Μάνος Ελευθερίου, Η δόξα των ανέμων

Η δόξα των ανέμων

Οχτώ Νοέμβρη. Εποχή των χρυσανθέμων –
γυαλί σπασμένο το κορμί σου καταγής.
Ντυμένη θαύματα στη δόξα των ανέμων
τον αιματόφυρτο καιρό αιμορραγείς.

Οχτώ Νοέμβρη πια ποτέ δε θα ξανάρθει
σαν θεατρίνα που έχει σβήσει αλκοολική
κι ένα παιδί που μεγαλώνει μες στη στάχτη
θα διδαχτεί απ’ τους θεούς τη μαντική.

Μες στα νεκρά τα καφενεία πέφτει χιόνι
κι έξω περνάει μια κηδεία της συμφοράς.
Των αισθημάτων λάμπει πάντοτε το αφιόνι
σ’ ένα κουτί μέσα κλεισμένο ζαφοράς.

Πρέπει να μάθεις να διαβάζεις το σκοτάδι
σαν ένα σώμα, στην αρχή, συλλαβιστά.
Να κατακτήσεις και το μπλε που είναι στον Άδη.
Να ιδρώνουν θάνατο οι χορδές και τα πνευστά.

Σ’ ένα δωμάτιο τρεις γιατροί συλλογισμένοι
πίνουν θανάτους μιας ζωής πριν μ’ αρνηθεί.
Και συνεχώς με ψηλαφίζουν σαστισμένοι
γιατί το μέλλον μου λυσσάει για να σωθεί.

Παλιά φεγγάρια της αγάπης τα μπακίρια.
Πλεχτές κουβέρτες με τοπάζι και χρυσό.
Μυρίζουν κίτρινο και δάφνη τα σανίδια
και πίνω αρώματα και οινόπνευμα να ζω.

Μες στις βελόνες του ένας ράφτης καρφωμένος –
διαμάντια το αίμα του, καρφίτσες και κλωστές.
Ένα παλτό μεταποιεί σαν μαγεμένος
να το φορέσουν των ανέμων εραστές.

Οχτώ Νοέμβρη και το σπίτι ταξιδεύει
σ’ ενός σουλτάνου τις αυλές ψηφιδωτό.
Του σώματός μας τα κρυφά και τα ερέβη
μόνο της τέχνης μας φυλούν την κιβωτό.

Ποιμένες άγγελοι στα μοβ των αθανάτων
πενθούν και ψάλλουν τη μεσίστια ζωή.
Κι εγώ στο έλεος πενθώ των αοράτων
και των προβάτων που πηγαίνουν για σφαγή.

Απόψε τίποτα δεν έχεις να δηλώσεις.
Η νομιμότητά σου εξωπραγματική.
Αρκεί σαν γράμμα τη ζωή σου να διπλώσεις
κι ύστερα παίζεις κοπτική και ραπτική.

Οχτώ Νοέμβρη. Εορτή των Αρχαγγέλων.
Των Μιχαήλ και Γαβριήλ Ταξιαρχών.
Δεν έχει νόημα πως κάψαμε το μέλλον.
Το κέρδος μένει και σωμάτων και ψυχών.

Κι όπως τις ροζ τις εποχές των χρυσανθέμων
πλανόδιοι θίασοι πουλούσαν μαγικά
έτσι κι εσύ μέσα στη δόξα των ανέμων
τα αινίγματά σου αθροίζεις με μηδενικά.

Από τη συλλογή Η πόρτα της Πηνελόπης (2004) του Μάνου Ελευθερίου

Μάνος Ελευθερίου, Θάνατος στην επαρχία

Θάνατος στην επαρχία
[Ανάμνηση Κ. Γ. Καρυωτάκη]

Τα νιάτα τους σημαία διπλωμένη.
Φαρμάκι πίνουν όρθιοι να σταθούν.
Τις Ώρες που γυρνούν οι πεθαμένοι
μονάχα αυτοί με λύπη τούς πενθούν.

Ανώνυμα συχνά τα γράμματά τους.
Κατασπαράζουν σχέσεις και δεσμούς.
Λιωμένο ρούχο γίνεται η καρδιά τους.
Μεθούν κι έχουν συχνά παροξυσμούς.

Στα μαγαζιά τους στέκουν στοιχειωμένοι.
Στον θλιβερό υπάλληλο ξεσπούν.
Σε μια κηδεία όλοι παγωμένοι
τους φίλους σαν εχθρούς ακολουθούν.

Με τις γυναίκες ζουν δυστυχισμένα
– έχουν πολέμους, λες, με Αγαρηνούς.
Κι όλα κρυφά, σιγά και αρρωστημένα
μην ακουστούν ποτέ στους διπλανούς.

Γερνούν, παραφυλούν, κατασκοπεύουν.
Κλειστές οι πόρτες. Ξέρουν και τι τρως.
Με κόλπο δυο φτερά κρυφά σου κλέβουν.
Το μίσος γιατρικό τους και γιατρός.

Στα καφενεία μόνοι τους συχνάζουν.
Πίνουν καφέ. Κοιτούν ποιος τους κοιτά.
Γελούν μ’ ό,τι συμβεί και σχολιάζουν.
Χιονίζει απόψε φως του θανατά.

Κορίτσια λυρικά τα όνειρά τους –
θα γίνουν σκύλες αν τους αρνηθούν.
Ξαναμετρούν με τρόμο τα έξοδά τους.
Αγρίεψε η ζωή. Θα τρελαθούν.

Γυναίκες που είχαν μοίρα για να γίνουν
ποτάμια, δέντρα κι άστρα με φιλιά
το σώμα τους μονάχες πια το γδύνουν
και στον καθρέφτη ακούν την πιστολιά.

Στο τέλος ζουν μες στα γηροκομεία
κι ο αγέρας έξω αφρίζει και λυσσά.
Τις σάρκες της θα τρώει η επαρχία
ντυμένη τέτοιες ώρες στα χρυσά.

Από τη συλλογή Η πόρτα της Πηνελόπης (2004) του Μάνου Ελευθερίου

Μάνος Ελευθερίου, Σχέδιο σε μάθημα ιχνογραφίας μαθητή δημοτικού σχολείου

Σχέδιο σε μάθημα ιχνογραφίας μαθητή δημοτικού σχολείου
[Ερμούπολη 1948]

Στο τραπεζάκι άπλωσε χρυσά χαρτιά μπροστά του
και με τα μπλε του Αρχάγγελου νησιά ιχνογραφεί.
Τραυλίζει μάχες και στρατούς μες στα μαθήματά του
που αγχόνη θα του γίνουνε και στην καρδιά καρφί.

Στους δίσκους σαν φυματικά πολλά τραγούδια βήχουν
και στις πλατείες άγνωστοι πλανόδιοι παλαιστές.
Στον θόλο τον αόρατο τ’ ασύλληπτα του δείχνουν
και ξεδιψάνε πίνοντας τα ροζ και τις φωτιές.

Λίγο μετά τον πόλεμο στην άρρωστη επαρχία
διώχνεις εκείνο που ζητάς κι αυτό που σε ζητά.
Πρόσωπα δηλητήριο σε μια φωτογραφία
τ’ άχρηστα προπολεμικά θυμίζουν πια λεφτά.

Έξω απ’ τις μάντρες άκουγες τους μουσικούς θιάσους
να λένε της αγάπης τους τα ξόρκια του καημού.
Κι είδες να πίνουνε καφέ τους θλιβερούς κομπάρσους
μες στη βομβαρδισμένη σου την πόλη του χαμού.

Πνιγμένος στα διαμάντια σου και στη χρυσή πορφύρα
μες στα πορνεία θα συρθείς να ζεις ολονυχτίς.
Θα ’σουν καλύτερα νεκρός, στη λησμονιά της μοίρας
μιας ομοιοκατάληκτης γενιάς ο ποιητής.

Κι όπως δεν έλαμψαν ποτέ οι θρόνοι των Καισάρων
έτσι και τα μαχαίρια σου θα λάμψουν μια στιγμή.
Κακιά εποχή που θα τη βρουν στη στάχτη των τσιγάρων
αυτοί που κυνηγήθηκαν και ζουν χωρίς ζωή.

Από τη συλλογή Η πόρτα της Πηνελόπης (2004) του Μάνου Ελευθερίου

Μάνος Ελευθερίου, Το παρελθόν

Το παρελθόν

Σα να ’ταν αύριο που θα γίνονταν όλα.

Και το αναμμένο φως στο κομοδίνο
να ξορκίζει και να αναβάλλει τον θάνατο.

Κι έτσι σιγά σιγά που γέρνεις και γερνάς
στον θάνατο του ύπνου
μόλις εκείνες τις στιγμές καταλαβαίνεις
ότι γνωρίζεις όλες τις παλιές συνήθειες
αλλά ποτέ δε θα μπορέσεις να τις αποδείξεις.

Αχ πόσα μας επιφυλάσσει ακόμη
το παρελθόν.

Από τη συλλογή Η πόρτα της Πηνελόπης (2004) του Μάνου Ελευθερίου

Μάνος Ελευθερίου, Τα χρόνια της μεγάλης αυταπάτης

Τα χρόνια της μεγάλης αυταπάτης

Όταν έξω στους δρόμους λιγόστευε το φως
εκείνος άναβε χρυσάνθεμα σε κρύπτες μυστικές του μέλλοντός του.
Πολυελαίους για να τρομάξει τις σκιές.
Και ελληνικά μιλώντας
έβγαινε από τον μεσαίωνα του σώματός του.

Μια νύφη κατέβαινε τις σκάλες ακροπατώντας
–ξύλο παλιό και τρίζει σαν παράπονο–
ντυμένη τούλια και αραχνοΰφαντα και μουσικές
σαν κάτι αιώνιο διαρκώς αποχαιρετώντας.

Αχ νοσταλγία μέσα στα πένθη σαν ακροβάτης.
Που σέρνεις γυάλινες βιτρίνες με τις πομάδες
τα δηλητήρια και με τ’ αρώματα των φαρμακείων

αφού όλα δείχνουν πως δε θα νικήσουμε τον Άγγελό μας
δείξε τουλάχιστον το έλεός σου σ’ αυτά τα χρόνια της μεγάλης αυταπάτης
ν’ αξιωθούμε να μιλάμε κι εμείς ελληνικά
ανασύροντας λέξεις και αισθήματα
κι απ’ τα σκουπίδια.

Από τη συλλογή Η πόρτα της Πηνελόπης (2004) του Μάνου Ελευθερίου

Μάνος Ελευθερίου, Ηδύοσμος ο ευώδης

Ηδύοσμος ο ευώδης

Σ’ ένα παλιό βιβλίο διηγημάτων
εκεί εδιάβασε πρώτη φορά τη λέξη ηδύοσμος.

Η λέξη τού ήταν άγνωστη αλλά αμέσως
την εννόησε πως ήταν ο κοινός ο δυόσμος
γιατί συγχρόνως επλημμύρισε η κάμαρα
με την ουράνια ευωδιά
που πέρασε στα ρούχα του
και στα σκεπάσματά του.

Κι ύστερα λίγο λίγο ως τις μικρές τις κόψες του σπιτιού.
Σε συρτάρια σε ντουλάπια και σε βάζα της κουζίνας.
Ως και μες στους τοίχους μες στα παλιά ραγίσματα.

Κι όπως τα χρόνια καίγονταν στον ουρανό σαν τους φλεγόμενους χαρταετούς
δεν είναι λίγες οι φορές που κι οι περαστικοί
ερωτευμένοι στον δρόμο στέκονταν εκστατικοί
για ν’ ανασάνουν το εξαίσιο άρωμα του ευλογημένου χόρτου.

Από τη συλλογή Η πόρτα της Πηνελόπης (2004) του Μάνου Ελευθερίου

Μάνος Ελευθερίου, Υπέρ αναπαύσεως

Υπέρ αναπαύσεως

Μνήμη Μαρουσώς Κοτσολάκη

Ακουστά την είχα τη νοσταλγία
νομίζοντάς την άγρια τριανταφυλλιά
στο τοιχαλάκι της νεότητάς μου.

Μαθήτρια του Τέλλου Άγρα σ’ ένα σχολείο
λησμονιάς

με τους κινδύνους και τους τρόμους
των ζώων του δάσους.

Ακουστά την είχα τη νοσταλγία.
Ώσπου γύρισες από τον Άδη φαρμακωμένη.

Για την ώρα ο θάνατος έχει συμβεί
μόνο στους άλλους.

Από τη συλλογή Η πόρτα της Πηνελόπης (2004) του Μάνου Ελευθερίου

Μάνος Ελευθερίου, Λίγο πριν βγούνε στη σκηνή

Λίγο πριν βγούνε στη σκηνή

Στον Μάριο Μαρκίδη

Παραμιλάει ο ποιητής και μες στον δρόμο.
Τα ίδια λόγια πάντα λέγοντας
με παύσεις μετρημένες και με βαθιές αναπνοές.

Ακροπατώντας στην αόρατη ζωή του
λίγο πριν βγούνε στη σκηνή και θριαμβεύσουν

ντυμένοι με μπροκάρ, βελούδα και μεταξωτά
στη μέσα τσέπη σφίγγοντας το ψεύτικο μαχαίρι
το δήθεν δηλητήριο μες στο μυροδοχείο

που κάνουν πρόβες με έπαρση στην ίδια πάντα άρια
στα παρασκήνια και τις κρύπτες των θεάτρων
και οι εργάτες της σκηνής τούς βλέπουν με έκσταση.

Μα μερικοί υποψιασμένοι που γέρασαν στην ίδια θέση
γνωρίζοντας καλύτερα τα πιο σπουδαία
μυστικά της τέχνης και της μουσικής
χαμογελούν καμιά φορά κουνώντας
το κεφάλι τους
κάποτε με θαυμασμό κι αυτοί μα πιο συχνά με λύπη.

Από τη συλλογή Η πόρτα της Πηνελόπης (2004) του Μάνου Ελευθερίου

Μάνος Ελευθερίου, Από σπίτια που δεν κατοίκησες

Από σπίτια που δεν κατοίκησες

Όταν φυσάει το κεράκι της ατιμίας
εσύ ξαναγυρνάς στις ασημένιες εποχές
(τότε που παίζαν τα πουλιά με τις οχιές).

Βάφεις ξανά με ροζ τα σπίτια και μεταποιείς το μαύρο
και με το μπλε χαράζεις τα αρχικά των χρυσανθέμων.

Παίρνεις τηλέφωνο τους πεθαμένους φίλους σου
κι αρχίζεις τα παράπονα. – Σε ξέχασαν και σ’ εγκατέλειψαν.
Τι βρίσκουν τέλος πάντων εκεί Κάτω.

Το απόγευμα πηγαίνεις στους ουράνιους γιατρούς
σε κοιτούν με λύπη και συγκατάβαση
σου δίνουν συνταγές για ξεχασμένες αρρώστιες
σιρόπια για τη νοσταλγία, χαπάκια για τα αισθήματα
φάρμακα για συναντήσεις και αναμνήσεις
για τις πατρίδες που έγιναν κομπάρσοι
τις αμαρτίες, τις αϋπνίες και τα ποιήματα
κι η σιδερόφρακτη φαρμακοποιός
σου λέει γελώντας πως τέτοια φάρμακα κυκλοφορούσαν τον προηγούμενο αιώνα.

Και από τον γέρο κηπουρό που ζει στην Αυστραλία
αγοράζεις μια τριανταφυλλιά να τη χαρίσεις στην Όλγα.
Και για τη Στέλλα Γεωργιλά γράφεις ποιήματα στο λεύκωμά της.
Τι εστί αγάπη και τι εστί έρως και τι εστί ζωή.

Κι ο παλιός σου ταχυδρόμος, Βάιος Βαΐου, που έπασχε από μελαγχολία
πεσών ηρωικώς στις εκστρατείες του έρωτα

σου φέρνει ακόμη λογαριασμούς τηλεφώνου και ρεύματος
από σπίτια που ποτέ δεν κατοίκησες ή από κάποια που κατοίκησες
και τώρα ανήκουν σε άλλους.

Από τη συλλογή Η πόρτα της Πηνελόπης (2004) του Μάνου Ελευθερίου

Μάνος Ελευθερίου, Ο κυνηγός

Ο κυνηγός

Μνήμη Γιώργου Σ. Μπλετζάκη
Μαρίας Κουλάκου

Κάποτε βγήκα σ’ ένα τοπίο χιονισμένο –
μια ελαιογραφία.
Δράκοι μοχθηροί των ουρανών της επαρχίας
και καλπάζοντας Άγγελοι μέσα στο χιόνι.
Τα μάτια των ζώων πριν από τον πυροβολισμό
του κυνηγού.

Το κάδρο έγειρε λίγο
και χύθηκε το χιόνι στο πάτωμα.
Μαζί και το φαρμάκι που είχε πιει ο κυνηγός
για λόγους ηθικούς για μια αδικία.
Για μια ατιμία των δικών του.

Αργότερα μου μίλησαν για τρομερούς σπασμούς.
Για το μαχαίρωμα της κοιλιάς του
μήπως και βγει το δηλητήριο.
Και πώς να βγει το δηλητήριο.
Απελπισία που ξεπέρασε τα ανθρώπινα.

Έμεινε μόνο η νυφική φωτογραφία
πάνω στο σκρίνιο.

Από τη συλλογή Η πόρτα της Πηνελόπης (2004) του Μάνου Ελευθερίου

Μάνος Ελευθερίου, Μες στα βιβλία της αγάπης

Μες στα βιβλία της αγάπης

Χιόνι κρατούσα κι έλιωνε σαν τις ελπίδες των ανθρώπων.
Ζούσα τότε θυμάμαι σ’ άλλες εποχές.

Φύλαξες τα χρυσά φιλιά μες στ’ αργυρά κουτάκια.
Φύλλα ξερά της δάφνης και φύλλα Παραδείσου.
Μες στα βιβλία της αγάπης και μέσα στα λευκώματα
κι αυτό που δεν μπορεί να υποσχεθεί.

Είναι λοιπόν καημοί που τους περνάμε μόνοι μας.
Κι είναι καημοί που μοιραζόμαστε πολλοί.
Κι ο πόνος ο ελληνικός δεν έχει τέλος.

Από τη συλλογή Η πόρτα της Πηνελόπης (2004) του Μάνου Ελευθερίου