις μυθικές αποδημίες τους,
μες στους καρπούς και μέσα στους κορμούς,
στη σιωπή του χόρτου, στην απόκοσμη απομόνωση της ρίζας,
πάθος που χαράζει τη γραμμή του για ν’ αφήνει το σημάδι του
και τα ’χει όλα εναντίον του και είναι εναντίον όλων
και λέει τ’ όνομά του και πνίγεται μες στ’ όνομά του και δεν υποχωρεί
και φτάνει ως εκεί που φτάνει το τέλος εκείνου που το κυνηγάει,
για ν’ αρχίσει από κει τη δική του ζωή,
ζωή μιας άλλης ζωής που τίποτε δεν κυνηγάει.

Το πάθος που,
όταν χτίστηκε ο κόσμος αυτός,
παραμερίστηκε ως άλλου κόσμου.
Από σήμερα,
ό,τι ο κόσμος αυτός αρνείται,
είναι ζωή.

Από τη συλλογή Κατάλογοι 1-4 (1980) του Δημήτρη Δημητριάδη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Δημήτρης Δημητριάδης

Νικηφόρος Βρεττάκος, Μεσημέρι

Χρήστος Θηβαίος, Ένα μεσημέρι του Ιούλη (δίσκος: Μόνο νερό στη ρίζα (2003))

Μεσημέρι

Ξερή καλοκαιριάτικη γης. Και μόνο εκεί
που εσύ κοιμόσουν, άλλαζε. Θα νόμιζε κανείς
πως σ’ είχε μόλις η άνοιξη γεννήσει.
Πως ήσουν το πιο φρέσκο φως της γης και το πιο νέο.

Το πεύκο τυφλωμένο από τον ήλιο
έγερνε κάτω και καθώς κοιμόσουνα καθρέφτιζε
τις φυλλωσιές του μέσα στην παλάμη σου.

Από τη συλλογή Ο χρόνος και το ποτάμι (1957) του Νικηφόρου Βρεττάκου

Πηγή: Νικηφόρος Βρεττάκος, η εκλογή μου, ποιήματα 1933-1991 (εκδ. Ποταμός, 2008)

Νίκος-Αλέξης Ασλάνογλου, Κέρκυρα

Θάνος Μικρούτσικος & Κώστας Λαχάς, Fix carre
(τραγούδι: Χρήστος Θηβαίος / δίσκος: Ο Άμλετ της σελήνης (2002))

[Ενότητα Δύσκολος θάνατος (1950-1953)]

Κέρκυρα

Το βράδυ θα πέφτει πάντα στα νερά. Γείρε στην προκυμαία
όταν μακραίνουν τα φώτα της πόλης και πες δεν έμεινε τίποτα
στα λιόδεντρα που δένονται με τη θάλασσα. Όπου κι αν πας
θ’ αρχίζεις ένα αίσθημα και θα τ’ αφήνεις μισό τελειωμένο

Γείρε και πες δεν έμεινε τίποτα
μια ξεραμένη μέδουσα πάνω στο βράχο
το χέρι μου ανεπαίσθητα στον ώμο και η μαλακή γραμμή του ορίζοντα
στα μάτια σου

Από τη συλλογή Δύσκολος θάνατος (1954) του Νίκου-Αλέξη Ασλάνογλου

Πηγή: συγκεντρωτική έκδοση Ο δύσκολος θάνατος (Αθήνα, εκδ. Νεφέλη, 1985) του Νίκου-Αλέξη Ασλάνογλου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Νίκος-Αλέξης Ασλάνογλου

Μαρία Κέντρου-Αγαθοπούλου: Μεγεθύνσεις, VIII

Θάνος Μικρούτσικος & Άλκης Αλκαίος, Blues on the road
(ερμηνεία: Χρήστος Θηβαίος / δίσκος: Υπέροχα μονάχοι (2006))

Μεγεθύνσεις

VIII

Αν δεν σου πω
Σκύψε κοίταξέ με
Σ’ αυτά τα νερά
Που κυλούν μέσ’ απ’ τα σπίτια
Μέσα από ναούς
Και στις στοές της αγοράς
Στις σήραγγες των τρένων
Και στο ποτήρι που πίνεις
Αν δε σε πω αδελφό μου
Αν δε σε φωνάξω
Ποιος άγγελος και ποιο πουλί
Θα καθίσει στο κατώφλι
Ποιος θ’ ανοίξει το πρωινό παράθυρο

Από τη συλλογή Μεγεθύνσεις (1971)

Πηγή: Μαρία Κέντρου-Αγαθοπούλου, Επιλογές και σύνολα [Ποιήματα (1965-1995)] (2001)

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Μαρία Κέντρου-Αγαθοπούλου

Νίκος Γρηγοριάδης, Με πήραν τα ποτάμια

Γιώργος Ανδρέου & Οδυσσέας Ιωάννου, Τα μεγάλα τα κυνήγια
(τραγούδι: Χρήστος Θηβαίος / δίσκος: Μυστήριο τρένο (2006))

Με πήραν τα ποτάμια

Με πήραν τα ποτάμια, μ’ έφεραν εδώ
στα μαυρισμένα δάχτυλα των εργοστασίων.

Ξέχασα πια την καλημέρα του χωματόδρομου,
το τυλιγμένο στα χοντρά δάχυλα τσιγάρο.
Δεν έχω καιρό μήτε για τραγούδια.

Κι είμαι της βρύσης το νερό στην άσφαλτο
που νοσταλγεί να τρέξει στο χλωρό ρυάκι.

Από τη συλλογή Το βάθος της ληκύθου (1963)

Πηγή: συγκεντρωτική έκδοση Νίκος Γρηγοριάδης, ποιήματα 1963-2005 (εκδόσεις Γαβριηλίδης, Αθήνα, 2007)

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Νίκος Γρηγοριάδης