Ευτυχία Γερ. Μάστορα (Παπαγεράσιμου), Παξινές εικόνες

Παξινές εικόνες

Πλήθος κι ακαταμέτρητες οι παξινές οι μνήμες
που δεν τις στέρεψε ο καιρός, δεν τις πειράζει ο χρόνος
κι όποτε ο νόστος ξεχειλά στα πίσω βηματίζει,
στην ακριβή μου, τη μικρή κι αλαργινή πατρίδα
και ταξιδεύω στους Παξούς με το σκαρί του νόστου.

Εκεί μυριάδες λιόφυτα θάλλουν κι ανθοβολούνε
πεντάψηλα, πλατύκλαδα που ακάματα καρπίζουν
κι όπως στη γη την πέτρινη τα λιόφυλλα σκορπάνε,
ριζώνουν σπόροι και καρποί, βλασταίνουν τα λιθάρια.
Εκεί παλιές ξερολιθιές κρατούν νερό και χώμα
στεριώνοντας, ποτίζοντας των λιόδεντρων τις ρίζες
και πέτρα πέτρα ανιστορούν πανάρχαια ιστορία,
που γράφτηκε με υπομονή από αργασμένα χέρια,
με αγάπη την τραχιά τη γη, με ποταμούς ιδρώτα.
Εκεί εκκλησιές και σπιτικά λιτά, πετροχτισμένα
κι ευγενικά αρχοντόσπιτα με μόντζους* και με βόλτα*,
που κρύβουν λύπες και χαρές και προσευχές αγιάζουν,
όπου σκεπάζουν κι ευλογούν τις παξινές φαμίλιες,
και νιάτα και γεράματα και κορασιές κι αγόρια.
Εκεί σχολειά περίτεχνα, σεμνά, ηλιολουσμένα,
κάστρα, ντρουβειά*, ανεμόμυλοι και στέρνες και κηπάρια
για να χορταίνουνε το νου με γράμματα και γνώση
και να δαμάζουν τον εχθρό, την πείνα και τη δίψα.

Εκεί στρατόνια και στενά, τράφοι, γκρεμά και ράχες,
να βόσκουνε τα πρόβατα, να ροβολάν τα γίδια
και να φυλάνε οι κυνηγοί ψάχνοντας για τρυγόνια
κι οι πατεράδες στο χωριό καβάλα να γυρνάνε.
Λιμάνια εκεί κι ακρογιαλιές, κάβοι και βραχονήσια,
που τα χτυπάει η όστρια, τα δέρνει η τραμουντάνα
και το χειμώνα η θάλασσα βογγομανά στα βράχια
και του πελάγου η βουή αντιλαλεί στις γράβες*
κι ανοίγουν ήμερη αγκαλιά το καλοκαίρι οι σπιάντζες*
και του μαΐστρου οι ριπές τις κάψες τις νικάνε.

Αχ ακριβή μου και μικρή κι αλαργινή πατρίδα,
σου τάζω και σ’ τ’ ορκίζομαι να μη σε λησμονήσω!

_____________________________
* Γλωσσάρι
μόντζος = εξώστης
βόλτα = καμάρες
ντρουβειό = ελαιοτριβείο
γράβες = θαλάσσια σπήλαια
σπιάντζες = παραλίες

Από τη συλλογή Παξινοί Δεκαπεντασύλλαβοι (2005) της Ευτυχίας Μάστορα

Translatum: Favourite Poetry / Ευτυχία Γερ. Μάστορα (Παπαγεράσιμου)

Advertisements

Ευτυχία Γερ. Μάστορα (Παπαγεράσιμου), Παξινό καλοκαίρι

Παξινό καλοκαίρι

Πήρα και συλλογίζομαι πως έφυγε ο χειμώνας
κι άλλη χαρά δε γεύτηκα κι άλλη χαρά δε νιώθω
απ’ τη χαρά της προσμονής, νά ’ρθει το καλοκαίρι
και να περάσω στους Παξούς τους θερινούς τους μήνες,
μα να ’ναι απαράλλαχτοι σαν τα παλιά τα χρόνια,
που σμίγαμε όλοι οι χωριανοί συχνά στα πανηγύρια,
του Αϊ-Γιαννιού της ρίγανης, που ανάβαμε λαμπάτες*
και σβέλτα τις πηδούσαμε και βάναμε κληδόνους
να μάθουνε την τύχη τους οι όμορφες κοπέλες.
Στον Άγιο Παντελεήμονα, που γιατρειά χαρίζει,
όλοι μαζί χορεύαμε στη σκάλα* τη μεγάλη
συρτό και καλαματιανό και σταυρωτό και μπάλο,
καθώς επαίζαν τα βιολιά κι ηχούσαν τα λαούτα
και γλυκοτραγουδούσαμε τα παξινά τραγούδια.

Που τρέχαμε κάθε πρωί για μπάνιο στη Γλυφάδα,
αδέρφια, πρωτοξάδερφα και θειάδες και μανάδες
κι οργώναμε τη θάλασσα όμοια με τα δελφίνια
κι από την Πλάκα ρίχναμε βουτιές και μακροβούτια
κι ούτε τη λογαριάζαμε που έκραζε τη μάνα
πως στο νερό γρουδιάναμε* κι όξω να βγούμε ρίτα*.
Κι απάνω στ’ άσπρα τα γουλιά* μάς έκαιγε ο ήλιος
καθώς εκολατσίζαμε μιαν αγκωνή* με λάδι
κι από μια χούφτα νερολιές ή τούτσιο* λαδοτύρι
μαζί με καμιά πάτελα* που βρίσκαμε στις ξέρες.
Κι ύστερα ξεκινούσαμε για το χωριό πετώντας
κι ας ήτανε ανηφοριά και ας ήταν μεσημέρι.

Κι ως έφτανε το απόγιομα, το παξινό βραδάκι,
ένα βραδάκι όλο φως, όλο δροσιά και γλύκα,
μας έπαιρνε η μάνα μας στην ταχτική μας βόλτα,
να πάμε τον κατήφορο, στη Λένη και τη Δώρα.
Στην αφοδιά* καθόμαστε που έραβε η Τίνα,
που ήτανε το καμάρι μας, η πιο καλή μοδίστρα
κι είχε πολλές μαθήτριες να μάθουν το βελόνι.
Ολόγυρα οι γειτόνισσες, που ερχόνταν για κουβέντα,
η Πράξω και η Νίκολη, η Λόπη κι η θεια Αγάπη.
Λίγο πιο κει, στο ξάφοδο*, εμείς το παιδομάνι
επαίζαμε μονά-ζυγά με ζερβελοκουκούτσια*.

Μα πια δε θα χορέψουμε στα πανηγύρια εκείνα
κι ούτε θα σμίξουμε ξανά στο μπάνιο, στη Γλυφάδα
κι ούτε ξανά στην αφοδιά θα συναχτούμε όλοι
και το παιχνίδι τέλειωσε… και δε θα ξαναρχίσει…

_____________________________
* Γλωσσάρι
λαμπάτες = φωτιές
σκάλα = επίπεδη επιφάνεια εδάφους
γρουδιάναμε = ζαρώσαμε
ρίτα = αμέσως
γουλιά = χαλίκια
αγκωνή = άκρη ψωμιού
πάτελα = πεταλίδα
τούτσιο = λίγο
αφοδιά = αυλή
ξάφοδο = έξω από την αυλή
ζέρβελα = βερίκοκα
σκάλα = επίπεδη επιφάνεια εδάφους

Από τη συλλογή Παξινοί Δεκαπεντασύλλαβοι (2005) της Ευτυχίας Μάστορα

Translatum: Favourite Poetry / Ευτυχία Γερ. Μάστορα (Παπαγεράσιμου)

Ευτυχία Γερ. Μάστορα (Παπαγεράσιμου), Το θάμα το χαμένο

Το θάμα το χαμένο

Να είναι απομεσήμερο μουντό του φθινοπώρου,
νεφέλες να ’χει ο ουρανός, να ’ναι βροχή γεμάτες
και να σπαθίζουνε ψηλά σμήνη τα χελιδόνια
κι αλαργινά αστραπόβροντα ν’ αστράφτουν, να βροντάνε
κι απ’ τα πεσμένα λιόφυλλα, σύρριζα στο λιθάρια,
καρτερικά κυκλάμινα ν’ ανθοβολούν στο χώμα.
Κι εγώ να σιγοπερπατώ στα λιόδεντρα από κάτω,
να ψάχνω τα παμπάλαια που ήξερα μονοπάτια,
να προχωρώ, ν’ αντιδρομώ κι η γη να μην πατιέται,
ν’ αποζητώ τα σπιτικά που είχε το χωριό μας
κι άλλα να ’ναι χαλάσματα, πέτρινα απομεινάρια
κι άλλα έρημα και σιωπηλά και διπλοσφαλισμένα
και μόνο κάποια εδώ κι εκεί καινούρια να τα βλέπω,
μα δε μου μοιάζουν παξινά, δεν είναι απ’ τα δικά μας
κι ακούω κουβέντες και φωνές, μα παξινές δεν είναι.

Και τότε κοντοζύγωσα σε γνώριμο πορτόνι
και το ’σπρωξα… κι αφήνοντας δυο στεναγμούς ανοίγει
κι ως μπήκα μες στην αφοδιά* εγίνηκε ένα θάμα
και του πατέρα οι αδελφές, η Λένη και η Δώρα,
λες και δε λείψανε ποτέ απ’ το παλιό τους σπίτι
κι η μια με πέτρα παξινή γρέμπα* ψηλή να χτίζει
κι η άλλη νερό να κουβαλεί με λάτα* στο κεφάλι,
η μια να πηγαινόρχεται, να φέρει πελεκούδες*
κι η άλλη ν’ ανάβει στη γωνιά κούτσουρα κι αντιδαύλια
και ν’ αποθώνει* στη φωτιά νερό ένα καζάνι,
η μια να ρίχνει στο νερό τη στάχτη και τη δάφνη
κι η άλλη με καυτό νερό να πλένει στη μαστέλα*
και με σαπούνι σπιτικό τα ρούχα να τα τρίβει
και να ευωδιάζει το νερό, ν’ αστράφτουνε τα ρούχα.
Κι οι δυο να ζμώνουν κάθε οχτώ ψωμί σαράντα λίτρες*
κι όσο να γίνει το ψωμί το φούρνο να πυρώνουν,
να ψήνουνε ξαπεταχτές*, να πλάθουνε κουλούρια
για να γευτούνε τα παιδιά που παραστέκουν γύρω.
Και φτάνοντας τ’ απόγιομα, κει στην ελιά από κάτω,
να κάθονται στα ξύλινα, τα χαμηλά παγκούλια*
κι η μια να γνέθει το μαλλί με ρόκα και μ’ αδράχτι
κι η άλλη να πλέκει το τρικό ή μάλλινες φανέλες.

Κι ήθελα κάτι να τους πω, μα τρέμω και σωπαίνω,
μη χάσω του παλιού καιρού τις ακριβές εικόνες
και τότε ορμάει η βροχή κι όλα τα συνεπαίρνει,
και κλαίει η βροχή… κλαίω κι εγώ… το θάμα το χαμένο.

_____________________________
* Γλωσσάρι
αφοδιά = αυλή
γρέμπα = μάντρα
λάτα = τενεκές
αποθώνει = βάζει
πελεκούδες = ξύλα
μαστέλα = κάδος
λίτρα = μονάδα βάρους
ξαπεταχτή = ψωμί αγίνωτο που του προσθέτουν και λάδι
παγκούλι = σκαμνί
τρικό = πουλόβερ

Από τη συλλογή Παξινοί Δεκαπεντασύλλαβοι (2005) της Ευτυχίας Μάστορα

Translatum: Favourite Poetry / Ευτυχία Γερ. Μάστορα (Παπαγεράσιμου)

Ευτυχία Γερ. Μάστορα (Παπαγεράσιμου), Οι Κυριακές εκείνες

Οι Κυριακές εκείνες

Στην εξαδέλφη μου Τίνα

Καθώς περνάς για το Λογγό ή για να πας στη Λάκκα,
εκεί στα Μαστοράτικα, στο τρίστρατο του Κάμπου,
μην προσπεράσεις βιαστικά, στάσου να χαιρετήσεις
το Χάνι απ’ τ’ αριστερά, τη στέρνα στα δεξιά σου
κι ας είν’ το Χάνι έρημο, κλειστό, μανταλωμένο
και για νερό δεν πάει κανείς κι η στέρνα έχει στερέψει.

Κι αν προχωρήσεις στο στρατί, μαζί σου εγώ δε θά ’ρθω,
θα βρω μια ελιά βαθύσκιωτη να κάτσω από κάτω,
να ’χω το Χάνι δίπλα μου κι αντίκρυ μου τη στέρνα,
να μου φανεί πως γύρισαν οι εποχές εκείνες
με την απλή μας τη ζωή και τις μικρές ανάγκες,
που με δουλειά, σκληρή δουλειά, περνούσε η βδομάδα
και Κυριακή τ’ απόγιομα μας μάζευε το Χάνι.

Κανένας δεν κατάλαβε πώς μες στο Χάνι μπήκα
κι ήτανε όλοι τους εκεί της γειτονιάς οι άντρες
στα τραπεζάκια συντροφιές κι όλοι σε μια παρέα
να περιμένουμε σειρά κι ο Νιάχας να σερβίρει
κι άλλοι να πίνουνε καφέ, να κάνουνε τσιγάρο
κι άλλοι να δοκιμάζουνε το πατρικό το ούζο
που το καΐκι του Κουτσού το ’φερε αυτές τις μέρες.
Κι άκουσα τις κουβέντες τους και τους συλλογισμούς τους,
πως φέτος έχουμε σοδειά κι ο κάθαρος* θ’ αρχίσει
και πρέπει να ραντίσουνε, το δάκο να προλάβουν.
Κατά την πόρτα κοίταξα κι η μάνα μέσα μπαίνει
κρατώντας απ’ το χέρι της τον πιο μικρό το γιο της
να τον φιλέψει θέλοντας πεντέξι καραμέλες
και βιαστικά έξω να βγει, μην την παρεξηγήσουν.

Κι εγώ την ακολούθησα, να της μιλήσω θέλω,
μα η μάνα μπαίνει στο χορό, στης στέρνας το αλώνι
οπού βαρούνε τα βιολιά στο χεροστόμι* γύρω
και όλες οι γειτόνισσες, γυναίκες και κορίτσια,
χορεύουν καλαματιανό και γλυκοτραγουδάνε
με μπαλαδόρα* τη Λενιώ, του Νιάχα τη γυναίκα,
που απ’ αυτή καλύτερα καμιά τους δε χορεύει.
Και συναλλάζουνε μπροστά κι οι άλλες οι κοπέλες
και φέρνουνε γυροβολιές κουνώντας το μαντίλι
κι όλα τα μάτια αστράφτουνε, τα στόματα γελούνε
και ξεχειλίζουν οι καρδιές από χαρά κι αγάπη.

Και βράδιασε και νύχτωσε και βγήκε το φεγγάρι
και χύνει το χλωμό του φως στο τρίστρατο του Κάμπου
κι αναθυμήθηκε κι αυτό και δάκρυσε μαζί μου,
γιατί είν’ το Χάνι έρημο, κλειστό, μανταλωμένο
κι ούτε χορός ούτε βιολιά στης στέρνας το αλώνι
και σβήσανε και χάθηκαν οι Κυριακές εκείνες…

_____________________________
* Γλωσσάρι
κάθαρος = καθαρισμός του εδάφους κάτω από τα ελαιόδεντρα
χεροστόμι = το άνοιγμα της στέρνας
μπαλαδόρα = η γυναίκα που σέρνει το χορό

Από τη συλλογή Παξινοί Δεκαπεντασύλλαβοι (2005) της Ευτυχίας Μάστορα

Translatum: Favourite Poetry / Ευτυχία Γερ. Μάστορα (Παπαγεράσιμου)

Ευτυχία Γερ. Μάστορα (Παπαγεράσιμου), Ήρθε μια νύχτα

Ήρθε μια νύχτα

Της μάνας μας της άρεσε χάραμα να ξυπνάει,
μπονώρα* να σηκώνεται και στη δουλειά να μπαίνει.
Και σαν ο ήλιος έβγαινε και φώτιζεν η μέρα,
στο παιδικό μου τ’ όνειρο, λίγο προτού ξυπνήσω,
άκουγα που μας έκραζε τ’ αδέλφια μου και μένα:
«Αστάτε* και ξημέρωσε και μεσημέρι φτάνει
κι είναι δουλειές να κάνουμε για μπάνιο πριν να πάμε».
Κι αφού τελειώναμε γοργά τις πρωινές φροντίδες
και τα δυο αγόρια τα μικρά το ρίχναν στο παιχνίδι,
να κάνω μια νυχιά* δουλειά με πρόσταζε η μάνα
κι απ’ την ψηλή την καρυδιά, στο κάτω το κηπάρι,
να κόψη καρυδόφυλλα να βράσει για να πιούμε.

Κι εκεί στο ξεκεράμωτο*, με τη γωνιά στην άκρη,
τσάκιζε τσάκνα* κι έβανε στη στια* καλά ν’ ανάψει
κι απόθωνε* στην πυροστιά το μαύρο κατσαρόλι,
που από την κάπνα την πολλή γινότανε πιο μαύρο.
Κι όλοι καλοχορταίναμε μ’ ελιές, ψωμί και λάδι
κι από μια πίντα καρυδιά που μύριζε καπνίλα.

Κι άκουγα τότε βέλασμα κυματιστό, καθάριο
κι έτρεχα ευθύς στην αφοδιά* κι έβρισκα στην πεζούλα
ελόου της* να κάθεται η νόνα η Κατσάρω*
κρατώντας την απ’ το σκοινί τη γίδα τη Ριρίκα
που είχε το χρώμα της λευκό με ολόμαυρα στολίδια
και κρεμασμένα στο λαιμό δυο άσπρα σκουλαρίκια.
Κι ενώ την εκαμάρωνα και τη χαϊδολογούσα,
με τον καλό τον τρόπο της με πρόσταζε η Κατσάρω:
«Την άρμεξα, τη σπέδισα* κι είν’ ώρα για να φύγει
και σύρε, κατσαρέλι μου, ν’ ανοίξεις το πορτόνι».
Και το πορτόνι τ’ άνοιγα και την ξεπροβοδούσα,
που πήγαινε να βρει βοσκή στις σκάλες* και στους τράφους.
Και στην κουζίνα ανέβαινε με κόπο η Κατσάρω
κι ανοίγοντας το κασετί* έβγαζε την τσαντίλα*
κι έπαιρνε μια νυχιά* πιτιά μέσα από τη μοσκέρα*
κι ύστερα το ’πηζε τυρί το γάλα της Ριρίκας,
να το ’χουμε τις Κυριακές προσφάι στο τραπέζι.
Ωστόσο εγώ να φροκαλώ* εκειόξω την αυλή μας
με μια αλιπίτσα* φουντωτή στο χέρι το δεξί μου
κι απ’ τους αρμούς ανάμεσα στης αφοδιάς τις πλάκες
να τα πετώ τα λιόφυλλα κρατώντας ένα τσάκνο.

Κι η μάνα που της άρεσε μπονώρα* να ξυπνάει,
ήρθε μια νύχτα κι έγειρε, πλάγιασε και κοιμήθη
και δεν μας έκραξε ξανά τ’ αδέλφια μου κι εμένα
κι ας βγαίνει ο ήλιος το πρωί κι ας φτάνει μεσημέρι.

_____________________________
* Γλωσσάρι
μπονώρα = νωρίς
μια νυχιά = λίγο
ξεκεράμωτο = μικρή αυλή
τσάκνα = ξερόκλαδα
στια = φωτιά
απόθωνε = έβαζε
πίντα = κύπελο από αλουμίνιο
αφοδιά = αυλή
ελόου της = του λόγου της
Κατσάρω = προσωνύμιο της νόνας μας, γιατί αποκαλούσε χαϊδευτικά τα παιδιά «κατσαρέλια»
σπεδίζω = δένω τα δύο πόδια της γίδας
σκάλες = κλιμακωτές επιφάνειες του εδάφους
κασετί = συρτάρι
τσαντίλα = τουλουπάνι
μοσκέρα = κλούβα για τα τρόφιμα
φροκαλώ = σκουπίζω
αλιπίτσα = αγκαθωτός θάμνος
τσαντίλα = τουλουπάνι

Από τη συλλογή Παξινοί Δεκαπεντασύλλαβοι (2005) της Ευτυχίας Μάστορα

Translatum: Favourite Poetry / Ευτυχία Γερ. Μάστορα (Παπαγεράσιμου)

Ευτυχία Γερ. Μάστορα (Παπαγεράσιμου), Μακάρι…

Μακάρι…

Αν τύχει νά ’ρθω στους Παξούς και να ’ναι καλοκαίρι
και να ’ναι μήνας Αύγουστος που τόσες χάρες έχει,
μακάρι να με πρόσμενε στο ελιόδασος κρυμμένο
ένα παλιό κι απέριττο λιθοχτισμένο σπίτι
με ξύλινα πορτόφυλλα και πράσινες φανέστρες*
και με κεραμιδιά σκεπή κι ασβεστωμένους τοίχους.
Να ’χει μισόφωτη μπασιά* κι ηλιόφωτη τη σάλα
και να ’χει και δυο κάμαρες με φτωχικά κρεβάτια
και στο μικρό μου κουζινί να ’χει γωνιά και φούρνο,
να ψήνω ζυμωτό ψωμί, στη στια* να μαγειρεύω.
Να ’ναι τα πιάτα στη σκατζιά*, τρόφιμα στη φερίδα*
και σε κασέλα ξύλινη να βάνω χώρια χώρια
τα διάφορα γεννήματα στα ζωντανά να δίνω.
Και πλάι στα δυο πελεκητά ξύλινα σκαλοπάτια
να βρίσκεται αυλακωτή, παμπάλαια καπάσα*
που απ’ της σκεπής την κάναλη*, σα βρέχει το χειμώνα,
να πιάνει βρόχινο νερό, να έχουμε για τη λάτρα.
Κι απόξω να ’χει αφοδιά* με μιαν ελιά στη μέση,
μ’ ένα τραπέζι πέτρινο κι ολόγυρα πεζούλες
και παρακεί πορτοκαλιά και λεμονιά πιο πέρα
και γλάστρες με γαρίφαλα μοσχοβολιά να στέλνουν.

Και να πηγαίνω το πρωί στου Χαραμή τη σπιάντζα,
που έχει σμαράγδινα νερά, ήμερα και καθάρια,
να κολυμπάω και να τραβώ ίσια κατά την μπούκα,
να ξεχωρίζω στο βυθό ν’ ασημολάμπει ο άμμος,
να καμαρώνω το σχολειό, στο Μαϊστράτο πέρα
και παραδώ ειρηνικό της Λάκκας το λιμάνι,
που έχει πολλές ψαρόβαρκες και λιγοστά καΐκια.

Και σα με πάρει η κούραση απ’ το πολιό κολύμπι
κι αλλάξω ρότα γρήγορα πίσω για να γυρίσω
ολομεμιάς στο γύρισμα ν’ αγάλλεται η καρδιά μου
καθώς θωρώ την Παπαντή με το καμπαναριό της
μες στα πυκνά τα λιόδεντρα στ’ αντικρινά τα πλάγια.

Να κάθομαι στη αφοδιά, ζεστό καφέ να πίνω
με συντροφή το λιόγερμα, τη δειλινή την ώρα.
Και σα νυχτώνει για καλά, να γέρνω να πλαγιάζω
και να ’χω το παράθυρο της κάμαρας λιμπρέτο*,
για να τρυπώνουν λεύτερα του φεγγαριού οι αχτίδες
και το άσμα το μονότονο που ψέλνει το τριζόνι
και το αλαφρό, νυχτιάτικο και δροσισμένο αγέρι.
Κι ύστερα ν’ αποκοιμηθώ κι έτσι να λησμονήσω
πως όλα αυτά είν’ αληθινά, μα πέρασαν για πάντα…

_____________________________
* Γλωσσάρι
φανέστρα = παράθυρο
μπασιά = είσοδος
στια = φωτιά
σκατζιά = ράφι
φερίδα = ντουλάπι
καπάσα = κιούπι
κάναλη = λούκι
αφοδιά = αυλή
μπούκα = είσοδος του λιμανιού
λιμπρέτο = μισάνοιχτο

Από τη συλλογή Παξινοί Δεκαπεντασύλλαβοι (2005) της Ευτυχίας Μάστορα

Translatum: Favourite Poetry / Ευτυχία Γερ. Μάστορα (Παπαγεράσιμου)

Ευτυχία Γερ. Μάστορα (Παπαγεράσιμου), Μεσαύγουστος

Μεσαύγουστος

Μεσαύγουστος και γιορτασμός και μέγα πανηγύρι
κι απ’ άκρη σ’ άκρη ο τόπος μας χαίρεται και γιορτάζει
που είναι η γιορτή της Παναγιάς κι η Κοίμησή Της είναι
και λαχταρούμε οι Παξινοί να πάμε στο Νησί Της,
στο βράχο των Βελλιανιτών, που έχει το μοναστήρι
κι έχει αιωνόβια εκκλησιά, ναό της Παναγίας.

Και σαν ροδίζει η χαραυγή, σαν ανατέλλει ο ήλιος,
κανείς δε μένει στο χωριό τέτοια μεγάλη μέρα
και με τα κυριακάτικα, τα γιορτινά μας ρούχα
όλοι στην πιάτσα* τρέχουμε μπαρκάρισμα να βρούμε.
Κι από του Γάη ξεκινούν και βάρκες και καΐκια
κι από τη Λάκκα, απ’ το Λογγό σαλπάρουν οι βενζίνες
και φέρνουν κόσμο στο Νησί, που πάει να προσκυνήσει
κι αράζουνε κι αδειάζουνε και πάλι πίσω πάνε
κι έχει μπουνάτσα η θάλασσα κι αγέρας δε φυσάει.
Κι όσο να βγούμε στη στεριά σημαίνουν οι καμπάνες
κι ηχούν τα καμπανίσματα στα πέρατα του πόντου∙
και μπαίνοντας στην εκκλησιά που κάνει λειτουργία,
όλοι οι παπάδες των Παξών ψέλνουν στο Άγιο Βήμα
κι αντιφωνούν και μελωδούν οι πιο καλοί ψαλτάδες
και ψιθυρίζουμε κι εμείς μπροστά στην Παναγία
που εκοιμήθη κι έφυγε κι όμως κοντά μας μένει.

Και με το αμήν, το δι’ ευχών, αρχίζει η λιτανεία
και βγαίνει ο Επιτάφιος με φιόρα* στολισμένος,
βγαίνουν τα εξαπτέρυγα και τα λιβανιστήρια
κι ακολουθούμε οι πιστοί κι οι ψάλτες κι οι παπάδες
αργοπατώντας στο στρατί το χιλιοπατημένο
σύρριζα στο μαντρότοιχο, στο μοναστήρι γύρω.
Και χαμηλώνουν και πετούν λευκά θαλασσοπούλια,
να λιτανέψουνε κι αυτά με τους πιστούς αντάμα.

Και σαν τελειώσει η τελετή, πίσω ξανά γυρνάμε,
στον ισκιερό περίβολο, στην εκκλησιά απέξω
κι ολόγυρα καθόμαστε σε ξύλινα τραπέζια,
παίρνοντας ο καθένας μας πήλινο κανταρέλι*,
που έχει ζουμί και βοδινό ζεστό, καλοβρασμένο
και μας τρατάρουνε κρασί να πούμε και του χρόνου.

Ξανάρχεται ο μεσαύγουστος, το μέγα πανηγύρι
κι έχει μπουνάτσα η θάλασσα κι αγέρας δε φυσάει
κι αλέστα* είναι τα σκαριά στα παξινά λιμάνια,
μα δεν ευρέθηκε σκαρί κι εμένα να με πάρει,
κι ας τα φορώ της Κυριακής, τα γιορτινά μου ρούχα.

_____________________________
* Γλωσσάρι
πιάτσα = αγορά, λιμάνι
φιόρα = λουλούδια
κανταρέλι = μικρό, πήλινο, βαθύ πιάτο
αλέστα = έτοιμα

Από τη συλλογή Παξινοί Δεκαπεντασύλλαβοι (2005) της Ευτυχίας Μάστορα

Translatum: Favourite Poetry / Ευτυχία Γερ. Μάστορα (Παπαγεράσιμου)

Ευτυχία Γερ. Μάστορα (Παπαγεράσιμου), Εσπερινός το Δεκαπενταύγουστο

Εσπερινός το Δεκαπενταύγουστο

Τα πανηγύρια στους Παξούς τα συλλογιέμαι πάντα,
που ήταν χαρά κι αναψυχή στα πρώτα μου τα χρόνια,
καθώς ερχόταν η γιορτή και μ’ έπαιρνε η νόνα
νωρίς για τον εσπερινό, νωρίς στη λειτουργία
κι ύστερα για τις βίζιτες, για τους πανηγυριώτες
κι όλοι μαζί τ’ απόγιομα να πάμε για το γλέντι.
Μα μέσα απ’ όλες τις γιορτές κι όλα τα πανηγύρια,
το πρώτο και καλύτερο ήταν της Παναγίας,
της Παναγιάς που έχει γιορτή στις δεκαπέντε Αυγούστου.

Μέσα απ’ αυτή τη συλλογή πετάει ο λογισμός μου
και δρασκελίζει στη στιγμή τους τόπους και τους χρόνους
και ν’ αρμενίζω βρίσκομαι με τη μικρή βενζίνα,
παραμονή τ’ απόγιομα, ντούκου-ντούκου τραβώντας
για το Νησί της Παναγιάς και για την Κοίμησή της.
Κι αστράφτει μέσα η εκκλησιά και λάμπουν τα καντήλια
και σιγολιώνουν τα κεριά κι υμνολογούν οι ψάλτες
κι όλοι οι παπάδες δέονται κι ο διάκος θυμιατίζει
κι η ευωδιά των λουλουδιών με το λιβάνι σμίγει.
Ολόγυρα πιστές ψυχές την Παναγιά δοξάζουν
κοντά στον Επιτάφιο τον ανθοστολισμένο
και ξαγρυπνούν ανύσταχτες, που η Παναγιά κοιμάται
κι από καρδιά προσεύχονται στη Δέσποινα του κόσμου
όπου λυγμός και ταραχή και πόλεμος κι ανάγκη
να δίνει ειρήνη και χαρά, παρηγοριά κι αγάπη.

Κι ως τέλειωσε ο Εσπερινός και κίνησε η βενζίνα
πλέοντας στα γλαυκά νερά πλάι στον Άι-Νικόλα,
πέρα στο Γερομόναχο φέγγει ο τόπος όλος
κι είναι η πλάση πάμφωτη κι η θάλασσα ασημένια∙
και κοίταξα στον ουρανό του Αυγούστου το φεγγάρι
μετέωρο κι ολόγιομο στ’ άπειρο να πλανιέται,
να λάμπει, να στραφοκοπά κι ασήμια να σταλάζει.

Της Παναγιάς ο Εσπερινός εύφρανε την ψυχή μου
κι η φεγγαρόφωτη νυχτιά χάρμα για τη ματιά μου
κι είπα, τούτη η κατάνυξη ποτέ να μην τελειώσει,
μα το καΐκι άραξε μες στου Γαγιού τον κόρφο
και βρέθηκα αλλού κι αλλού να συλλογιέμαι μόνο.

Από τη συλλογή Παξινοί Δεκαπεντασύλλαβοι (2005) της Ευτυχίας Μάστορα

Translatum: Favourite Poetry / Ευτυχία Γερ. Μάστορα (Παπαγεράσιμου)

Ευτυχία Γερ. Μάστορα (Παπαγεράσιμου), Η θεια η Εριφύλη

Η θεια η Εριφύλη

Μέσα στη βιάση του καιρού, στο τρέξιμο του χρόνου
σβήστηκαν τόσες θύμησες, χάθηκαν τόσες μνήμες,
μα φύλαξα σα θησαυρό, κράτησα σα χρυσάφι,
να τις καλώ και να ’ρχονται να με παρηγορούνε,
μορφές οπού φωτίσανε τον όρθρο της ζωής μου.

Και σήμερα θυμήθηκα τη θεια την Εριφύλη,
ψηλόκορμη, χλωμή, γλυκιά, με τα καφέ σκουτιά* της,
να κρύβει τ’ αραιά μαλλιά στην καφετιά μαντήλα
και με τα μάτια τα γλαρά, πάντα χαμηλωμένα,
πίσω από τα γυαλάκια της χαμόγελα να στέλνει.
Σαν τη θωρούσα μου έμοιαζε από σκιά πλασμένη
καθώς δειλά και σιωπηλά εσίμωνε κοντά μας,
καθώς αθώα και ταπεινά καθόταν σε μιαν άκρη
κι όταν εμίληνε* θαρρείς λαλούσε ένα πουλάκι
κι η ανταύγεια που τη φώτιζε ήταν η καλοσύνη.

Καμιά φορά τ’ απόγιομα, κινούσαμε να πάμε
κει κάτω, στ’ Απεργιάτικα, στο αρχοντικό της σπίτι,
που μοναχή το στοίχειωνε κι έρμη το κατοικούσε,
αφού της έταξε η ζωή σύντροφο να μην εύρει.
Κι άστραφτε τότε από χαρά και άνοιγε η καρδιά της
κι έτρεχε ευθύς στην αφοδιά* νεράντζια να μαζέψει
για να τα ζίψει* στη στιγμή, να κάμει νεραντζάδα
και λουκουμάκια πατρινά να φέρει από τ’ αρμάρι*
και ώριμα παυλόσυκα* κι ευωδιαστές μπουρνέλες*
και του Θεού μύρια καλά να βρει να μας τρατάρει
κι ύστερα δροσερό νερό να βγάλει από τη στέρνα,
που είχε το χεροστόμι* της στο κουζινί στη μέση.

Καθώς περνούσε ο καιρός, ήρθε ένα καλοκαίρι
που αρμενίσαμε ξανά για τ’ ακριβό Νησί μας,
μα δεν την ξαναβρήκαμε τη θεια την Εριφύλη,
που έφυγε και ταξίδεψε τ’ αγύριστο ταξίδι.

Όταν τη συλλογίζομαι κι όποτε τη θυμάμαι,
πάντα ο ίδιος στεναγμός… πάντα το ίδιο δάκρυ…
όχι για εκείνη που κρατώ στη μνήμη της καρδιάς μου,
αλλά γιατί το χάσαμε το αρχοντικό της σπίτι,
που ήταν πατρογονικό… και τώρα είναι ξένο…

_____________________________
* Γλωσσάρι
σκουτιά = ρούχα
εμίληνε = μιλούσε
αφοδιά = αυλή
ζίφω = στίβω
αρμάρι = ντουλάπι
παυλόσυκα = φραγκόσυκα
μπουρνέλες = δαμάσκηνα
χεροστόμι = το άνοιγμα της στέρνας

Από τη συλλογή Παξινοί Δεκαπεντασύλλαβοι (2005) της Ευτυχίας Μάστορα

Translatum: Favourite Poetry / Ευτυχία Γερ. Μάστορα (Παπαγεράσιμου)

Ευτυχία Γερ. Μάστορα (Παπαγεράσιμου), Ο Πάππους μας

Ο Πάππους μας

Δεν ήξερα πώς να σε βρω στη Λάκκα, στο λιμάνι,
μονάχος σου να κάθεσαι στου μώλου το πεζούλι,
με την τραγιάσκα την παλιά στο ασπρόμαλλο κεφάλι,
με το πουκάμισο ανοιχτό και γυριστά πατζάκια,
με τα ποδάρια σου γυμνά στις πλάκες να πατούνε
και τη θαμπή σου τη ματιά τη θάλασσα να βλέπει
και να μου δείχνεις στ’ ανοιχτά την τράτα που γυρίζει
και τις ψαρόβαρκες γραμμή στο μώλο αραγμένες.

Κι εγώ πασχίζω και κοιτώ, ψάχνοντας γύρω-γύρω,
μα ολούθε πλήθος τα σκαριά και δάσος τα κατάρτια
κι απάνω τους σκοντάφτουνε τα μάτια βουρκωμένα
κι απ’ το σκληρό το σκόνταμα πληγώνεται η καρδιά μου
που δε μ’ αφήνουνε να δω της θάλασσας την άπλα.

Και όπως κάνω να σ’ το πω, πάππου, φευγάτος είσαι
και στο σοκάκι έτρεξα, να σε προλάβω θέλω
κι έφτασα στη Χαρίκλεια κι είχες εκεί αράξει
πίνοντας δυνατό καφέ, όπου μοσχοβολούσε.
Αλλού απ’ τη Χαρίκλεια φρέσκο καφέ δεν πίνεις,
αφού τη νύχτα ξάγρυπνη κι αυτή και τα παιδιά της
στη στια* τον καβουρδίζουνε, στο μπρουστουλί* γυρνώντας
κι απέ τον κοπανίζουνε στο πέτρινο γουδί τους.
Κι έκατσα δίπλα σου κι εγώ κι είπες να με τρατάρεις
μ’ αντί καφέ εδιάλεξα να πάρω τσιτσιμπύρα*
και μόλις την εφέρανε, ανοίγω το μπουκάλι
κι ακούστη σμπάρο* δυνατό κι αφριά* πολλή σκορπιέται
κι ήπια και θαραπάηκα* ξεχνώντας τον καημό μου.

Σήκω να πάμε στο χωριό, κοντεύει μεσημέρι
κι η νόνα θα μας καρτερεί κι η θεια η Αγγελίνα,
αλλά προτού κινήσουμε μια κι είμαστε στην πιάτσα*
ένα ψωμί να πάρουμε απ’ του Αρετού το φούρνο
και στην ταβέρνα του Σουρή καλό κρασί να βρούμε.

Και τότε φεύγεις και τραβάς κατά το μώλο πάλι
και βγάζεις το μαντίλι σου, τέσσερις κάνεις κόμπους
και ίσα-ίσα χώρεσε μια λίτρα* μαριδάκι,
που ο Αγγελής σου φύλαξε σαν ήρθε με την τράτα.
Κι όπως κοιτάζεις για να δεις της θάλασσας την άπλα
ολούθε πλήθος τα σκαριά και δάσος τα κατάρτια
κι απάνω τους σκοντάφτουνε τα μάτια τα θαμπά σου
κι από το σκληρό το σκόνταμα πληγώνεται η καρδιά σου,
και ξεψυχά η εικόνα σου και σβήνεται η μορφή σου.

_____________________________
* Γλωσσάρι
στια = φωτιά
μπρουστουλί = καβουρδιστήρι
τσιτσιμπύρα = αναψυκτικό
σμπάρο = κρότος
αφριά = αφρός
θαραπάηκα = ευχαριστήθηκα
πιάτσα = αγορά
λίτρα = μονάδα βάρους

Από τη συλλογή Παξινοί Δεκαπεντασύλλαβοι (2005) της Ευτυχίας Μάστορα

Translatum: Favourite Poetry / Ευτυχία Γερ. Μάστορα (Παπαγεράσιμου)

Ευτυχία Γερ. Μάστορα (Παπαγεράσιμου), Στην Παπαντή

Στην Παπαντή

Χαρά στους που την άχραντη της Παπαντής εικόνα
στ’ άξια τα χέρια υψώνουνε κι ευλαβικά κρατούνε
κι οδοιπορούν στο ανθόστρωτο, το αρχαίο μονοπάτι,
στου τράφου την κατηφοριά… μετά στην ανηφόρα…
κι αργοπατούνε ύστερα μες στου χωριού τη στράτα,
που την ισκιώνουν λιόφυτα κι ο ήλιος δεν τη βλέπει
και φέρνει προς την Παπαντή, την εκκλησιά την άγια,
καμάρι και προσκύνημα και σκέπη του Νησιού μας.
Κι ακολουθούν και ψέλνουνε οι ψάλτες κι οι παπάδες
κι από κοντά οι προσκυνητές την Παναγιά υμνούνε
και φτερουγάει η Παράκληση κι ως τα ουράνια απλώνει
μαζί με το λιβανωτό από τα θυμιατήρια,
σμίγοντας μπρος στην Παναγιά τις προσευχές του κόσμου
με τα δοξολογήματα, που τραγουδούν οι αγγέλοι.

Κι εφάνη μεγαλόπρεπο, περήφανο κι ωραίο
να στέκει το καμπαναριό κι ολούθε ν’ αγναντεύει
κι απ’ τα ψηλά τα λιόδεντρα ψηλότερα να φτάνει
και μελωδούν τα σήμαντρα κι ηχούνε οι καμπάνες,
γιατί ξανά στο θρόνο της η Παπαντή γυρίζει.

Τι θάλπος μες στην εκκλησιά που συναχτήκαμε όλοι,
όπου ανάβουν τα κεριά και καίνε τα καντήλια,
που λάμπουνε πολύτιμες στο τέμπλο οι εικόνες
κι η Πλατυτέρα ολόστοργη στην κόχη στ’ Άγιο Βήμα
και στα δεξιά η Χάρη Της, στον πέτρινό Της θρόνο
κι εμείς προσφέρουμε ασπασμούς, τάματα και μετάνοιες
και με ωδές ασίγητες Της ψάλλουμε το «Χαίρε».

Κι άγγιξε η κατάνυξη τα μύχια της ψυχής μου
κι ο γλυκασμός κι η χαρμονή μού βούρκωσαν τα μάτια
και προς τα πάνω κοίταξα το δάκρυ μου να κρύψω
κι είδα δυο τρούλους ουρανούς κι αγγέλους να πετάνε
και γύρω να κυκλώνουνε την Παναγιά στον ένα
και να δοξάζουν το Χριστό, στον τρούλο το μεγάλο.

Τότε σα να λυτρώθηκα από τα κρίματά μου
και γύρισα στη Χάρη της, στον πέτρινό της θρόνο
κι έκλινα γόνυ ταπεινό και δέηση Της κάνω
να μοιάζει με την ώρα αυτή η ώρα η στερνή μου.

Από τη συλλογή Παξινοί Δεκαπεντασύλλαβοι (2005) της Ευτυχίας Μάστορα

Translatum: Favourite Poetry / Ευτυχία Γερ. Μάστορα (Παπαγεράσιμου)

Ευτυχία Γερ. Μάστορα (Παπαγεράσιμου), Αύγουστος

Αύγουστος

Κάθε που φτάνει ο Αύγουστος μετρώ και λογαριάζω
πόσοι διαβήκαν Αύγουστοι και στους Παξούς δεν πήγα
για να γεράσω να χαρώ τον πιο καλό μας μήνα,
όπου οι ψηλόκορμες ελιές κι ο δροσερός μαΐστρος
κι οι ξάστερες οι θάλασσες με κάνουν να ξεχνάω
την κάψα του καλοκαιριού, το πύρωμα του ήλιου,
την πλήξη των μεσημεριών, του ύπνου τον ιδρώτα.

Κι ήρθε και πάλι ο Αύγουστος και στους Παξούς δεν πήγα,
μα απ’ του Νησιού μου τα καλά και τις πολλές τις χάρες
ένα καλό στερήθηκα κι ένα καλό μού λείπει,
που είναι Δεκαπενταύγουστος κι η Παναγιά γιορτάζει
κι εγώ δεν αξιώθηκα να τήνε προσκυνήσω,
εκεί στο μοναστήρι της και στο τερπνό νησί της.

Να ’ρχόταν ένας Αύγουστος και στους Παξούς να πάω
κι ας μη με καρτερεί κανείς στου λιμανιού το μώλο
κι ας πάρω δίχως συντροφιά για το χωριό το δρόμο
κι άδειο ας βρω το σπίτι μας και σιωπηλό και μόνο,
φτάνει ν’ ακούσω να λαλούν του Αυγούστου τα τζιτζίκια
και ν’ αγναντέψω να πετούν του Αυγούστου τα τρυγόνια,
να με φωτίσει ολόλαμπρο του Αυγούστου το φεγγάρι
και ν’ ανασάνω αχόρταγα το μυρωμένο αγέρι,
που το πυρώνει η θάλασσα, η ρίγανη, το θρούμπι,
τα κυπαρίσσια κι οι μερτιές, οι ελιές και τα σχινάρια.

Να μπω σε βάρκα με κουπιά, να λάμνει ο βαρκάρης
και στο νησί της Παναγιάς, εκεί να πάει ν’ αράξει
κι ευθύς απ’ τα πλατύσκαλα στην εκκλησιά να τρέξω
και στην εικόνα Της μπροστά τα γόνατα να κλίνω
κι όλο μου το παράπονο να πω και να τ’ ακούσει,
που είναι Δεκαπενταύγουστος κι είναι γιορτή μεγάλη
κι εγώ δεν αξιώθηκα να ’ρθω να προσκυνήσω.

Από τη συλλογή Παξινοί Δεκαπεντασύλλαβοι (2005) της Ευτυχίας Μάστορα

Translatum: Favourite Poetry / Ευτυχία Γερ. Μάστορα (Παπαγεράσιμου)

Ευτυχία Γερ. Μάστορα (Παπαγεράσιμου), Η Μάσιγγα

Η Μάσιγγα

Τότε, στα καλοθύμητα τα πρώτα μου τα χρόνια
σ’ έβλεπα να πορεύεσαι στο γαϊδουράκι απάνω
με την ομπρέλα σου ανοιχτή για τον καυτό τον ήλιο
την ίδια που σε σκέπαζε και σε βροχές και μπόρες.
Κι άκουγα που μιλούσανε σεβαστικά για σένα
πως ήσουνα η Γιάτρισσα για το νησί μας όλο,
κι όπου είχε αρρώστια έτρεχες να τους γιατροπορέψεις,
τους άρχοντες και τους φτωχούς, γέρους, μικρούς, μεγάλους
κι αρχοντικό και φτωχικό ήταν για σένα ίδια.

Δεν την ψηφούσες τη βροχή, δε λόγιαζες το κρύο,
την κάψα δεν τη μέτραγες, τη νύχτα δεν σκιαζόσουν,
τον κόπο τον εξέχναγες, τον ύπνο λησμονούσες
κι ούτε λογάριασες ποτέ πόσο μακρύς ο δρόμος.
Διάβαινες ασταμάτητα από μιαν άκρη σ’ άλλη
και πάσχιζες και γιάτρευες θέρμες και κεφαλάριες
κι όπου πονούν τα μάτια τους κι όπου πονούν τ’ αυτιά τους
κι όπου ήταν ετοιμόγεννες για να τις ξεγεννήσεις
και σ’ όλα τα πληγώματα και σ’ όλα τα πονίδια
είχες εσύ το γιατρικό να δώσει την υγειά τους.

Σαν έμπαινες στα σπιτικά, έμπαινε ήλιου αχτίνα,
έμπαινε μάνα κι αδερφή και γιάτρισσα και φίλη
κι είχες στοργή στο μάλωμα κι αγάπη στην ορμήνεια
κι αντί να πάρεις πληρωμή –πού να ’βρουν να πληρώσουν–
άφηνες πάντα κάτι τι κάτω απ’ το προσκεφάλι.

Εγιάτρευες, μονάκριβη, κοντά εξήντα χρόνους,
εξήντα χρόνους πλήρωνες τον όρκο και το χρέος,
τόσο μεγάλο κι ακριβό και χιλιοπληρωμένο
με τη ζωή σου ολόκληρη, μ’ ό,τι είχες και δεν είχες.
Εκεί που σ’ αναστήσανε, λευκομαρμαρωμένη,
διαβαίνω και σε χαιρετώ, σκύβω και προσκυνάω
και σου ζητώ να δέεσαι απ’ τ’ ουρανού τα μέρη
στο δρόμο που τον άγιασες κι εμείς να πορευτούμε.

_____________________________
Σημείωση

Η ιατρός Μάσιγγα Μητσιάλη (1895-1982)

Η Μάσιγγα Μητσιάλη γεννήθηκε στη συνοικία Μποϊκάτικα Παξών. Σπούδασε ιατρική στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και μετεκπαιδεύτηκε επί μια διετία με υποτροφία στη Βιέννη. Υπηρέτησε για δυο χρόνια στο νοσοκομείο Ευαγγελισμός, κοντά στον καθηγητή Τσάκωνα, ο οποίος συνήθιζε να λέει: «Το αυτί της Μάσιγγας είναι ανώτερο από τα ιατρικά όργανα».
Το 1924 επιστρέψει στους Παξούς, όπου μέχρι το τέλος της ζωής της άσκησε την ιατρική υποδειγματικά, υψώνοντάς την στη θέση που της ανήκει, αυτήν του λειτουργήματος και της αποστολής, αντισταθμίζοντας την έλλειψη των μέσων και τις δυσκολίες των συνθηκών με την απαράμιλλη αυταπάρνηση, αυτοθυσία και αυτοπροσφορά της. Το Νησί μας, ευγνωμονώντας την, έστησε την προτομή της στον προαύλιο χώρο του Κέντρου Υγείας Παξών.

Από τη συλλογή Παξινοί Δεκαπεντασύλλαβοι (2005) της Ευτυχίας Μάστορα

Translatum: Favourite Poetry / Ευτυχία Γερ. Μάστορα (Παπαγεράσιμου)

Ευτυχία Γερ. Μάστορα (Παπαγεράσιμου), Στ’ όνειρο

Στ’ όνειρο

Ο ύπνος με προσπέρασε το χτεσινό το βράδυ
και μ’ άφησε να ξαγρυπνώ κι όλο να βολοδέρνω
και ν’ αριθμώ τις πίκρες μου και του καημούς του κόσμου.
Κι ήταν πολύ το μέτρημα κι ήταν πολλή η ξαγρύπνια
κι έψαξα νά ’βρω βάλσαμο, να με παρηγορήσει
και το φευγάτο ύπνο μου να τόνε φέρει πίσω.

Γυρνοβολώ στο ψάξιμο και φτάνω στο λιμάνι
και βρίσκω εκεί να καρτερούν αράδα τα καΐκια
του μπαρμπα-Λάμπη του Κουτσού και δίπλα του Μαντέλα,
πιο κει του Μπίκα, του Καρρά, κοντά του Σταματέλου
κι ολομεσίς του λιμανιού ο «Γλάρος», το καράβι.

Και τώρα εγώ σε ποιο να μπω, με ποιο να ταξιδέψω;
Κι έγινε θάμα ξαφνικά κι όλα γινήκαν ένα
και μπάρκαρα κι αρμένισα με το νοτιά στην πρύμη
κι ήτανε πρίμος ο καιρός κι ήρθαμε πριν να φέξει
και με το φως της χαραυγής αράξαμε στη Λάκκα.

Σκιές εδώ, σκιές εκεί στο μώλο καρτερούνε
κι είν’ όλες γνώριμες σκιές, ψυχές αγαπημένες,
μα απ’ όλες οι πιο γνώριμες ήτανε των γονιών μου
και πήγα και τους πρόσπεσα και τους φιλώ τα χέρια
και τους ζητώ συγχώρεση κι ευχαριστώ τους λέω,
ευχαριστώ που μου ’δωκαν τέτοιο Νησί πατρίδα,
συχώρεση που ξέμεινα στην ξενιτιά μακριά τους
και κάπου-κάπου στ’ όνειρο σιμά τους ταξιδεύω.

Από τη συλλογή Παξινοί Δεκαπεντασύλλαβοι (2005) της Ευτυχίας Μάστορα

Translatum: Favourite Poetry / Ευτυχία Γερ. Μάστορα (Παπαγεράσιμου)