Κώστας Κινδύνης, Κομμάτι-κομμάτι

Κομμάτι-κομμάτι

[Ενότητα Αναψηλάφηση]

Κομμάτι-κομμάτι
πουλήσαμε όλη τη θάλασσα.

Τώρα κουβαλάμε τα νησιά μας
κάτω απ’ τη χλαίνη μας.
Μη ρωτήσουν τα παιδιά μας
Αμολάμε τον αϊτό τους
φεύγοντας συνένοχα.

Χωρίζουμε ολομόναχοι
εσύ από δω
εγώ από κει.
Στον άλλο πόλεμο
θα σου δώσω τουφέκι
χωρίς καθυστέρηση.
Θα συναντηθούμε παζαρεύοντας
την καινούργια μας ζωή.
Θα ’χεις την πληγή σου
πυξίδα στην πορεία σου.

Κομμάτι-κομμάτι
πουλήσαμε ακριβά τη θάλασσα.
Ό,τι ρευστό πήραμε
το ρίξαμε βαθιά
στο αίμα μας.
Μας φτάνει είχαμε πει
για ένα ταξίδι
κι από τότε ταξιδεύουμε.

Μας φτάνει είχαμε πει
για ένα κέρδος
κι από τότε
δε γνωριζόμαστε.

Θ’ αναγνωριστούμε
στον άλλο μας πόλεμο.
Σημαίες οι πληγές μας απλωμένες.
Και θα ’μαι ο εχθρός σου
που θ’ αγαπήσεις παράφορα
και θα ’μαι ο πεταλωτής
του αλόγου σου
να συνεχίσεις πιο κάτω.

Άνοιξα τα στήθια μου
σκοτάδι
τίποτα
δε με τυραννάει περισσότερο
απ’ την ανώφελη πατρίδα.

Από τη συγκεντρωτική έκδοση Τα ποιήματα [1971-1977] (2007) του Κώστα Κινδύνη

Κώστας Κινδύνης, [Δεν σκέφτηκα πριν μιλήσω…]

[Ενότητα Σημειώσεις ανατομίας]

Δεν σκέφτηκα πριν μιλήσω
άπλωσα τη ροδιά μου
να γλιστρήσει
ως τη ρίζα που δίψαγε το φως.
Ανάμεσα στα δέντρα
περίμεναν άγρυπνα μάτια

Δεν σκέφτηκα πριν κοιτάξω
την απέραντη θάλασσα.
Στις αμμόπετρες τα χέρια μου
χαλάρωσαν

γυμνά τα πόδια
του ποιητή

Αγκάθι της φωτιάς
το παρόν.
Δεν σκέφτηκα το κατόπιν.
Άνοιξα πόρτα
σε τέσσερα τριαντάφυλλα
ν’ ανθίσουν.
Εφτά τα περιστέρια να πετάξουν
μακριά από το σημάδι

Από τη συγκεντρωτική έκδοση Τα ποιήματα [1971-1977] (2007) του Κώστα Κινδύνη

Κώστας Κινδύνης, [Ο σεβασμός στρατιώτης…]

[Ενότητα Ντοκουμέντο]

Ο σεβασμός στρατιώτης.
Ο λαός εξαπτέρυγο.
Κάμπιες τα λόγια, προχωράνε
στο τρίφυλλο διάστημα.

Θα ’ρθουν άλλοι μισαλλόδοξοι
μονοπωλώντας τον αγώνα.
Ενδείκνυται στον στόχο
η φρονιμάδα

Παραμερίστε τη ρίμα
Ο λόγος ψάχνει τον γρανίτη του
κανόνας του ρυθμού.
Μεταξύ μας βρίσκεται ο προδότης
της ηθικής ο ρόλος του

Τους ξέρω ποιοι
θα μου πετάξουνε τη λάσπη
δεν τους φοβάμαι,
τους χρειάζομαι.
Θέλω να κτίσω.

Από τη συγκεντρωτική έκδοση Τα ποιήματα [1971-1977] (2007) του Κώστα Κινδύνη

Κώστας Κινδύνης, Μεγάλες λέξεις σχεδόν ονόματα

Μεγάλες λέξεις σχεδόν ονόματα

[Ενότητα Αναψηλάφηση]

Μεγάλες λέξεις σχεδόν ονόματα
στα χέρια του τοίχου.
Πότε τις απλώνει πάνω του
πάντα προσεχτικά μη σβήσει τα ψηφία
πότε τις κρύβει στον πιο παλιό του ασβέστη
σα να του εμπιστεύτηκαν
ένα μεγάλο μυστικό, μια μαρτυρία.

Φοβάται ο τοίχος το νέο παιδί
με την κιθάρα
που έρχεται νωρίς τα μεσημέρια
κι ακουμπά πάνω του την πλάτη
χωρίς να παίζει.

Μόνο μπροστά κοιτάει τη θάλασσα
μόνο βαθιά κοιτάει τη θάλασσα.

Σαν βαρεθεί και πάψει
στο γαλάζιο ν’ αγναντεύει
σαν βαρεθεί και πιάσει
να παίξει την κιθάρα
αυτό φοβάται ο τοίχος.

Σαν βαρεθεί τα εμπρός
και ξαφνικά γυρίσει
και πάνω του διαβάσει
ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ Ή ΘΑΝΑΤΟΣ
ή πάλι ένα τεράστιο
ΟΧΙ ή Κ.Κ.Ε.
ή Ε.Ρ.Ε. ή Ο ΛΑΜΠΡΑΚΗΣ ΖΕΙ
ή Ο ΛΑΟΣ ΚΥΒΕΡΝΑ
και πάλι ένα μεγάλο Ζ
κι ύστερα εκλογές και δίπλα
ΑΝΕΝΔΟΤΟΣ ΑΓΩΝ, ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ –
και πάνω σ’ όλα αυτά σα μια προσπάθεια
μάταιη να τα σβήσει με μαύρα γράμματα
γραμμένο 21 ΑΠΡΙΛΙΟΥ κι αριστερά
ΚΑΤΩ Η ΧΟΥΝΤΑ και ΠΡΟΔΟΤΕΣ.

Φοβάται ο τοίχος ποια μορφή, ποιαν έννοια
θα πάρουν μέσα του αγοριού αυτές οι λέξεις.

Κι ύστερα απ’ αυτές, ποιαν ερμηνεία θα ’χει
ο νέος στο τραγούδι του ποια ευθύνη.

Από τη συγκεντρωτική έκδοση Τα ποιήματα [1971-1977] (2007) του Κώστα Κινδύνη

Βασίλης Καραβίτης, Ο σώζων εαυτόν ποτέ δεν σώθηκε αρκετά

Ο σώζων εαυτόν ποτέ δεν σώθηκε αρκετά

Οι μεν πηγές υπόγειες πάντα κι ακαθόριστες
σε λίγες άγνωστες καρδιές –φοβάμαι– άφαντες
εξ ου κι όλοι βολεύονται με το αρχαίο νεράκι του Θεού
ελάχιστο, ως γνωστόν, και για τη δίψα του μωρού
ό,τι ονομάζουνε δηλαδή ξανά όσοι ορέγονται ακμή
Ελπίδα ή Άλκηστη της Ανθρωπότητας
(κι εσύ μείνε να κόπτεσαι για άλλες υπερβάσεις).
Τέτοια καμώματα μου φέρνουν ένα είδος σπαραγμού
αφού στο πείσμα το ρηχό κι ακαταπόνητο
μιας άστοχης κι από ανέκαθεν τυφλής αναπαραγωγής
δεν βλέπω πια ούτε για δείγμα να επιπλέουνε
ιδιότητες αγνές κι ορμές πασίχαρες της έκπαλαι ζωής
όσες στηρίζαν δηλαδή εκ παραδόσεως το μέσα μας
όταν σαν όλο κλυδωνίζεται απότομα και καταρρέει.
Παράδειγμα, η φιλία που μας έδενε ως ιστός
κι ως άνθος άπειρο κι αρχέτυπο φροντίζαμε παιδιά:
Με κηπουρούς ανάξιους όπως οι σωρηδόν επίγονοι
καλείται τώρα να υπάρξει αυτοφυές
και μόνο του να επιζήσει.
Γι’ αυτό κι εγώ, συμμέτοχος εξ ορισμού
της τόσης δυστυχίας μας, δεν στέργω πλέον
να συντρέχω τους ανάξιους συντρόφους μου.
Ένα βασίλειο σκιάς στήνω αφιλόξενο και κρύβομαι καλά
όταν τρυπώνει ο ήλιος κι αποσύρεται αμήχανος
χωρίς να βρίσκει τίποτα να ξεσκεπάσει.
Εκεί, με μίσος γόνιμο κι ακούραστη οργή,
μόνος πληθαίνω και διασώζομαι
ίσως σε μια δική μου τρέλα λογική
που σαν μανόμετρο ανθρώπινης υφής
αυτό το «ποίημα» προσπαθεί
αδέξια να καταγράψει.

Από την ποιητική συλλογή Λυπομανία (1989) του Βασίλη Καραβίτη

Βασίλης Καραβίτης, Το άδοξο τέλος της αλήθειας

Το άδοξο τέλος της αλήθειας

Απ’ όλους τους μύθους, είναι γνωστό,
Προσφέρεται πάντοτε μια ελκυστική αλήθεια
Που αρχίζει την κρυφή ζωή της σαν μεταξοσκώληκας
Σα μουσική ιδέα αν θέλετε
Που ξετυλίγεται αργά στη σκέψη και στο αίμα
Σβήνει μία μία τις φωνές που αντιστέκονται
Δίνει υπόσταση και νόημα στο όραμα
Τρέφει κατάλληλα και συντηρεί το θαύμα
Επικρατεί κι αποθεώνεται.
Στο τέλος μεθυσμένη απ’ τη δύναμή της
Γίνεται απρόσεχτη, δεν βλέπει τις παγίδες.
Βρίσκει μια πόρτα ανοιχτή
Κι ανύποπτη χώνεται
Σ’ ένα μοναχικό δωμάτιο:
Εκεί, χαμένη κι αβοήθητη,
Πεθαίνει κάποτε από αμφιβολία.

Από την ποιητική συλλογή Το παιχνίδι της επαφής (1973) του Βασίλη Καραβίτη

Βασίλης Καραβίτης, Ακόμη

Ακόμη

Ακόμη οι πόλεις τρώνε ήσυχα τα θύματά τους.
Ακόμη τίποτα δεν πήρε φωτιά.

Ακόμη η δυστυχία δεν αποδείχτηκε τυχαίο γεγονός.
Ακόμη είσαι ζωντανός και ανέπαφος.

Ακόμη χαίρεσαι μικρά διαλείμματα σιωπής.
Ακόμη μεταφράζεις θορύβους σε μουσική.

Ακόμη έχεις ένα δωμάτιο να καταφεύγεις.
Ακόμη βρίσκεις λέξεις και κρύβεσαι.

Ακόμη δεν ήρθε η ώρα να πληρώσεις.

Από την ποιητική συλλογή Το παιχνίδι της επαφής (1973) του Βασίλη Καραβίτη

Βασίλης Καραβίτης, Κι άλλα αδιέξοδα εκτός απ’ το δικό μας

Κι άλλα αδιέξοδα εκτός απ’ το δικό μας

Τι μοίρα –επιμένω–
κι αυτή των λέξεων:
Να τις ποιμαίνουν με το ζόρι
αγροίκοι ποιητές!
Κι ύστερα μαντρωμένες σ’ ένα ποίημα
να ονειρεύονται περίλυπες
την άτακτη φυγή τους…

Από την ποιητική συλλογή Λυπομανία (1989) του Βασίλη Καραβίτη

Βασίλης Καραβίτης, Το κέρδος από ανώμαλες επιθυμίες

Το κέρδος από ανώμαλες επιθυμίες

[Ενότητα Ζω με τους φίλους και τις λέξεις]

Ξαφνικά πεθύμησα να υπάρξω
Όπως η πέτρα.
Άφωνος, αναίσθητος ίσως
(Στην ομορφιά και στ’ άλλα).
Μοναχός και στείρος.
Όμως σχεδόν ανέπαφος
Απ’ τον κόσμο.
Και προπαντός καθόλου μελλοθάνατος.

Από την ποιητική συλλογή Φόρμουλες για μιαν άγνωστη ζωή (1982) του Βασίλη Καραβίτη

Βασίλης Καραβίτης, Εκδοχή για τη ζωή ή η διάρκεια που μας περιέχει

Εκδοχή για τη ζωή ή η διάρκεια που μας περιέχει

Κρυφά παράθυρα της ζωής τα αισθήματα
Κλείνουν αθόρυβα ένα ένα.
Πίσω τους κλειδώνεται έρημος ο κόσμος
Εικόνα ανέκαθεν μιας μαρτυρίας διακριτικής
Κι αυτού που αντιστέκεται να γίνει
(Άγνωστο γιατί)
Κτήμα κοινό ή αμοιβαίο κεφάλαιο.
Όμως μες στα δωμάτια που ξέρουμε
Τα σώματα κινούνται ακόμα γραφικά
Τα χέρια ονειρεύονται αφές
Οι φωνές ψάχνουν γι’ αντίλαλο.
Αυτή η διάρκεια,
Σκοτεινή όπως όλοι οι νόμοι,
Βάζει πολλούς σ’ απορίες.
Σιγά σιγά κλονίζεται η πίστη τους
Στο θάνατο
Κι αρχίζουν, σαν να μην έγινε τίποτα,
Να ξαναζούν.
Έτσι συντηρήθηκε πάντα
Και κρατάει ως τις μέρες μας
Η επιδημία των ζωντανών.

Από την ποιητική συλλογή Στη σκιά του μακρόβιου κόσμου (1977) του Βασίλη Καραβίτη

Βασίλης Καραβίτης, Μικρή εμπειρία της εξοχής

Μικρή εμπειρία της εξοχής

Επ’ ευκαιρία της κυριακάτικης εκδρομής
Ας δούμε πιο προσεχτικά
Αυτό το άλογο μες στο χωράφι.
Τρώει αργά, με σύστημα, το χόρτο του
(Κανένα άλογο δεν έπαθε ποτέ έλκος).
Πλούσια σιωπή αναπαύεται στο δέρμα του
(Κανένα άλογο δεν υποφέρει απ’ τις λέξεις).
Επιθυμία δεν ταξιδεύει στα μάτια του
(Κανένα άλογο δεν χρειάζεται τα όνειρα).

Πολύ σωστά.
Ένα άλογο
Μπορεί να ’ναι ευχαριστημένο
Σ’ αυτή τη γη.

Από την ποιητική συλλογή Το παιχνίδι της επαφής (1973) του Βασίλη Καραβίτη

Βασίλης Καραβίτης, Προορισμός

Προορισμός

Καθένας πρέπει να ’χει
Την σκλαβιά του να μάχεται,
Έν’ άστοργο καιρό να ροκανίζει
Τα κόκαλά του
Και μιαν αγάπη ακούραστη
Να λαδώνει τις κλειδώσεις του.

Και μη ρωτάτε πιο πολλά.
Μην περιμένετε τίποτ’ άλλο.

Από την ποιητική συλλογή Υλικό μονώσεως (1970) του Βασίλη Καραβίτη

Θανάσης Κ. Κωσταβάρας, Σου χρωστάω πάντα έναν Παράδεισο


Claude Monet, Terrasse à Sainte-Adresse (Garden at Sainte Adresse), 1867 [Metropolitan Museum of Art, New York]
Source: intermonet.com

Σου χρωστάω πάντα έναν Παράδεισο

Σου ’φτιαξα έναν κήπο
να στολίσει τις μέρες σου.
Να ’ρχονται τα πουλιά να χτίζουν τις φωλιές τους.
Να σε καλημερίζουν με δοξαστικά κελαηδίσματα.

Όμως εσένα δε σε γεμίζουν τα ρόδα του.
Δεν σε καλύπτουν οι φυλλωσιές του.
Εσύ έχεις στον νου τον Παράδεισο.

Εγώ σου πρόσφερα τη φωνή μου
για ν’ ακούς τα τραγούδια μου.
Κι εσύ ψάχνεις να ανακαλύψεις
τους μυστικούς ρυθμούς που ορίζουν τη σκέψη μου.
Να διαβάσεις τους άγραφους στίχους
που είναι κρυμμένοι στη σιωπή μου.

Μα εγώ σου την έχω εκχωρήσει τη σκέψη μου.
Σε σένα ανήκει η σιωπή μου.

Τι μένει λοιπόν άλλο να σου χαρίσω;
Σου πρόσφερα τη φωνή μου, σου ’δωσα όλη μου την προσήλωση
σου δίνω την ίδια τη ζωή μου ακόμα.
Μα εσύ ζητάς να τη γκρεμίσω αυτή τη ζωή
και να την ξαναχτίσω
απ’ την αρχή.

Κι έτσι ξεκινάω πάλι απ’ το τίποτα.
Σου φτιάχνω έναν καινούργιο κήπο.
Τον στολίζω με άλλα άγνωστα δέντρα.
Μα εσύ δεν αρκείσαι
σε ό,τι σου προσφέρει το πάθος μου.
Εσύ επιμένεις να ζητάς τον Παράδεισο.

Δεν ξέρεις
πως τον Παράδεισο έχω πάντα στον νου μου.
Πως του Παραδείσου κλέβω τα άνθη, ξεσηκώνω τα δέντρα
πως αντιγράφω με τους στίχους μου τα πουλιά
όταν σου φτιάχνω τον κήπο σου.

Από τη συλλογή Οι μεταμορφώσεις των κήπων (2003) του Θανάση Κ. Κωσταβάρα

Θανάσης Κ. Κωσταβάρας, Στη δυναστεία του φόβου

Στη δυναστεία του φόβου

Με τον φόβο πάντα πορεύθηκα
με τον φόβο συνεχίζω να διασχίζω τον κόσμο.
Μπαίνω στο αφύλαχτο όνειρο
στ’ άδυτα της Αγάπης βουλιάζω.

Και μόνο μέσα σε μια πυκνή δύσβατη λόχμη
κάτω από κάποιους φιλόξενους στίχους
σαν το κυνηγημένο αγρίμι κουρνιάζω.

Κι αν κάποτε ουρλιάζω, αν χτυπιέμαι, αν χάνομαι
δεν είναι γιατί ξεχνιέμαι και βγαίνω απ’ την κρύπτη μου.
Είναι γιατί κι εκεί με ξετρυπώνει ο λύκος.
Κι η φωνή μου χάνει τότε τα λόγια της
και σφαδάζει κάτω από τ’ άγρια δόντια του
τρομαγμένη η ψυχή μου.

Το ’πα κι άλλη φορά, το ξαναλέω και πάλι:
Σαν το αγρίμι∙
σαν το αγρίμι έζησα τη ζωή μου.

Από τη συλλογή Οι μεταμορφώσεις των κήπων (2003) του Θανάση Κ. Κωσταβάρα

Θανάσης Κ. Κωσταβάρας, Τα σκοτεινά παράθυρα της ιστορίας

Τα σκοτεινά παράθυρα της ιστορίας

Έρχεσαι συχνά, όχι μόνο στον ύπνο.
Σε βλέπω πίσω από κλειστά τζάμια
ν’ ανεμίζεις απελπισμένος τα χέρια σου.
Κανένας ήχος δεν φτάνει από μέσα.
Μόλο που τα χείλη δείχνουν πως φωνάζεις
πως προσπαθείς να ουρλιάξεις
να προειδοποιήσεις, να διαμαρτυρηθείς
να ξεσηκώσεις τα πλήθη.

Έξω ο κόσμος χαμένος, ξοδεμένος στις έγνοιες του.
Άλλοι για μια στιγμή απορημένοι
άλλοι μ’ ένα είδος οίκτου, οι πιο πολλοί αδιάφοροι.

Και μόνον εγώ μαντεύω τι πασχίζεις να μεταδώσεις.
Έτσι καθώς με κοιτάζεις επίμονα
άγριος φόβος με κυριεύει.
Κάνω πως δεν ξέρω τίποτα, πως δεν βλέπω.

Και σαν τον Πέτρο στην αυλή του Καϊάφα
είμαι έτοιμος να βεβαιώσω πως ουκ οίδα τον Άνθρωπο.

Από τη συλλογή Οι μεταμορφώσεις των κήπων (2003) του Θανάση Κ. Κωσταβάρα

Νίκος Παππάς, Ελληνική συνέχεια…

Ελληνική συνέχεια…

Αγωνίζομαι να περάσω
στο βελόνι μια λεπτή κλωστή,
να κλείσω μια οπή μικρούλα
που έχει ανοίξει εδώ στο στήθος μια ματιά.
Το βελόνι είναι από σκληρή πραγματικότητα
η κλωστή είναι από όνειρο τρυφερό
θα προλάβω;
Τ’ όνειρο
η κλωστή
το βελόνι, η άγρια πραγματικότητα…
Όλα μια κωμωδία. Όλα μια τραγωδία…

Εν τούτοις, να είσαστε βέβαιοι,
υπάρχει
το Σκοπευτήριο της Καισαριανής
στο Χαϊδάρι ένα στρατόπεδο
το Βίτσι και ο Γράμμος
και το Μετσόβιο Πολυτεχνείο
στη μνήμη των Ελλήνων ενεδρεύοντα…

Από τη συλλογή Μετά την 21ην (1974) του Νίκου Παππά

Κική Δημουλά, Για καπνιστές

Για καπνιστές

Με ποιο ναυάγιο άραγε ιδιόρρυθμο ταξίδεψα
και τώρα αντί να με κρατούν
στη μοιρολογίστικη αγκαλίτσα τους τα φύκια
σουλατσάρω σα μια συνηθισμένη ζωντανή
σε σπάνιας εκπλήξεως εντόπιο λιμάνι;

Άνετη, σα να μην ξέρω τίποτα
πίνω περιπατητικόν φραπέ
γουλιές θορύβου προκαλώ
ρουφώντας με κατάρτι
καπνίζω σα να ξέρω
το ’να φουγάρο ανάβω τ’ άλλο σβήνω
ζήτημα αν έχουν μείνει
ένα δυο καράβια στο πακέτο μου.

Είδη κολυμβήσεως σωσίβια μάσκες ψαροντούφεκα
γύψινα εκκλησάκια για μικρούλη
παιδιάστικο Θεό,
βότσαλα ζωγραφισμένα με ανεξίτηλη
στεριά γοργόνας
κοχύλια περασμένα στο κλάμα της ουράς της
ρωτάω τιμές η αύρα της θαλάσσης πόσο κάνει
πόσο τα σφουγγάρια
είναι φρέσκα ή χολή και όξος;
Σκληρά παζαρεύω μέχρις αισχροκέρδειας
τη νοσταλγία τους για τον χαμένο πια βυθό.
Αν μου την έδιναν φτηνά θα βούλιαζα ευχαρίστως
επίτηδες πνιγμένη
να μ’ έβρισκαν οι δύτες σφουγγαράδες
να με απίθωναν σε αχιβαδένιο λίκνο
εκκολαπτόμενου μαργαριταριού
επίτηδες πνιγμένη να θησαύριζα
φιλιά ζωής που θα μου έδινε η μάσκα τους.

Μάσκας φιλί.

Μη και το άλλο το αλλιώτικο το έξω από το νερό
ακάλυπτο μας δίνεται;
Η γεύση του πάντα δε φοράει στο πρόσωπό της
κάτι αδιαπέραστο;

Στράφηκα να εξηγήσω στα χείλη σου
τον υπαινιγμό
μα είχες ήδη μπει στο ένα από τα δύο
καράβια που είχαν μείνει στο πακέτο μου
και το τελευταίο μού το έκανε τράκα
το όνειρο που είδα.

Από τη συλλογή χλόη θερμοκηπίου (2005) της Κικής Δημουλά