Κυριάκος Χαραλαμπίδης, Παιδί με μια φωτογραφία

Το ποίημα μελοποιημένο από τον Μάριο Τόκα (τραγούδι: Δημήτρης Μητροπάνος,
ανάγνωση ποιήματος: Κυριάκος Χαραλαμπίδης / δίσκος: Αμμόχωστος βασιλεύουσα (2001))

Παιδί με μια φωτογραφία

Παιδί με μια φωτογραφία στο χέρι
με μια φωτογραφία στα μάτια του βαθιά
και κρατημένη ανάποδα με κοίταζε.

Ο κόσμος γύρω του πολύς∙ κι αυτό
είχε στα μάτια του μικρή φωτογραφία,
στους ώμους του μεγάλη και αντίστροφα–
στα μάτια του μεγάλη, στους ώμους πιο μικρή,
στο χέρι του ακόμα πιο μικρή.

Ήταν ανάμεσα σε κόσμο με συνθήματα
και την κρατούσε ανάποδα∙ μου κακοφάνη.

Κοντά του πάω περνώντας πινακίδες
αγαπημένων είτε αψίδες και φωνές
που ’χαν παγώσει και δε σάλευε καμιά.

Έμοιαζε του πατέρα του η φωτογραφία.
Του τηνε γύρισα ίσια κι είδα πάλι
τον αγνοούμενο με το κεφάλι κάτω.

Όπως ο ρήγας, ο βαλές κι η ντάμα
ανάποδα ιδωμένοι βρίσκονται ίσια,
έτσι κι αυτός ο άντρας ιδωμένος ίσια
γυρίζει ανάποδα και σε κοιτάζει.

Μάης 1979

Από τη συλλογή Θόλος (1989) του Κυριάκου Χαραλαμπίδη

Πηγή: ανθολογία Η δεύτερη μεταπολεμική ποιητική γενιά (1950-1970) του Ανέστη Ευαγγέλου (εκδ. Παρατηρητής, 1994)

Κυριάκος Χαραλαμπίδης, Το τελευταίο λεωφορείο

Σταύρος Ξαρχάκος & Ιάκωβος Καμπανέλλης, Προσκύνημα
(τραγούδι: Νίκος Δημητράτος & Τζένη Καρέζη / δίσκος: Το μεγάλο μας τσίρκο (1974))

Το τελευταίο λεωφορείο

Πώς να χωρέσει ένα λεωφορείο
τα πιο μεγάλα ονόματα της οικουμένης,
το Γιώργο, τον Αντρέα, το Γιάννη, τον Κωστή,
ποιον να πρωτοδιαλέξεις, δάκρυ που ν’ αγγίζει
το λίγο φως στα μάτια του Θεού;

Και όταν έφτασε το τελευταίο λεωφορείο
κι οι πολυόμματοι γονιοί κοιτούσαν
ν’ αναστηθούν μαζί με τα παιδιά τους,
άκουγες κλάμα κι οδυρμό, που ξεκινώντας
από τον πρώτο κύκλο καταλήγει
σε σπιτικήν αυλή∙ εκεί τα ζώα
το θρήνο συνεχίζαν με μουγκανητά
χτυπώντας τις οπλές τους απελπιστικά.

Το τελευταίο λεωφορείο∙ και να που μπαίνει
στο χώρο κουβαλώντας σώματα πολλά.
Κατάμεστο σημαίες∙ με την πτυχή τους
αγγίζουν τις μεσίστιες φωτογραφίες.

Μην είδατε το γιο μου; Σας θυμίζει κάτι;
Αυτή ’ναι η κόρη του τριώ χρονώ και την κρατεί.
Ευρούλα τ’ όνομά της; Δεν τον είδατε;

Το τελευταίο λεωφορείο∙ και τι δεν έχει!
Κουτιά που όταν τ’ ανοίξεις τα πετάς
σ’ εκείνους που είναι χωρίς δέμα –παίρνουν το χαρτί
σαν επενδύτη της ψυχής, κι αφού καρφώσουν
μια λίμνη αίματος στον τόπο που πεζέψαν,
μαδάνε τα ξαφτέρουγά της όλα.

Αύγουστος 1983

Από τη συλλογή Θόλος (1989) του Κυριάκου Χαραλαμπίδη

Πηγή: ανθολογία Η δεύτερη μεταπολεμική ποιητική γενιά (1950-1970) του Ανέστη Ευαγγέλου (εκδ. Παρατηρητής, 1994)

Κυριάκος Χαραλαμπίδης, Άρδανα

Μάριος Τόκας & Νεσέ Γιασίν, Η δική μου πατρίδα
(τραγούδι: Γιώργος Νταλάρας / δίσκος: Φωνή πατρίδας (1998))

Άρδανα

Και τη μισήν αυλή του από ’να μέρος
που δε φαινότανε άλλοτε μια πέτρα της
θωρούσε με τα μάτια του τυφλά.

Το θάμα ήτανε στ’ όνειρο, αλλά μισό κι αυτό.
Γιατί όπως ήταν κάτω από κληματαριά
καλού γειτόνου κι έβλεπε προς την αυλή
τ’ αγαπητού σπιτιού του, πώς να προχωρήσει
που ’χανε στήσει γλέντι και χορό
στην απλωσιά της κάτι ξένοι.

Και τον κοιτούσανε όλοι, το πηγούνι τους
σηκώνανε κατά τον ουρανό
και σημαδεύανε συνέχεια όχι.

Μιαν άλλη φορά πάλι τα κατάφερε
και μπήκε από σκισμή τ’ ονείρου του στο σπίτι.
Βγαίνοντας στην αυλή του απ’ την καμάρα
τη βρήκε την Τουρκάλα που έβγαζε νερό.

Ούτε που σκέφτηκε να τη ρωτήσει το γιατί.
Μονάχα πήρε τη γνωστή του μαντιλιά
την ουρανιά και σκούπισε το πρόσωπό του.
Εκείνη γύρισε αθόρυβα, χωρίς μιλιά
και κάνει κάπως έτσι (κίνηση χεριών)
σάμπως να του ‘λεγε «δε φταίμ’ εμείς,
και δηλαδή τα βρήκαμε, δεν τα πειράξαμε.
Τι να σου κάνω; Αν θέλεις κόπιασε να φάμε».

Αυτά σημαίνουνε, Κυριάκο, είπε στον ποιητή
ο άνθρωπος που μπήκε στην αυλή του
πως δε θα πάμε πίσω στο χωριό μας.
Ναι, είναι τραγικό, μα κάλλιο να το ξέρουμε
παρά να ζούμε στο σκοτάδι αλλιώτικης ελπίδας.
Ζύγωσα στ’ όνειρό μου κάμποσες φορές
το σπίτι μου και στ’ όνειρό μου βρήκα
τον τρόπο να διασπάσω τη γραμμή –πήγα πετώντας
ίσαμ’ εκεί, το είδα ως δε θα το ’βλεπα
σ’ ειρηνικούς καιρούς και μετρημένους.

Αλλά συνέχισε πως κάποιοι τον μποδίζαν
να μπει, τον αποτρέπανε: «Σαν έφτανα ως εκεί
να προχωρήσω εκείνοι δε μ’ αφήνανε.
Κι ούτε να φύγω πάλι το μπορούσα.
Έξοδος δεν υπήρχε στ’ όνειρό μου
κι άλλο δεν είχα παρά να ξυπνήσω».

Ο ποιητής τον άκουσε με προσοχή
και χαμογέλασε με λόγια μετρημένα.
Αν την Αμμόχωστο, είπε, την αφήκαμε
μέσ’ απ’ τα χέρια μας να ξεγλιστρήσει,
μια μέρα θα την πάρουμε στα σίγουρα
με όρους ταπεινωτικούς∙ αυτό είναι αλήθεια.
Να ξέρεις τούτο μοναχά: Ή τη βλέπεις
και να την πάρεις δεν μπορείς στα ίσια
ή δεν τη βλέπεις κι έχεις την ψευδαίσθηση
πως τηνε βλέπεις, επειδή έτσι φαίνεται.
Αυτό είναι το χειρότερο. Κοίτα, σα να ’ναι
οι φύλακες εκεί και σ’ εμποδίζουν
να μπεις μες στα λαγούμια της ανάμνησης,
απαγορεύουνε θαρρείς τη δίοδο
ακόμα και στο πέταγμα του νου.
Ωστόσο το φτωχό σου το χωριό Άρδανα,
πλαγιά Πενταδακτύλου, ας το ζαλίσουμε,
κυρ-Τόμπυ, στο κρασί της Ιλλυρίας.
Ας πιούμε στην υγειά του, όσο κρατεί
στους ώμους του την Οικουμένη ο Άτλαντας.
Γιατί ο καιρός περνά κι η φύση χάνεται.
Η θάλασσα που τώρα λιώνει στο μετάξι
σαν αύριο θα γενεί θεριό, φυλάξου.
Τότε μπορεί κι εγώ να τρελαθώ
και συ να μπεις στο σπίτι το δικό σου.

Ιούνιος 1981

Από τη συλλογή Αμμόχωστος Βασιλεύουσα (1982) του Κυριάκου Χαραλαμπίδη

Πηγή: ανθολογία Η δεύτερη μεταπολεμική ποιητική γενιά (1950-1970) του Ανέστη Ευαγγέλου (εκδ. Παρατηρητής, 1994)