Κ. Π. Καβάφης, Θερμοπύλες

Θερμοπύλες

Τιμή σ’ εκείνους όπου στην ζωήν των
όρισαν και φυλάγουν Θερμοπύλες.
Ποτέ από το χρέος μη κινούντες∙
δίκαιοι κι ίσιοι σ’ όλες των τες πράξεις,
αλλά με λύπη κιόλας κι ευσπλαχνία∙
γενναίοι οσάκις είναι πλούσιοι, κι όταν
είναι πτωχοί, πάλ’ εις μικρόν γενναίοι,
πάλι συντρέχοντες όσο μπορούνε∙
πάντοτε την αλήθεια ομιλούντες,
πλην χωρίς μίσος για τους ψευδομένους.

Και περισσότερη τιμή τούς πρέπει
όταν προβλέπουν (και πολλοί προβλέπουν)
πως ο Εφιάλτης θα φανεί στο τέλος,
κι οι Μήδοι επί τέλους θα διαβούνε.

[1903]

Από τη συγκεντρωτική έκδοση Κ. Π. Καβάφης, Ποιήματα εν όλω (εκδ. Μοντέρνοι Καιροί, 1998)

Advertisements

Κ. Π. Καβάφης, Οι ψυχές των γερόντων

Οι ψυχές των γερόντων

Μες στα παλιά τα σώματά των τα φθαρμένα
κάθονται των γερόντων οι ψυχές.
Τι θλιβερές που είναι οι πτωχές
και πώς βαριούνται τη ζωή των την άθλια που τραβούνε.
Πώς τρέμουν μην την χάσουνε και πώς την αγαπούνε
η σαστισμένες κι αντιφατικές
ψυχές, που κάθονται –κωμικοτραγικές–
μες στα παλιά των τα πετσιά τ’ αφανισμένα.

[1901]

Από τη συγκεντρωτική έκδοση Κ. Π. Καβάφης, Ποιήματα εν όλω (εκδ. Μοντέρνοι Καιροί, 1998)

Κ. Π. Καβάφης, Το πρώτο σκαλί

Το πρώτο σκαλί

Εις τον Θεόκριτο παραπονιούνταν
μια μέρα ο νέος ποιητής Ευμένης∙
«Τώρα δυο χρόνια πέρασαν που γράφω
κι ένα ειδύλλιο έκαμα μονάχα.
Το μόνον άρτιόν μου έργον είναι.
Αλίμονον, είν’ υψηλή το βλέπω,
πολύ υψηλή της Ποιήσεως η σκάλα∙
κι απ’ το σκαλί το πρώτο εδώ που είμαι
ποτέ δεν θ’ ανεβώ ο δυστυχισμένος».
Είπ’ ο Θεόκριτος∙ «Αυτά τα λόγια
ανάρμοστα και βλασφημίες είναι.
Κι αν είσαι στο σκαλί το πρώτο, πρέπει
να ’σαι υπερήφανος κι ευτυχισμένος.
Εδώ που έφθασες, λίγο δεν είναι∙
τόσο που έκαμες, μεγάλη δόξα.
Κι αυτό ακόμη το σκαλί το πρώτο
πολύ από τον κοινό τον κόσμο απέχει.
Εις το σκαλί για να πατήσεις τούτο
πρέπει με το δικαίωμά σου να ’σαι
πολίτης εις των ιδεών την πόλη.
Και δύσκολο στην πόλη εκείνην είναι
και σπάνιο να σε πολιτογραφήσουν.
Στην αγορά της βρίσκεις Νομοθέτας
που δεν γελά κανένας τυχοδιώκτης.
Εδώ που έφθασες, λίγο δεν είναι∙
τόσο που έκαμες, μεγάλη δόξα».

[1899]

Από τη συγκεντρωτική έκδοση Κ. Π. Καβάφης, Ποιήματα εν όλω (εκδ. Μοντέρνοι Καιροί, 1998)

Κ. Π. Καβάφης, Ένας γέρος

Ένας γέρος

Στου καφενείου του βοερού το μέσα μέρος
σκυμμένος στο τραπέζι κάθετ’ ένας γέρος∙
με μιαν εφημερίδα εμπρός του, χωρίς συντροφιά.

Και μες στων άθλιων γηρατειών την καταφρόνια
σκέπτεται πόσο λίγο χάρηκε τα χρόνια
που είχε και δύναμη, και λόγο, κι εμορφιά.

Ξέρει που γέρασε πολύ∙ το νιώθει, το κοιτάζει.
Κι εν τούτοις ο καιρός που ήταν νέος μοιάζει
σαν χθες. Τι διάστημα μικρό, τι διάστημα μικρό.

Και συλλογιέται η Φρόνησις πως τον εγέλα∙
και πως την εμπιστεύονταν πάντα –τι τρέλα!–
την ψεύτρα που έλεγε∙ «Αύριο. Έχεις πολύν καιρό».

Θυμάσαι ορμές που βάσταγε∙ και πόση
χαρά θυσίαζε. Την άμυαλή του γνώση
κάθ’ ευκαιρία χαμένη τώρα την εμπαίζει.

… Μα απ’ το πολύ να σκέπτεται και να θυμάται
ο γέρος εζαλίσθηκε. Κι αποκοιμάται
στου καφενείου ακουμπισμένος το τραπέζι.

[1897]

Από τη συγκεντρωτική έκδοση Κ. Π. Καβάφης, Ποιήματα εν όλω (εκδ. Μοντέρνοι Καιροί, 1998)

Κ. Π. Καβάφης, Τείχη

Τείχη

Χωρίς περίσκεψιν, χωρίς λύπην, χωρίς αιδώ
μεγάλα κι υψηλά τριγύρω μου έκτισαν τείχη.

Και κάθομαι και απελπίζομαι τώρα εδώ.
Άλλο δεν σκέπτομαι: τον νουν μου τρώγει αυτή η τύχη∙

διότι πράγματα πολλά έξω να κάμω είχον.
Α όταν έκτιζαν τα τείχη πώς να μην προσέξω.

Αλλά δεν άκουσα ποτέ κρότον κτιστών ή ήχον.
Ανεπαισθήτως μ’ έκλεισαν από τον κόσμον έξω.

[1897]

Από τη συγκεντρωτική έκδοση Κ. Π. Καβάφης, Ποιήματα εν όλω (εκδ. Μοντέρνοι Καιροί, 1998)