Μαρία Ζαβιανέλη-Διαμαντάκη, Στην αγκαλιά του καλοκαιριού

Στην αγκαλιά του καλοκαιριού

Δες με, σου άπλωσα το χέρι…
Μεθυσμένο ξωτικό γίνομαι σου γδέρνω απαλά
τον αυχένα και την πλάτη
για να έχεις σημάδια μαγεμένα!
Άγγιξέ με, να δεις πως έχω κορμί κέδρου
και δέρμα από απαλή αμμούδα.
Και όποτε νιώσω καταιγίδα βαθιά
τις ρίζες μου απλώνω και όποτε
οσμή από θύελλα μυρίσω στο πέλαγος
απλώνω τα φτερά μου.
Μετέωρος μες στου ουρανού
το στόμα, κρεμάμενος στου κόσμου τη βουή
έχω προσκέφαλο γαλάζια φύκια
και στα ποδάρια μου τα λόγια του βυθού.
Σε ό,τι αγαπώ είμαι κρυμμένος
στα χέρια του καλοκαιριού στάχυ, αγκάθι,
μπλε σταφύλι, άρωμα είμαι δειλινού!
Μόνο μη πεις πως δεν με είδες!
Μόνο μη κλάψεις αν χαθώ!
Άνοιξε αργά το παραθύρι σφοδρή η
ορμή μου να χυθεί για να φουσκώσουν οι κουρτίνες
στους τοίχους να ζωγραφιστεί
η λάμψη απ’ των ματιών τις κόρες
μες στο δωμάτιο να απλωθεί!
Δες με, σου άπλωσα το χέρι…

Ανέκδοτο και αδημοσίευτο ποίημα (2009) της Μαρίας Ζαβιανέλη-Διαμαντάκη

Advertisements

Μαρία Ζαβιανέλη-Διαμαντάκη, Εξωτικό

Κώστας Μουντάκης, Θάλασσα (με τον Γιάννη Πάριο)

Εξωτικό

To καλαφάτισα το καράβι μου,
όρθιο στους πολυήμερους κυκλώνες,
στις ατέλειωτες απανεμιές…
σαν το κορμί μου, γενναίο σκαρί,
στην ενέδρα, στο ναυάγιο!
Χωρίς σκουλήκι οι σανίδες του
φρεσκοβαμμένο, με κόφες καινούργιες
στέρεο λινό για τα πανιά του το όνειρό μου…
Πολεμιστής εγώ θαλασσοπόρος
για σένα
στην παγωνιά και στο λιοπύρι θα αφεθώ…
Ένα στολίδι από ελεφαντοκόκαλο του Σιάμ,
θ’ αφήσω στα μαλλιά σου
στους ώμους σου κασμίρι Βεγγάλης
θ’ ακουμπήσω…
Ηδυπαθή μόσχο στη λακκούβα του λαιμού
ροδέλαιο στον καρπό σου
λευκό μαργαριτάρι της Κεϋλάνης
εκεί…
στο χώρισμα του στήθους.
Απλωμένα τα κορμιά μας πάνω
στις κανελιές του Τιντόρε,
μυρωμένες αγκαλιές πάνω
στις πιπεριές του Μαλαμπάρ φιλιά
σε μπαχαρένιο περιβάλλον…
Μαζί θα σε έχω, βελουδένιο μου άρωμα
και αν ο θαλασσινός αέρας κροταλίσει
πάνω στο φινιστρίνι…
δεν φοβάμαι.
Το στόμα σου δικιά μου αναπνοή
πυκνό άρωμα μαύρου φρούτου,
βατόμουρο ρουμπινί, δαμάσκηνο,
αγκαλιασμένο με νότες ξωτικιάς βανίλιας.
Μέσα στο αίμα μου γράφεις
με ανταύγειες ζωής,
βαθιά μπλάβα ρότα.
Τι θα ήταν το ταξίδι μου χωρίς την αυγή
της σκέψης σου,
αναπνοή μου μεταξένια
γεύση μαύρου καπνού, μύρου και θάλασσας…

Ανέκδοτο ποίημα (Αύγουστος 2007) της Μαρίας Ζαβιανέλη-Διαμαντάκη

Μαρία Ζαβιανέλη-Διαμαντάκη, Η ερωτευμένη θάλασσά μου


Πηγή: wikimedia.org

Η ερωτευμένη θάλασσά μου

Κοράλλια και μαργαριτάρια στολίζουν την κάμαρά μου,
θαλάσσιες μοβ οι ανεμώνες ανθίζουν πάνω στα σεντόνια
και το μικρό μου το κρεβάτι γενναίο γίνεται σκαρί!
H λαβωμένη θάλασσά μου τον πόνο κρύβει στον αχό της
και τα αλμυρά τα δάκρυά της κύματα είναι ασημένια
μα είναι το σκάφος μου γλαρόνι με τα κατάλευκα φτερά του
ανοίγω τα πανιά και να ’μαι μες στα μαβιά τα χρώματα της.
Την νανουρίζω τυλιγμένη με φύκια και ασημιά κοχύλια…
Θαλασσοπούλια, ησυχάστε – κοιμήθηκε, μην την τρομάζετε
γιατί ερωτεύτηκε η γλυκιά μου τον Βέγα το λευκό αστέρι
που βρίσκεται πολύ μακριά της και έτσι ποτέ δεν θα ειδωθούνε
κι ούτε φιλιά θ’ ανταλλάξουν!
Μα, σαν μερώσει ο μαΐστρος, βιράρω τις καδένες φεύγω
κι εκείνη μέσα στα όνειρά της ερωτευμένη ταξιδεύει!

Αδημοσίευτο και ανέκδοτο ποίημα (2008) της Μαρίας Ζαβιανέλη-Διαμαντάκη

Μαρία Ζαβιανέλη-Διαμαντάκη, Στη Μεσόγειο


Πηγή: wikipedia

Στη Μεσόγειο

Πόσο μακριά η Λισμπόα απ’ τ’ Αγκριτζέντο;
Το Μπονιφάτσιο απ’ τη Βαλέτα πόσα μίλια;
Περνά ο ήλιος μέσα απ’ τ’ αλμυρίκια…
Στα λιόφυτα γελούν οι κοπελιές.
Ετούτη η θάλασσα στολίδι, ιριδίζει.
Δίχτυ χρυσό απλώνω και την κλείνω.
Της κλέβω θαλασσόχορτα, φύκια, μαργαριτάρια.
Στολίζω όλα τ’ όνειρα με κρόκους και κρινάκια.
Απόσταγμα λευκό κρασί, σε χρυσαφένιο τάσι.
Μέλι το σύκο, το φιλί, γλυκόστυφο κυδώνι.
Ετούτη η αύρα τραγουδά, ταξίδια όλο μου τάζει.
Σαλεύει ο έρωτας, τρέχει στα καλντερίμια,
άπλετο φως, σε μια ματιά, σε ένα κορμί.
Σε δέρμα ηλιοκαμένο παιχνιδίζει,
σε χάρτες σχέδια ξεκινά.
Πόσο μακριά το Αιάκειο από την Πάφο;
Το Κάλιαρι από το Ρέθυμνο, αλήθεια;
Ναι, σε είδα ένα τριαντάφυλλο κλεφτά να το μυρίζεις…
Όμορφος και περήφανος όπως σου ταιριάζει,
μέσα σε κήπους ξωτικούς, της Μεσογείου αγέρα…

Από τη συλλογή Κύματα (2007) της Μαρίας Ζαβιανέλη-Διαμαντάκη

Μαρία Ζαβιανέλη-Διαμαντάκη, Η δική σου μέρα


Αλμυρίκι
Πηγή: wikipedia

Η δική σου μέρα

Θα τα δεις! Καράβια, με περήφανα πανιά!
Θα ’ναι η μέρα καθάρια και η ψυχή σου ήρεμη…
Τόσο γαλήνια που θα μπορείς να αφουγκραστείς
τον αφρό που σπάει στην πλώρη τους.
Ύστερα κύματα πελώρια θα ακούσεις
να σπάζουν σε χίλια μικρά κομμάτια αργά-αργά
να στάζει η αλμύρα τους πάνω στο ξύλο.
Ω! Πάνω στο ξύλο του κολλά και το συντροφεύει στο ταξίδι.
Κοίτα, η μέρα κυλάει σταγόνα-σταγόνα.
Άφησέ την να πέσει στην παλάμη σου!
Κράτα την, χάιδεψέ την!
Ένα μυροβόλο αλμυρίκι, στο χέρι σου
χαράζει το δρόμο για την θάλασσα.
Άξιος είσαι, τυχερός που τα λευκά σου πανιά –
όνειρα ανέμελα θα τεντωθούν στα φιλιά του αέρα.
Μην τα προδώσεις στους βοριάδες που καρτερούν
να μην τα παραδώσεις!

Από τη συλλογή Κύματα (2007) της Μαρίας Ζαβιανέλη-Διαμαντάκη

Μαρία Ζαβιανέλη-Διαμαντάκη, Στην ομορφιά που χάνεται

Στην ομορφιά που χάνεται

Καθισμένη στου κάστρου την αγκάλη
το πέλαγος αγναντεύει νωχελικά
λουσμένη μέσα στο χρυσό γέλιο της μέρας.
Είκοσι ερωτικοί Μάηδες περάσανε
μέσα στο λακκάκι του λαιμού της
αναστενάξανε από πόθο μα και
ο νοτιάς στα λυτά μαύρα μαλλιά χόρεψε,
έρωτας έγινε που με ένα σερμπέτι φιλί την αγάπησε!
Δεν έμαθα το όνομα της ίσως να την λέγανε Μαρία
Εσθήρ ή Νεσχάν –λουλούδι του ωκεανού–
μα θαρρώ πως την είδα ξανά καθώς μέσα στα στενά της πόλης
και όπως έτσι αμέριμνη θαύμαζε την ομορφιά τούτης της γης
ο ουρανός τη μορφή της καθρέφτιζε παντού μέσα σε όλα…
Είχε στο στόμα της γεύση από μέλι –από την γη της Θάσου
και εκεί στην άκρη της γλώσσας της άρωμα– μελωμένο ροδάκινο
φλογερός κρόκος πολύτιμος χρυσάφι τα μαλλιά της,
που μέσα τους χορεύανε τα πλοκάμια του ήλιου της Βεργίνας.
Και όταν περιπλανιέμαι μέσα στην τόση ασχήμια της ζωής
βλάσφημος γίνομαι και λέω πως τίποτα πια δεν υπάρχει.
Πως έσβησε η ομορφιά, σε άλλους τόπους πήγε…
Μα εκείνη πότε σαν αγριοτριανταφυλλιά
στη Μακεδονική γη ανθίζει,
και άλλοτε άγγελος -χορευτής στο ιερό της εκκλησιάς
του Αϊ-Δημήτρη φτερουγίζει!
Όχι! δεν πρόδωσε τον τόπο μας
μα είναι καλά κρυμμένη, με την καθάρια σου ματιά
έλα και αντίκρισέ την!

Ανέκδοτο και αδημοσίευτο ποίημα (2000) της Μαρίας Ζαβιανέλη-Διαμαντάκη