Μάνος Ελευθερίου, Επανάληψη ήχων αισθημάτων και αναμνήσεων

Επανάληψη ήχων αισθημάτων και αναμνήσεων

Μυρίζει απόψε κόκκινο κι αγάπη.
Άσπρα κατάμαυρα γάντια και πανάκριβες ώρες χωρίς επιστροφή
με τα ερείπια αισθήματα και τους τρόμους της αστυνομίας.
Τα καφενεία της συμφοράς του μέλλοντός μου
καμιάν ωδή δεν αξιώθηκαν μέσα σε τόση βασανισμένη στιχουργική.

Μυρίζει απόψε κόκκινο και μυρωδιές ξενοδοχείων
όταν ανοίγεις τις ντουλάπες και ζωντανεύουν οι σκιές
μαστιγωμένες απ’ τις αρρώστιες και τους θανάτους
σκιές μιας δόξας και μιας ταπείνωσης
εμπορικών αντιπροσώπων και παγωμένων δικαστικών
πλασιέ, χαρτοπαικτών, ηθοποιών και ταχυδρόμων
πρωταθλητών μιας άνοιξης που ξέπεσαν ή κάποιοι σαν αυτούς που είχαν τα χρόνια τους απόχη

και ψάχνουν να βρουν στους καθρέφτες εκείνο που ήδη κρατούν
πρόσωπα τόσο αλλοιωμένα από τα φάρμακα και το αλκοόλ
τα μυστικά, τις αναμνήσεις, τις καθημερινές συναλλαγές,
μυρίζει ναφθαλίνη, λάβδανο και λησμονιά,
γυναίκες δίχως όνειρα και όνειρα που μεταμορφώθηκαν σε γυναίκες.

Σε τι ανάξια χέρια ξεπέφτει κάποτε η αγάπη.

Από τη συλλογή Το νεκρό καφενείο (1997) του Μάνου Ελευθερίου

Advertisements

Μάνος Ελευθερίου, Σώμα και ψυχή

Σώμα και ψυχή

Όχι μονάχα εκείνο που είμαστε κι ό,τι απόμεινε από μας
ή ό,τι αγωνιζόμαστε να φαίνεται

αλλά μαζί μας σέρνουμε και τις μορφές των άλλων
που με τα χρόνια γίνονται ίσκιος ανάμνησης

μαζί μας σέρνουμε σημάδια και κομμάτια τους
το αίμα, την αγάπη τους, την περιφρόνησή τους
τα πάθη και τα μίση τους και την εκδίκησή τους
αυτά που χάσαμε σε τρόμους και κινδύνους –

όσα κερδίσαμε σε μάχες βιαστικές, τυραννικές
κι όσες μας έδωσαν χαρές περαστικές οι αθάνατοι.

Έτσι σιγά σιγά χτίζεται σώμα και ψυχή.
Έτσι σιγά σιγά το πρόσωπό μας.

Από τη συλλογή Το νεκρό καφενείο (1997) του Μάνου Ελευθερίου

Μάνος Ελευθερίου, Τα θαύματα

Τα θαύματα

Δίπλα μας γίνονται τα θαύματα.
Δίπλα μας γίνονται ως μέσα στα ερείπια
των παλαιών σπιτιών με τις εξαίσιες σκάλες
που οδηγούν στον ουρανό –

πόσοι τις κατεβήκανε για τελευταία φορά
κοιτάζοντας προς τα ταβάνια

(προς τη ζωή του φοβερού νοήματος κοιτάζοντας)

ελπίζοντας πως από κει θα ’ρθει μια σωτηρία.

Από τη συλλογή Το νεκρό καφενείο (1997) του Μάνου Ελευθερίου

Μάνος Ελευθερίου, Η πόρτα της Πηνελόπης

Η πόρτα της Πηνελόπης

Μοιάζει μαρμάρινη στήλη με τα εγχάρακτα
ονόματα ανθρώπων που έπεσαν για την πατρίδα.
Κάθεται χρόνια μπροστά στην πόρτα της.

Ποτέ στη ζωή της δε σηκώθηκε από κει.
Ίσως εκεί γεννήθηκε στα πένθη της και γέρασε.
Νερό των πεθαμένων πίνει, της Σελήνης.
Φοράει μαύρα και πενθεί.
Και για πολλούς πενθεί κι ίσως για μένα.

Ποτέ κανείς δεν πέρασε απ’ την πόρτα της.
Ποτέ κανείς να τη ρωτήσει πώς και τι.
Μονάχα εγώ ψωμάκι και τυράκι της πηγαίνω
και το χαρίζει στους αγίους.

Μια πόρτα στο χρώμα ακριβώς της στάχτης.
Ξύλο ναυαγίου, σκεβρωμένη, γριά πόρτα.
Μ’ ανοιγμένες φλέβες ξερές απ’ τον ήλιο
ίδιες με πλοκάμια χταποδιού
και τη χυμένη σκουριά της σάπιας κλειδαριάς.

Χρώμα σαν τα φτερά πολλών πουλιών
και των αγγέλων.

Από τη συλλογή Η πόρτα της Πηνελόπης (2004) του Μάνου Ελευθερίου

Μάνος Ελευθερίου, Ζούμε αλλού

Ζούμε αλλού

Ζούμε αλλού και κάπου αλλού υπάρχουμε
αλλού κι αλλιώτικα μιλάμε κι αγαπάμε
αλλού είναι η σκέψη μας κι ολόκληρη η ζωή μας

κι όμως εδώ σ’ αυτό τον τόπο σέρνουμε τα πόδια μας
σαν τους κατάδικους που ζουν μ’ άλλους κατάδικους
σ’ αυτές εδώ τις ερημιές με πρόσωπα που ανήκουν σ’ άλλους
ή και σε κάτι που υποδύεται τους άλλους.

Ζούμε αλλού κι άραγε πώς να ήμαστε
με ποια λαλιά και ποιες αισθήσεις

με δέρμα κι αίμα υποταγμένα στο μυστήριο
και ασφαλώς περήφανοι στην τακτική ζωή μας.

Α βέβαια, βέβαια ζούμε αλλού και κάπου αλλού υπάρχουμε.

Από τη συλλογή Το νεκρό καφενείο (1997) του Μάνου Ελευθερίου

Μάνος Ελευθερίου, Επαρχία

Επαρχία

Ζω σε μια πόλη ξεπεσμένου ελληνισμού.

Αγγίζοντας κι εγώ το χρόνο κάποτε
μιας φονικής χαράς
τινάχτηκα σα ν’ άγγιξα ηλεκτροφόρα σύρματα.

Σ’ αυτό τον τόπο που τρέχουμε όλοι πανικόβλητοι
σαν τα παράνομα ζευγάρια σ’ ένα φλεγόμενο ξενοδοχείο.

Από τη συλλογή Αναμνήσεις από την όπερα (1987) του Μάνου Ελευθερίου

Πηγή: ανθολογία Η δεύτερη μεταπολεμική ποιητική γενιά (1950-1970) του Ανέστη Ευαγγέλου (εκδ. Παρατηρητής, 1994)

Μάνος Ελευθερίου, Αλληλεγγύη

Αλληλεγγύη

Φυσούσε θάνατο αισχρό μες στις πλατείες.
Της ερημιάς το δέρμα κίτρινο απ’ το φόβο.
Εγώ σκαμμένος σαν βουνό.

Πόλεμος κηρύχτηκε; με ρώτησε ένας άγνωστος.
Όχι, του είπα, κύριε. Τη σκοτωμένη μας ζωή
ψάχνει να βρει η αστυνομία.

Από τη συλλογή Αναμνήσεις από την όπερα (1987) του Μάνου Ελευθερίου

Πηγή: ανθολογία Η δεύτερη μεταπολεμική ποιητική γενιά (1950-1970) του Ανέστη Ευαγγέλου (εκδ. Παρατηρητής, 1994)

Μάνος Ελευθερίου, Η γριά γοργόνα

Γιάννης Σπανός & Δημήτρης Ιατρόπουλος, Της Χαλιμάς τα παραμύθια
(τραγούδι: Κώστας Καράλης / δίσκος: Τραγούδια και μπαλάντες (1977))

Η γριά γοργόνα

Πώς είναι μια γριά γοργόνα; Πώς είναι τώρα
που βαριέται να ρωτάει
που ξέρει το παιχνίδι του καιρού κι αναγνωρίζει
λάθη και συμβάσεις
και με φανταστικές κινήσεις εννοεί
ό,τι ρωτούσε πάντα;

Πάντα και πάντα ό,τι ρωτούσε και πώς είναι
όταν σε γύρευε μες στις σπηλιές του ύπνου
μες στα χαράματα του πόντου και στα τρελά νερά
παίζοντας με κόκαλα πνιγμένων
τυφλή, κουφή, ξεδοντιασμένη, με ρευματισμούς,
πώς είναι μια ζωή γονατισμένη
τώρα που η δίκαιη κλεψύδρα μένει ακίνητη
καρφωμένη μέσα στο χρόνο της που περιέχει

ή με τα δώρα κάποιου που γερνάει μόνος του στα καφενεία και στα πορνεία

κυνηγημένος από σένα κι από φιλιά φαντάσματα
μ’ ένα κορμί που το κατάντησες σαν λατομείο
και δεν ελπίζει να το κοιτάξεις
ή προς το βράδυ να ξεδιαλύνεις τον προσφυγικό του ύπνο
τώρα που σ’ αιχμαλώτισαν άλλοι καθρέφτες κι άλλα φώτα
και δεν υπερασπίζεις πια το σώμα σου∙
ανακαλύπτεις τους καθρέφτες μες στο σώμα σου
ή σκουριασμένα σύνεργα ενός παλιού μηχανουργείου
και λες μεταμορφώσεις είναι, τίποτ’ άλλο.
Το ξέρει αυτός, ο συγγενής του κόσμου,
αυτός που είδε αμαρτίες κι αμαρτίες,
στρατούς, παραλυσίες και φυλές,
το ξέρει αυτός πως η ψυχή έχει δικές της αποφάσεις
κι άλλους δρόμους. Πώς δεν σ’ το δίδαξε;
Πώς είναι όμως δίχως φάρμακα εκείνη
ελπίζοντας μια κάμαρα σ’ ένα γηροκομείο
την Κυριακή επισκέψεις από γέρους ναυτικούς
γιατί πια τώρα το ’μαθε καλά

το άλλο μισό του ανθρώπου είναι
το παραμύθι

αλλά κι εσύ γιατί να της παραφερθείς
αφού κοντά της βούλιαξες ολόκληρος
και μόνο το τραγικό σου χέρι φαίνεται
να κρατάει, σαν ψάρι, σπαρταρώντας,
την ψυχή σου.

Από τη συλλογή Το μυστικό πηγάδι (1983) του Μάνου Ελευθερίου

Πηγή: ανθολογία Η δεύτερη μεταπολεμική ποιητική γενιά (1950-1970) του Ανέστη Ευαγγέλου (εκδ. Παρατηρητής, 1994)

Μάνος Ελευθερίου, Σαν τους σοβάδες

Σαν τους σοβάδες

Σαν τους σοβάδες πέφτει ο ουρανός.
Έρχονται τα άγρια χρόνια.

Σφαλιστείτε.

Από τη συλλογή Τα όρια του μύθου (1975) του Μάνου Ελευθερίου

Πηγή: ανθολογία Η δεύτερη μεταπολεμική ποιητική γενιά (1950-1970) του Ανέστη Ευαγγέλου (εκδ. Παρατηρητής, 1994)

Μάνος Ελευθερίου, Την ώρα που έγραφα

Την ώρα που έγραφα

Την ώρα που έγραφα το μαύρο τ’ όνειρο
της νύχτας
το λευκό χαρτί σιγά σιγά καιγότανε στην άκρη.

Σιγά σιγά κι από την άκρη γίνηκαν κι όλα τ’ άλλα.
Ώσπου με πνίξαν οι καπνοί
κι έμεινα δίχως σπίτι.

Από τη συλλογή Τα όρια του μύθου (1975) του Μάνου Ελευθερίου

Πηγή: ανθολογία Η δεύτερη μεταπολεμική ποιητική γενιά (1950-1970) του Ανέστη Ευαγγέλου (εκδ. Παρατηρητής, 1994)

Μάνος Ελευθερίου, Τυπωθήτω

Τυπωθήτω

Όταν έγραψε το ποίημα στάθηκε να το κοιτάζει.

Το χαρτί ακόμη χλωρό και τα ψηφία πονούσαν.
Το δίπλωσε και το έβαλε σε φάκελο.
Πουθενά δεν είχε να το στείλει.

Ως το άλλο βράδυ γάβγιζε το ποίημα φυλακισμένο.
Γάβγιζε απ’ τις πολλές πληγές και τον αιθέρα.

Ώσπου δεν άντεξε και του άνοιξε την πόρτα.

Μεσάνυχτα το πέταξε στο δρόμο σα σκυλί.

Από τη συλλογή Τα όρια του μύθου (1975) του Μάνου Ελευθερίου

Πηγή: ανθολογία Η δεύτερη μεταπολεμική ποιητική γενιά (1950-1970) του Ανέστη Ευαγγέλου (εκδ. Παρατηρητής, 1994)

Μάνος Ελευθερίου, Είσαι η Πρέβεζα και το Κιλκίς

Είσαι η Πρέβεζα και το Κιλκίς

Αυτές οι ρεματιές κι αυτά τα βράχια
κι αυτά τα σπίτια δίπλα στο γιαλό
αυτές οι μάνες με το κάρβουνο στα μάτια τους
κι αυτά τα κύματα που φεύγουν και ξαναγυρνούν,
αυτά τα πεύκα με τα χαραγμένα λόγια
κι ο κωνσταντίνος ο καημός που πέταξε σαν το πουλί
κι εκείνα που δεν πρόφτασαν οι κήρυκες
παρά μονάχα ψεύτες
και ρουφιάνοι,
ω πολιτεία με το βράδιασμα κοντά στους ταρσανάδες
στην αγορά, στον καφενέ και στο ποδόσφαιρο,
είσαι η Πρέβεζα, τα Γιάννενα και το Κιλκίς,
το Μεσολόγγι, ο Πόντος κι η Ερμούπολις,

ω πολιτεία του αμανέ στα τουρκοχώρια

μ’ αυτές τις ρεματιές κι αυτά τα σπίτια
μ’ αυτά τα βράχια δίπλα στο γιαλό
μ’ αυτές τις μάνες με το κάρβουνο στα μάτια τους

θα ’ρθει καιρός που θα φανούν οι κήρυκες
κι όχι μονάχα ψεύτες και ρουφιάνοι.

Από τη συλλογή Τα ξόρκια (1973) του Μάνου Ελευθερίου

Πηγή: ανθολογία Η δεύτερη μεταπολεμική ποιητική γενιά (1950-1970) του Ανέστη Ευαγγέλου (εκδ. Παρατηρητής, 1994)

Μάνος Ελευθερίου, Το πέρασμα

Το πέρασμα

Στο δρόμο για το θάνατο και για την εξορία
καθώς λιγόστευαν οι φίλοι
κι οι στρατοδίκες έκλαιγαν γραμμή κατ’ άντρα
είδες κι εσύ να στερεώνουν το χρησμό στα αίματα
κι η Πύλη που περάσαμε μαζί
να ’ναι μονάχα πέρασμα φονιάδων.

Από τη συλλογή Τα ξόρκια (1973) του Μάνου Ελευθερίου

Πηγή: ανθολογία Η δεύτερη μεταπολεμική ποιητική γενιά (1950-1970) του Ανέστη Ευαγγέλου (εκδ. Παρατηρητής, 1994)

Μάνος Ελευθερίου: Οι φίλοι, πάλι

Οι φίλοι, πάλι

Ξωκλήσια σαν τις συλλαβές στα δόντια της ψυχής
και σαν νησιά με στέρνες και με δεντρολίβανο,
δύσκολοι φίλοι, χαμένοι φίλοι,

τους βρήκα να παραμιλούν και να μαλώνουν με σκιές,
λινό της ξενιτείας εβάραινε τον ύπνο τους
και θέλεις από στέρηση, θέλεις από το άδικο
και την καταλαλιά
μια νύχτα στην Καισαριανή κι ένα πρωί στο Πέραμα
ξερίζωσα τούτες τις φαρμακερές κλωστές
απ’ τη ζωή μου
καθώς τραβούν οι ναύτες τα δίχτυα στη στεριά.

Από τη συλλογή Μαθήματα μουσικής (1972) του Μάνου Ελευθερίου

Πηγή: ανθολογία Η δεύτερη μεταπολεμική ποιητική γενιά (1950-1970) του Ανέστη Ευαγγέλου (εκδ. Παρατηρητής, 1994)

Μάνος Ελευθερίου, Και κάποτε στον ύπνο μας

Και κάποτε στον ύπνο μας

Τα δόντια της ψυχής δαγκώνουν πιο φαρμακερά.
Κάποτε μπήγονται βαθιά και κάποτε στον ύπνο μας
τα ξαναφέρνουν πίσω τα παραμιλητά των φίλων,
τραυλίσματα κακών ποιητών,
κλωστές και νήματα που σ’ οδηγούν στο βάθος της σκηνής
κι όσοι διαλέγουν τον Τροχό για τη ζωή τους.

Η αγάπη και η φιλία μάς βοηθούν στο θάνατο.

Από τη συλλογή Μαθήματα μουσικής (1972) του Μάνου Ελευθερίου

Πηγή: ανθολογία Η δεύτερη μεταπολεμική ποιητική γενιά (1950-1970) του Ανέστη Ευαγγέλου (εκδ. Παρατηρητής, 1994)

Νίκος Κούνδουρος, Τραγούδια της φωτιάς (1975)

Νίκος Κούνδουρος, Τραγούδια της φωτιάς (Songs of fire)

Σκηνοθέτης: Νίκος Κούνδουρος
Διεύθυνση φωτογραφίας: Νίκος Αδαμόπουλος, Νίκος Γαρδέλης, Συράκος Δανάλης, Νίκος Καβουκίδης, Αριστείδης Καρύδης Fuchs, Σάκης Μανιάτης, Παύλος Φιλίππου
Μοντάζ: Αριστείδης Καρύδης Fuchs
Ηχολήπτης: Θανάσης Γεωργιάδης
Μουσική: Μίκης Θεοδωράκης, Μάνος Λοΐζος, Γιάννης Μαρκόπουλος, Σταύρος Ξαρχάκος
Ποίηση/Στίχοι: Μανόλης Αναγνωστάκης, Νίκος Γκάτσος, Μάνος Ελευθερίου, Μίκης Θεοδωράκης, Μάνος Λοΐζος, Κ. Χ. Μύρης, Λευτέρης Παπαδόπουλος, Γιάννης Ρίτσος, Γιώργος Σκούρτης
Τραγούδι: Αλέκα Αλιμπέρτη, Χαράλαμπος Γαργανουράκης, Μίκης Θεοδωράκης, Αντώνης Καλογιάννης, Μαρίζα Κωχ, Μάνος Λοΐζος, Μελίνα Μερκούρη, Λιζέτα Νικολάου, Γιώργος Νταλάρας, Νίκος Ξυλούρης, Κώστας Σμοκοβίτης, Μαρία Φαραντούρη, Λάκης Χαλκιάς, Λιλή Χριστοδούλου
Διεύθυνση παραγωγής: Φοίβη Σταυροπούλου
Ειδικοί συνεργάτες: Γ. Αθανασιάδης, Στέφανος Αλεξάνδρου, Παύλος Ζάρας, Τάσος Ζωγράφος, Γιάννης Καμπανάρης, Κώστας Καραμανίδης, Μίμης Κασιμάτης, Μίμης Κιμωλιάτης, Τάκης Κούνδουρος, Λάκης Κυρλίδης, Ερρίκος Μερόντης, Θανάσης Μπερμπεράκης, Γιώργος Μπουκλάκος, Μαρία Πάουελ Κουμαριανού, Θανάσης Σβορώνος, Κώστας Φέρρης
Παραγωγή: Finos Film, Νίκος Κούνδουρος, Κυπριακός Αγών
Ταινία: Τραγούδια της φωτιάς (πολιτικό ντοκιμαντέρ μεγάλου μήκους, 1975)

Σύνοψη της υπόθεσης:
Ένα ντοκιμαντέρ που αποτυπώνει την αντίδραση του ελληνικού λαού στη χούντα των συνταγματαρχών, και τους πανηγυρισμούς μετά την πτώση του μισητού καθεστώτος. Παρουσιάζονται οι δύο συναυλίες που έγιναν το 1974 για την υποστήριξη του αγώνα των Κυπρίων, οι πορείες του 1974 για την επέτειο του Πολυτεχνείου, η αναπαράσταση των βασανιστηρίων στα οποία υποβλήθηκε ο αγωνιστής του ΠΑΜ Χρήστος Ρεκλείτης και η κηδεία του Κύπριου Δώρου Λοΐζου.

Τι έχει πει για την ταινία ο Νίκος Κούνδουρος:
Τα «Τραγούδια της Φωτιάς», το μόνο ντοκιμαντέρ που έχω φτιάξει, είναι μια ταινία συντεθειμένη από φωνές και αιτήματα όπως αυτά διαμορφώθηκαν στους δρόμους της Αθήνας αμέσως μετά την παλινόρθωση της Δημοκρατίας. Μία ταινία ωδή στη λευτεριά. Αυτό, τίποτε άλλο.

Η ταινία έχει ως κύριο άξονα δύο συναυλίες, στο στάδιο Καραϊσκάκη με τον Μίκη Θεοδωράκη και στο γήπεδο της λεωφόρου Αλεξάνδρας με τον Γιάννη Μαρκόπουλο. Και οι δύο συναυλίες έγιναν το 1974, λίγο μετά την πτώση της χούντας.

Πηγές πληροφοριών:
Ταινιοθήκη της Ελλάδος
Ιστολόγιο «Τίποτα το σημαντικό»
Finos Film

Σαν κουρέλι (Γιώργος Χατζηνάσιος & Μάνος Ελευθερίου)

Σαν κουρέλι

Σύνθεση, ενορχήστρωση & διεύθυνση ορχήστρας: Γιώργος Χατζηνάσιος
Στίχοι: Μάνος Ελευθερίου
Τρίχορδο μπουζούκι: Κώστας Παπαδόπουλος
Τετράχορδο μπουζούκι & τζουράς: Γιάννης Μπιθικώτσης
Ακουστική κιθάρα: Γιάννης Δέδες
Κιθάρες: Μπάμπης Λασκαράκης
Κρουστά: Νίκος Αντύπας
Κλασικό μπάσο: Νύσος Πανταζής
Ηλεκτρικό μπάσο: Γιώργος Ζηκογιάννης
Μπαγλαμάς: Πάνος Ιατρού
Ακορντεόν: Γιώργος Καραθανάσης
Πιάνο: Γιώργος Χατζηνάσιος
Τραγούδι: Δημήτρης Μητροπάνος
Δίσκος: Τα συναξάρια (1981)

Θέλει άλλαγμα η βελόνα
το τραγούδι είναι βραχνό
το παλιό γραμμόφωνό σου
παίζει άπονο σκοπό

Σαν κουρέλι πάνω στ’ άλλο
μπαλωμένη μια ζωή
πες μου ποιο σκοπό να βάλω
να μην κλαις τόσο πολύ

Το παλτό σου έχει λιώσει
κι έχουν σπάσει τα κουμπιά
όλα τα ’χεις πια σκοτώσει
κι ούτε που σε νοιάζει πια

Σαν κουρέλι πάνω στ’ άλλο
μπαλωμένη μια ζωή
πες μου ποιο σκοπό να βάλω
να μην κλαις τόσο πολύ

Γράφει ο Γιώργος Χατζηνάσιος στο εσώφυλλο του δίσκου:
Ο κύκλος τραγουδιών Τα συναξάρια είναι μια «πορεία» μέσα απ’ την καθημερινότητα την απλή και τόσο ανθρώπινη που γίνεται τραγούδι. Η αυθεντικά λαϊκή φωνή του Δημήτρη Μητροπάνου πραγματοποίησε το αποτέλεσμα που είχα φανταστεί. Με αυτά τα τραγούδια θέλω να υπογραμμίσω την προσπάθεια που κάνει ο συνθέτης για να ξεφύγει απ’ την τυποποίηση και τους χαρακτηρισμούς όπως λαϊκός, ελαφρός, δυτικός, στρατευμένος κλπ. Που στιγματίζουν τη δουλειά του και περιορίζουν το έργο του. Αυτές τις σκέψεις τις εμπιστεύομαι σ’ αυτούς που θα ασχοληθούν με οποιοδήποτε τρόπο μ’ αυτόν τον δίσκο, έχοντας υπ’ όψη μου ότι πάντοτε βαραίνει το αποτέλεσμα. [πηγή: περιοδικό Όγδοο]

Γύρνα το φύλλο (Γιώργος Χατζηνάσιος & Μάνος Ελευθερίου)

Γύρνα το φύλλο

Σύνθεση, ενορχήστρωση & διεύθυνση ορχήστρας: Γιώργος Χατζηνάσιος
Στίχοι: Μάνος Ελευθερίου
Τρίχορδο μπουζούκι: Κώστας Παπαδόπουλος
Τετράχορδο μπουζούκι & τζουράς: Γιάννης Μπιθικώτσης
Ακουστική κιθάρα: Γιάννης Δέδες
Κιθάρες: Μπάμπης Λασκαράκης
Κρουστά: Νίκος Αντύπας
Κλασικό μπάσο: Νύσος Πανταζής
Ηλεκτρικό μπάσο: Γιώργος Ζηκογιάννης
Μπαγλαμάς: Πάνος Ιατρού
Ακορντεόν: Γιώργος Καραθανάσης
Πιάνο: Γιώργος Χατζηνάσιος
Τραγούδι: Δημήτρης Μητροπάνος & χορωδία (Λία Βίσση, Νίτσα Ρούτη, Λιλή Τσιτριμπίνη, Γιάννης Πηλιούρης, Νίκος Βασσαράς, Δαμιανός Σερέφογλου)
Δίσκος: Τα συναξάρια (1981)

Στην πόρτα μου φυσάει βοριάς
κι εσύ καημούς φυλλομετράς

Γύρνα το φύλλο, γύρνα το
κι είμαι παιδάκι αδύνατο

Στο δρόμο μ’ ηύρες τ’ ουρανού
μαζί μ’ εκείνους που πονούν

Γύρνα το φύλλο, γύρνα το
κι είμαι παιδάκι αδύνατο

Και πέτρα-πέτρα έχτισες
τα βάσανα και μ’ έκλεισες

Γύρνα το φύλλο, γύρνα το
κι είμαι παιδάκι αδύνατο

Γράφει ο Γιώργος Χατζηνάσιος στο εσώφυλλο του δίσκου:
Ο κύκλος τραγουδιών Τα συναξάρια είναι μια «πορεία» μέσα απ’ την καθημερινότητα την απλή και τόσο ανθρώπινη που γίνεται τραγούδι. Η αυθεντικά λαϊκή φωνή του Δημήτρη Μητροπάνου πραγματοποίησε το αποτέλεσμα που είχα φανταστεί. Με αυτά τα τραγούδια θέλω να υπογραμμίσω την προσπάθεια που κάνει ο συνθέτης για να ξεφύγει απ’ την τυποποίηση και τους χαρακτηρισμούς όπως λαϊκός, ελαφρός, δυτικός, στρατευμένος κλπ. Που στιγματίζουν τη δουλειά του και περιορίζουν το έργο του. Αυτές τις σκέψεις τις εμπιστεύομαι σ’ αυτούς που θα ασχοληθούν με οποιοδήποτε τρόπο μ’ αυτόν τον δίσκο, έχοντας υπ’ όψη μου ότι πάντοτε βαραίνει το αποτέλεσμα. [πηγή: περιοδικό Όγδοο]