Γιώργος Σεφέρης, Ένας γέροντας στην ακροποταμιά

Ένας γέροντας στην ακροποταμιά

Στον Νάνη Παναγιωτόπουλο

Κι όμως πρέπει να λογαριάσουμε πώς προχωρούμε.
Να αισθάνεσαι δε φτάνει μήτε να σκέπτεσαι μήτε να κινείσαι
μήτε να κινδυνεύει το σώμα σου στην παλιά πολεμίστρα,
όταν το λάδι ζεματιστό και το λιωμένο μολύβι αυλακώνουνε τα τειχιά.

Κι όμως πρέπει να λογαριάσουμε κατά πού προχωρούμε,
όχι καθώς ο πόνος μας το θέλει και τα πεινασμένα παιδιά μας
και το χάσμα τής πρόσκλησης των συντρόφων από τον αντίπερα γιαλό∙
μήτε καθώς το ψιθυρίζει το μελανιασμένο φως στο πρόχειρο νοσοκομείο,
το φαρμακευτικό λαμπύρισμα στο προσκέφαλο του παλικαριού που χειρουργήθηκε το μεσημέρι∙
αλλά με κάποιον άλλο τρόπο, μπορεί να θέλω να πω καθώς
το μακρύ ποτάμι που βγαίνει από τις μεγάλες λίμνες τις κλειστές βαθιά στην Αφρική
και ήτανε κάποτε θεός κι έπειτα γένηκε δρόμος και δωρητής και δικαστής και δέλτα∙
που δεν είναι ποτές του το ίδιο, κατά που δίδασκαν οι παλαιοί γραμματισμένοι,
κι ωστόσο μένει πάντα το ίδιο σώμα, το ίδιο στρώμα, και το ίδιο Σημείο,
ο ίδιος προσανατολισμός.

Δε θέλω τίποτε άλλο παρά να μιλήσω απλά, να μου δοθεί ετούτη η χάρη.
Γιατί και το τραγούδι το φορτώσαμε με τόσες μουσικές που σιγά-σιγά βουλιάζει
και την τέχνη μας τη στολίσαμε τόσο πολύ που φαγώθηκε από τα μαλάματα το πρόσωπό της
κι είναι καιρός να πούμε τα λιγοστά μας λόγια γιατί η ψυχή μας αύριο κάνει πανιά.

Αν είναι ανθρώπινος ο πόνος δεν είμαστε άνθρωποι μόνο για να πονούμε
γι’ αυτό συλλογίζομαι τόσο πολύ, τούτες τις μέρες, το μεγάλο ποτάμι
αυτό το νόημα που προχωρεί ανάμεσα σε βότανα και σε χόρτα
και ζωντανά που βόσκουν και ξεδιψούν κι ανθρώπους που σπέρνουν και που θερίζουν
και σε μεγάλους τάφους ακόμη και μικρές κατοικίες των νεκρών.
Αυτό το ρέμα που τραβάει το δρόμο του και που δεν είναι τόσο διαφορετικό από το αίμα των ανθρώπων
κι από τα μάτια των ανθρώπων όταν κοιτάζουν ίσια-πέρα χωρίς το φόβο μες στην καρδιά τους,
χωρίς την καθημερινή τρεμούλα για μικροπράματα ή έστω και για τα μεγάλα∙
όταν κοιτάζουν ίσια-πέρα καθώς ο στρατοκόπος που συνήθισε ν’ αναμετρά το δρόμο του με τ’ άστρα,
όχι όπως εμείς, την άλλη μέρα, κοιτάζοντας το κλειστό περιβόλι στο κοιμισμένο αράπικο σπίτι,
πίσω από τα καφασωτά, το δροσερό περιβολάκι ν’ αλλάζει σχήμα, να μεγαλώνει και να μικραίνει∙
αλλάζοντας καθώς κοιτάζαμε, κι εμείς, το σχήμα τού πόθου μας και της καρδιάς μας,
στη στάλα τού μεσημεριού, εμείς το υπομονετικό ζυμάρι ενός κόσμου που μας διώχνει και που μας πλάθει,
πιασμένοι στα πλουμισμένα δίχτυα μιας ζωής που ήτανε σωστή κι έγινε σκόνη και βούλιαξε μέσα στην άμμο
αφήνοντας πίσω της μονάχα εκείνο το απροσδιόριστο λίκνισμα που μας ζάλισε μιας αψηλής φοινικιάς.

Κάιρο, 20 Ιουνίου ’42

Από τη συλλογή Ημερολόγιο καταστρώματος, Β’ (1944) του Γιώργου Σεφέρη

Advertisements

Γιώργος Σεφέρης: Μυθιστόρημα (Η’)

Μυθιστόρημα

Η’

Μα τι γυρεύουν οι ψυχές μας ταξιδεύοντας
πάνω σε καταστρώματα κατελυμένων καραβιών
στριμωγμένες με γυναίκες κίτρινες και μωρά που κλαίνε
χωρίς να μπορούν να ξεχαστούν ούτε με τα χελιδονόψαρα
ούτε με τ’ άστρα που δηλώνουν στην άκρη τα κατάρτια.
Τριμμένες από τους δίσκους των φωνογράφων
δεμένες άθελα μ’ ανύπαρχτα προσκυνήματα
μουρμουρίζοντας σπασμένες σκέψεις από ξένες γλώσσες.

Μα τι γυρεύουν οι ψυχές μας ταξιδεύοντας
πάνω στα σαπισμένα θαλάσσια ξύλα
από λιμάνι σε λιμάνι;

Μετακινώντας τσακισμένες πέτρες, ανασαίνοντας
τη δροσιά του πεύκου πιο δύσκολα κάθε μέρα,
κολυμπώντας στα νερά τούτης της θάλασσας
κι εκείνης της θάλασσας,
χωρίς αφή
χωρίς ανθρώπους
μέσα με μια πατρίδα που δεν είναι πια δική μας
ούτε δική σας.

Το ξέραμε πως ήταν ωραία τα νησιά

κάπου εδώ τριγύρω που ψηλαφούμε
λίγο πιο χαμηλά ή λίγο πιο ψηλά
ένα ελάχιστο διάστημα.

Από τη συλλογή Μυθιστόρημα (1935) του Γιώργου Σεφέρη

Γιώργος Σεφέρης: Ερωτικός λόγος (Γ’)

Ερωτικός λόγος

[Ενότητα Ερωτικός λόγος]

Γ’

Ω σκοτεινό ανατρίχιασμα στη ρίζα και στα φύλλα!
Πρόβαλε ανάστημα άγρυπνο στο πλήθος της σιωπής
σήκωσε το κεφάλι από τα χέρια τα καμπύλα
το θέλημά σου να γενεί και να μου ξαναπείς

τα λόγια που άγγιζαν και σμίγαν το αίμα σαν αγκάλη∙
κι ας γείρει ο πόθος σου βαθύς σαν ίσκιος καρυδιάς
και να μας πλημμυράει με των μαλλιών σου τη σπατάλη
από το χνούδι του φιλιού στα φύλλα της καρδιάς.

Χαμήλωναν τα μάτια σου κι είχες το χαμογέλιο
που ανιστορούσαν ταπεινά ζωγράφοι αλλοτινοί.
Λησμονημένο ανάγνωσμα σ’ ένα παλιό ευαγγέλιο
το μίλημά σου ανάσαινε κι η ανάλαφρη φωνή:

«Είναι το πέρασμα του χρόνου σιγαλό κι απόκοσμο
κι ο πόνος απαλά μες στην ψυχή μου λάμνει
χαράζει η αυγή τον ουρανό, τ’ όνειρο μένει απόντιστο
κι είναι σα να διαβαίνουν μυρωμένοι θάμνοι.

»Με του ματιού τ’ αλάφιασμα, με του κορμιού το ρόδισμα
ξυπνούν και κατεβαίνουν σμάρι περιστέρια
με περιπλέκει χαμηλό το κυκλωτό φτερούγισμα
ανθρώπινο άγγιγμα στον κόρφο μου τ’ αστέρια.

»Την ακοή μου ως να ’σμιξε κοχύλι βουίζει ο αντίδικος
μακρινός κι αξεδιάλυτος του κόσμου ο θρήνος
μα είναι στιγμές και σβήνουνται και βασιλεύει δίκλωνος
ο λογισμός του πόθου μου, μόνος εκείνος.

»Λες κι είχα αναστηθεί γυμνή σε μια παρμένη θύμηση
σαν ήρθες γνώριμος και ξένος, ακριβέ μου
να μου χαρίσεις γέρνοντας την απέραντη λύτρωση
που γύρευα από τα γοργά σείστρα του ανέμου…»

Το ραγισμένο ηλιόγερμα λιγόστεψε κι εχάθη
κι έμοιαζε πλάνη να ζητάς τα δώρα τ’ ουρανού.
Χαμήλωναν τα μάτια σου. Του φεγγαριού τ’ αγκάθι
βλάστησε και φοβήθηκες τους ίσκιους του βουνού.

… Μες στον καθρέφτη η αγάπη μας, πώς πάει και λιγοστεύει
μέσα στον ύπνο τα όνειρα, σκολειό της λησμονιάς
μέσα στα βάθη του καιρού, πώς η καρδιά στενεύει
και χάνεται στο λίκνισμα μιας ξένης αγκαλιάς…

Από τη συλλογή Στροφή (1931) του Γιώργου Σεφέρη

Γιώργος Σεφέρης, Το ύφος μιας μέρας

Το ύφος μιας μέρας

[Ενότητα Κοχύλια, σύννεφα]

We plainly saw that not a soul lived in that fated vessel!
Edgar Allan Poe

Το ύφος μιας μέρας που ζήσαμε πριν δέκα χρόνια σε ξένο τόπο
ο αιθέρας μιας παμπάλαιης στιγμής που φτερούγισε κι εχάθη σαν άγγελος Κυρίου
η φωνή μιας γυναίκας λησμονημένης με τόση φρόνηση και με τόσο κόπο∙
ένα τέλος απαρηγόρητο, μαρμαρωμένο βασίλεμα κάποιου Σεπτεμβρίου.

Καινούργια σπίτια, σκονισμένες κλινικές εξανθηματικά παράθυρα φερετροποιεία…
Συλλογίστηκε κανένας τι υποφέρει ένας ευαίσθητος φαρμακοποιός που διανυκτερεύει;
Ακαταστασία στην κάμαρα: συρτάρια παράθυρα πόρτες ανοίγουν το στόμα τους σαν άγρια θηρία∙
ένας απαυδισμένος άνθρωπος ρίχνει τα χαρτιά ψάχνει αστρονομίζεται γυρεύει.

Στενοχωριέται: αν χτυπήσουν την πόρτα ποιος θ’ ανοίξει; Αν ανοίξει βιβλίο ποιον θα κοιτάξει; Αν ανοίξει την ψυχή του ποιος θα κοιτάξει; Αλυσίδα.
Πού ’ναι η αγάπη που κόβει τον καιρό μονοκόμματα στα δυο και τον αποσβολώνει;
Λόγια μονάχα και χειρονομίες. Μονότροπος μονόλογος μπροστά σ’ έναν καθρέφτη κάτω από μια ρυτίδα.
Σα μια στάλα μελάνι σε μαντίλι η πλήξη απλώνει.

Πέθαναν όλοι μέσα στο καράβι, μα το καράβι ακολουθάει το στοχασμό του που άρχισε σαν άνοιξε από το λιμάνι.
Πώς μεγαλώσαν τα νύχια του καπετάνιου… κι ο ναύκληρος αξούριστος που ’χε τρεις ερωμένες σε κάθε σκάλα…
Η θάλασσα φουσκώνει αργά, τ’ άρμενα καμαρώνουν κι η μέρα πάει να γλυκάνει.
Τρία δελφίνια μαυρολογούν γυαλίζοντας, χαμογελά η γοργόνα, κι ένας ναύτης γνέφει ξεχασμένος στη γάμπια καβάλα.

Από τη συγκεντρωτική έκδοση Γιώργος Σεφέρης, Ποιήματα (2007)

Γιώργος Σεφέρης, Fog

Γιώργος Σεφέρης & Δήμος Μούτσης, Πες της το μ’ ένα γιουκαλίλι
(τραγούδι: Μανώλης Μητσιάς / δίσκος: Δήμος Μούτσης | Τετραλογία (1975))

Fog

[Ενότητα Κοχύλια, σύννεφα]

Say it with a ukulele

«Πες της το μ’ ένα γιουκαλίλι…»
γκρινιάζει κάποιος φωνογράφος∙
πες μου τι να της πω, Χριστέ μου,
τώρα συνήθισα μονάχος.

Με φυσαρμόνικες που σφίγγουν
φτωχοί μη βρέξει και μη στάξει
όλο και κράζουν τους αγγέλους
κι είναι οι αγγέλοι τους μαράζι.

Κι οι αγγέλοι ανοίξαν τα φτερά τους
μα χάμω χνότισαν ομίχλες
δόξα σοι ο θεός, αλλιώς θα πιάναν
τις φτωχές μας ψυχές σαν τσίχλες.

Κι είναι η ζωή ψυχρή ψαρίσια
–Έτσι ζει; -Ναι! Τι θες να κάνω∙
τόσοι και τόσοι είναι οι πνιγμένοι
κάτω στης θάλασσας τον πάτο.

Τα δέντρα μοιάζουν με κοράλλια
που κάπου ξέχασαν το χρώμα
τα κάρα μοιάζουν με καράβια
που βούλιαξαν και μείναν μόνα…

«Πες της το μ’ ένα γιουκαλίλι…»
Λόγια για λόγια, κι άλλα λόγια;
Αγάπη, πού ’ναι η εκκλησιά σου
βαρέθηκα πια τα μετόχια.

Α! να ’ταν η ζωή μας ίσια
πώς θα την παίρναμε κατόπι
μ’ αλλιώς η μοίρα το βουλήθη
πρέπει να στρίψεις σε μια κόχη.

Και ποια είναι η κόχη; Ποιος την ξέρει;
Τα φώτα φέγγουνε τα φώτα
άχνα! δε μας μιλούν οι πάχνες
κι έχουμε την ψυχή στα δόντια.

Τάχα παρηγοριά θα βρούμε;
Η μέρα φόρεσε τη νύχτα
όλα είναι νύχτα, όλα είναι νύχτα
κάτι θα βρούμε ζήτα-ζήτα…

«Πες της το μ’ ένα γιουκαλίλι…»
Βλέπω τα κόκκινά της νύχια
μπρος στη φωτιά πώς θα γυαλίζουν
και τη θυμάμαι με το βήχα.

Λονδίνο, Χριστούγεννα 1924

Από τη συγκεντρωτική έκδοση Γιώργος Σεφέρης, Ποιήματα (2007)

Γιώργος Σεφέρης & Μίκης Θεοδωράκης, Κράτησα τη ζωή μου (με τον Γρηγόρη Μπιθικώτση)

Κράτησα τη ζωή μου

Ποίηση: Γιώργος Σεφέρης [απόσπασμα από το ποίημα «Επιφάνια, 1937» της ενότητας «Σχέδια για ένα καλοκαίρι» στη συλλογή Τετράδιο γυμνασμάτων (1940)]
Σύνθεση, ενορχήστρωση & διεύθυνση ορχήστρας: Μίκης Θεοδωράκης
Μπουζούκι: Κώστας Παπαδόπουλος & Λάκης Καρνέζης
Ερμηνεία: Γρηγόρης Μπιθικώτσης [Πρόκειται για την πρώτη εκτέλεση του τραγουδιού το 1962. Ανήκει στον κύκλο τραγουδιών «Επιφάνια» που κυκλοφόρησε σε δίσκο 45 στροφών extended play.]
Δίσκος: Γρηγόρης Μπιθικώτσης [50 χρόνια] / Ο Γρηγόρης Μπιθικώτσης τραγουδά Μίκη Θεοδωράκη Νο 1 [1960-1964] (2005)

Κράτησα τη ζωή μου κράτησα τη ζωή μου ταξιδεύοντας
ανάμεσα σε κίτρινα δέντρα κατά το πλάγιασμα της βροχής
σε σιωπηλές πλαγιές φορτωμένες με τα φύλλα της οξιάς,
καμιά φωτιά στην κορυφή τους· βραδιάζει. *

* Παραθέτω τους στίχους ακριβώς όπως τους έγραψε ο ποιητής Γιώργος Σεφέρης.

Γιώργος Σεφέρης & Μίκης Θεοδωράκης, Άρνηση (με τον Γρηγόρη Μπιθικώτση)

Άρνηση (Στο περιγιάλι το κρυφό)

Ποίηση: Γιώργος Σεφέρης [συλλογή «Στροφή» (1931)]
Σύνθεση, ενορχήστρωση & διεύθυνση ορχήστρας: Μίκης Θεοδωράκης
Μπουζούκι: Κώστας Παπαδόπουλος & Λάκης Καρνέζης
Ερμηνεία: Γρηγόρης Μπιθικώτσης [Πρόκειται για την πρώτη εκτέλεση του τραγουδιού το 1962. Ανήκει στον κύκλο τραγουδιών «Επιφάνια» που κυκλοφόρησε σε δίσκο 45 στροφών extended play.]
Δίσκος: Γρηγόρης Μπιθικώτσης [50 χρόνια] / Ο Γρηγόρης Μπιθικώτσης τραγουδά Μίκη Θεοδωράκη Νο 1 [1960-1964] (2005)

Στο περιγιάλι το κρυφό
κι άσπρο σαν περιστέρι
διψάσαμε το μεσημέρι·
μα το νερό γλυφό.

Πάνω στην άμμο την ξανθή
γράψαμε τ’ όνομά της·
ωραία που φύσηξεν ο μπάτης
και σβήστηκε η γραφή.

Με τι καρδιά, με τι πνοή,
τι πόθους και τι πάθος
πήραμε τη ζωή μας· λάθος!
κι αλλάξαμε ζωή. *

* Παραθέτω τους στίχους ακριβώς όπως τους έγραψε ο ποιητής Γιώργος Σεφέρης.

Μέσα στις θαλασσινές σπηλιές (Γιώργος Σεφέρης & Μίκης Θεοδωράκης)

Γιώργος Σεφέρης & Μίκης Θεοδωράκης, Μέσα στις θαλασσινές σπηλιές

Ποίηση: Γιώργος Σεφέρης (απόσπασμα από το ποίημα «[Μέσα στις θαλασσινές σπηλιές…]» της ενότητας «Σχέδια για ένα καλοκαίρι» στη συλλογή Τετράδιο γυμνασμάτων (1940))
Σύνθεση, ενορχήστρωση & διεύθυνση ορχήστρας: Μίκης Θεοδωράκης
Μπουζούκι: Κώστας Παπαδόπουλος & Λάκης Καρνέζης
Ερμηνεία: Γρηγόρης Μπιθικώτσης
Έργο: Επιφάνια (δίσκος 45 στροφών extended play, 1962)

Μέσα στις θαλασσινές σπηλιές
υπάρχει μια δίψα υπάρχει μια αγάπη
υπάρχει μια έκσταση,
όλα σκληρά σαν τα κοχύλια
μπορείς να τα κρατήσεις στην παλάμη σου

Μέσα στις θαλασσινές σπηλιές
μέρες ολόκληρες σε κοίταζα στα μάτια
και δε σε γνώριζα μήτε με γνώριζες. *

* Οι στίχοι που παραθέτω είναι ακριβώς όπως τους έγραψε ο ποιητής Γιώργος Σεφέρης.

Άνθη της πέτρας (Γιώργος Σεφέρης & Μίκης Θεοδωράκης)

Γιώργος Σεφέρης & Μίκης Θεοδωράκης, Άνθη της πέτρας

Ποίηση: Γιώργος Σεφέρης (απόσπασμα από το ποίημα «[Άνθη της πέτρας…]» της ενότητας «Σχέδια για ένα καλοκαίρι» στη συλλογή Τετράδιο γυμνασμάτων (1940))
Σύνθεση, ενορχήστρωση & διεύθυνση ορχήστρας: Μίκης Θεοδωράκης
Μπουζούκι: Κώστας Παπαδόπουλος & Λάκης Καρνέζης
Ερμηνεία: Γρηγόρης Μπιθικώτσης
Έργο: Επιφάνια (δίσκος 45 στροφών extended play, 1962)

Άνθη της πέτρας μπροστά στην πράσινη θάλασσα
με φλέβες που μου θύμιζαν άλλες αγάπες
γυαλίζοντας στ’ αργό ψιχάλισμα,
άνθη της πέτρας φυσιογνωμίες
που ήρθαν όταν κανένας δε μιλούσε και μου μίλησαν
που μ’ άφησαν να τις αγγίξω ύστερ’ απ’ τη σιωπή
μέσα σε πεύκα σε πικροδάφνες και σε πλατάνια. *

* Οι στίχοι που παραθέτω είναι ακριβώς όπως τους έγραψε ο ποιητής Γιώργος Σεφέρης.

Κράτησα τη ζωή μου (Γιώργος Σεφέρης & Μίκης Θεοδωράκης)

Γιώργος Σεφέρης & Μίκης Θεοδωράκης, Κράτησα τη ζωή μου

Ποίηση: Γιώργος Σεφέρης (απόσπασμα από το ποίημα «Επιφάνια, 1937» της ενότητας «Σχέδια για ένα καλοκαίρι» στη συλλογή Τετράδιο γυμνασμάτων (1940))
Σύνθεση, ενορχήστρωση & διεύθυνση ορχήστρας: Μίκης Θεοδωράκης
Μπουζούκι: Κώστας Παπαδόπουλος & Λάκης Καρνέζης
Ερμηνεία: Γρηγόρης Μπιθικώτσης
Έργο: Επιφάνια (δίσκος 45 στροφών extended play, 1962)

Κράτησα τη ζωή μου κράτησα τη ζωή μου ταξιδεύοντας
ανάμεσα σε κίτρινα δέντρα κατά το πλάγιασμα της βροχής
σε σιωπηλές πλαγιές φορτωμένες με τα φύλλα της οξιάς,
καμιά φωτιά στην κορυφή τους· βραδιάζει. *

* Οι στίχοι που παραθέτω είναι ακριβώς όπως τους έγραψε ο ποιητής Γιώργος Σεφέρης.

Άρνηση (Γιώργος Σεφέρης & Μίκης Θεοδωράκης)

Γιώργος Σεφέρης & Μίκης Θεοδωράκης, Άρνηση (Στο περιγιάλι το κρυφό)

Ποίηση: Γιώργος Σεφέρης (συλλογή Στροφή (1931))
Σύνθεση, ενορχήστρωση & διεύθυνση ορχήστρας: Μίκης Θεοδωράκης
Μπουζούκι: Κώστας Παπαδόπουλος & Λάκης Καρνέζης
Ερμηνεία: Γρηγόρης Μπιθικώτσης
Έργο: Επιφάνια (δίσκος 45 στροφών extended play, 1962)

Στο περιγιάλι το κρυφό
κι άσπρο σαν περιστέρι
διψάσαμε το μεσημέρι·
μα το νερό γλυφό.

Πάνω στην άμμο την ξανθή
γράψαμε τ’ όνομά της·
ωραία που φύσηξεν ο μπάτης
και σβήστηκε η γραφή.

Με τι καρδιά, με τι πνοή,
τι πόθους και τι πάθος
πήραμε τη ζωή μας· λάθος!
κι αλλάξαμε ζωή. *

Πληροφορίες για το ποίημα:

Το σύντομο αυτό ποίημα του Σεφέρη, πολύ δημοφιλές στην Κύπρο, θεωρήθηκε (και θεωρείται) από πολλούς ότι έχει πηγή έμπνευσης ένα πολύ όμορφο ακρογιάλι της Κύπρου, την παραλία του Κώννου στον Πρωταρά, στις ανατολικές ακτές του νησιού μας. Σαν τέτοιο το συστήνουν οι ξεναγοί, έτσι το χρησιμοποιούν σε κείμενά τους δημοσιογράφοι και άλλοι. Δυστυχώς, παρ’ όλη την αγάπη και τους δεσμούς του ποιητή με την Κύπρο, παρ’ όλο ότι μια ολόκληρη ποιητική του συλλογή είναι εμπνευσμένη από την Κύπρο, αυτό δεν ευσταθεί.
Ο Σεφέρης ήρθε για πρώτη φορά στην Κύπρο το φθινόπωρο του 1953. Το ποίημα «Άρνηση» είναι το πέμπτο της πρώτης ποιητικής συλλογής «Στροφή», που εξέδωσε ο Σεφέρης το 1931, είκοσι δύο ολόκληρα χρόνια πριν από το ταξίδι του στο νησί. Τα ποιήματα της συλλογής είναι γραμμένα μετά την επιστροφή του από το Παρίσι (1924) και απηχούν απαισιόδοξα συναισθήματα και δύσκολες ψυχικές καταστάσεις αυτής της περιόδου. Τέτοιες καταστάσεις είναι, για παράδειγμα, οι ίδιες οι σπουδές του στα νομικά που δεν τις ήθελε, που τις ακολούθησε κατ’ απαίτηση του πατέρα του και που τον έκαναν συχνά πολύ δυστυχισμένο. Είναι ακόμη δυο άτυχοι έρωτές του, με την κόρη της σπιτονοικοκυράς του στο Παρίσι και λίγο αργότερα με κάποια άλλη κοπέλα, τη Jacqueline, με την οποία χώρισε γιατί γνώριζε εκ των προτέρων την αντίδραση της οικογένειάς του. Πολλές λεπτομέρειες για όλα αυτά και την ψυχολογική του κατάσταση μας δίνει το βιβλίο της αδελφής του Ιωάννας Τσάτσου, «Ο αδελφός μου Γ. Σεφέρης», καθώς και τα ημερολόγια του ποιητή (Μέρες Α).
Η «Άρνηση», λοιπόν, είναι ποίημα αυτής της περιόδου, ένα ερωτικό ποίημα, αλλά και ποίημα που περικλείει ένα από τα προσφιλή θέματα του Σεφέρη, την τραγικότητα του «ανθρώπου που ξαστόχησε», του ανθρώπου που ξεκίνησε με όνειρα, με επιθυμίες, με πάθος για τη ζωή, αλλά που κάποια στιγμή συνειδητοποιεί πως η ζωή του ήταν ένα μοιραίο λάθος, πως χαράχτηκε πάνω σ’ ένα λανθασμένο δρόμο κι αποφασίζει ν’ αλλάξει ζωή.
Πηγή: «Το περιγιάλι το κρυφό…»: ένα παρεξηγημένο ποίημα

Μετά τη μελοποίηση του ποιήματος από τον Μίκη Θεοδωράκη και την έξοχη ερμηνεία του Γρηγόρη Μπιθικώτση, χάθηκε η άνω τελεία της τρίτης στροφής του ποιήματος του Γιώργου Σεφέρη. Η απώλεια αυτή ακόμα συζητιέται χωρίς να μειώνει, βέβαια, την αξία του τραγουδιού που δεν έχουμε πάψει να σιγοψιθυρίζουμε εδώ και 50 χρόνια. Εκτενείς πληροφορίες για το θέμα αυτό μπορούμε να διαβάσουμε στο πολύ ενδιαφέρον άρθρο Η «άρνηση» μιας άνω τελείας.

* Οι στίχοι που παραθέτω είναι ακριβώς όπως τους έγραψε ο ποιητής Γιώργος Σεφέρης.

Άρνηση / Ανατολικό Βερολίνο, 1987

Γιώργος Σεφέρης & Μίκης Θεοδωράκης, Άρνηση (τραγούδι: Μίκης Θεοδωράκης, Σοφία Μιχαηλίδου & Θανάσης Μωραΐτης) [από το έργο «Επιφάνια» (1962)]

Στο περιγιάλι το κρυφό
κι άσπρο σαν περιστέρι
διψάσαμε το μεσημέρι·
μα το νερό γλυφό.

Πάνω στην άμμο την ξανθή
γράψαμε τ’ όνομά της·
ωραία που φύσηξεν ο μπάτης
και σβήστηκε η γραφή.

Με τι καρδιά, με τι πνοή,
τι πόθους και τι πάθος
πήραμε τη ζωή μας· λάθος!
κι αλλάξαμε ζωή.

Το 1987, δύο χρόνια πριν από την πτώση του τείχους του Βερολίνου, ο Μίκης Θεοδωράκης δίνει συναυλία στο ανατολικό Βερολίνο.

Λόγω διαφοράς των τηλεοπτικών συστημάτων στις τότε δύο Γερμανίες, έχουμε το βίντεο της συναυλίας αυτής σε ασπρόμαυρο. Ας την παρακολουθήσουμε, γιατί έχει πλέον μεγάλη ιστορική αξία. Ο Κώστας Παπαδόπουλος είναι αυτή τη φορά μόνος του στο μπουζούκι και, όπως θα δούμε, κάνει το ακροατήριο να παραληρεί, ιδίως στο τέλος της βραδιάς που παίζει θέματα από τον Ζορμπά.

Συμμετέχουν:
Νίκος Αντύπας (ντραμς)
Βάνα Βερούτη (τραγούδι)
Γιάννης Ζερβίδης (πιάνο)
Μίκης Θεοδωράκης (διεύθυνση ορχήστρας, τραγούδι)
Σοφία Μιχαηλίδου (τραγούδι)
Θανάσης Μωραΐτης (τραγούδι)
Δημήτρης Παπαγγελίδης (κλασική κιθάρα)
Κώστας Παπαδόπουλος (μπουζούκι)
Γιάννης Σπάθας (ηλεκτρική κιθάρα)
Αντώνης Τουρκογιώργης (μπάσο)
Christian Boissel (συνθεσάιζερ, όμποε, αγγλικό κόρνο)