Βύρων Λεοντάρης, Άνθρωποι

Άνθρωποι

[Ενότητα Παλιοί κήποι]

… και τώρα πια δεν έχουμε ούτε δάχτυλα
ούτε επιστροφή, να πιάσουμε.

Κοιτάξαμε τριγύρω μας την πόλη βουλιαγμένη
μες στην ομίχλη των πουλιών, που φύγαν με τα πλοία,
ακούσαμε τον ήλιο να βουίζει σ’ άδεια λατομεία,
όπου η βροχή της χτεσινής μας νιότης λιμνασμένη

λασπώνει τη ματιά με τα νεκρά φτερά των σπουργιτιών.
Σκύψαμε πάνω από γκρεμούς ν’ αφουγκραστούμε
τον πόνο μας και πάνω από ρυάκια για να δούμε
τα μάτια σου στα μάτια μας – κλειδί των φεγγαριών.

Τη νύχτα αναζητήσαμε – κι αυτή μας πλημμυρά,
ποθήσαμε τη σιωπή – μα ήρθε η απουσία,
τα γιασεμιά αγαπήσαμε – κι εκείνα τη χαρά
και στα κοχύλια ακούμε τη δική μας ιστορία:

Είμαστε απλοί, ανεπίστρεπτοι και σύντομοι διαβάτες,
δε μας πλανεύει τ’ όνειρο ενός εξαίσιου τέλους,
τα ωραία κορίτσια ερωτευτήκαμε – κι εκείνα τους αγγέλους,
χαμογελάσαμε στην άνοιξη – κι εκείνη στα παιδιά της.

Κλάψαμε για ό,τι χάσαμε∙ ήμασταν άνθρωποι πολύ,
άνθρωποι ως την τελευταία αιμόπτυση της δύσης,
άνθρωποι να προσμένουμε στο μώλο, που δε θα γυρίσεις,
άνθρωποι να ποθούμε αυτό, που ξέμαθε να μας ποθεί.

Από τη συγκεντρωτική έκδοση Ψυχοστασία (Ποιήματα 1949-1976) [2006] του Βύρωνα Λεοντάρη

Advertisements

Βύρων Λεοντάρης, Η σκάλα

Η σκάλα

Κακή εποχή σε ξένο κι άγνωστο σκοτάδι
οι δρόμοι χρόνια τώρα πεθαμένοι και σβησμένα τα σημάδια
κακή εποχή, ανεμόβροχο σπάει τα τζάμια στις ψυχές μας
κι οι σκιές των ανθρώπων μέσα μας φτερούγες τσακισμένες
ένας καιρός ερείπιο
κι η σκάλα που ανεβαίνω πότε να τυλίγεται στα πόδια μου σαν φίδι
και πότε να βυθίζεται σαν βίδα στο μυαλό…

Αθώο ξεκίνημα, μοναχικέ λυγμέ πάνω απ’ τη θλίψη
με μολυβένια τώρα τα φτερά
χάνοντας ολοένα ύψος – όπως τόσες
απόπειρες αθανασίας που κατακάθισαν σ’ ένα επιτύμβιο χαμόγελο
αθώο ξεκίνημα, πού μ’ έφερες, πού μ’ έφερες…

Ίλιγγοι και στροφές
τρεκλίσματα μες στους λαβύρινθους
χειρονομίες σακάτισσες
σκέψεις γριές σερνάμενες πιασμένες απ’ τους τοίχους
μια υγρασία πανικού ως το κόκαλο κι όλοι γυρεύουν να σωθούν
κρεμιούνται απ’ τα καλώδια κι απ’ τις φλέβες τους
κυκλοφορούν μ’ ένα μαχαίρι στην καρδιά σαν φυλαχτό
κλειδώνουνε τις πόρτες ψάχνονται για τη χαμένη αφή τους
– άλλοι στους τοίχους κολλημένοι κάνουν τα παράθυρα
κι άλλοι τρέχουνε, τους ανοίγουν και πηδάνε στο κενό
και τι μπορούμε εμείς να κάνουμε και τι μπορούμε
μέσα στο στοιχειωμένο αυτό οικοδόμημα
κεριά που σβήνουμε στο βάθος των διαδρόμων
στίχοι που κλαίμε σαν παιδιά στα σκαλοπάτια
γιατί ποτέ ποτέ δε μπορέσαμε να προλάβουμε το έγκλημα
– φτάσαμε πάντα αργά μπροστά στις κλειδωμένες πράξεις
το αίμα κυλούσε πια κάτω απ’ τις χαραμάδες
κι η κούραση κι ο φόβος όλο να πληθαίνουν στην ατέλειωτη αυτή σκάλα

Όλες τις μοναξιές τις έζησα
ελπίζοντας και μη ελπίζοντας
όμως τη μοναξιά της τέχνης πώς να την αντέξω
τη σκόνη πάνω στο βιβλίο
τα λόγια που σηκώνονται τις νύχτες σαν αγάλματα
κι ανάβουνε τα φώτα σε αδειανές ψυχές
κι αρχίζουν να χτυπούν στους τοίχους το κεφάλι τους ουρλιάζοντας
– είναι μια κρίση δημιουργίας μόνο ή μήπως είναι
το τέλος, η κατάρρευση της σκέψης, η ερημιά
ανάμεσα σε ανεπανόρθωτα φθαρμένα σύμβολα και εικόνες
που ηχούν σαν κούφιες προσωπίδες

Γιατί δεν είναι μόνο ο χρόνος που μας φθείρει μα κι ο χώρος
σημεία το δείχνουν καθαρά, ο χώρος εκδικείται
παραμορφώνει τις δομές και κατατρώει τα σώματα
σκάβει βαθιά κενά κουφώνοντας μορφές και σωθικά – έτσι κι ο λόγος
φαγώθηκε σιγά σιγά από σιωπές και χάσματα
Τι μέλλει ακόμα να ειπωθεί και ποια η έκφραση μες στη χαμένη ισορροπία;

Είπαμε τόσες φτήνιες, έτσι που ’γινε κι η δημιουργία διαστροφή
και τώρα ετούτη η κούραση δεν είναι σαν τις άλλες
δεν έρχεται απ’ το παρελθόν αλλά απ’ το μέλλον
όπως η σκόνη αυτή που κατεβαίνει από τα πάνω δώματα
όπως το αίμα αυτό που στάζει από τα πάνω δώματα

– αθώο ξεκίνημα, που μ’ έφερες, πού μ’ έφερες
Πού να σταθώ να γείρω το κεφάλι μου
να ονειρευτώ το δροσερό κατώφλι…

Από τη συλλογή Κρύπτη (1968) του Βύρωνα Λεοντάρη

Βύρων Λεοντάρης, Νυχτερινά (VI)

Νυχτερινά

VI

Έσπασα πια τις σάλπιγγες
έκαψα τις σημαίες.
Τώρα μιλώ με την ανθρώπινη φωνή μου,
αχ, τώρα σας μοιράζω την ψυχή μου
– κι εσείς γυρνάτε αλλού το πρόσωπο…

Από τη συλλογή Η ομίχλη του μεσημεριού (1959) του Βύρωνα Λεοντάρη

Βύρων Λεοντάρης, Νυχτερινά (V)

Νυχτερινά

V

Πονώ γιατί πέρασε μέσ’ απ’ την καρδιά μου
ένα μεγάλο αγκάθι
σπρωγμένο με τόση άνεση από δάχτυλα
που αγάπησα δίχως ελπίδα δίχως σύνεση
και τώρα πια δεν έχω λόγια να σκεπάσω τούτη την πληγή
φωνές για να την κρύψω.
Γιατί, δε θέλω, δεν μπορώ, δεν καταδέχομαι,
όσα έζησα
τώρα μονάχα ποίηση να ’ναι.

Από τη συλλογή Η ομίχλη του μεσημεριού (1959) του Βύρωνα Λεοντάρη

Βύρων Λεοντάρης, Η σιωπή που ακολουθεί

Η σιωπή που ακολουθεί

Όχι μόνο τ’ αθώα παράπονα,
που αναποδογυρίζουνε με μια κλοτσιά στο στήθος,
όχι μόνο οι φωνές, που τις ξαπλώνουν στις πλατείες,
όχι μόνο οι ανύποπτοι ενθουσιασμοί.

Πιο δυνατή είναι, πιότερο βαραίνει
η σιωπή που ακολουθεί,
η σιωπή των πεισμωμένων δρόμων, των κλειστών παραθυριών,
η σιωπή των παιδιών μπροστά στον πρώτο σκοτωμένο,
η σιωπή μπροστά στην ξαφνική ατιμία,
η σιωπή του δάσους,
η σιωπή του αλόγου δίπλα στο ποτάμι,
η σιωπή ανάμεσα σε δυο στόματα, που δεν μπορούν να φιληθούν,
κι εκείνη η «ενός λεπτού σιγή»,
που παρατείνεται και γιγαντώνεται
μες στις καρδιές, μες στους αιώνες,
η σιωπή που αποφασίζει
τι είναι να μείνει, τι είναι να χαθεί.

Από τη συλλογή Ορθοστασία (1957) του Βύρωνα Λεοντάρη

Βύρων Λεοντάρης, Στάζει το σπίτι μας

Στάζει το σπίτι μας

[Συλλογή Γενική αίσθηση (1954)]

Στάζει το σπίτι μας απόψε, πάλι στάζει.
Σπάνε στο μέτωπό σου οι στάλες και σημαίνουν
το εγερτήριο των λυγμών.
Και να! φουσκώνουνε τα βλέφαρά σου
–φλόκοι του ονείρου που χτυπούν
στον άνεμο της λύπης– Ξεχειλίσαν
τα μάτια σου –και πού είναι;–
πλημμύρισε το πρόσωπό σου – και πού είναι
τα μάτια σου, πού είναι το πρόσωπό σου;

Μια λίμνη, που βογκάει, το πρόσωπό σου, και μια θάλασσα το σώμα σου.
Μα εκεί μέσα θα χυθώ,
στα βάθη της μια πολιτεία φωνάζει τ’ όνομά σου,
πηδάνε τα γαλάζια φώτα της, χορεύουν
στα σταυροδρόμια οι ελπίδες των μαλλιών σου.
Εκεί σε καρτερεί ένα σπίτι από ελαφρόπετρα,
χτυπούν την πόρτα – μπαίνεις,
στο μέτωπό σου λάμπει
το χαμόγελο της βροχής,
μυρίζουν τα βρεμένα ρούχα σου νύχτα κι αγάπη…

Μια λίμνη, που βογκάει, το πρόσωπό σου.
Πόσες φορές δεν πέρασα συρματοπλέγματα κι αγκάθια
για να ’ρθω αυτού να δω για λίγο
πόσο γλυκά χτυπά η καρδιά μου μες στα μάτια σου,
για να βρω το νερόκρινο το στόμα σου,
επάνω σου σκυμμένος να γυρεύω
τους παιδικούς σεισμούς σου να τρυγήσω…

Μια λίμνη, που βογκάει, το πρόσωπό σου και μια θάλασσα το σώμα σου.
Μια λίμνη φιλώ, μια θάλασσα αγκαλιάζω,
αιώνες θα μπορούσα αυτού να ναυαγώ
μα αυτός ο ωκεανός του πόνου μού γλιστρά απ’ τα χέρια,
υψώνει το λαιμό του ο τυφώνας και ψηλά
το πρόσωπο της θύελλας αστράφτει!

Στάζει το σπίτι μας απόψε, πάλι στάζει και χτυπούν
στο μέτωπο οι σταγόνες και χτυπούν
μια λίμνη που φιλώ, μια θάλασσα που αγκαλιάζω.
– Πού είσαι; πού είμαι; πού είναι το σπίτι μας;

– Δεν έχουμε σπίτι εμείς,
ποτέ δεν είχαμε σπίτι, ποτέ μια νύχτα αδιάβροχη στον πόνο.
Να ’σαι σίγουρη μονάχα
γι’ αυτό που μπορούν να σκεπάσουν οι πλάτες μου
κι αγάπα αχόρταγα
τα μάτια, το στόμα και την τιμή μου.

Από τη συγκεντρωτική έκδοση Ψυχοστασία (Ποιήματα 1949-1976) [2006] του Βύρωνα Λεοντάρη

Βύρων Λεοντάρης, Αυτές οι εκβολές των ματιών σου…

Αυτές οι εκβολές των ματιών σου…

[Συλλογή Γενική αίσθηση (1954)]

… Αυτές οι εκβολές των ματιών σου
πνιγμένες μες σε γαλανά συρματοπλέγματα
για να μην έρχονται ποτέ ως εμάς τ’ αγκάθια της λύπης σου
μα μόνο ο αχνός της λύπης που στεγνώνει
παρήγορα πάνω στο δέρμα σου – είχες ένα δέρμα
μυρουδιά κερήθρας
όταν καθίσαμε στην πιο σκληρή ακτή της ζωής μας.
Θυμάμαι, δεν σ’ άγγιξα, μα όπως μιλούσαμε, οι φωνές μας
εσφίχτηκαν σαν δυο μικρά παιδιά με τόση απελπισία
που τίποτε δε θα μπορέσει πια να τις χωρίσει.

Από τη συγκεντρωτική έκδοση Ψυχοστασία (Ποιήματα 1949-1976) [2006] του Βύρωνα Λεοντάρη

Βύρων Λεοντάρης, Μονάχα αντίο

Μονάχα αντίο

Μη λες: «Αντίο, μας χωρίζει ένα χάος»,
γιατί εγώ δε βλέπω κανένα χάος.
Όμορφη η νύχτα, με πουλιά, με ολάνθιστους θορύβους,
όμορφη η νύχτα και σπιθίζουν τ’ άστρα και γελούν
μακριά οι χαρούμενες επιγραφές της ευτυχίας…

Μη λες: «αντίο, μας χωρίζει το άπειρο»,
γιατί μετριούνται αυτά που μας χωρίζουν,
γιατί δεν είναι καθόλου το «άπειρο» που μας χωρίζει,
μα είναι το ανήλεο σφυροκόπημα της δυστυχίας, που θρυμματίζει καρδιές,
ξηλώνει σιδεροδεσιές και συνειδήσεις,
ξεριζώνει τα δέντρα,
κόβει τις άγκυρες και ρίχνει τα καράβια στη στεριά,
ισοπεδώνει τις κραυγές της άνοιξης, τους ουρανούς, τα όνειρα και τ’ αρώματα,
είναι τα δαγκωμένα χέρια μου,
το πρόσωπό μου, που το ανάσκαψαν τα σκάγια της κακίας,
είναι τα πληγωμένα χελιδόνια των ματιών μου
– κι οι αποδημητικές επιθυμίες του σώματός σου…
Ποιος σκέφτηκε ποτέ να τις σκλαβώσει;

Γι’ αυτό, μη λες: «αντίο, μας χωρίζει μια άβυσσος».
Κοίταξε τι απλός, τι καθαρός, που είναι τούτος ο δρομάκος με τις νεραντζιές και πες μονάχα «αντίο».

Από τη συλλογή Ορθοστασία (1957) του Βύρωνα Λεοντάρη