Κάρολος Τσίζεκ, Χηρεία

Χηρεία

Χήρεψα και η γειτόνισσα νομίζει
ότι άγρια πείνα τώρα με θερίζει
γι’ αυτό και κάθε τόσο με φιλεύει
κι είναι αλήθεια ότι εξαίσια μαγειρεύει.

Πότε θα βρω αφορμή να της ανοίξω
την καρδιά μου και πώς να ομολογήσω
ότι έχω πάντα κάτι να τσιμπήσω,
αλλά σχεδόν ποτέ κάτι να γλείψω.

Από τη συλλογή Στίχοι έρωτα και αγάπης (2005) του Κάρολου Τσίζεκ

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Κάρολος Τσίζεκ

Advertisements

Χλόη Κουτσουμπέλη, Προς εαυτόν

Θάνος Μικρούτσικος & Οδυσσέας Ιωάννου, Θέλω τη μέρα που θα φύγεις
(τραγούδι: Χρήστος Θηβαίος / δίσκος: Ο Άμλετ της σελήνης (2002))

Προς εαυτόν

Προπάντων να φοράτε κόκκινο κραγιόν.
Ιδίως την ώρα της εγκατάλειψης.
Χρειαζόμαστε ένα στόμα
για να καταβροχθίσει τις λεπτομέρειες.
Τώρα που πια δεν λέει σ’ αγαπώ.

Από τη συλλογή Κλινικά απών (2014) της Χλόης Κουτσουμπέλη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Χλόη Κουτσουμπέλη

Μαρία Κουγιουμτζή, Άθωνες

Μίκης Θεοδωράκης & Ιάκωβος Καμπανέλλης, Ο εχθρός λαός
(τραγούδι: Βασίλης Παπακωνσταντίνου / έργο: Ο εχθρός λαός (1975))

Άθωνες

Εσύ να μην κοιτάς τους Άθωνες
που τρώνε ζωντανά τα ψάρια
Αυτοί σ’ εχθρούς και φίλους
με το ίδιο μένος φέρονται
τους κόβουν χέρια και πόδια
άμα τους προδώσουν

Εσύ που μες στο μέλι ψάρευες τα μύδια
και με τις φτερωτές γοργόνες
ξενυχτούσες κάθε βράδυ
Πρέπει να είσαι μαλακός
με τους εχθρούς σου.

Το συγκεκριμένο ποίημα της Μαρίας Κουγιουμτζή δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Πάροδος (τεύχος 14, Ιούνιος 2007).

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Μαρία Κουγιουμτζή

Ευτέρπη Κωσταρέλη, Το νόημα

Το νόημα

Σε μπόρες μνήμη δεν απέκτησες
και από ομπρέλες
άγνοια είχες.
Τα μουσκεμένα πόδια
μένουν να σου θυμίζουν
πως δεν έχεις απάντηση:
Τι νόημα έχει η βροχή;

Από τη συλλογή Βερντάντι (2013) της Ευτέρπης Κωσταρέλη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Ευτέρπη Κωσταρέλη

Αλέξης Τραϊανός, Μια βραδιά με τη Σύλβια Πλαθ

Μια βραδιά με τη Σύλβια Πλαθ

[Ενότητα Album]

Ανεβοκατεβαίνει αυτό το ήρεμο γκρίζο
Τσιγάρα και συνήθειες του χειμώνα
Προφέροντας το όνομά σου κοιτάζοντας τη φωτογραφία σου
Με το γέλιο σου να κουνιέται πίσω απ’ το οινόπνευμα της λάμπας
Μερικά χρόνια προτού πεθάνεις απ’ το ίδιο σου χέρι

Απ’ τα φύλλα μου λείπει το χαρτί που μου κλέψανε
Πρέπει να σε κουβαλήσω από κει που ήσουν
Μ’ ένα γυμνό λαμπτήρα μέσα στο κάθε μάτι
Το άσχημο φως της κατοχής σου

Τώρα ξέρω αυτό το φως πίσω από κάθε άγαλμα
Μα ποιος του κόλλησε αυτά τ’ άσπρα μαλλιά
Άφησε με να επισκευάσω τις λέξεις μου εσένα το βλέμμα μου
Είδα ήτανε μια προσωπίδα τρομερή μέσα στη ζωή
Καθένας μας μ’ ένα κουτί και το κεφάλι του μέσα

Όχι δεν θα έρθει κανείς
Μη γελάς κι ας ήμαστε εδώ σ’ αυτό τον κλειστό σταθμό
Δίπλα στη θάλασσα κάτι θέλοντας να πω
Όπως θα ήθελα να το πω και δεν είναι
Και παρασέρνει σα σκοινί το πρόσωπό μου
Μπροστά στο λάκκο με το αλάτι και το ξίδι

Άφησέ με να μη σου μιλώ λοιπόν
Ήμαστε το ζευγάρι που δεν έχει πού να πάει πια
Το τρένο έφυγε όπως στο σινεμά
Μπορείς να κρυφτείς στην τουαλέτα όλο το βράδυ
Για να το δεις να φεύγει πάλι
Έγινε ο κόσμος για να βλεπόμαστε μισοί μες στο χαμό
Σαν ένα μισοφώτιστο πορνό
Μυαλό π’ αχνίζει ποίηση κι αλκοόλ
Τα μάτια μου τα εμποδίζουνε οι προβολείς
Μιας χώρας που λιώνει στο στριπ τιζ
Ανεβοκατεβαίνω αυτό το ήρεμο γκρίζο
Συχωρέθηκα σε μια λέξη
Προφέροντας τ’ όνομά σου κοιτάζοντας τη φωτογραφία σου
Μερικά χρόνια προτού πεθάνεις απ’ το ίδιο σου χέρι

Το γκάζι μιλά καλύτερα απ’ τη σιωπή ή τους ανθρώπους
Μυρίζει όταν κανένας δεν έρχεται να μυρίσεις
Τ’ ανοίγεις εσύ ή οι άλλοι για σένα ή για τους άλλους
Ένα ουδέτερο ρύγχος ίσως απ’ το ταβάνι

Ρύγχη λουλουδιών γκάζι λουλουδιών
Πολιορκούσαν το αίμα σου άφαντο
Μελανιασμένο σ’ ένα χαρτί της νύχτας
Ή στις 4 το πρωί ανάθεμα της ποίησης
Της σφιγμένης γροθιάς πάνω στο άπλετο μαύρο
Εκεί που σκόνταφταν τα μάτια σου προορισμός υακίνθων
Κάνοντάς το πάλι
Νόημα των λέξεων νόημα ματιών απονενοημένων
Χείλια τού ποτέ πια
Στις 4 το πρωί με τις άσπρες κλεψύδρες του γαλατά
Η αιώνια ώρα στο φιλντισένιο κορμί σου
Στο υγιεινό δωμάτιο με το κλάμα και τους καπνούς
Τους ήχους της σήψης ναυαγισμένους γύρω απ’ το αμπαζούρ
Και το ποίημα ανάποδο
Να πηγαινοέρχεται απ’ την κρεβατοκάμαρα στην κουζίνα
Ανασταινόσουν και πέθαινες Λαίδη Λαζάρου

28.2.74

Από τη συλλογή Η κλεψύδρα με τις στάχτες (1975) του Αλέξη Τραϊανού

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Αλέξης Τραϊανός