Γιάννης Ρίτσος & Χρήστος Λεοντής: Και να, αδερφέ μου

Και να, αδερφέ μου

Μουσική: Χρήστος Λεοντής
Ποίηση: Γιάννης Ρίτσος (συλλογή «Καπνισμένο τσουκάλι» (1974))
Τραγούδι: Νίκος Ξυλούρης (και ταυτόχρονα διαβάζει το ποίημα ο Γιάννης Ρίτσος)
Δίσκος: Καπνισμένο τσουκάλι (1975)

Και να, αδερφέ μου
που μάθαμε να κουβεντιάζουμε
ήσυχα, ήσυχα κι απλά.
Καταλαβαινόμαστε τώρα
δε χρειάζονται περισσότερα.

Κι αύριο λέω θα γίνουμε
ακόμα πιο απλοί.
Θα βρούμε αυτά τα λόγια
που παίρνουνε το ίδιο βάρος
σ’ όλες τις καρδιές,
σ’ όλα τα χείλη,
έτσι να λέμε πια
τα σύκα-σύκα
και τη σκάφη-σκάφη.

Κι έτσι που να χαμογελάνε οι άλλοι
και να λένε:
«Τέτοια ποιήματα
σου φτιάχνω εκατό την ώρα».
Αυτό θέλουμε κι εμείς.
Γιατί εμείς δεν τραγουδάμε
για να ξεχωρίσουμε, αδελφέ μου,
απ’ τον κόσμο.
Εμείς τραγουδάμε
για να σμίξουμε τον κόσμο.

Advertisements

Γιάννης Ρίτσος, Η σονάτα του σεληνόφωτος (διαβάζει η Μελίνα Μερκούρη)

Η Μελίνα Μερκούρη διαβάζει το ποίημα «Η σονάτα του σεληνόφωτος» του Γιάννη Ρίτσου.

Από τη συλλογή Τέταρτη διάσταση (1972) του Γιάννη Ρίτσου

Γιάννης Ρίτσος, Η σονάτα του σεληνόφωτος (διαβάζει ο ποιητής)

Ο Γιάννης Ρίτσος διαβάζει το ποίημα «Η σονάτα του σεληνόφωτος».

Από τη συλλογή Τέταρτη διάσταση (1972) του Γιάννη Ρίτσου

Γιάννης Ρίτσος, Αναπάντητο

Αναπάντητο

[Ενότητα Πέτρες]

Πού με πας από δω; Πού βγάζει αυτός ο δρόμος; Πες μου.
Δε βλέπω τίποτα. Δεν είναι δρόμος. Πέτρες μονάχα.
Μαύρα δοκάρια. Φανοστάτης. Να ’χα τουλάχιστον
εκείνο το κλουβί – όχι αυτό των πουλιών, τ’ άλλο
με τα μεγάλα σύρματα, με τα γυμνά αγαλμάτια. Τότε
που ρίχναν τους νεκρούς απ’ την ταράτσα, εγώ δε μίλησα,
μάζευα εκείνα τ’ αγαλμάτια – τα λυπήθηκα. Τώρα, το ξέρω:
το τελευταίο που πεθαίνει είναι το σώμα. Μίλα μου, λοιπόν.
Πού με πας από δω; Δε βλέπω τίποτα. Τι καλά που δε βλέπω.
Το πιο μεγάλο εμπόδιο για να σκεφτώ ως το τέλος, είναι η δόξα.

Από τη συλλογή Πέτρες, Επαναλήψεις, Κιγκλίδωμα (1972) του Γιάννη Ρίτσου

Γιάννης Ρίτσος, Εκ των υστέρων

Εκ των υστέρων

[Ενότητα Πέτρες]

Έτσι που ’ρθαν τα πράγματα, κανένας, λέμε, δε φταίει. Ο ένας έφυγε
ο άλλος σκοτώθηκε∙ οι άλλοι – πού να λογαριάζεις τώρα;
Οι εποχές συναλλάζονται κανονικά. Οι πικροδάφνες ανθίζουν.
Ο ίσκιος πάει γύρω-γύρω στο δέντρο. Η ασάλευτη στάμνα
έμεινε στο λιοπύρι, στέγνωσε∙ το νερό σώθηκε. Ωστόσο
μπορούσαμε, λέει, να μεταφέρουμε πιο δω, πιο κει τη στάμνα
ανάλογα με την ώρα, με τον ίσκιο, γύρω-γύρω στο δέντρο,
γυρίζοντας ώσπου να βρούμε το ρυθμό, χορεύοντας, ξεχνώντας
τη στάμνα, το νερό, τη δίψα – μη διψώντας, χορεύοντας.

(20.V.1968)

Από τη συλλογή Πέτρες, Επαναλήψεις, Κιγκλίδωμα (1972) του Γιάννη Ρίτσου

Γιάννης Ρίτσος, Ακίνητη ταλάντευση

Ακίνητη ταλάντευση

Όπως έκανε να σηκωθεί βιαστικά ν’ ανοίξει την πόρτα,
έριξε το πανέρι με τις κουβαρίστρες του ραψίματος –
σκόρπισαν κάτω απ’ το τραπέζι, κάτω απ’ τις καρέκλες,
σε απίθανες γωνιές – μια κόκκινη προς το πορτοκαλένιο
μες στο γυαλί της λάμπας∙ μια μενεξεδένια
στο βάθος του καθρέφτη∙ εκείνη εκεί η χρυσή –
ποτέ δεν είχε μια χρυσή κουβαρίστρα – πού βρέθηκε;
Δοκίμασε να γονατίσει, να τις μαζέψει μια-μια, να συγυρίσει
πριν ανοίξει την πόρτα. Δεν πρόφταινε. Χτυπούσαν πάλι.
Έμεινε ασάλευτη, ανήμπορη, με τα χέρια ριγμένα στο πλάι.
Όταν θυμήθηκε ν’ ανοίξει την πόρτα, δεν ήταν κανείς.

Έτσι, λοιπόν, και με την ποίηση; Έτσι ακριβώς και με την ποίηση;

Από τη συλλογή Χειρονομίες (1970) του Γιάννη Ρίτσου

Γιάννης Ρίτσος, Ο χώρος του ποιητή

Ο χώρος του ποιητή

Το μαύρο, σκαλιστό γραφείο, τα δυο ασημένια κηροπήγια,
η κόκκινη πίπα του. Κάθεται, αόρατος σχεδόν, στην πολυθρόνα,
έχοντας πάντα το παράθυρο στη ράχη του. Πίσω από τα γυαλιά του,
πελώρια και περίσκεπτα, παρατηρεί το συνομιλητή του,
στ’ άπλετο φως, αυτός κρυμμένος μες στις λέξεις του,
μέσα στην ιστορία, σε πρόσωπα δικά του, απόμακρα, άτρωτα,
παγιδεύοντας την προσοχή των άλλων στις λεπτές ανταύγειες
ενός σαπφείρου που φορεί στο δάχτυλό του, κι όλος έτοιμος
γεύεται τις εκφράσεις τους, την ώρα που οι ανόητοι έφηβοι
υγραίνουν με τη γλώσσα τους θαυμαστικά τα χείλη τους. Κι εκείνος
πανούργος, αδηφάγος, σαρκικός, ο μέγας αναμάρτητος,
ανάμεσα στο ναι και στο όχι, στην επιθυμία και τη μετάνοια,
σαν ζυγαριά στο χέρι του θεού ταλαντεύεται ολόκληρος,
ενώ το φως του παραθύρου πίσω απ’ το κεφάλι του
τοποθετεί ένα στέφανο συγγνώμης κι αγιοσύνης.
«Αν άφεση δεν είναι η ποίηση», ψιθύρισε μόνος του
«τότε, από πουθενά μην περιμένουμε έλεος».

Από τη συλλογή Μαρτυρίες (1963) του Γιάννη Ρίτσου

Γιάννης Ρίτσος, Γυναίκες

Γυναίκες

[Ενότητα Παρενθέσεις (1946-1947)]

Είναι πολύ μακρινές οι γυναίκες. Τα σεντόνια τους μυρίζουν καληνύχτα.
Ακουμπάνε το ψωμί στο τραπέζι για να μη νιώσουμε πως λείπουν.
Τότε καταλαβαίνουμε πως φταίξαμε. Σηκωνόμαστε απ’ την καρέκλα και λέμε:
«Κουράστηκες πολύ σήμερα», ή «άσε, θ’ ανάψω εγώ τη λάμπα».

Όταν ανάβουμε το σπίρτο, εκείνη στρέφει αργά πηγαίνοντας
με μιαν ανεξήγητη προσήλωση προς την κουζίνα. Η πλάτη της
είναι ένα πικραμένο βουναλάκι φορτωμένο με πολλούς νεκρούς –
τους νεκρούς της φαμίλιας, τους δικούς της νεκρούς και τον δικό σου.

Ακούς το βήμα της να τρίζει στα παλιά σανίδια
ακούς τα πιάτα να κλαίνε στην πιατοθήκη κι ύστερα ακούγεται
το τρένο που παίρνει τους φαντάρους για το μέτωπο.

Από τη συγκεντρωτική έκδοση Γιάννης Ρίτσος: Ποιήματα | τόμος Β’ (1961)

Ναζίμ Χικμέτ (απόδοση στα Ελληνικά: Γιάννης Ρίτσος) & Θάνος Μικρούτσικος, Μικρόκοσμος

Μικρόκοσμος

Ποίηση: Ναζίμ Χικμέτ
Απόδοση στίχων στα Ελληνικά: Γιάννης Ρίτσος
Μουσική: Θάνος Μικρούτσικος
Τραγούδι: Μαρία Δημητριάδη

Και να τι θέλω τώρα να σας πω
μες στις Ινδίες μέσα στην πόλη της Καλκούτας
φράξαν το δρόμο σ’ έναν άνθρωπο
αλυσοδέσαν έναν άνθρωπο κει που εβάδιζε
Να, το λοιπόν, γιατί δεν καταδέχουμαι
να υψώσω το κεφάλι στ’ αστροφώτιστα διαστήματα
Θα πείτε τ’ άστρα είναι μακριά
κι η γη μας τόσο δα μικρή

Ε, το λοιπόν, ό,τι και να είναι τ’ άστρα
εγώ τη γλώσσα μου τους βγάζω
για μένα, το λοιπόν, το πιο εκπληκτικό
πιο επιβλητικό πιο μυστηριακό και πιο μεγάλο
είναι ένας άνθρωπος που τον ’μποδίζουν να βαδίζει
είναι ένας άνθρωπος που τον αλυσοδένουνε

Από το έργο «Πολιτικά τραγούδια» (1975) του Θάνου Μικρούτσικου με μελοποιημένα ποιήματα του Ναζίμ Χικμέτ και του Βολφ Μπίρμαν και ερμηνεύτρια τη Μαρία Δημητριάδη