Οδυσσέας Ελύτης, Δολώματα για τον κανένα

Δολώματα για τον κανένα

Ένα τριαντάφυλλο που γίνεται ποίηση μπορεί να σε συντρίψει πολύ περισσότερο από μια γροθιά που δεν γίνεται ποίηση. Μυριάδες λόγια μαραίνονται στα κόκκινα βιβλία, όταν ένα απλό κοριτσάκι πυροβολεί.

Καθώς φαίνεται, ακόμη και για ν’ αποτραπούν καθεστώτα –τι θρίαμβος– χρειάζεται η καλή ποιότητα.

Μέσα στη θλίψη της απέραντης μετριότητας που μας πνίγει από παντού, παρηγοριέμαι ότι κάπου, σε κάποιο καμαράκι, κάποιοι πεισματάρηδες αγωνίζονται να εξουδετερώσουν τη φθορά. Με πλήρη επίγνωση ότι μια μέρα ο πλανήτης αυτός θα καταψυχθεί ή θ’ αναφλεγεί μαζί με τα επιτεύγματά τους.

Άλλης λογής ήρωες, που, αυτοί, θα βγάλουν ασπροπρόσωπη την ποτέ ανθρωπότητα.

Ενότητα «Τα μικρά έψιλον» από τη συλλογή κειμένων Εν λευκώ (εκδ. Ίκαρος, Δεκέμβρης 1992) του Οδυσσέα Ελύτη

Advertisements

Οδυσσέας Ελύτης, Περασμένα μεσάνυχτα

Περασμένα μεσάνυχτα

Περασμένα μεσάνυχτα σ’ όλη μου τη ζωή

Σαν σε χαμηλωμένο Γαλαξία το κεφάλι μου βαρύ
Κοιμούνται οι άνθρωποι με τ’ ασημένιο πρόσωπο∙ άγιοι
Που άδειασαν από τα πάθη κι ολοένα τους φυσάει ο αέρας μακριά
Στον κάβο του Μεγάλου Κύκνου. Ποιος ευτύχησε, ποιος όχι
Και ύστερα;
Ίσα τερματίζουμε όλοι στερνά μένουν
Ένα σάλιο πικρό και στο αξύριστό σου πρόσωπο
Χαραγμένα ψηφία ελληνικά που το ένα στο άλλο ν’ αρμοστούν αγωνίζονται ώστε
Η λέξη της ζωής σου η μία εάν…

Περασμένα μεσάνυχτα σ’ όλη μου τη ζωή

Περνάν τα οχήματα της Πυροσβεστικής, για ποιαν από τις πυρκαγιές
Κανείς δεν ξέρει. Σ’ ένα δωμάτιο τέσσερα επί πέντε ντουμάνιασε ο καπνός. Προεξέχουν μόνο
Η κόλλα το χαρτί και η γραφομηχανή μου. Πλήκτρα
Χτυπά ο Θεός και αμέτρητα είναι τα βάσανα έως το ταβάνι
Κοντά να ξημερώσει
μια στιγμή φανερώνονται οι αχτές με κάθετα
Πάνω τους τα βουνά σκούρα και μοβ. Αλήθεια θα ’ναι φαίνεται ότι
Ζω για τότε που δεν θα υπάρχω

Περασμένα μεσάνυχτα σ’ όλη μου τη ζωή

Κοιμούνται οι άνθρωποι στο ’να τους πλευρό, τ’ άλλο τους
Ανοιχτό να βλέπεις που ανεβαίνει κύματα
Κύματα η ζωή και να ’ναι τεντωμένο το χέρι σου
Σαν του νεκρού τη στιγμή που του παίρνεται η πρώτη αλήθεια.

Από τη συλλογή τα ελεγεία της οξώπετρας (1991) του Οδυσσέα Ελύτη

Οδυσσέας Ελύτης, Μυρίσαι το άριστον (XIV: Τα ανώτερα μαθηματικά μου τα έκανα στο Σχολείο της θάλασσας)

Οδυσσέας Ελύτης & Δημήτρης Λάγιος, Όμορφη και παράξενη πατρίδα
(τραγούδι: Γιώργος Νταλάρας / δίσκος: Ο ήλιος ο ηλιάτορας (1983))

[Ενότητα Μυρίσαι το άριστον]

XIV

Τα ανώτερα μαθηματικά μου τα έκανα στο Σχολείο της θάλασσας. Ιδού και μερικές πράξεις για παράδειγμα:

1. Εάν αποσυνδέσεις την Ελλάδα, στο τέλος θα δεις να σου απομένουν μια ελιά, ένα αμπέλι κι ένα καράβι. Που σημαίνει: με άλλα τόσα την ξαναφτιάχνεις.

2. Το γινόμενο των μυριστικών χόρτων επί την αθωότητα δίνει πάντοτε το σχήμα κάποιου Ιησού Χριστού.

3. Η ευτυχία είναι η ορθή σχέση ανάμεσα στις πράξεις (σχήματα) και στα αισθήματα (χρώματα). Η ζωή μας κόβεται, και οφείλει να κόβεται, στα μέτρα που έκοψε τα χρωματιστά χαρτιά του ο Matisse.

4. Όπου υπάρχουν συκιές υπάρχει Ελλάδα. Όπου προεξέχει το βουνό απ’ τη λέξη του υπάρχει ποιητής. Η ηδονή δεν είναι αφαιρετέα.

5. Ένα δειλινό στο Αιγαίο περιλαμβάνει τη χαρά και τη λύπη σε τόσο ίσες δόσεις που δε μένει στο τέλος παρά η αλήθεια.

6. Κάθε πρόοδος στο ηθικό επίπεδο δεν μπορεί παρά να είναι αντιστρόφως ανάλογη προς την ικανότητα που έχουν η δύναμη κι ο αριθμός να καθορίζουν τα πεπρωμένα μας.

7. Ένας «Αναχωρητής» για τους μισούς είναι, αναγκαστικά, για τους άλλους μισούς, ένας «Ερχόμενος».

Από τη συλλογή Ο μικρός Ναυτίλος (1988) του Οδυσσέα Ελύτη

Πηγή: συγκεντρωτική έκδοση Οδυσσέας Ελύτης, Ποίηση (εκδ. Ίκαρος, 2002)

Οδυσσέας Ελύτης, Μυρίσαι το άριστον (IV: Την άνοιξη δεν τη βρήκα)


Sandro Botticelli, Primavera (c. 1482 / Tempera on panel, 203 cm × 314 cm)
Uffizi, Florence
Πηγή: wikipedia

[Ενότητα Μυρίσαι το άριστον]

IV

Την άνοιξη δεν τη βρήκα τόσο στους αγρούς ή, έστω, σ’ έναν Botticelli όσο σε μια μικρή Βαϊφόρο κόκκινη. Έτσι και μια μέρα, τη θάλασσα την ένιωσα κοιτάζοντας μια κεφαλή Διός.
Όταν ανακαλύψουμε τις μυστικές σχέσεις των εννοιών και τις περπατήσουμε σε βάθος θα βγούμε σ’ ένα άλλου είδους ξέφωτο που είναι η Ποίηση. Και η Ποίηση πάντοτε είναι μία, όπως ένας είναι ο ουρανός. Το ζήτημα είναι από πού βλέπει κανείς τον ουρανό.

Εγώ τον έχω δει από καταμεσής της θάλασσας.

Από τη συλλογή Ο μικρός Ναυτίλος (1988) του Οδυσσέα Ελύτη

Πηγή: συγκεντρωτική έκδοση Οδυσσέας Ελύτης, Ποίηση (εκδ. Ίκαρος, 2002)

Οδυσσέας Ελύτης, Το Μαγισσάκι

Οδυσσέας Ελύτης & Νένα Βενετσάνου, Το Μαγισσάκι (δίσκος: Νέα γη (1996))

Το Μαγισσάκι

[Ενότητα Τ’ αφανέρωτα]

Από τους χρόνους τους παλιούς
το ’χω βαθύ μεράκι
να βγω στις πέρα θάλασσες
να βρω το Μαγισσάκι

Τ’ άπιαστο σαν αερικό
στην εμορφιά του Μάης
που αν κάνεις να τον μυριστείς
αλίμονό σου — εκάης

Έβγα έβγα Μαγισσάκι
χτύπα χτύπα το ραβδάκι
Ντο και ρε και μι και φα
μες στα ροζ τα σύννεφα

Τι ζουμπούλια και τι κρίνα
Τι και τούτα τι κι εκείνα
Ντο και ρε και φα και μι
φούχτα μου και δύναμη

Ποιος θα μου δώκει δύναμη
κι ένα μακρύ καμάκι
να βγω στις πέρα θάλασσες
να βρω το Μαγισσάκι

Που ’ναι σπηλιά του ο ουρανός
άγγελος η μαμά του
κι αφρός το φουστανάκι του
στην άκρια του κυμάτου

Χτύπα χτύπα το ραβδάκι
χύνε το νερό στ’ αυλάκι
Φα και ρε και μι και ντο
μες στο μπλε το ξάγναντο

Τα παπιά και τα βαπόρια
παν μαζί και πάνε χώρια
έξι τέσσερα κι οχτώ
γούρι μου και φυλαχτό

Ανοίξτε πύλες κι εκκλησιές
ν’ ανάψω ένα κεράκι
να κάνει θαύμα στα κρυφά
για μέ το Μαγισσάκι

Που να κοιμάμαι ξυπνητός
να τρέχω ξαπλωμένος
και να με λεν χωρίς καρδιά
μα να ’μαι ερωτευμένος

Από τη συλλογή Τα ρω του έρωτα (1973) του Οδυσσέα Ελύτη

Οδυσσέας Ελύτης, Το μονόγραμμα (III)

Το μονόγραμμα

III

Έτσι μιλώ για σένα και για μένα

Επειδή σ’ αγαπώ και στην αγάπη ξέρω
Να μπαίνω σαν Πανσέληνος
Από παντού, για το μικρό το πόδι σου μες στ’ αχανή σεντόνια
Να μαδάω γιασεμιά – κι έχω τη δύναμη
Αποκοιμισμένη, να φυσώ να σε πηγαίνω
Μέσ’ από φεγγερά περάσματα και κρυφές της θάλασσας στοές
Υπνωτισμένα δέντρα με αράχνες που ασημίζουνε

Ακουστά σ’ έχουν τα κύματα
Πώς χαϊδεύεις, πώς φιλάς
Πώς λες ψιθυριστά το «τι» και το «ε»
Τριγύρω στο λαιμό στον όρμο
Πάντα εμείς το φως κι η σκιά

Πάντα εσύ τ’ αστεράκι και πάντα εγώ το σκοτεινό πλεούμενο
Πάντα εσύ το λιμάνι κι εγώ το φανάρι το δεξιά
Το βρεμένο μουράγιο και η λάμψη επάνω στα κουπιά

Ψηλά στο σπίτι με τις κληματίδες
Τα δετά τριαντάφυλλα, το νερό που κρυώνει
Πάντα εσύ το πέτρινο άγαλμα και πάντα εγώ η σκιά που μεγαλώνει
Το γερτό παντζούρι εσύ, ο αέρας που το ανοίγει εγώ
Επειδή σ’ αγαπώ και σ’ αγαπώ
Πάντα εσύ το νόμισμα κι εγώ η λατρεία που το εξαργυρώνει:

Τόσο η νύχτα, τόσο η βοή στον άνεμο
Τόσο η στάλα στον αέρα, τόσο η σιγαλιά
Τριγύρω η θάλασσα η δεσποτική
Καμάρα τ’ ουρανού με τ’ άστρα
Τόσο η ελάχιστή σου αναπνοή

Που πια δεν έχω τίποτε άλλο
Μες στους τέσσερις τοίχους, το ταβάνι, το πάτωμα
Να φωνάζω από σένα και να με χτυπά η φωνή μου
Να μυρίζω από σένα και ν’ αγριεύουν οι άνθρωποι
Επειδή το αδοκίμαστο και το απ’ αλλού φερμένο
Δεν τ’ αντέχουν οι άνθρωποι κι είναι νωρίς, μ’ ακούς
Είναι νωρίς ακόμη μες στον κόσμο αυτόν αγάπη μου

Να μιλώ για σένα και για μένα.

Από τη συλλογή Το μονόγραμμα (1972) του Οδυσσέα Ελύτη

Οδυσσέας Ελύτης, Το μονόγραμμα (II)

Το μονόγραμμα

II

Πενθώ τον ήλιο και πενθώ τα χρόνια που έρχονται
Χωρίς εμάς και τραγουδώ τ’ άλλα που πέρασαν
Εάν είναι αλήθεια

Μιλημένα τα σώματα και οι βάρκες που έκρουσαν γλυκά
Οι κιθάρες που αναβόσβησαν κάτω από τα νερά
Τα «πίστεψέ με» και τα «μη»
Μια στον αέρα, μια στη μουσική

Τα δύο μικρά ζώα, τα χέρια μας
Που γύρευαν ν’ ανέβουνε κρυφά το ένα στο άλλο
Η γλάστρα με το δροσαχί στις ανοιχτές αυλόπορτες
Και τα κομμάτια οι θάλασσες που ερχόντουσαν μαζί
Πάνω από τις ξερολιθιές, πίσω από τους φράχτες
Την ανεμώνα που κάθισε στο χέρι σου
Κι έτρεμε τρεις φορές το μοβ τρεις μέρες πάνω από τους καταρράχτες

Εάν αυτά είναι αλήθεια τραγουδώ
Το ξύλινο δοκάρι και το τετράγωνο φαντό
Στον τοίχο, τη Γοργόνα με τα ξέπλεκα μαλλιά
Τη γάτα που μας κοίταξε μέσα στα σκοτεινά

Παιδί με το λιβάνι και με τον κόκκινο σταυρό
Την ώρα που βραδιάζει στων βράχων το απλησίαστο
Πενθώ το ρούχο που άγγιξα και μου ήρθε ο κόσμος.

Από τη συλλογή Το μονόγραμμα (1972) του Οδυσσέα Ελύτη

Οδυσσέας Ελύτης, Το μονόγραμμα (I)

Το μονόγραμμα

I

Θα γυρίσει αλλού τις χαρακιές
Της παλάμης, η Μοίρα, σαν κλειδούχος
Μια στιγμή θα συγκατατεθεί ο Καιρός

Πώς αλλιώς, αφού αγαπιούνται οι άνθρωποι

Θα παραστήσει ο ουρανός τα σωθικά μας
Και θα χτυπήσει τον κόσμο η αθωότητα
Με το δριμύ του μαύρου τού θανάτου.

Από τη συλλογή Το μονόγραμμα (1972) του Οδυσσέα Ελύτη

Οδυσσέας Ελύτης, Λακωνικόν

Διαβάζει ο ποιητής.

Λακωνικόν

Ο καημός του θανάτου τόσο με πυρπόλησε, που η λάμψη μου επέστρεψε στον ήλιο.

Κείνος με πέμπει τώρα μέσα στην τέλεια σύνταξη της πέτρας και του αιθέρος,

Λοιπόν, αυτός που γύρευα, είμαι.

Ω λινό καλοκαίρι, συνετό φθινόπωρο,

Χειμώνα ελάχιστε,

Η ζωή καταβάλλει τον οβολό του φύλλου της ελιάς

Και στη νύχτα μέσα των αφρόνων μ’ ένα μικρό τριζόνι κατακυρώνει πάλι το νόμιμο του Ανέλπιστου.

Από τη συλλογή Έξη και μία τύψεις για τον ουρανό (1960) του Οδυσσέα Ελύτη

Πηγή: συγκεντρωτική έκδοση Οδυσσέας Ελύτης, Ποίηση (εκδ. Ίκαρος, 2002)

Οδυσσέας Ελύτης, Η γένεσις (δεύτερο απόσπασμα)

Η γένεσις (απόσπασμα)

[Ενότητα Η γένεσις]

[…]

Αυτός
ο κόσμος ο μικρός, ο μέγας!

Αλλά πριν ακούσω αγέρα ή μουσική
που κινούσα σε ξάγναντο να βγω
(μιαν ασήμαντη κόκκινη άμμο ανέβαινα
με τη φτέρνα μου σβήνοντας την Ιστορία)
πάλευα τα σεντόνια………. Ήταν αυτό που γύρευα
και αθώο και ριγηλό σαν αμπελώνας
και βαθύ και αχάραγο σαν η άλλη όψη τ’ ουρανού
Κάτι λίγο ψυχής μέσα στην άργιλλο
Τότε είπε και γεννήθηκεν η θάλασσα
Και είδα και θαύμασα
Και στη μέση της έσπειρε κόσμους μικρούς κατ’ εικόνα και ομοίωσή μου:
Ίπποι πέτρινοι με τη χαίτη ορθή
και γαλήνιοι αμφορείς
και λοξές δελφινιών ράχες
η Ίος η Σίκινος η Σέριφος η Μήλος
«Κάθε λέξη κι από ’να χελιδόνι
για να σου φέρει την άνοιξη μέσα στο θέρος», είπε
Και πολλά τα λιόδεντρα
που να κρησάρουν στα χέρια τους το φως
κι ελαφρό ν’ απλώνεται στον ύπνο σου
και πολλά τα τζιτζίκια
που να μην τα νιώθεις
όπως δεν νιώθεις το σφυγμό στο χέρι σου
αλλά λίγο το νερό
για να το ’χεις Θεό και να κατέχεις τι σημαίνει ο λόγος του
και το δέντρο μονάχο του
χωρίς κοπάδι
για να το κάνεις φίλο σου
και να γνωρίζεις τ’ ακριβό του τ’ όνομα
φτενό στα πόδια σου το χώμα
για να μην έχεις πού ν’ απλώσεις ρίζα
και να τραβάς του βάθους ολοένα
και πλατύς επάνου ο ουρανός
για να διαβάζεις μόνος σου την απεραντοσύνη

Αυτός
ο κόσμος ο μικρός, ο μέγας!

[…]

Από τη συλλογή Το Άξιον Εστί (1959) του Οδυσσέα Ελύτη