Μίκης Θεοδωράκης & Τάσος Λειβαδίτης, Έχω μια αγάπη

Έχω μια αγάπη

Μουσική: Μίκης Θεοδωράκης
Στίχοι: Τάσος Λειβαδίτης
Τραγούδι: Μαρινέλλα & Στέλιος Καζαντζίδης
Δίσκος: Μίκη Θεοδωράκη «Πολιτεία Α’ & Πολιτεία Β’» (1961)

Έχω μια αγάπη ολοδική μου
τριαντάφυλλο άστρο μου κι αυγή μου
χίλιοι άντρες δεν θα το μπορούσαν
όπως εγώ να σ’ αγαπούσαν

Μέσα στα μάτια σου γλυκές
τ’ Αϊ-Γιάννη ανάβουν οι φωτιές

Στο στόμα σου σαν είμαι απάνω
πια δεν φοβάμαι να πεθάνω
στα χέρια σου σαν είμαι μέσα
τότε έγια μόλα έγια λέσα

Χωρίς καράβι και πανιά
άι ταξιδεύω τον ντουνιά

Έχεις τον ήλιο στα μαλλιά σου
και το φεγγάρι στην ποδιά σου
και ένα τζιτζίκι εκεί στα στήθια
που σου λέει παραμύθια

Απ’ τα δικά σου τα φιλιά
μάθαν τραγούδι τα πουλιά

Advertisements

Τάσος Λειβαδίτης, Λαϊκές ιστορίες

Λαϊκές ιστορίες

[Ενότητα Στίχοι γραμμένοι σε πακέτα τσιγάρα]

Τα σπίτια στην πατρίδα μου είναι χαμηλά
οι στέγες τους στάζουν, στην κουζίνα είναι ένας κουβάς
για τα βρόμικα νερά. Οι άνθρωποι κάθονται στο τραπέζι
όπως γύρω από ένα νεκρό. Απ’ τα σπασμένα παράθυρα μπαινοβγαίνει η νύχτα, η βροχή κι ο χρόνος.
Τα παιδιά δουλεύουν στα μηχανουργεία και τα κορίτσια
μένουν ανύπαντρα.

Σ’ ένα τέτοιο σπίτι γεννηθήκαμε.
Σ’ ένα τέτοιο σπίτι μεγαλώσαμε, αγαπήσαμε, ονειρευτήκαμε.
Σ’ ένα τέτοιο σπίτι οχυρωθήκαμε
και πολεμήσαμε.

Αυτή είναι η ιστορία μου.

Από τη συλλογή Ο άνθρωπος με το ταμπούρλο (1956) του Τάσου Λειβαδίτη

Τάσος Λειβαδίτης, Ποιητική

Ποιητική

[Ενότητα Στίχοι γραμμένοι σε πακέτα τσιγάρα]

Γράφω για κείνους που δεν ξέρουν να διαβάσουν
για τους εργάτες που γυρίζουνε το βράδυ με τα μάτια κόκκινα απ’ τον άμμο
για σας χωριάτες, που ήπιαμε μαζί στα χάνια τις χειμωνιάτικες νύχτες του αγώνα
ενώ μακριά ακουγότανε το ντουφεκίδι των συντρόφων μας.
Γράφω να με διαβάζουν αυτοί που μαζεύουν τα χαρτιά απ’ τους δρόμους
και σκορπίζουνε τους σπόρους όλων των αυριανών μας τραγουδιών
γράφω για τους καρβουνιάρηδες, για τους γυρολόγους και τις πλύστρες.
Γράφω για σας
αδέρφια μου στο θάνατο
συντρόφοι μου στην ελπίδα
που σας αγάπησα βαθιά κι απέραντα
όπως ενώνεται κανείς με μια γυναίκα.

Κι όταν πεθάνω και δε θα ’μαι ούτε λίγη σκόνη πια μέσα στους δρόμους σας
τα βιβλία μου, στέρεα κι απλά
θα βρίσκουν πάντοτε μια θέση πάνω στα ξύλινα τραπέζια
ανάμεσα στο ψωμί
και τα εργαλεία του λαού.

Από τη συλλογή Ο άνθρωπος με το ταμπούρλο (1956) του Τάσου Λειβαδίτη

Τάσος Λειβαδίτης, Κριτική της ποίησης

Κριτική της ποίησης

[Ενότητα Στίχοι γραμμένοι σε πακέτα τσιγάρα]

Ε! τι καθόσαστε λοιπόν ποιητές
βγείτε στους δρόμους, καβαλήστε στα λεωφορεία, ανεβείτε στις αμαξοστοιχίες
να δείτε καθώς θ’ απαγγέλλετε τα τραγούδια σας
ν’ ανθίζει μες στην καρβουνόσκονη σαν έν’ άσπρο τριαντάφυλλο
το γέλιο των μηχανοδηγών.
Πηγαίντε στη λαϊκή αγορά
ανάμεσα στις φωνές και τη μυρουδιά των λαχανικών.
Είναι εκεί μια αντρογυναίκα με ξυλοπάπουτσα
που αν χαμογελάσει με τους στίχους σας
σημαίνει πως κάτι φτιάξατε στη ζωή σας.
Γιατί αυτή η αντρογυναίκα με το πλατύ, βλογιοκομμένο πρόσωπο
έχει τρία παιδιά σκοτωμένα
και δεν το ’χει σκοπό να γελάσει με μυξάρικους στίχους.
Ανεβείτε με τα πριονοπέδιλα πάνω στους στύλους του τηλέγραφου
και τραγουδήστε και ξανατραγουδήστε
και κουνώντας σαν ένα τσαλακωμένο κασκέτο την καρδιά σας
χαιρετήστε
το μέλλον.

Από τη συλλογή Ο άνθρωπος με το ταμπούρλο (1956) του Τάσου Λειβαδίτη

Τάσος Λειβαδίτης, Παραμονή Χριστουγέννων

Παραμονή Χριστουγέννων

Παγωνιά
στον ουρανό ένα χρώμα βρόμικης φανέλας
στεκόμαστε στη γραμμή
όρθιοι
κάποιος χνωτίζει τα νύχια του
κάποιος δαγκώνει τα δάχτυλά του
ένα παιδί με σπυριά δίπλα σου
δε μιλάει
κρυώνει
ένα χαρτάκι κολλημένο στο συρματόπλεγμα
κι εκείνο κρυώνει
καθώς μας πλευρίζουν τα καμιόνια
μια μυρουδιά μπενζίνας
οι πόρτες που ξανακλείνουνε
ο λοχαγός έχει δυο μάτια από κατράμι
η φωνή του μες απ’ τις μύτες του σηκωμένου γιακά
ένας-ένας
ακούει τ’ όνομά του
και βγαίνει
αντίο, αντίο
το χώμα τρίζει κάτω απ’ τις αρβύλες
κάποιος σηκώνει το χέρι του
τίποτ’ άλλο
το παιδί με τα σπυριά προχωράει
στη θέση του μένουν δυο χνάρια από αρβύλες
που σε λίγο θα σβήσει η βροχή
ένα χέρι γλιστράει το ρολόι του στην παλάμη σου
δε θα μου χρειαστεί, λέει — αντίο
το χαρτάκι κολλημένο στο συρματόπλεγμα
κρυώνει ακόμα.

Ξεκινάνε τα φορτηγά.

Είκοσι άνθρωποι κουβαριασμένοι μες σ’ ένα αντίσκηνο
δε μπορείς να σαλέψεις ούτε τη γλώσσα σου
μα είναι πολλά τα χέρια να μοιράσεις την πίκρα σου
πολλές οι ανάσες να ξεχνάς τη βροχή.
Έχει αρκετή θέση
για να πεθάνεις.

Θα κουβαλήσουμε κι απόψε το σακί της νύχτας
θα κολλήσουμε τ’ αποτσίγαρο στη μύτη της αρβύλας μας
θ’ ακουμπήσουμε την καρδιά μας σε μια διπλανή καρδιά
όπως το βράδυ ακουμπάνε οι κουβέρτες και τα όνειρά μας.

Ελάτε λοιπόν
όλοι μαζί
να φυσήξουμε αυτό το μικρό καρβουνάκι στη χόβολη της ελπίδας
τώρα που η λάμπα μας έσβησε
που νυστάζει η σκοπιά
και το στρατόπεδο φόρεσε την κουρελιασμένη χλαίνη
της ομίχλης.

Μας ήρθε μ’ ένα χαμόγελο και μια τραμβαγέρικη πατατούκα.
Του κάναμε τόπο
άπλωσε μια λινάτσα, την έστρωσε καλά καλά
και μας κοίταξε.
Φυσούσε ένας αγέρας δυνατός απ’ το Νοτιά
και το μούτρο του ήταν βλογιοκομμένο σαν ψιχαλισμένος δρόμος.
Ύστερα βράδιασε και βγάζοντας τα χέρια από τις τσέπες
μας έδωσε κάτι φτηνές μέντες
πασαλειμένες χνούδια και καπνό.
Τον πήραν νύχτα ξαφνικά και τον σκοτώσαν στο προαύλιο
η πατατούκα του πεταμένη πάνω στο χώμα
μα δάγκωνε σφιχτά στα δόντια το χαμόγελό του
μη του το πάρουν.

Μη με λες λοιπόν σύντροφο
έχω ένα σταχτί ουρανό μέσα μου
κρύβω στην τσέπη μου ένα όνειρο κουρελιασμένο
σφίγγω στα χέρια τ’ άγνωστο όνομά μου
σαν το παιδάκι που αγκαλιάζει ένα ξύλινο πόδι
ακουμπισμένο σε μια γωνιά.

Μη με λες λοιπόν σύντροφο.
Την ώρα που οι συντρόφοι μας πεθαίνουνε τραγουδώντας
την ώρα που εσύ ακονίζεις στο μίσος τη σκληρή σου παλάμη
εγώ σε προδίνω
καθώς μέσα στη νύχτα κρυώνω και φοβάμαι τη λησμονιά.

Το ξέρω, ένας σύντροφος πρέπει να ζήσει μιαν άλλη ζωή
και να πεθάνει απλά
όπως κανείς τραβάει την κουβέρτα ως τα μάτια του
κι αποκοιμιέται.

Μα όταν εγώ κι αυτούς εδώ τους στίχους τους γράφω
μήπως μιλήσουν για μένα – όχι, μη με λες σύντροφο.
Είμαι ένα τσαλακωμένο χαρτί που κόλλησε στην αρβύλα σου
καθώς
προχωράς.

Η ασετιλίνη που σφυρίζει στη γωνιά
ένα σπασμένο παράθυρο φιμωμένο με σκοτάδι.
Η σκεπή του μαγειρείου μπάζει νερά.
Βουίζει μες στις χαραμάδες ο άνεμος.
— Θωμά, πάρε τσιγάρο
και μη σκαλίζεις τα δόντια σου, Θωμά.
Μάταια ψάχνεις για ένα τριματάκι
απ’ το παλιό παιδικό χριστόψωμο.
Βουίζουνε τα φλόγιστρα του πετρελαίου. Ο Θωμάς
σφίγγει στα γόνατά του μια πατάτα
και καθαρίζει ήσυχα ήσυχα. Τ’ άλλο του χέρι είναι κομμένο.

Κοιτάμε με την άκρη του ματιού το σκοπό που μπαίνει
μ’ ένα φύσημα παγωμένου αέρα. Το σαγόνι του
θα τρέμει πίσω απ’ το χακί κασκόλ.

Σηκώνεις το γιακά της χλαίνης σου. Χιονίζει.
Μια πλάκα φωνογράφου στο Διοικητήριο. Πιο μακριά
η σιωπή. Καλή νύχτα, καλά Χριστούγεννα.
Συλλογιέσαι τ’ άστρα πίσω απ’ την καταχνιά
σκέφτεσαι πως αύριο μπορεί να σε σκοτώσουν.
Μα απόψε αυτή η φωνή είναι μια τσέπη μάλλινη
χώσε τα χέρια σου.
— Καληνύχτα, Θωμά, καλά Χριστούγεννα.

Κι η καρδιά σου φωτίζεται σαν χριστουγεννιάτικο τζάμι.

Μακρόνησος 1950

Από τη συλλογή Ο άνθρωπος με το ταμπούρλο (1956) του Τάσου Λειβαδίτη

Τάσος Λειβαδίτης & Μίκης Θεοδωράκης, Ερωτικό γράμμα (με τον Βασίλη Παπακωνσταντίνου)

Ερωτικό γράμμα (Μη χάνεις το θάρρος σου)

Ποίηση: Τάσος Λειβαδίτης
Σύνθεση, ενορχήστρωση & διεύθυνση ορχήστρας: Μίκης Θεοδωράκης
Τραγούδι: Βασίλης Παπακωνσταντίνου
Έργο: Της εξορίας (1976)

Μη χάνεις το θάρρος σου
εμείς πάντα το ξέραμε
πως δε χωράει
μέσα στους τέσσερις τοίχους
το μεγάλο μας όνειρο

Εμάς τα σπίτια μας είναι όλοι οι δρόμοι
που στα σπλάχνα τους κοιμούνται
τόσοι σκοτωμένοι

Θα θυμάμαι πάντοτε τα φιλιά σου
που κελαηδούσαν σαν πουλιά
θα θυμάμαι τα μάτια σου
φλογερά και μεγάλα
σαν δυο νύχτες έρωτα
μέσα στον άγριο πόλεμο

Πληροφορίες για τον δίσκο:

«Της εξορίας»: Με την επιστροφή του στην Ελλάδα μετά τη μεταπολίτευση, ο Μίκης Θεοδωράκης πέραν των νέων έργων που έγραφε και ηχογραφούσε με διάφορους τραγουδιστές, συνήθιζε να περνάει στη δισκογραφία και ορισμένα τραγούδια που είχε συνθέσει σε δύσκολες για τον ίδιο και τη χώρα μας εποχές και για ευνόητους λόγους είχε απαγορευτεί να κυκλοφορήσουν.
Κάποια από αυτά είναι και «Της εξορίας», όπως ονομάστηκε ο συγκεκριμένος κύκλος και είναι γραμμένα σε διαφορετικά χρονικά σημεία που όμως έχουν ένα κοινό στοιχείο: Την εξορία και τα παρεπόμενά της, τα οποία είχε βιώσει ουκ ολίγες φορές ο συνθέτης. Ορισμένα γράφτηκαν στα τέλη της δεκαετίας του ’40 όταν ο Θεοδωράκης ήταν εξόριστος στη Μακρόνησο, άλλα κατά τη διάρκεια της δικτατορίας και όλα μαζί παρουσιάστηκαν στη δισκογραφία τον Δεκέμβριο του 1976, με ερμηνευτή τον Βασίλη Παπακωνσταντίνου.
Η ερμηνεία του είναι ιδανική, μ’ ένα ύφος εντελώς διαφορετικό από εκείνο που τον έκανε πρωταγωνιστή στην ελληνική μουσική μερικά χρόνια αργότερα. Να προσθέσουμε ότι ο «Πέτρουλας» είχε ηχογραφηθεί για πρώτη φορά με τον ίδιο τον Θεοδωράκη ένα χρόνο νωρίτερα (1975) στον «Εχθρό λαό», ενώ στη δεύτερη πλευρά του δίσκου μεταξύ των τραγουδιών παρεμβάλλεται η μελωδία που αργότερα θα γίνει πασίγνωστη ως «Νύχτα μαγικιά»…

Πηγή: «Στου χρόνου τον καθρέφτη» – 1976 (άρθρο του Τάσου Κριτσιώλη στο musiccorner.gr)

Μίκης Θεοδωράκης & Τάσος Λειβαδίτης, Βρέχει στη φτωχογειτονιά (με τον Γρηγόρη Μπιθικώτση)

Βρέχει στη φτωχογειτονιά

Σύνθεση, ενορχήστρωση & διεύθυνση ορχήστρας: Μίκης Θεοδωράκης
Στίχοι: Τάσος Λειβαδίτης
Μπουζούκι: Κώστας Παπαδόπουλος & Λάκης Καρνέζης
Ερμηνεία: Γρηγόρης Μπιθικώτσης [Πρόκειται για την πρώτη εκτέλεση του τραγουδιού το 1961 στη θρυλική ταινία «Συνοικία το όνειρο» του Αλέκου Αλεξανδράκη.]
Δίσκος: Γρηγόρης Μπιθικώτσης [50 χρόνια] / Ο Γρηγόρης Μπιθικώτσης τραγουδά Μίκη Θεοδωράκη Νο 1 [1960-1964] (2005)

Μικρά κι ανήλιαγα στενά
και σπίτια χαμηλά μου
βρέχει στη φτωχογειτονιά
βρέχει και στην καρδιά μου

Αχ ψεύτη κι άδικε ντουνιά
άναψες τον καημό μου
είσαι μικρός και δε χωράς
τον αναστεναγμό μου

Οι συμφορές αμέτρητες
δεν έχει ο κόσμος άλλες
φεύγουν οι μέρες μου βαριά
σαν της βροχής τις στάλες

Αχ ψεύτη κι άδικε ντουνιά
άναψες τον καημό μου
είσαι μικρός και δε χωράς
τον αναστεναγμό μου

Μίκης Θεοδωράκης & Τάσος Λειβαδίτης, Δραπετσώνα (με τον Γρηγόρη Μπιθικώτση)

Δραπετσώνα

Σύνθεση, ενορχήστρωση & διεύθυνση ορχήστρας: Μίκης Θεοδωράκης
Στίχοι: Τάσος Λειβαδίτης
Μπουζούκι: Μανώλης Χιώτης
Ερμηνεία: Γρηγόρης Μπιθικώτσης [Πρόκειται για την πρώτη εκτέλεση του τραγουδιού το 1960 σε δίσκο 45 στροφών. Λίγο αργότερα, το 1961, συμπεριλήφθηκε στον κύκλο τραγουδιών «Πολιτεία (Α’)».]
Δίσκος: Γρηγόρης Μπιθικώτσης [50 χρόνια] / Ο Γρηγόρης Μπιθικώτσης τραγουδά Μίκη Θεοδωράκη Νο 1 [1960-1964] (2005)

Μ’ αίμα χτισμένο, κάθε πέτρα και καημός
κάθε καρφί του πίκρα και λυγμός
μα όταν γυρίζαμε το βράδυ απ’ τη δουλειά
εγώ και εκείνη όνειρα φιλιά

Το ’δερνε αγέρας κι η βροχή
μα ήταν λιμάνι κι αγκαλιά και γλυκιά απαντοχή
αχ το σπιτάκι μας, κι αυτό είχε ψυχή

Πάρ’ το στεφάνι μας, πάρ’ το γεράνι μας
στη Δραπετσώνα πια δεν έχουμε ζωή
Κράτα το χέρι μου και πάμε, αστέρι μου
εμείς θα ζήσουμε κι ας είμαστε φτωχοί

Ένα κρεβάτι και μια κούνια στη γωνιά
στην τρύπια στέγη του άστρα και πουλιά
κάθε του πόρτα ιδρώτας κι αναστεναγμός
κάθε παράθυρό του κι ουρανός

Κι όταν ερχόταν η βραδιά
μες στο στενό σοκάκι ξεφαντώναν τα παιδιά
αχ το σπιτάκι μας, κι αυτό είχε καρδιά

Πάρ’ το στεφάνι μας, πάρ’ το γεράνι μας
στη Δραπετσώνα πια δεν έχουμε ζωή
Κράτα το χέρι μου και πάμε, αστέρι μου
εμείς θα ζήσουμε κι ας είμαστε φτωχοί

Μίκης Θεοδωράκης & Τάσος Λειβαδίτης, Μάνα μου και Παναγιά (με τον Γρηγόρη Μπιθικώτση)

Μάνα μου και Παναγιά

Σύνθεση, ενορχήστρωση & διεύθυνση ορχήστρας: Μίκης Θεοδωράκης
Στίχοι: Τάσος Λειβαδίτης
Μπουζούκι: Μανώλης Χιώτης
Ερμηνεία: Γρηγόρης Μπιθικώτσης [Πρόκειται για την πρώτη εκτέλεση του τραγουδιού το 1960 σε δίσκο 45 στροφών. Λίγο αργότερα, το 1961, συμπεριλήφθηκε στον κύκλο τραγουδιών «Πολιτεία (Α’)».]
Δίσκος: Γρηγόρης Μπιθικώτσης [50 χρόνια] / Ο Γρηγόρης Μπιθικώτσης τραγουδά Μίκη Θεοδωράκη Νο 1 [1960-1964] (2005)

Ο ήλιος ήσουν κι η αυγή
της νύχτας μου φεγγάρι
της μάνας μου ήσουν η ευχή
της Παναγιάς η χάρη

Έφυγες και κλαίει ο άνεμος, το κύμα
κλαίνε τ’ άστρα κι η νυχτιά
κλαίει η μάνα μου στο μνήμα
κλαίει κλαίει κι η Παναγιά

Στον πυρετό ήσουνα δροσιά
κερί μες στο σκοτάδι
άστρο στην κοσμοχαλασιά
βασιλικός στον Άδη

Έφυγες και κλαίει ο άνεμος, το κύμα
κλαίνε τ’ άστρα κι η νυχτιά
κλαίει η μάνα μου στο μνήμα
κλαίει κλαίει κι η Παναγιά

Πήρα τους δρόμους του ουρανού (Μίκης Θεοδωράκης & Τάσος Λειβαδίτης)

Μίκης Θεοδωράκης & Τάσος Λειβαδίτης, Πήρα τους δρόμους του ουρανού (από τον Κύκλο Φαραντούρη)

Στίχοι: Τάσος Λειβαδίτης
Σύνθεση, ενορχήστρωση & διεύθυνση ορχήστρας: Μίκης Θεοδωράκης
Μπουζούκι: Κώστας Παπαδόπουλος & Λάκης Καρνέζης
Πιάνο: Γιάννης Διδίλης
Βιολοντσέλο: Σωτήρης Ταχιάτης
Κοντραμπάσο: Ανδρέας Ροδουσάκης
Φλάουτο: Σπύρος Ρέγγιος
Ερμηνεία: Μαρία Φαραντούρη
Έργο: The Ballad of Mauthausen & Six Songs (1966)

Να ’χα δυο χέρια δυο σπαθιά
να σε σκεπάσω, αγάπη μου
να μη σ’ αγγίζει ο πόνος
Να ’μουν αϊτός να ’χα φτερά
για να σε πάρω μακριά
να μη σε βρίσκει ο χρόνος

Έφυγ’ η μέρα μας πικρή
κι άρχισε να βραδιάζει
μες στο τραγούδι το αίμα μου
κόμπο τον κόμπο στάζει

Πήρα τους δρόμους του ουρανού
τα σύννεφα κυνήγησα
μίλησα με τ’ αστέρια
Έψαξα νότο και βοριά
για να σου φέρω τη χαρά
μα έμεινα μ’ άδεια χέρια

Έφυγ’ η μέρα μας πικρή
κι άρχισε να βραδιάζει
μες στο τραγούδι το αίμα μου
κόμπο τον κόμπο στάζει

Πληροφορίες για τον δίσκο:

Τα τέσσερα τραγούδια, που αποτελούν τη Μπαλάντα του Μαουτχάουζεν, βασίζονται σε γεγονότα, που βίωσε ο συγγραφέας Ιάκωβος Καμπανέλλης -ως πολιτικός κρατούμενος- στο αυστριακό στρατόπεδο συγκεντρώσεως και περιγράφει στο βιβλίο του Μαουτχάουζεν. Το έργο δεν αποτελεί μόνο μια καταδίκη στη βία και την αλλοφροσύνη του πολέμου, αλλά και έναν ύμνο στον έρωτα, που μπορεί ν’ ανθίσει ακόμη και σε ένα εφιαλτικό περιβάλλον και να κρατήσει ζωντανή την ελπίδα για ζωή.

Τα έξι τραγούδια, που συμπληρώνουν τον δίσκο, αποτελούν τον Κύκλο Φαραντούρη.
[Πηγή: ιστότοπος Μαρίας Φαραντούρη]

Νυχτώνει στα Γρεβενά (Γρηγόρης Μπιθικώτσης & Τάσος Λειβαδίτης)

Γρηγόρης Μπιθικώτσης & Τάσος Λειβαδίτης, Νυχτώνει στα Γρεβενά

Ενορχήστρωση & διεύθυνση ορχήστρας: Τάσος Καρακατσάνης
Μπουζούκι: Κώστας Παπαδόπουλος
Τραγούδι: Γρηγόρης Μπιθικώτσης & χορωδία
Δίσκος: Πατέρα μου (1979)

Νυχτώνει στα Γρεβενά, βρέχει πικρά
κι έχω να λάβω γράμμα της απ’ τις δεκαεπτά
νύχτα πικρή και πού θα βγει
σκοπός το βράδυ στην πύλη πάλι επτά μ’ εννέα
άσε να ονειρευτώ ότι φιλάω την Αννιώ
μη με ξυπνάς, κυρ-δεκανέα

Νυχτώνει στα Γρεβενά, βρέχει ξανά
και γράμμα ακόμα δεν ήρθε, Θεέ μου, εδώ ψηλά
ας κοιμηθώ να ξεχαστώ
σκοπός το βράδυ στην πύλη πάλι επτά μ’ εννέα
άσε να ονειρευτώ ότι φιλάω την Αννιώ
μη με ξυπνάς, κυρ-δεκανέα

Μη μου λες γιατί ξεχνάω, Βρέχει στη φτωχογειτονιά & Ο μπαγλαμάς / Ο Κώστας Παπαδόπουλος στη ΝΕΤ

Κώστας Σκαρβέλης, Μη μου λες γιατί ξεχνάω (μπουζούκι: Κώστας Παπαδόπουλος & Δημήτρης Χιονάς – τραγούδι: Σοφία Εμφιετζή & Κώστας Μάντζιος)
Μίκης Θεοδωράκης & Τάσος Λειβαδίτης, Βρέχει στη φτωχογειτονιά (μπουζούκι: Κώστας Παπαδόπουλος & Δημήτρης Χιονάς – τραγούδι: Νίκος Δημητράτος)
Γιάννης Σπανός & Λευτέρης Παπαδόπουλος, Ο μπαγλαμάς (μπουζούκι: Κώστας Παπαδόπουλος & Δημήτρης Χιονάς – τραγούδι: Νίκος Δημητράτος)

Το φθινόπωρο του 2007, η ΝΕΤ (εκπομπή Στην υγειά μας) παρουσίασε ένα αφιέρωμα στον σπουδαιότερο σύγχρονο σολίστα του μπουζουκιού, τον Κώστα Παπαδόπουλο. Είχε προηγηθεί στην αρχή της ίδιας χρονιάς η έκδοση του βιβλίου Κώστας Παπαδόπουλος – ο Παγκανίνι του μπουζουκιού (Νέαρχος Γεωργιάδης & Τάνια Ραχματούλινα, εκδόσεις Σύγχρονη Εποχή).

Αξίζει να παρακολουθήσουμε όλοι μας άλλη μια φορά αυτή την εκπομπή και κυρίως τον ίδιο τον Κώστα Παπαδόπουλο όταν παίζει κι όταν μιλάει. Για να μάθουμε ακόμα καλύτερα με ποιον έχουμε να κάνουμε. Για να διαπιστώσουμε πόσο πραγματικά και γνήσια δικός μας άνθρωπος είναι. Μα, και για να συνειδητοποιήσουμε πόσο ψηλά μπορούμε να φτάσουμε σε ό,τι αγαπάμε ακολουθώντας πιστά τη δικιά του συνταγή, αυτήν που εφαρμόζει απαρέγκλιτα σ’ όλη του τη ζωή ανεξαρτήτως κόστους.

Τα υλικά; Εφτά μόνο, όσα και τα θαύματα της αρχαιότητας (μάλλον το νούμερο δεν είναι τυχαίο): ταλέντο, καλαισθησία, μεράκι, μόχθος, ευαισθησία, ήθος και αξιοπρέπεια.

Καλή μας διασκέδαση ή μάλλον καλή μας ψυχαγωγία!

Δραπετσώνα & Της δικαιοσύνης ήλιε / Ο Κώστας Παπαδόπουλος στη ΝΕΤ

Μίκης Θεοδωράκης & Τάσος Λειβαδίτης, Δραπετσώνα
Οδυσσέας Ελύτης & Μίκης Θεοδωράκης, Της δικαιοσύνης ήλιε
(μπουζούκι: Κώστας Παπαδόπουλος & Δημήτρης Χιονάς – τραγούδι: Νίκος Δημητράτος)

Το φθινόπωρο του 2007, η ΝΕΤ (εκπομπή Στην υγειά μας) παρουσίασε ένα αφιέρωμα στον σπουδαιότερο σύγχρονο σολίστα του μπουζουκιού, τον Κώστα Παπαδόπουλο. Είχε προηγηθεί στην αρχή της ίδιας χρονιάς η έκδοση του βιβλίου Κώστας Παπαδόπουλος – ο Παγκανίνι του μπουζουκιού (Νέαρχος Γεωργιάδης & Τάνια Ραχματούλινα, εκδόσεις Σύγχρονη Εποχή).

Αξίζει να παρακολουθήσουμε όλοι μας άλλη μια φορά αυτή την εκπομπή και κυρίως τον ίδιο τον Κώστα Παπαδόπουλο όταν παίζει κι όταν μιλάει. Για να μάθουμε ακόμα καλύτερα με ποιον έχουμε να κάνουμε. Για να διαπιστώσουμε πόσο πραγματικά και γνήσια δικός μας άνθρωπος είναι. Μα, και για να συνειδητοποιήσουμε πόσο ψηλά μπορούμε να φτάσουμε σε ό,τι αγαπάμε ακολουθώντας πιστά τη δικιά του συνταγή, αυτήν που εφαρμόζει απαρέγκλιτα σ’ όλη του τη ζωή ανεξαρτήτως κόστους.

Τα υλικά; Εφτά μόνο, όσα και τα θαύματα της αρχαιότητας (μάλλον το νούμερο δεν είναι τυχαίο): ταλέντο, καλαισθησία, μεράκι, μόχθος, ευαισθησία, ήθος και αξιοπρέπεια.

Καλή μας διασκέδαση ή μάλλον καλή μας ψυχαγωγία!

Η γνωριμία με τον Λάκη Καρνέζη / Ο Κώστας Παπαδόπουλος στον 902 TV

Η γνωριμία με τον Λάκη Καρνέζη

Μίκης Θεοδωράκης & Τάσος Λειβαδίτης, Δραπετσώνα (τραγούδι: Κώστας Μάντζιος)

Τον Δεκέμβρη του 2007, ο Πάρης Μήτσου κάνει αφιέρωμα στον Κώστα Παπαδόπουλο και την πορεία του εδώ και μισό αιώνα στη μουσική της χώρας μέσα από την εκπομπή του «Τα παντελόνια είναι περίεργα ρούχα» στον σταθμό 902 TV. Μαζί του βρίσκεται στο στούντιο ο Βαγγέλης Κορακάκης, ως εκπρόσωπος της νεότερης γενιάς μουσικών που ασχολούνται με το τρίχορδο και, πρωτίστως, δεδηλωμένος θαυμαστής του Κώστα Παπαδόπουλου.

Το αφιέρωμα καλύφτηκε με δύο εκπομπές. Στην πρώτη συμμετέχουν ο Κώστας Παπαδόπουλος (μπουζούκι), ο Κώστας Σταυρόπουλος (κιθάρα), ο Αντώνης Τζήκας (μπάσο), η Σοφία Εμφιετζή (τραγούδι) και ο Κώστας Μάντζιος (τραγούδι, μπαγλαμάς).